ΝΟΜΑΡΧΙΑ

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΝΟΜΑΡΧΙΑ ,

‘Ητοι Λόγος περί ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ

∆ι’ ού άποδεικνύεται, πόσον είναι καλλιωτέρα ή Νοµαρχική ∆ιοίκησις άπό τάς λοιπάς, ότι είς αύτήν µόνον φυλάττεται ή ‘Ελευθερία τού άνθρώπου, τί έστί ‘Ελευθερία, όπόσων µεγάλων κατορθωµάτων είναι πρόξενος, ότι τάχιστα ή ‘Ελλάς πρέπει νά συντρίψη τάς άλύσους της, ποίαι έστάθησαν αί αίτίαι όπού µέχρι τής σήµερον τήν έφύλαξαν δούλην, καί όποίαι είναι έκείναι, όπού µέλλει νά τήν έλευθερώσωσι. Συντεθείς τε καί τύποις έκδοθείς ίδίοις άναλώµασι πρός ώφέλειαν τών ‘Ελλήνων
ΠΑΡΑ ΑΝΩΝΥΜΟΥ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΟΣ ‘Εν ‘Ιταλία. 1806.

ΣΤΟΧΑΣΟΥ, ΚΑΙ ΑΡΚΕΙ

‘Ω ‘Αναγνώστα ! ‘Επειδή ό λόγος µου δέν είναι άλλο, παρά µία διεξοδική ‘Επιστολή πρός τούς ‘Ελληνας’ έπειδή τάς άντιρρήσεις έκείνων όπού κατά συνήθειαν, καί χωρίς αίτίαν κάµνουσι, ώς ούδέν κρίνω’ έπειδή οί λεξολάτραι, καί όσοι µέ τό συντακτικόν τού Γαζή είς τό χέρι ήθελαν κατακρίνει τούτο τό έγχειρίδιον, είς ούδέν µέ βλάπτουσι’ έπειδή νοµίζω άχρηστον νά άποκριθώ είς όσους ήθελαν έρωτήσει, διατί κράζοµαι άνώνυµος’ καί έπειδή τέλος πάντων προσµένω µέ πόθον νά λάβω καµµίαν όρθήν έρµηνείαν, καί διόρθωσιν είς κανένα σφάλµα µου άκούσιον: διά τούτο, είς άλλο τι δέν χρησιµεύει ή παρούσα µου ξεχωριστή ‘Επιστολή, είµή µόνον διά νά σέ είδοποιήσω, ότι, άνίσως όµοιάζεις έκείνους όπού προφέρουσι τό όνοµα τής ‘Ελλάδος χωρίς νά άναστενάζωσι, νά µήν χάσης τόν καιρόν σου µαταίως είς τό νά άναγνώσης τό πονηµάτιόν µου τούτο. ‘Ερρωσο.

ΕΙΣ ΤΟΝ ΤΥΜΒΟΝ , τού µεγάλου καί άειµνήτου ‘Ελληνος ΡΗΓΑ , τού ύπέρ τής σωτηρίας τής ‘Ελλάδος έσφαγιασθέντος, χάριν εύγνωµοσύνης ό συγγραφεύς τό πονηµάτιον τόδε ώς δώρον άνατίθησι.

Εψοςιαςε αµιρυισ ξοστςισ εψ οσσιβυσ υµτος Φιςη. βλ. 1.

Είς ποίον άλλον έπρεπε νά άναθέσω έγώ τό παρόν µου πονηµάτιον, ώ άξιάγαστε ‘Ηρως, παρά είς έσέ όπού έστάθης ό πρόδροµος µιάς ταχέας έλευθερώσεως τής κοινής πατρίδος µας ‘Ελλάδος, καί έθυσίασες τήν ζωήν σου δι’ άγάπην της; ∆έξαι τό λοιπόν µέ τό συνηθισµένον σου έλληνικόν, ίλαρόν καί καταδεκτικόν βλέµµα, καί δέξαι το πρός τούτοις ώς άρραβώνα έκδικήσεως τού λαµπρού αίµατός σου κατά τών τυράννων τής ‘Ελλάδος. ‘Η δέ ‘Ελλάς άπασα θέλει δοξάσει διά παντός τό άθάνατον όνοµά σου, συναριθµούσα αύτό είς τόν κατάλογον τών ‘Επαµεινώντων, Λεωνίδων, Θεµιστοκλέων, καί Θρασυβούλων.

1. ‘Αναφανήναί τις έκ των όστέων ήµών έκδικος. [Βιργίλιος]

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΝΟΜΑΡΧΙΑ , ήτοι Λόγος περί ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ

‘Εσείς, ώ άθάνατοι ψυχαί τών έλευθέρων προγόνων µου! ένδυναµώσατε τώρα τόν ζήλον µου µέ τά ήρωΐκά σας έντάλµατα, διά νά έκφράσω, καθώς πρέπει, τά τής έλευθερίας κάλλη είς τούς άπογόνους σας. Καί σύ, ίερά Πατρίς, έγκαρδίωσον καί στερέωσον τήν πρός σέ άγάπην µου, µέ τήν ένθύµησιν τών παλαιών τερατουργηµάτων σου, διά νά παραστήσω µέ σαφήνειαν είς τά τέκνα σου τάς φοβεράς χρείας σου, καί νά ένθουσιάσω τάς έλληνικάς των καρδίας µέ τόν θείον σου έρωτα. Ναί, φιλτάτοι µου ‘Ελληνες, τό έπιχείρηµα είναι δύσκολον δι’ έµέ, άλλ’ ή Πατρίς τό ζητεί, τό χρέος µου µέ βιάζει, καί µόνον ή άλήθεια τών λόγων µου µού προµηνύει καλήν έκβασιν. ‘Αντί ρητορικών φράσεων, θέλει καλλωπίσει τόν λόγον µου ή διήγησις τών θαυµαστών έργων τών πάλαι ‘Ηρώων, ή µεγαλειότης δέ τού θέµατος καί τό κοινόν όφελος µού τάζουσι τήν παρ’ έµού ποθουµένην άνταµοιβήν, λέγω τήν κατάπεισιν τών όµογενών µου ‘Ελλήνων. ‘Αµποτες, λοιπόν, νά άξιωθώ νά άποδείξω έµπράκτως τά όσα, κατά τό παρόν, διά λόγου άπεφάσισα νά σάς κοινοποιήσω, τό όποίον έπεύχοµαι είς όλους τούς άγαπητούς µου ‘Ελληνας καί όλους τούς άληθείς φιλοπάτριδας. ‘Αναγκαίον πράγµα είναι είς όποιον άποφασίσει νά έξετάση τήν άλήθειαν τών πραγµάτων, συχνάκις νά δυσπιστή είς τόν ίδιον έαυτόν του, καί χωρίς νά είναι εύκολόπιστος είς τούς άλλους, νά καταπείθεται µόνον είς τήν άναµφιβολίαν. ‘Ωσάν όπού πολλάκις άµελώντας τινάς µίαν παραµικράν έρευναν, καί δίδοντας πίστιν είς όσα άκροάζεται άπό άλλους, εύκόλως ήµπορεί νά άπατηθή, καί τότε λαµβάνει µίαν περίληψιν άκατάστατον είς τήν ύπόθεσιν όπού ζητεί, καί έξακολούθως ούτε αύτός ήµπορεί νά εύρη τήν άλήθειαν, ούτε άλλοι παρ’ αύτού νά τήν έννοήσωσι. ‘Οταν όµως έξετάζη τήν ύπόθεσιν µέ προσοχήν, συγκρίνει άδιαφόρως τούς περί αύτής όµιλήσαντας, έρευνώντας πρός τούτοις τάς αίτίας, όπού τόν καθένα έπαρακίνησαν νά όµιλήση’ όταν, λέγω, έκλέγει τό πιθανόν άπό τό άδύνατον καί τό δύσκολον άπό τό άµφίβολον, τότε προχωρεί βαθµηδόν, καί φθάνει τέλος πάντων είς τήν άλήθειαν, καί εύρίσκει τήν άνταµοιβήν είς τούς κόπους του µέ τήν άκριβήν της άπόκτησιν. Τότε, λέγω, πρέπει καθείς νά καταπείθεται, καί άνοητότατος ήθελεν είναι ό άκατάπειστος. Πολλοί, µέχρι τής σήµερον, έστάθησαν οί πολυπράγµονες τής άνθρωπίνης εύδαιµονίας, πολλά όλίγοι όµως διετήρησαν τούς προλεχθέντας κανόνας, καί όλιγότατοι έπέτυχον τού σκοπού των’ καί διά τούτο άλλος µέν ήλπισε νά τήν εύρη είς τά πλούτη, άλλος είς τήν µάθησιν, άλλος είς τήν πτωχείαν, άλλος είς τήν φιλαυτίαν’ µερικοί πάλιν, έξετάζοντες τά άνθρώπινα περιστατικά, καί άπαντούντες πανταχόθεν έµπόδια καί δυσκολίας, είπον ότι ό άνθρωπος δέν ήµπορεί νά είναι εύτυχής κατ’ ούδένα τρόπον’ άλλοι δέ, όπού δέν έλαβον έπιµέλειαν νά έρευνήσωσι όσον έχρειάζετο τήν ύπόθεσιν, άπεφάσισαν εύθύς εύθύς, ότι όλοι οί άνθρωποι είναι εύτυχείς. ‘Ανάµεσα, λοιπόν, είς τοιούτον λαβύρινθον τοσούτων στοχασµών, άλλο, βέβαια, δέν ήµπορεί τινάς νά καταλάβη, είµή µόνον ότι ή εύτυχία τού άνθρώπου στέκεται είς τό νά είναι εύχαριστηµένος, καί έξακολούθως, µήν ήµπορώντας νά είναι κατά πάντα εύχαριστηµένος, ούτε κατά πάντα εύτυχής ήµπορεί νά όνοµασθή. ‘Οθεν, διά νά εύτυχήση ό άνθρωπος όσον περισσότερον είναι δυνατόν, πρέπει πρότερον νά έξαλείψη όσας αίτίας τής δυσαρεσκείας του ήµπορέση, δηλ. νά ύπακούη είς τήν

θέλησίν του. ‘Αλλ’ έπειδή οί άνθρωποι δέν έχουσιν όλοι τάς αύτάς θελήσεις, είναι άναγκαίον οί όλιγότεροι νά ύπακούουν είς τήν θέλησιν τών περισσοτέρων καί µήν όντας δυνατόν νά είναι όλοι εύτυχείς, κάν νά είναι οί περισσότεροι. ‘Η εύτυχία µας λοιπόν κρέµαται άπό τήν διοίκησιν, ή όποία ήµπορεί νά µάς καταστήση εύτυχείς µόνον τότε, όταν άρέσκη τών πεοισσοτέρων. ∆ιά τούτο άναγκαίον είναι νά έξετάσητε µαζί µου, άνάµεσα είς τάς τόσας διοικήσεις, όπού τήν σήµερον έχουσιν οί άνθρωποι, ποία είναι ή καλλιοτέρα, τό όποίον δέν θέλει σάς φανή δύσκολον, έπειδή ήξεύρετε τόν τρόπον, όπού σάς προείπον, τής δοκιµής της. ‘Αφού δέ εύροµεν τήν καλλιοτέραν διοίκησιν, τότε θέλοµεν καταλάβει καί τί έστί έλευθερία, περί ής ό λόγος, καί πόσων άξίων κατορθωµάτων καί άρετών είναι πρόξενος, καί τέλος πάντων είς τί συνίσταται ή όµοιότης καί ή όµόνοια’ όπού βεβαιωθέντες είς αύτά, νά προσπαθήσωµεν νά τά ξαναποκτήσωµεν, καί νά άναλαµπρύνωµεν τό Γένος µας, τό όποίον ή τυραννία τόσον ήµαύρωσεν. ‘Ο άνθρωπος είναι πεπροικισµένος άπό τήν φύσιν µέ τό λογικόν, διά µέσου τού όποίου συγκρίνει τά πράγµατα άναµεταξύ των, καί προκρίνει άπό αύτά όποιον τόν ώφελεί περισσότερον, έχει δέ µίαν κλίσιν πρός τό βελτίον, όπού πάντοτε τόν παρακινεί, είς όποιανδήποτε κατάστασιν ήθελεν είναι, νά ζητή µίαν καλλιοτέραν’ ό πρώτος του λοιπόν καί άναγκαιότερος στοχασµός είναι τό νά διαφυλάξη τήν ζωήν του καί νά τήν διαυθεντεύση όσον ήµπορεί άπό κάθε έναντίον. ‘Εως όπού ό άνθρωπος ήµπόρεσε νά τραφή καί νά διαυθεντευθή µόνος του, έως τότε έσώθη ή φυσική ζωή, καί βέβαια ή εύτυχεστέρα διά ήµάς τούς θνητούς. ‘Αφού όµως ό ένας έκραξεν πρός βοήθειάν του τόν άλλον, τό φυσικόν σύστηµα έτελείωσεν, καί εύθύς ήρχισεν, διά νά είπώ έτζι, τό έλεεινόν θέατρον τών άνθρωπίνων περιστάσεων. ‘Ισως τινάς ήθελεν έρωτήσει, πόθεν προήλθεν ή άνάγκη, όπού έβίασεν τόν άνθρωπον νά ζητήση βοήθειαν παρ’ άλλου’ άλλά ήθελεν είναι τό ίδιον νά έρωτούσε τινάς, διά ποίον τέλος καί διά τί τό ύπέρτατον Ον έκτισε τήν οίκουµένην. ‘Η µεγαλειτέρα άµάθεια είναι, άδελφοί µου, τό νά θέλη τινάς νά µάθη έκείνα όπού δέν ήµπορεί νά καταλάβη. ‘Οθεν, όποιος γνωρίζει τά όσα δέν δύναται νά έννοήση καί τά παραιτεί, είναι ό σοφώτερος τών άνθρώπων. ‘Αφού λοιπόν έπαυσεν, ώς είπον, τό πρώτον σύστηµα τών άνθρώπων, είς τό όποίον ή φύσις ήτον άντί τών νόµων, ή γή όλη άντί τών πολιτειών, καί ή θέλησις καθενός άντί τών ήθών, άφού, λέγω, ό άνθρωπος δέν ήθέλησεν νά εύχαριστηθή µέ τήν σηµερινήν τροφήν, άλλ’ έζήτησε νά προητοιµάση καί διά τήν αύριον, καί άφού τέλος πάντων άπεφάσισε νά ζήση µαζί µέ άλλους, έχασε τήν άληθή εύτυχίαν, καί έγινε δούλος όχι µόνον τού έαυτού του, καί άλλων, άλλά καί τών ίδίων άψύχων πραγµάτων. Πρώτη λοιπόν έστάθη, ή άναρχία νά φανερωθή άνάµεσα είς τούς άνθρώπους. Εύθύς ό δυνατότερος άρχισε νά δώση νόµον τού άδυνάτου, καί οί περισσότεροι νά άρπάζωσι τό δίκαιον άπό τούς όλιγοτέρους: έκεί φόνοι, έκεί άδικίαι, έκεί τέλος πάντων µύρια άναγκαία πληµµελήµατα έως τότε άγνώριστα. Είδεν ή άνθρωπότης τό καλόν όπού έχασεν, άλλά δέν τής ήτον πλέον δυνατόν νά τό ξαναποκτήση, καί άναγκαίως έχρειάσθη νά βασανισθή όχι όλίγον καιρόν, έως όπού ή σκιά τού θρόνου ήρχισε νά άποµωράνη τάς ψυχάς τών άνθρώπων, καί ίδού ή µοναρχία έµφανίσθη, ή όποία ώς πρόξενος καί γεννήτρια τής πολιτικής άνοµοιότητος τών άνθρώπων, µετ’ ού πολλού µεταβληθείσα είς τυραννίαν, έφερεν είς τήν γήν όλα τά κακά όπού ήµπορούσεν νά δοκιµάση τό άνθρώπινον γένος.

‘Ιδού ό τύραννος, ώς ήµίθεος, νά δίδη τόν θάνατον είς τούς άλλους, καί νά χαρίζη τήν ζωήν όσων δέν θανατώνει. ‘Ιδού τά έλαττώµατα, όχι πλέον µισητά, άλλά έπαινετά, καί έπιθυµητά. ‘Ιδού ή άδικία µέ τό ξίφος είς τήν δεξιάν, νά καταπατή τήν άρετήν, καί νά διώκη τήν δικαιοσύνην. ‘Ιδού… ‘Αλλά, τέλος πάντων, αύτά τά ίδια κακά, καί άνυπόφοροι δυστυχίαι έδίδαξαν τήν άνθρωπότητα νά εύρη µίαν διοίκησιν, είς τήν όποίαν νά έπιτύχη τήν άνάπαυσίν της καί τήν εύτυχίαν της’ αύτή είναι λοιπόν έκείνη ή διοίκησις, όπού έγώ θέλω νά τήν όνοµάσω Νοµαρχίαν, ή όποία, όσον περισσότερον οί άνθρωποι άγαπώσι τήν εύτυχίαν των, τόσον αύτή στερεούται καί φυλάττεται άµετάτρεπτος, ούσα ή ύστερινή µεταµόρφωσις, διά νά είπώ ούτως, τών διαφόρων διοικήσεων, καί ή µόνη πρόξενος τής άρετής, τής όµοιότητος, καί τής έλευθερίας. Πολλάκις βλέποµεν, νά µήν άκολουθούν τόν είρηµένον κανόνα είς τάς µεταβολάς των αί διοικήσεις, αύτό όµως προέρχεται άπό διαφόρους αίτίας, όπού τό παρόν θέµα δέν συγχωρεί τήν έκτεταµένην των διήγησιν. Φθάνει µόνο νά ήξεύρη καθείς, ότι όποιαδήποτε διοίκησις πρέπει νά είναι µία άπό τάς είρηµένας τέσσαρας, τάς όποίας ώς γενικάς κρίνω, καί ότι ή ύστερινή είναι ή καλλιοτέρα καί άρµοδιωτέρα πρός τό ήµέτερον εύ ζήν. Αύτήν λοιπόν άς έξετάσωµεν όσον δυνηθώµεν άκριβέστερα’ καί βέβαια είς αύτήν θέλοµεν εύρει τήν έλευθερίαν διασωσµένην, καί έξακολούθως, τήν είσοδον είς τήν άνθρωπίνην εύδαιµονίαν. ‘Η νοµαρχία, άδελφοί µου, εύρίσκεται τόσον είς τήν δηµοκρατίαν, καθώς καί είς τήν άριστοκρατίαν, αί όποίαι είς άλλο δέν διαφέρουσι, είµή µόνον, ότι ή µέν δηµοκρατία κλίνει είς τήν άναρχίαν, ή δέ άριστοκρατία είς τήν όλιγαρχίαν, ή όποία πολλάκις είναι χειροτέρα καί άπό τήν ίδίαν τυραννίαν. ‘Επειδή όµως καί είς τάς δύο αύτάς διοικήσεις σώζεται ή ‘Ελευθερία, άδιάφορος είναι ή έκλογή. ‘Οθεν, κατά τό πλήθος τού λαού, καί κατά τό κλίµα, ποτέ µέν προτιµάται ή µία, ποτέ δέ ή άλλη. ‘Αλλά τί έστί έλευθερία; Είς τήν άναρχίαν, ώ ‘Ελληνες, έλεύθεροι είναι µόνον οί ίσχυρότεροι, είς µέν είς τήν µοναρχίαν, ούδείς δέ είς τήν τυραννίαν, καί όλοι είς τήν νοµαρχίαν. ‘Οθεν, κατά µέν τούς πρώτους ή έλευθερία άλλο δέν είναι, είµή ή έκτέλεσις τής θελήσεως τού καθενός, έπειδή, εύρισκόµενοι χωρίς νόµους, καί χωρίς κριτάς, ό µέν άρπαξ όνοµάζει τάς άρπαγάς του άποτέλεσµα τής έλευθερίας του, όµοίως δέ καί ό άσωτος τάς άσωτίας του, καί ό κακός τάς κακίας του. Κατά δέ τούς δευτέρους, ώσάν όπού έπώλησαν τήν έλευθερίαν τους ένός, άλλο δέν έννοούσι µέ αύτήν τήν λέξιν, είµή τάς προσταγάς τού κυρίου των, καί είναι µόνον έλεύθεροι διά νά τόν ύπακούωσι. ‘Ο τύραννος δέ καί οί δούλοι του άγνοούσι παντάπασιν τοιαύτην λέξιν, έπειδή ποτέ δέν τήν έδοκίµασαν, διά νά έχουν ίδέαν περί αύτής. ‘Υπό τής νοµαρχίας, τέλος πάντων, ή έλευθερία εύρίσκεται είς όλους, ώσάν όπού όλοι κοινώς τήν άφιέρωσαν είς τούς νόµους, τούς όποίους διέταξαν αύτοί οί ίδιοι, καί ύπακούοντάς τους καθείς ύπακούει είς τήν θέλησίν του, καί είναι έλεύθερος. ‘Ιδού λοιπόν, όπού κατ’ αύτούς ή έλευθερία είναι ή ύπακοή είς τούς νόµους, καί έν ένί λόγω, άλλο δέν είναι ή έλευθερία παρά ή αύτή νοµαρχία. Αύτή είναι, άγαπητοί µου, έκείνη ή έλευθερία, όπού άλλοι µέν άστοχάστως ένόµιζον τήν άπώλειαν, άλλοι δέ παραφρόνως τήν άπείθειαν, καί άλλοι άλλως, ώς ή άπαιδευσία έδίδασκε τόν καθένα, άφευκτα άποτελέσµατα τής δουλείας, ή όποία έβαρβάρωσεν τούς άνθρώπους, κατέφθειρεν τά ήθη, καί έξ αίτίας της ήµείς διαφέροµεν τόσον άπό τούς προγόνους µας, όπού είς µερικούς φαινόµεθα άλλοτρίου γένους.

Φεύ! πού είσαι, έλευθερία ίερά! πού νόµοι! πού νοµοδόται! ‘Οσον γνωρίζοµεν τήν άληθή σηµασίαν σου, τόσον αύξάνει ό πόθος µας είς τό νά σέ άπολαύσωµεν. ‘Εσύ είσαι ή µήτηρ τών µεγάλων άνδρών, σύ ό στύλος τής δικαιοσύνης, σύ ή πηγή τής εύτυχίας. ‘Ε, πόσον καλόν λείπει έκείνων, όπού σέ ύστερούνται! Πόσον θέλουν κλαύσει όσοι µέχρι τούδε δέν σέ έγνώριζον! ‘Ηµείς δέ, ναί ίερά ‘Ελευθερία, µέ τούς όδόντας µας θέλοµεν συντρίψει τάς άλύσους µας, διά νά τρέξωµεν πρός άπάντησίν σου. Είναι άδύνατον αί έλληνικαί ψυχαί νά κοιµηθούν πλέον είς τήν ληθαργίαν τής τυραννίας! ‘Ο λαµπρός ήχος τών άρµάτων των πάλιν θέλει άκουσθή πρός κατατρόπωσιν τών τυράννων των, καί ταχέως. ‘Αλλά πρίν είσέλθω είς τήν έπαρίθµησιν τών καλών τής αύτής νοµαρχίας, κρίνω άναγκαίον νά σάς φανερώσω τι προλαβόντως περί τής όµοιότητος τών άνθρώπων, καί τούτο διά νά µήν άπατηθώσιν όσοι ήθελαν νοµίσει νά εύρωσιν είς αύτήν τήν διοίκησιν µίαν άπόλυτον όµοιότητα. Τρείς είναι λοιπόν αί αίτίαι τής άνοµοιότητος τών άνθρώπων, άδελφοί µου, άγκαλά καί αύτοί νά διαφέρωσι κατά πολλούς τρόπους. ‘Η πρώτη άπό αύτάς είναι ή ίδία φύσις, ή όποία άλλους µέν έκαµεν δυνατής κράσεως, καί άλλους άδυνάτου, έχάρισε µερικών περισσότερον πνεύµα, καί άλλων τινών όλιγότερον, καί ούτως οί άνθρωποι διαφέρουσιν έν πρώτοις άναµεταξύ των κατά φυσικόν τρόπον. ‘Η δέ δευτέρα είναι ή άνατροφή, διά τής όποίας ό άνθρωπος άποκτά τάς άρετάς καί τήν σοφίαν, ήτοι τά καλά ήθη. ‘Οθεν, οί άνθρωποι διαφέρουσιν άκόµη καί κατά τά ήθη. ‘Η τρίτη, τέλος πάντων, είναι ή τύχη, καί ούτως ό πτωχός διαφέρει άπό τόν πλούσιον. ‘Η άναρχία, λοιπόν, κατέστησε κατ’ άρχάς τήν άπλήν φυσικήν άνοµοιότητα άνυπόφορον, καί έξακολούθως ή µοναρχία, καί µετ’ αύτής ή τυραννία, ήθέλησαν νά µετριάσουν όπωσούν τήν φυσικήν άνοµοιότητα, καί αίφνιδίως έπροξένησαν είς τήν άνθρωπότητα τήν άκατάστατον καί φοβεράν άνοµοιότητα τών ήθών τε καί τής τύχης, όπού θεωρώντας τήν σήµερον τινάς τούς άνθρώπους, πρέπει νά άνατριχιάζη άπό τοιούτον έλεεινόν θέαµα, εύρίσκοντας πολλά µεγαλειτέραν διαφοράν άπό ένα άνθρωπον είς άλλον, παρά άπό τόν άνθρωπον είς ένα ζώον. (1) ‘Αλλο µέσον δέν ήτον λοιπόν νά παρηγορήση τήν άνθρωπότητα, είς τόσον κακήν κατάστασιν εύρισκοµένην, παρά µία καλή διοίκησις, καί διά τούτο ή νοµαρχία, χωρίς νά θελήση µαταίως νά κάµη όλους δυνατούς, όλους πεπαιδευµένους, όλους πλουσίους, ή τούναντίον, έµετρίασε µόνον µέ τούς νόµους τήν φυσικήν άνοµοιότητα, καί τόσον καλώς έξίσωσε τάς λοιπάς, ώστε όπού έκαµε νά χαίρωνται οί άνθρωποι µίαν έντελή όµοιότητα, άγκαλά καί κατά φύσιν άνόµοιοι. Αύτή έδωσεν εύθύς τόπον τών δυνατών, νά διαυθεντεύσουν τήν πατρίδα των, έπαρηγόρησεν τούς άδυνάτους, µέ τό σκήπτρον τής δικαιοσύνης, έδίδαξε τούς άτάκτους νά εύρωσι τήν εύτυχίαν των είς τήν χρηστοήθειαν, έβράβευσεν τούς καλοηθείς, καί τέλος πάντων, χωρίς νά έµποδίση τό άκατάστατον τού συµβεβηκότος, έτίµησε µόνον τήν άξιότητα τού ύποκειµένου, καί ούτως µή καταφρονούσα

1. Ας θεωρήση, διά µίαν στιγµήν, ό άναγνώστης ένα τεχνίτην µέ έξ τέκνα, καί τόν τύραννον τής Κωνσταντινουπόλεως, καί έπειτα άς µήν καταπεισθή, άν ήµπορέση. τόν πτωχόν, άπεδίωξε άπό τόν πλούσιον τήν λύσσαν τών χρηµάτων. Καί ίδού, πάραυθα, ό στρατιώτης νά γίνηται ήρως, ό πολίτης νά κερδίζη τήν ζωοτροφίαν του, χωρίς νά ζηµιώση τόν άδελφόν του, ό πτωχός νά µήν βλέπη τήν πτωχείαν του ώς άτιµίαν, καί ό πλούσιος νά µήν στοχάζεται πλέον τά πλούτη του ώς άρετοδοχείον, άλλ’ άπαξάπαντες νά εύρίσκωσι τήν εύχαρίστησίν των χωρίς τόν παραµικρόν κόπον, καί νά εύτυχώσι. ∆ιότι, είναι φανερόν, όπού όταν ό άδύνατος δέν βλάπτεται άπό τόν δυνατόν, δέν τόν θλίβει ή άδυναµία του, ό πτωχός δέ, βλέποντας τήν άδιαφορίαν τών λοιπών είς τά τυχηρά άποκτήµατα, δέν τόν λυπεί ή ύστέρησίς των, καί ούτως όλοι εύρίσκονται εύχαριστηµένοι, συνζώσι όµοιοι, καί έλεύθεροι, ώς άδελφοί τινες είς τόν πατρικόν των οίκον, καί καθώς τούτοι διαυθεντεύουσι τούς γονείς των καί τούς άγαπώσι, ούτως καί έκείνοι χύουσι τό αίµα των διά τήν άγάπην τής πατρίδος των καί διά τήν φύλαξιν τών νόµων των. Οί νόµοι, διά µέσου τών όποίων είς τήν νοµαρχίαν χαίρονται οί άνθρωποι µίαν άπόλυτον πολιτικήν όµοιότητα, άγαπητοί µου, είναι είς τήν διοίκησιν, ώς ή ψυχή είς τό σώµα’ αύτοί δίδουσιν τήν κίνησιν είς τά πολιτικά σώµατα, καί ό καλός νοµοδότης είναι ό άξιώτερος καί τιµιώτερος τών άνθρώπων. ∆ιά τών καλών νόµων άποκαταστώνται χρηστά τά ήθη τών πολίτων, καί όσον περισσότερον είναι καλοηθής ό λαός, τόσον εύκολοτέρως ύπακούονται οί νόµοι. Αύτοί ένώνοσι µέ θαυµασίαν τέχνην, τήν µερικήν µέ τήν κοινήν ώφέλειαν, καί προετοιµάζουσι τούς πολίτας είς τήν άρετήν καί είς τήν δόξαν, άπό τήν πλέον τρυφεράν ήλικίαν των, διά µέσου µιάς άνατροφής, άληθούς καί γλυκείας. ‘Η άνατροφή τών νέων είναι ό κυριώτερος στοχασµός τών νοµοδότων. ‘Ο θαυµασιώτερος καί νουνεχέστερος νοµοδότης, όπού µέχρι τής σήµερον έφάνη είς τόν κόσµον κατά πάντα τρόπον, έστάθη βέβαια ό µέγας Λυκούργος, ό όποίος δέν ήπατήθη νά στοχασθή τούς άνθρώπους, καθώς έπρεπε νά ήτον, άλλά γνωρίζοντάς τους όποίας λογής είναι, τούς άπεκατέστησε, όσον ήτον τό δυνατόν, καλλιοτέρους. ‘Η άνατροφή, διά νά είπώ ούτως, είναι µία δευτέρα φύσις είς τόν άνθρωπον, καί, διά τούτο, πρέπει νά άρχίση µαζί µέ τήν ζωήν του. ‘Η ‘Ελλάς µάς παρασταίνει µύρια παραδείγµατα τής καλής άνατροφής τών προγόνων µας. Τά γυµναστήρια ήτον άνοικτά είς όλους, κοινώς καί άδιαφόρως, πρός φωτισµόν τών όλων. ‘Αλλά πώς, ίσως τινάς ήθελεν έρωτήσει, ήµπορεί ένας πτωχός πατήρ νά δώση τών τέκνων του µίαν τοιαύτην άνατροφήν; ‘Ε! τοιαύτη έρώτησις ήξεύρω άπό ποίους θέλει άρχίσει. Βέβαια, οί τοιούτοι είναι ύπό τυραννίας. Ας µάθουν λοιπόν όλοι οί πτωχοί πατέρες, ότι ύπό τής νοµαρχίας καθείς ήµπορεί νά ζήση καλά, καί χωρίς νά είναι πλούσιος. Οί νόµοι προβλέπουν είς τούς µή έχοντας. Τά τέκνα όλων είναι τής πατρίδος τέκνα, καί αύτή τά άνατρέφει, τά γυµνάζει, καί τά προκόπτει, διά τούτο καί αύτά τήν άγαπώσι διά εύγνωµοσύνην, καί διά τούτο, τέλος πάντων, προτιµάται αύτή ή διοίκησις, ή όποία όχι µόνον δέν έχει τά κακά, όπού φυλάττουσιν αί άλλαι, άλλά καί πληµµερεί άπό καλά, καλά έπιθυµητά, ώφέλιµα, καί άναγκαία. Ποίος δέν καταλαµβάνει τώρα, άδελφοί µου, ότι είς τήν νοµαρχίαν µόνον εύρίσκεται ή εύτυχία µας, καί ότι ή έλευθερία καί ή όµοιότης είναι τά πρώτα καί κύρια µέσα τής άνθρωπίνης εύδαιµονίας; Βέβαια, ούδείς. Πολλοί όµως, άν καί καταλαµβάνουσι, ότι καλόν πράγµα είναι ή έλευθερία, δέν ήµπορούσι νά καταλάβωσι, µέ τήν ίδίαν εύκολίαν, πόσον άναγκαία είναι είς τόν άνθρωπον. Καί διά τούτο, σάς παρακαλώ νά µέ άκροασθήτε.

‘Ο Ζεύς, λέγει ό φιλόσοφος ποιητής ‘Οµηρος, ύστερεί τό ήµισυ τού λογικού άπό ένα λαόν ύποδουλωµένον, είς τρόπον όπού φαίνεται φανερώς, ότι ένόµιζεν τούς δούλους νά είναι µιάς διαφορετικής φύσεως, καί πολλά κατωτέρας ίκανότητος άπό τούς έλευθέρους. Τόσον δέ άναγκαίαν τήν έλευθερίαν έκρινε είς τόν άνθρωπον, όπού χωρίς αύτήν δέν µπορούσε νά όνοµασθή άνθρωπος. ‘Η έλευθερία λοιπόν, ώ ‘Ελληνες, είς ήµάς είναι, ώς ή όρασις είς τούς όφθαλµούς. Αν ό άνθρωπος δέν είναι έλεύθερος, δέν είναι δυνατόν νά γνωρίση τήν διαφοράν του άπό τόν δούλον, καί έξακολούθως είναι άναγκαίον πράγµα είς τόν δούλον νά γνωρίση τήν έλευθερίαν, διά νά µισήση τήν δουλείαν, καί νά τήν άποστραφή. Ας µήν σάς φανή λοιπόν παράξενον, άν ό σκλάβος δέν γνωρίζει παραχρήµα τήν ήδύτητα τής έλευθέρας ζωής. Αύτός, ήµπορεί νά παροµοιασθή είς ένα άρρωστον, ό όποίος άποστρέφεται κάθε νόστιµον φαγητόν, ώσάν νά µήν ήτο πλέον συνθεµένον άπό τά ίδια πράγµατα, όπού πρότερον τού ήρεσκον. ‘Αναγκαία λοιπόν τού είναι ή ύγιεία. ‘Η έλευθερία είναι περισσότερον άναγκαία είς τόν δούλον, όπού άσθενεί κατά τήν ψυχήν, καί µήν γνωρίζοντας είς τί συνίσταται αύτή ή πρόσκαιρος ζωή, ζή διά νά τρώγη, καί είναι ώσάν νά µήν είναι. Στοχασθήτε, άγαπητοί µου, ότι, όποίας καταστάσεως καί άν είναι ό δούλος, πρέπει έξ άνάγκης νά είναι δυστυχής. Εί µέν πλούσιος, φοβείται νά µήν πτωχύνη, εί δέ πτωχός, λυπείται, ότι νά µήν είναι πλούσιος. ‘Ο ένάρετος ύπό τής δουλείας χλευάζεται, ό φιλαλήθης δέν είσακούεται, έκεί ή τιµή συνοδεύει µέ τήν πτωχείαν, ή άρετή µέ τήν άδιαφορίαν’ ή δυσπιστία, ό φθόνος καί τό µίσος είναι άφευκτα γεννήµατα τής δουλείας, καί άποκαταστώσι είς τόν νούν τών δούλων τήν έµπιστοσύνην, τήν φιλίαν, καί αύτήν τήν φιλανθρωπότητα, πάντως άνωφελή, καί πολλάκις έπιζήµια. Πώς λοιπόν, είναι δυνατόν ό ταλαίπωρος δούλος, ό όποίος, άφ’ ού έγεννήθη µέχρι τέλους τής ζωής του, άλλο δέν έµαθε, παρά νά ύποτάσσηται είς έναν άλλον, πώς, λέγω, ήµπορεί νά καταλάβη, ότι ή φύσις µάς έκαµεν όλους όµοίους, καί ότι οί νόµοι πρέπει νά βλέπωσιν άδιαφόρως όλους τούς πολίτας; Πώς είναι δυνατόν έκείνος ό σκληροτράχηλος τύραννος νά στοχασθή ποτέ, καί νά καταπεισθή, ότι όποιος νοµίζει νά άνέβη είς τόν θρόνον, διά νά γίνη µεγαλείτερος τών άλλων, άποκαταστείται ύποδεέστερος; Πώς, τέλος πάντων, είναι δυνατόν, άγαπητοί µου, – έ! ταλαίπωρος άνθρωπότης! – πώς είναι δυνατόν, λέγω, έκείνος ό σκλάβος, όπού πάντοτε τύπτεται, καί γυµνός, πεινασµένος, καί άδικηµένος, ύπακούει, ώς οί βόες τώ γεωργώ, κατά χρέος καί κατά συνήθειαν, συχνάκις δέ ό κύριος είναι ποταπότερος τού δούλου, πώς, λέγω, είναι δυνατόν νά γνωρίση αύτός, ότι αύτός ό ίδιος πρέπει νά είναι έν µέρος τού όλου, καί ότι ή ζωή του χρησιµεύει είς όλους, καί ότι ό θάνατός του;… πώς, έν ένί λόγω, νά άγαπήση τήν έλευθερίαν, όντας δούλος, καί νά γνωρίση τήν άνάγκην τής άποκτήσεώς της; Φεύ! αύτός βέβαια, νοµίζει, καί άφεύκτως νοµίζει, ότι έγεννήθη σκλάβος, καί ούτε τολµεί κάν νά κακο- τυχήση τήν γένναν του. ‘Ω, πώς ήθελε µείνει έκστατικός ό τοιούτος, άν ένας έλεύθερος ήθελε τού είπεί: τυφλέ καί άνόητε άνθρωπε, µάθε ότι ή φύσις είναι µία, καί ότι δέν διαφέρει είς ούδέν ό τύραννός σου άπό έσένα. Τά περιστατικά καί ή κακή διοίκησις µόνον σέ κατέστησαν τόσον διαφορετικόν, όπού σχεδόν, όσον διαφέρει ό χαλκός άπό τόν άργυρον, τόσον καί σύ διαφέρεις άπό τόν κύριόν σου’ άνοιξον τούς όφθαλµούς τού νοός σου, δύστυχε θνητέ, ίδε ότι ό ούρανός βρέχει διά όλους, ή γή βλαστάνει διά όλους, τά φυσικά χαρίσµατα είναι κοινά, καί σύ, ταλαίπωρε, νά νοµίζης έναν άλλον όµοιόν σου ώς ένα θεόν, νά τρέµης έµπροσθέν του, καί νά τού πωλήσης τό άξιώτερον δώρον τής φύσεως, τήν έλευθερίαν σου! Πώς ήµπορείς…. καί άλλα τοιαύτα. Τί στοχάζεσθε

νά ήθελε τού άποκριθή ό σκλάβος, ώ άγαπητοί; Βέβαια, ή ήθελε τόν νοµίσει τρελλόν, ή δέν ήθελε καταλάβει τίποτες’ καί πώς ήµπορούσεν, άν διά µίαν στιγµήν ήθελε γνωρίσει τήν άλήθειαν, νά ύποφέρη τάς άλύσους του; Πώς ήτον δυνατόν νά ίδή ό φυλακωµένος άνοικτήν τήν θύρα τής φυλακής του, καί νά µήν φύγη; ‘Αδύνατον, βέβαια, ήθελεν είναι ένα παρόµοιον. ‘Ιδού λοιπόν, πόσον άναγκαία είναι ή έλευθερία είς τόν άνθρωπον, διά νά γνωρίση τό είναι του. ‘Ο δούλος, άδελφοί µου, δέν γίνεται ποτέ έλεύθερος, άν δέν γνωρίση τί έστί έλευθερία, καί όστις άγνοεί τήν έλευθερίαν, άγνοεί τό είναι του. ‘Ο δούλος, πιστεύσατέ µοι το άδελφοί, ποτέ δέν στοχάζεται, ότι είναι όµοιος µέ τόν κύριόν του, άλλά είναι σχεδόν βέβαιος, ότι αύτός πρέπει νά είναι δούλος, καί έκείνος κύριος. Βαβαί! Πώς φλογίζεται όµως ή καρδία έκείνων, όπού γνωρίζουσι τήν έλευθερίαν, καί δέν τήν έχουσι. ‘Εκείνοι άληθώς τυραννούνται, καί έξακολούθως έκείνοι µόνον γνωρίζουσιν έντελώς τήν άνάγκην τοιούτου καλού. Είς αύτούς πρέπει νά έλπίζωσιν οί ύπόδουλοι λαοί, έπειδή αύτοί τρόπον τινά µετριάζουν τήν άσχηµότητά των, ώς µερικά κτίρια µίαν καταδαφισµένην πόλιν στολίζουσι. Αύτοί λοιπόν, άς διδάξουσι τήν άλήθειαν, καί άς καταπείσωσι µίαν φοράν τούς άγαπητούς µου ‘Ελληνας νά γνωρίσωσιν, ότι µόνη ή δουλεία είναι πρόξενος τών όσων κακών αύτοί πάσχουσι, καί άς καταλάβουν πόσον τούς είναι άναγκαία ή έλευθερία, διά νά ζήσωσι όσον τό δυνατόν εύτυχείς, έπειδή χωρίς αύτήν δέν ήµπορούν νά έχουσι ούτε δικαιοσύνην, ούτε όµοιότητα, ούτε άγάπην, καί έν ένί λόγω ούδεµίαν άρετήν. Τούναντίον δέ, είς τήν έλευθέραν ζωήν ή άξιότης τιµάται, έκαστος συµπολίτης εύρίσκει τό καλόν του είς τό καλόν τών άλλων. ‘Εκεί, καθείς είναι µέρος τού όλου, έκεί ή άρετή δοξασµένη, έκεί ή άνδρεία γνωρισµένη, έκεί ή άγαθότης ένεργηµένη, έκεί ή φιλία φυλαττοµένη, έκεί ή τιµή άξιοτίµητος, ό κριτής άπροσωπόληπτος, ό κρινόµενος µόνος, νόµοι οί διαυθεντευταί, νόµοι οί δικασταί, ή άθωότης άπτόητος, ή τιµωρία δικαία, ή άντίµειψις κοινή, καί µύρια άλλα χρηστά κατορθώµατα, όπού χάριν συντοµίας δέν άναφέρω. Καί ποίος δέν βλέπει πόσον είναι άναγκαία ή έλευθερία; ‘Ο ένάρετος θέλει γνωρίσει τήν άνάγκην καί θέλει προκρίνει τήν έλευθέραν ζωήν, όπού βλέπει νά είναι ή άρετή τιµηµένη καί δοξασµένοι οί ένάρετοι. ‘Ο γενναίος τή ψυχή, καί αύτός δέν θέλει εύρει δισταγµόν, βλέποντας τούς έλευθέρους λαούς νά αίωνιάζωσι τά όνόµατα τών γενναίων άνδρών, καί τών ήρώων. Ποίος, όποίασδήποτε καταστάσεως, τέλος πάντων, δέν θέλει γνωρίσει τό µέγα όφελος τής έλευθέρας ζωής; Είς αύτήν ό πραγµατευτής εύρίσκει άσφάλειαν είς τό έχειν του’ ό τεχνίτης έπαινον είς τά έργα του καί ποιήµατά του’ ό ύπανδρευµένος βεβαιότητα είς τήν τιµήν του’ ό νέος εύρύχωρον όδόν είς τό νά διευθύνη τήν φυσικήν κλίσιν του, καί νά δείξη τήν άγχίνοιάν του’ ό στρατιώτης έχει άναµφίβολον τήν εύεργεσίαν είς τάς ήρωΐκάς πράξεις του’ ό πτωχός δέν φοβείται άτιµίαν, άλλ’ εύρίσκει συµπάθειαν καί βοήθειαν είς τάς δυστυχίας του, καί ούχί ύβρεις καί άνυποληψίαν’ τέλος πάντων, κάθε καλός άνθρωπος βλέπει φανερά τήν άνάγκην τής έλευθέρας ζωής, καί µόνον ό κακός θέλει προκρίνει τήν ύπόδουλον’ αύτό είναι φανερόν, άδελφοί µου, καί έσείς πολλά καλά πρέπει νά τό καταλάβητε. ‘Οντας φανερόν λοιπόν, ότι µόνον ή έλευθερία άποκαταστεί τούς άνθρώπους έναρέτους, καί έµφυτεύει είς τάς καρδίας όλων τών πολίτων τήν άµιλλαν πρός τό εύπράττειν, διά τούτο είς µόνον τάς έλευθέρας πολιτείας γεννώνται τά µεγάλα ύποκείµενα, καί ίδού τό πώς ή έλευθερία είναι πρόξενος τών µεγάλων κατορθωµάτων. Καί καθώς έν άνθος εύώδες, όταν γεννάται άνάµεσα είς τά δάση, όπου κανείς δέν τό βλέπει, ή καταβιβρώσκεται άπό τά θηρία, ή κατασήπεται άπό τόν καιρόν, τοιούτης λογής άκολουθεί καί είς τάς ύποδουλωµένας πόλεις, είς τάς όποίας,

όταν εύρίσκεται κανένα άξιον ύποκείµενον, µήν έχοντας τόν τρόπον νά έµφανισθή, άποθνήσκει, χωρίς τινάς νά γνωρίση τήν άξιότητά του. ∆ιά τούτο καί ή ίστορία παντελώς σχεδόν, ή πολλά σπανίως µάς άναµνήει ύποκείµενα άξια, ύπό τής δουλείας, τούναντίον δέ πλουσιοπαρόχως έξιστορεί µύρια όνόµατα µεγάλων άνδρών έλευθέρων πολιτειών, ώσάν όπού µία έλευθέρα πολιτεία είναι πρός τά άξια ύποκείµενά της, ώς έν καλλιεργηµένον περιβόλεον πρός τά άνθη του, τά όποία καί γνωρίζονται, καί χρησιµεύουσι, καί έπαινώνται ‘Αλλά, πόσας φοράς πρέπει νά έκφωνήσω, ότι ή έλευθερία είναι άναγκαιοτέρα καί άπό τήν ίδίαν ύπαρξιν είς τόν άνθρωπον! Αύτή γάρ άποκαταστεί γλυκείαν τήν ζωήν, αύτή γεννά διαυθεντευτάς τής πατρίδος, αύτή νοµοδότας, αύτή έναρέτους, αύτή σοφούς, αύτή τεχνίτας, καί αύτή µόνον, τέλος πάντων, τιµά τήν άνθρωπότητα. Πόσοι, άραγε, άνδρες άξιοι γεννώνται είς τήν ‘Ελλάδα, άλλά καθώς γεννώνται, ούτως καί άποθνήσκουν, µήν έχοντες τά άναγκαία µέσα είς τό νά κατορθώσουν µεγάλα πράγµατα. (1) ‘Ω ‘Ελληνες! οί έλεύθεροι λαοί τιµούσι τούς άξίους άνθρώπους, καί ζώντας καί µετά θάνατον, ζώντας µέν, µέ τό κοινόν σέβας, µέ τούς άληθείς έπαίνους, µέ γενναία βραβεία, µέ ένδόξους στεφάνους, όπού προσφέρουσιν είς αύτούς, θανόντας δέ, µέ τήν αίώνιον µνήµην. 1. Αν ένας νέος µεγάλου πνεύµατος παρ. χάριν, γεννάται ύπό δουλείας υίός ένός χαλκέως, τί άλλο ήµπορεί νά γίνη, παρά ένας χαλκεύς; σΑν όµως ό αύτός υίός εύρίσκεται είς έλευθέραν πολιτείαν, τότε είς τά κοινά φροντιστήρια ήθελε φανή µεγαλείτερος άπό τό είναι του, καί έξακολούθως ήθελεν άποκατασταθή όσον ήµπορούσε άξιώτερος, καί ή πατρίς δέν ήθελε χάσει είς αύτόν ένα διαφθεντευτήν, καί αύτός ήθελεν άπεθάνει µεγάλος άνθρωπος. Είς τούς ναούς, είς πυραµίδας, είς στύλους, εύρίσκεται έγκεχαραγµένον τό όνοµά των, καί καθείς βλέπει πάντοτε τόν θανόντα ήρωα, ή ζωγραφισµένον, ή είς άγαλµα, καί βλέποντάς τον, εύκόλως παρακινείται είς τό νά δουλεύση πιστώς τήν πατρίδα του, καί µετά πάσης χαράς νά θυσιάση τήν ζωήν του διά τήν σωτηρίαν της. Κάθε συµπολίτης θεωρώντας τήν µορφήν τού θανόντος ήρωος, λέγει είς τόν έαυτόν του: έ! άµποτες νά άποκατασταθώ καί έγώ άξιος τοιαύτης δόξης, καί νά άθανατίσω τό όνοµά µου. ‘Αλλ’ είς τήν νοµαρχίαν φθάνει µόνον ό πόθος πρός τό εύ πράττειν, καί µύρια είναι τά µέσα τής έπιδόσεως, καί άναµφίβολα. Πού νά εύρη τινάς τοιαύτην άµιλλαν ύπό δουλείας; Πώς νά άποκτήση δόξαν ό ένάρετος, έκεί όπού ή άρετή καταφρονείται καί άτιµάζεται; Πρός άπόδειξιν δέ τούτων καί πρός κατάπεισιν, παρακαλώ τούς άναγνώστας νά λάβωσιν µόνον είς τάς χείρας των τήν ίστορίαν τών προγόνων µας. Αύτή είναι ένας καθρέπτης άψευδής τών άνθρωπίνων πραγµάτων. ∆ι’ αύτής φωτίζεται ό άµαθής, καί ό στοχαστικός δι’ αύτής προβλέπει σχεδόν τά µέλλοντα, έπειδή οί άνθρωποι όταν εύρίσκωνται είς τάς ίδίας περιστάσεις, πάντοτε όλοι κάµνουσι τά ίδια πράγµατα. Ας λάβη έπί χείρας λοιπόν ό δύσπιστος τόν άξιάγαστον Πλούταρχον, καί Ξενοφώντα τόν ήδύτατον, διά νά µάθη πόσα ό άνθρώπινος νούς ήµπορεί νά πράξη είς έλευθέραν πολιτείαν, καί νά ίδή έν ταύτώ, ότι όσα φαίνονται άδύνατα είς τούς δούλους, µόλις είναι δύσκολα είς τούς έλευθέρους καί µεγαλοψύχους άνδρας. ‘Η ίστορία, άδελφοί µου, πάλιν σάς τό ξαναλέγω, είναι τό εύκολώτερον µέσον είς τό νά καταλάβητε πόσων µεγάλων κατορθωµάτων είναι πρόξενος ή έλευθερία. Αύτή, τέλος πάντων, ή ίστορία είναι ό πλέον σοφός διδάσκαλος είς τούς άνθρώπους, όπού άγαπώσι νά µάθωσι τήν άλήθειαν, καί µάλιστα οί νύν ‘Ελληνες, όπού τοσαύτην

έχουσι χρείαν. ‘Ανάµεσα είς πολλά άλλα άποτελέσµατα τής έλευθερίας, όπού θέλουσι σάς προξενήσει θαυµασµόν, ώ άδελφοί µου, όταν άναγνώσετε τάς νίκας τών προγόνων µας, καί συγκρίνετε τήν ποσότητά των µέ τήν ποσότητα τών έχθρών των, βέβαια θέλετε µείνει έκθαµβοι, καί ίσως ίσως τινές θέλει άµφιβάλλουσι. ‘Αφήνοντας λοιπόν κατά µέρος τά όσα άλλα, όπού θέλει σάς φανούσι παράξενα, άγαπώ µόνον νά σάς είπώ τι προλαβόντως περί τού πολέµου, άγκαλά καί νά µήν είναι ό τόπος τοιαύτης όµιλίας είς τόν παρόντα λόγον, ούτε έγώ ίκανός όσον χρειάζεται είς τό νά τήν έκφράσω, µ’ όλον τούτο έλπίζω νά µή σάς δυσαρέση. ‘Ο πόλεµος ποτέ µέν είναι δίκαιος, ποτέ δέ άδικος, καί αύτό κρίνεται άπό τάς αίτίας, όπού τόν προξενούν. Είναι δίκαιος, παραδείγµατος χάριν, όταν κινείται πρός διαυθέντευσιν τής ίδίας ζωής καί έλευθερίας, άδικος δέ, όταν ένας φθονερός καί άρπαξ, συναθροίζοντας µαζί του, ή διά χρηµάτων, ή διά τινων άλλων ούτιδανών µέσων, τινάς κακοτρόπους καί κακοήθεις άνδρας, όρµεί έναντίον τών ίδίων του συµπατριώτων, κλέπτει, άρπάζει, λεηλατεύει καί άσπλάγχνως καταφθείρει τό πάν, διά νά χορτάση τήν λύσσαν τής φιλαργυρίας του, ή τής κενοδοξίας του. Αν θελήσωµεν νά άνέβωµεν είς τήν παλαιότητα τών άπελθόντων αίώνων, καί νά έξετάσωµεν µέ άκρίβειαν τά συµβεβηκότα τών άνθρώπων, θέλοµεν εύρει βέβαια τόν πόλεµον τόσον παλαιόν, όσον τήν αύτήν άνθρωπότητα, καί θέλοµεν ίδεί, ότι διά πολλούς αίώνας έχρησίµευσεν διά νόµος, έπειδή ό καθείς έκδικείτο µόνος του, καί ούτως, άπό τόν πόλεµον άδικον, τού όρµήσαντος, έγεννήθη ό πόλεµος δίκαιος, τής διαυθεντεύσεως. Είναι όµως άναντίρρητον, ότι, ύποθέτοντας τρείς άνδρας τής αύτής δυνάµεως, καί είς τόν αύτόν τόπον, οί δύο έξ άνάγκης πρέπει νά νικήσουν τόν ένα. Αύτή ή άνάγκη λοιπόν έδίδαξε είς τούς όλιγοτέρους µυρίους τρόπους καί τέχνας πρός διαυθέντευσίν των έναντίον τών περισσοτέρων. ‘Αλλ’ έπειδή ή ζωή τών τεχνών, διά νά είπώ ούτως, είναι µεγάλη καταπολλά, διά τούτο καί ή νηπιότης αύτών είναι µακρά’ όθεν έχρειάσθησαν πολλοί αίώνες, έως τόν καιρόν τών Αίγυπτίων, Περσών, καί τέλος πάντων τών άξίων προγόνων µας ‘Ελλήνων, είς τόν όποίον ή τέχνη τής διαυθεντεύσεως σµικρύνουσα τόν φόβον είς τούς όλιγοτέρους, καί αύξάνουσα τάς δυσκολίας είς τούς περισσοτέρους, έσύστησεν, τρόπον τινά άφ’ έαυτού της, τήν θαυµασίαν έπιστήµην ή τέχνην τής τακτικής. ∆ιά µέσον δέ τών κανόνων αύτής καί ένασχολήσεως µερικών άξιολόγων ύποκειµένων άπεκατεστάθη τόσον έντελής είς τούς ‘Ελληνας, όπού διά πολλούς αίώνας ένίκησαν έχθρούς δεκαπλασίως µεγαλειτέρας ποσότητος κατά τόν άριθµόν, καί έξακολούθως έτρόµασαν σχεδόν όλην τήν οίκουµένην. Αί νίκαι τών όλιγοτέρων έναντίον τών περισσοτέρων, ήµπορούν νά παροµοιασθώσι είς τά πειράµατα τής µηχανικής, είς τά όποία έκείνος ό θεατής, όπού άγνοεί τάς αίτίας, µένει έκθαµβος. Ποίος άπό αύτούς θέλει πιστεύσει τόν µηχανικόν, όπού λέγει ότι µέ έν βάρος έως δέκα, σηκώνει έν άλλο άς δέκα χιλιάδες; (1) ‘Αναγκαίον, λοιπόν, είναι νά τούς καταπείση µέ παραδείγµατα καί άποδείξεις’ ούτως καί είς τήν τακτικήν, λέγοντας ένας άρχιστράτηγος, ότι οί δέκα πολλάκις νικούσι τούς έκατόν, δυσκόλως θέλουν πιστεύσει οί άγνοούντες τήν αύτήν τέχνην’ πλήν φέροντας αύτών χίλια παραδείγµατα τόσον τών παλαιών, καθώς καί τών νέων, άναµφιβόλως πρέπει νά καταπεισθώσι. (2) ‘Εγώ όµως παραιτώ τά περισσότερα χάριν συντοµίας, µάλιστα όπού παρεµπρός θέλει παρησιασθώσι διάφοροι αίτίαι είς τό νά άποδείξω τήν διαφοράν τών έλευθέρων στρατευµάτων άπό τών ύποδουλωµένων, καί µόνον τό παράδειγµα τού Λεωνίδα θέλω

άναφέρει, τό όποίον άρκετώς άποδεικνύει τήν γενναιότητα καί µεγάλοψυχίαν, όπού ή έλευθέρα ζωή έµφυτεύει είς τάς καρδίας τών άνθρώπων, ούσαι αύταί αί δύο άρεταί ή πρώτη καί άναγκαιοτέρα βάσις τής πολεµικής έπιστήµης. Αύτός, λοιπόν, ό µέγας Λεωνίδας, εύρισκόµενος µέ δύο χιλιάδας είς τό στενόν τών Θερµοπύλων, καί βλέποντας τό πλήθος τών έχθρών του Περσών νά πλησιάση, εύθύς άπεφάσισε νά θυσιασθή ύπέρ τής σωτηρίας τής ‘Ελλάδος πατρίδος του, καί ούτως έκλέξας µόνον τριακοσίους Σπαρτιάτας, άνέπεµψεν τούς λοιπούς είς τά όπίσω, έπειτα έστρεψεν πρός τούς τριακοσίους καί τούς είπεν: «∆εύτε, άδελφοί µου! ή έλευθερία τής πατρίδος µας κρέµαται σήµερον άπό τήν άνδρείαν µας. Ας µήν δει 1. Τό παράδειγµα τού ζυγίου είναι άρκετόν νά καταπείση καθένα. 2. ‘Ο πόλεµος τής Σαλαµίνης, τού Μαραθώνος καί τής Πλατείας είναι άρκεταί άποδείξεις, διά νά καταπείσουν κάθε νούν έχοντα άνθρωπον. δειλιάση τινάς έµπροσθεν τόσων έχθρών’ αύτοί, άν είναι πολλοί, είναι όµως άνανδροι καί θηλυµανείς. Οί βάρβαροι θέλουν τροµάξει, άφού ίδούν τούς ‘Ελληνας νά όρµήσουν έναντίον των. σΑς ύπάγωµεν λοιπόν. ‘Η δόξα τοιαύτης έπιχειρήσεως δέν είναι καθηµερινή, άλλά σπανίως συµβαίνει’ άς µήν χάσωµεν τοιαύτην τιµήν, άς αίωνιάσωµεν τά όνόµατά µας, καί άς εύφηµίσωµεν τήν πατρίδα µας. ‘Εγώ έχω χρέος νά θυσιασθώ δι’ αύτήν, καί έσείς είσθε συµπατριώται µου, ούτε άλλέως ήµπορείτε νά στοχασθήτε, ούτε διαφορετικώς άπό έµένα.

‘Η ζωή τού άληθούς πολίτου πρέπει νά τελειώνη ή διά τήν έλευθερίαν του, ή µέ τήν έλευθερίαν του». ‘Αλλά πώς νά έκφράσω τόν ένθουσιασµόν έκείνου τού ήρωος, καί τόν ένθερµον ζήλον τών έπακολούθων αύτού; Τά τοιαύτα, ώ ‘Ελληνες, δέν γράφονται, ούτε διηγούνται, άλλά µόνον αίσθάνονται. ‘Οθεν, µόλις οί λοιποί τόν άφησαν νά τελειώση τόν λόγον του, καί λαµβάνοντας καθείς τά ίδια άρµατα, όµοθυµαδόν καί µέ άνήκουστον άνδρείαν, ώρµησαν κατά τών έχθρών των. Ούτε άλλο έβλεπον παρά τήν δόξαν τής νίκης, τήν χαράν τών συµπατριώτων των, τήν άνανδρίαν τών έχθρών των, καί τήν άθανασίαν τού όνόµατός των. Καί έν ροπή όφθαλµού άπέκτεινον πλήθος βαρβάρων, καί φονευθέντες µέ τά άρµατα είς τάς χείρας έως είς τόν ύστερον, ήτοίµασαν είς τούς συµπατριώτας των τήν έντελή νίκην κατά τών έχθρών των, οίτινες φοβηθέντες άπό τά άποτελέσµατα τόσων όλίγων ‘Ελλήνων, µόλις έτόλµησαν νά δοκιµάσουν τήν άνδρείαν τών λοιπών. Ούτως δέ ή γενναία άπόφασις τού άειµνήτου Λεωνίδα έγινεν πρόξενος τής καθολικής έλευθερίας τής ‘Ελλάδος καί άνυποφόρου έντροπής τών βαρβάρων.

‘Ω τής µεγαλοψυχίας σου, θαυµάσιε Λεωνίδα, ώ τής λαµπράς σου τύχης, πανολβία ‘Ελλάς! Ιδού ό καρπός τών καθηµερινών άγώνων τών τέκνων σου. ‘Ιδού τά θαυµαστά άποτελέσµατα τών φοβερών νόµων τού µεγάλου Λυκούργου. ‘Ιδού, τέλος πάντων, ό σκοπός τών γυµνάσεων, διά µέσου τών όποίων οί πολίται διά παντός εύρίσκοντο είς ένα πόλεµον, ό όποίος, άγκαλά καί πλαστός, έδίδασκε όµως µέ µεγάλην εύκολίαν τά άναγκαιότερα µαθήµατα τής στρατιωτικής τέχνης, ή όποία ένωµένη µέ τήν µεγαλοψυχίαν έφερεν είς τέλος καί έπίτευξιν τά πλέον δύσκολα έπιχειρήµατα. ‘Η τακτική είς τό στράτευµα, ώ άδελφοί µου, είναι ώς ή ψυχή είς τό σώµα, καί είναι βεβαιωµένον άπ’ όλους τούς µεγάλους πολεµάρχους, ότι δέκα χιλιάδες στρατιώται καλώς γυµνασµένοι καί όδηγούµενοι άπό άρχιστράτηγον άξιον, ήµπορούν νά νικήσουν είκοσι χιλιάδας έχθρούς, καί περισσοτέρους τής ίδίας άνδρείας, πλήν άµοίρους τής τακτικής. ‘Η έπιστήµη τών άρµάτων δέν είναι, βέβαια, τόσον εύκολος, όσον τινές ίσως νοµίζουσι, άλλά µάλιστα µία άπό τάς πλέον δυσκολωτέρας. ‘Ω, πόσον οί προπάτορές µας ήγωνίζοντο, έκ νεαράς των ήλικίας, διά νά µάθωσιν τήν πολεµικήν τέχνην! ∆ιά µέσου λοιπόν αύτής οί όλιγότεροι νικώσι τούς περισσοτέρους, ή σπανιότης όµως τών µεγάλων άρχιστρατήγων άρκετώς άποδεικνύει τήν δυσκολίαν είς τό νά άποκτήση τινάς άξίως τοιούτον όνοµα, καί άκούσατε τήν αίτίαν. ‘Ο άληθής άρχιστράτηγος πρέπει νά ένώση είς πολλά φυσικά χαρίσµατα πολλάς άρετάς καί µαθήσεις. Πρέπει, λέγω, έν πρώτοις νά έχη τήν καρδίαν σταθεράν καί άφοβον, διά νά µή δειλιάση είς όποιονδήποτε κίνδυνον ήθελεν εύρεθή, καί νά µήν άφήση είς τήν τύχην, όσα ήµπορεί νά έκτελέση ό ίδιος’ νά είναι άγχίνους, διά νά προβλέπη έν καιρώ τώ δέοντι τά έπιτηδεύµατα καί βουλάς τού έχθρού’ νά είναι άοκνος, διά νά προλαµβάνη κάθε εύκαιρίαν, καί έως τήν παραµικράν, αί όποίαι είς τόν πόλεµον συχνάκις συµβαίνουν, καί αί παραµικραί άµέλειαι, πολλάκις, προξενούν µεγάλας καταστροφάς. Νά είναι δίκαιος καί φιλαλήθης, διά νά άπολαύση τό θάρρος καί άγάπην τών στρατιώτων του. Πρέπει νά τιµά καί νά βραβεύη τήν άξιότητα, είς όποιον ύποκείµενον ήθελεν τήν έπιτύχει, διά νά παρακινήση τοιουτοτρόπως είς τήν όδόν τής δόξης καί τούς παραµικροτέρους. Νά παιδεύη κατά τούς νόµους, καί άνευ προσωποληψίας τινός τόν πταίστην, όποιος καί άν είναι, διά νά άποδιώξη τόν πρός τό κακόν στοχασµόν άπό αύτούς. Νά άκροάζεται τάς γνώµας όλων, καί νά διορθώνη τά ίδια σφάλµατα, διά νά λατρεύεται, νά είπώ ούτως, άπό τούς πιστούς του στρατιώτας (1), καί τέλος πάντων νά γνωρίζη τόν τόπον τού πολεµικού θεάτρου, ώς τό ίδιόν του όσπίτιον, διά νά άποφεύγη κάθε ένεδραν τού έχθρού, καί νά άπατά τούς στοχασµούς του. ‘Ο έντελής άρχιστράτηγος πρέπει άκόµη νά γνωρίζη τήν γλώσσαν τών έχθρών του, καί τάς φυσικάς κλίσεις των, νά γνωρίζη κατά µέρος τόν άρχιστράτηγον αύτών, καί τήν άξιότητά του, έν ένί λόγω όλας τάς στρατιωτικάς γυµνάσεις, τής τε ίππικής καί τού 1. ‘Αναγκαίον είναι πρός τούτοις, νά είναι γεωµέτρης καί γεωγράφος, νά γνωρίζη τήν µηχανικήν, τήν φυσικήν καί τήν ρητορικήν, διά τής όποίας πολλάκις άρπάζει τινάς τήν νίκην σχεδόν άπό τάς χείρας τού έχθρού. πεζού στρατεύµατος, καί τούτο διά νά προστάζη όρθώς, καί νά ύπακούεται εύθύς. ‘Ωσάν όπού όποιος άρχιστράτηγος ή όποιουδήποτε άλλου µεγάλου έπαγγέλµατος άνθρωπος, δέν ύπακούεται, τάς περισσοτέρας φοράς τό σφάλµα είναι έδικόν του, έπειδή όποιος ήξεύρει νά προστάζη, άναµφιβόλως καί ύπακούεται

(1). Τοιαύται γυµνάσεις καί µαθήσεις, µέ πολλάς άλλας, όπού χάριν συντοµίας δέν άναφέρω, ένεργούντο µέ πάσαν προσοχήν καί τελειότητα παρά τών προγόνων µας, καί αύταί έσύνθετον τήν τέχνην τού πολέµου, ήτοι τήν τακτικήν. Περί δέ τών στρατιωτών είναι άναγκαίον νά γνωρίζουν, διά τής πράξεως, έντελώς, τήν γύµνασιν τών άρµάτων, καί νά βαδίζουν τακτικώς, νά ύπακούουν εύθύς είς τάς προσταγάς τών άρχηγών, αί όποίαι πρέπει νά είναι όσον τό δυνατόν βραχύλογοι. Τέλος πάντων, πρέπει νά είναι συνηθισµένοι είς τό νά ύποφέρουν κάθε κόπον, άλλά τά τοιαύτα διά µέσον τής καλής διοικήσεως µόνον άποκτώνται, καί µόνη ή έλευθερία είναι πρόξενος καί πρώτη αίτία τών µεγάλων κατορθωµάτων. 1. Οί προπάτορές µας άνάµεσα είς τά τόσα άλλα µαθήµατα, όπού ήναγκάζοντο νά άποκτήσωσι, ή µουσική, καί ό χορός, συναριθµούντο έκ τών άναγκαιοτέρων’ ώσάν όπου ό άρχιστράτηγος διά µέν τής µουσικής, ή όποία έχει τοιαύτην συνέχειαν µέ τά ψυχικά πάθη, όπού ποτέ µέν συγχύζει, ποτέ δέ καταπραύνει, θέλει έρεθίζει κατά τήν χρείαν καί έξυπνά τό θάρρος καί ένθουσιασµόν τών στρατιώτων, διά δέ τού χορού, διά τού όποίου µανθάνει ό άνθρωπος νά προσαρµόζη τά βήµατα, έν καιρώ, µέ τό µουσικόν λάληµα, ή διά νά είπώ καλλίτερα, νά µετρά µέ τούς πόδας τόν καιρόν τού λαλήµατος, είς τρόπον όπού τόσον δέκα, όσον καί χίλιοι, κινούνται καί περιπατούσιν όλοι µαζί, καί είς τόν αύτόν καιρόν ό πρώτος καθώς καί ό ύστερος, διά µέσον του, λέγω, θέλει βιάζει ή βραδύνει τό περιπάτηµα τών στρατιώτων του. ‘Η τακτική όµως δέν συνίσταται µόνον είς τό νά ήξεύρη τινάς πώς νά πολεµήση είς άνοικτήν πεδιάδα, έπειδή ήθελεν άποκατασταθή καθ’ όλου άνωφελής, όταν ό έχθρός ήθελεν εύρεθή περισφαλισµένος είς ένα κάστρον, ή περιφυλαγµένος µέσα είς δύσβατα όρη καί δάση. ‘Οθεν, ή τακτική περιέχει τά τού πολέµου άπαντα, καί µάλλον τά περί τής διαυθεντεύσεως, είς τήν όποίαν χρεία είναι ή τέχνη µόνη νά άναπληρώση τήν έλλειψιν τής δυνάµεως, ή καί νά τήν ύπερέβη. ‘Η διαυθέντευσις είναι, λοιπόν, τό δυσκολώτερον µάθηµα τής τακτικής, καί διά µέσου τής καλής διαυθεντεύσεως, συχνάκις οί έκατόν δέν νικώνται άπό τούς χιλίους. ‘Η νίκη στέκεται, ώς καθείς τό έννοεί, είς τό νά θέση τινάς άπέναντι τού δυνατού τό δυνατότερον, άλλ’ ή τέχνη µόνη διδάσκει τόν άρχιστράτηγον νά τά γνωρίση. ∆ι’ ό τών άρµάτων ή έπιστήµη είναι διεξοδικωτάτη, καί χρειάζεται έν πόνηµα όχι µικρόν περί αύτής, διά τό όποίον οί νύν ‘Ελληνες µεγάλην χρείαν έχουσι καί άµποτες κανένας φιλογενής νά τό κατορθώση, διά νά µάθωσιν όλοι, πόσον ή τέχνη τού πολέµου είναι µεγάλη, καί νά κλαύσουν πικρώς, βλέποντες τούς έτεροφύλους, οίτινες έδανείσθησαν τάς τέχνας καί έπιστήµας άπό τούς προγόνους µας, νά µάς καταφρονώσι τόσον καί άψηφίζωσι. ‘Αλλά δι’ όλίγον θέλουσι χαρή είς τήν άγνωµοσύνην των, έλπίζω. ‘Η διαυθέντευσις τών Σουλιώτων κατά τού τής ‘Ηπείρου τυράννου, άρκετώς θέλει τούς άποδείξει, ότι ή ‘Ελλάς γεννά άκόµη Λεωνίδας καί Θεµιστοκλείς. ‘Ω, πόσον θέλουν µείνει έκθαµβοι, όταν άναγνώσουν τά θαυµαστά κατορθώµατα τού µεγάλου Φώτου, έκείνου, λέγω, τού ήρωος τού Σούλιου καί όλων τών Σουλιώτων, τών όποίων ή άνδρεία, ή µεγαλοψυχία, καί ό ζήλος περί τής έλευθερίας τής πατρίδος των, άθανάτισαν τό όνοµά των, καί έφερον είς άπελπισµόν χίλιας φοράς τόν έχθρόν τους τύραννον, τόν άχρειέστατον λέγω ‘Αλή! ‘Η ‘Ελλάς, ούχί! ούχί! δέν είναι πάντως ύστερηµένη άπό µεγάλους άνθρώπους’ ή διαυθέντευσίς των διά δεκαπέντε χρόνους, περιέχει τοσαύτας καί τοιαύτας ήρωΐκάς πράξεις, ώστε παράδοξον ήθελε φανή καί είς ήµάς τούς ίδίους, άν δέν είµεθα

µάρτυρες αύτόπται τών κατορθωµάτων των. Αύτοί ήτον µόνον χίλιοι καί διά τόσους χρόνους καθηµερινώς σχεδόν συνεκρότουν πολέµους µετά τού τυράννου έχθρού των, ό όποίος, διά πολλάς φοράς, έκινήθη έναντίον των µέ έως δεκαπέντε χιλιάδας στρατεύµατα, καί πάντοτε ένικήθη. ‘Επρεπε, βέβαια, νά έζη ό Θουκυδίδης ή ό Ξενοφών, διά νά γράψη τήν ίστορίαν αύτών τών πολέµων καί τάς κακίας αύτού τού αίµοβόρου τέρατος, όπού, έως άπό τούς 1787 µέχρι τής σήµερον, δέν έπαυσεν άπό τού νά τυραννή τούς ταλαιπώρους ‘Ηπειρώτας καί Θετταλούς, σκληρώς καί άσπλάνχνως. Αύτός, άφού ήρπασε µέ διάφορα πονηρά µέσα τό άνεξάρτητον κράτος τής ‘Ηπείρου καί Θετταλίας, καί γνωρίζοντας κατά πράξιν τά πρός τήν τυραννίαν δέοντα, έσκεπάσθη κατ’ άρχάς µέ τό ένδυµα τής ύποκρίσεως, καί ούτως, πλανώντας µέ ψευδείς έπαίνους καί πλουσιοπάροχα ταξίµατα τούς άρχοντας καί προεστούς, ήπάτησεν σχεδόν όλους, καί καθείς ένόµισε διά όλίγον καιρόν, νά εύρήκεν είς αύτόν ή εύκαρπος γή τής ‘Ηπείρου καί Θετταλίας καί οί κάτοικοι αύτών ένα διαυθεντευτήν καί ένα πατέρα. ‘Αλλ’ άφού ό άσπλαγχνος καί σκληρός τύραννος έστερέωσε τήν δυναστείαν του, έρριψεν εύθύς τήν σκέπην τής προσποιήσεως, καί παραχρήµα έξατµήθη όλη ή δυσωδία τής τυραννίας του. Τότε οί ‘Ηπειρώται άνοιξαν τούς όφθαλµούς των, άλλά, φεύ! δέν είδον άλλο, είµή τόν φοβερόν θρόνον τού τυράννου έπάνω είς τάς κεφαλάς των. Κεχαυνωµένοι ούν άπό τήν τυραννικήν µέθην, δέν άπεφάσισαν έν καιρώ νά συντρίψουν τοσούτον ζυγόν’ όθεν καί ηύξησεν βαθµηδόν καί έστερεώθη τόσον, ώστε όπού ό ίδιος τύραννος θαυµάζει διά τή άναισθησίαν τών δούλων του (1). Ούτε είς τήν γενικήν ίστορίαν εύρίσκεται παρόµοιός του. ‘Ω, τής ταλαιπωρίας σου άνθρωπότης! Ω, άνυπόφορος έντροπή! Ω, θέαµα έλεεινόν. ‘Ανάµεσα όµως είς τάς τυραννικάς του ψευδείς δόξας ίσως ένόµιζεν ό ώµότατος τύραννος νά είναι άνίκητος, ούτε νά έσώζετο πλέον είς τήν γήν τής δυναστείας του τινάς, όπού νά ήθελεν τού έναντιωθή. ‘Αλλ’ ίδού, τής έλευθερίας τό ξίφος, είς τήν ίδίαν αύτήν γήν, τού άποδεικνύει τήν φυσικήν µικρότητα τής τυραννίας, καί τόν άποκαταστεί ποταπότερον τού ίδίου του τυραννικού όνόµατος. ∆έν τού χρησιµεύουν πλέον, αί συνηθισµέναι του άπάται, ούτε χρήµατα, ούτε δόλοι, διά µέσου τών όποίων διά παντός ένίκησεν καί κατέφθειρε τούς άνάνδρους καί άνοήτους έχθρούς του. Εν µικρόν χωρίον, τό προειρηµένον λέγω θαυµαστόν Σούλι, έφερεν είς φώς τήν άλήθειαν, όπού οί ύπό τής δουλείας άγνοούσι, ήτοι τήν µεγαλειότητα τών κατορθωµάτων τής έλευθερίας. Οί Σουλιώτες, άνδρες. 1. Αύτός έχει όλα τά έλαττώµατα όλων τών τυράννων: χωρίς θρησκείαν, χωρίς συνείδησιν, άρπαξ, φονεύς, θηλυµανής, άρσενοκοίτης, άσπλαγχνος, σκληρός τή καρδία, κλέπτης φοβερός, αίµοβόρος, άδικος τέλος πάντων, καί άναιδέστατος ώς ούδείς άλλος. ‘Η πονηρία του δέ καί άδιαντροπία του παρακινούσι τούς άπανθρωποτάτους κόλακάς του, νά τόν νοµίζωσι πνευµατώδη καί άξιον. συνηθισµένοι είς τόν θεληµατικόν κόπον µιάς ήσύχου ζωής, άνυπόδουλοι, έξ άρχής τής κατοικήσεώς των είς έκείνα τά ύψηλά βουνά, έζουν εύτυχείς µακρά άπό τήν πολυτέλειαν καί κακοήθειαν τών διεφθαρµένων πολιτειών, άνδρείοι ώς έλεύθεροι, φιλόξενοι ώς ‘Ελληνες, καί στρατιώται ώς διαυθεντευταί τής πατρίδος των. Αύτοί, λέγω, οί ήρωες, ή τιµή τής ύποδουλωµένης ‘Ελλάδος, καί βεβαία άρχή τε καί πρόξενος τής πλησίον έλευθερώσεώς της, παρακινούµενοι άπό τόν θείον έρωτα τής έλευθερίας καί πατρίδος των, έταπείνωσαν τήν αύθάδειαν τού τυράννου, πολεµούντες τον άδιακόπως καί νικούντες τον, καί ούτως έδιαυθέντευσαν διά δεκαπέντε χρόνους τήν πατρίδα των, µέ άνήκουστον θάρρος καί µεγαλοψυχίαν.

Τίς άλλη, παρακαλώ, ήµπορούσε νά ήτον ή αίτία, είµή ό έρως τής έλευθέρας ζωής; Μήπως δέν ήτον καί άλλα χωρία είς τήν ‘Ηπειρον, άξια νά έναντιωθώσι τού τυράννου; ∆ιατί τάχατες όλα κλίνουν τόν αύχένα; ∆έν ήτον, ίσως καί µεγαλείτερα, καί είς ίδίαν καλήν τοποθεσίαν, καθώς τό Σούλι; ‘Ε! φανερά είναι, άδελφοί µου, ή αίτία: όσα ύποδουλώθησαν παρ’ αύτού, ήτον καί πρότερον ύποδουλωµένα, καί µόνον άλλαξαν τύραννον. Τό Σούλι όµως, µόνον τό Σούλι, δέν ύποτάσσεται, άλλ’ άψηφεί τόν τύραννον’ όσον άγαπά τήν έλευθερίαν του, τόν πολεµεί, τόν νικά, καί τόν καταπατεί µέ τούς πόδας του. Είς αύτό λοιπόν, άς στρέψουν τούς όφθαλµούς των οί δούλοι, διά νά καταπεισθούν είς τά τερατουργήµατα τής έλευθερίας. Είς αύτό θέλουν ίδεί ένθουσιασµένους άπό τόν θείον έρωτα τής πατρίδος, ού µόνον τούς άνδρας καί νέους, άλλά καί τούς γέροντας, καί τά παιδία καί αύτάς τάς ίδίας γυναίκας. Θέλουν άκούσει τήν φοβεράν φωνήν τής θαυµαστής Μόσχως, ή όποία, άνάµεσα είς τόν πολεµικόν θόρυβον, πολεµούσα καί τρέχουσα, βλέπει έµπροσθέν της φονευµένον τόν υίόν της, καί έγκαλιάζουσα µέ ένθερµον άγάπην τό νεκρόν σώµα του: «καλότυχε, λέγει, σύ, ώ υίέ µου, όπού τόσον τιµίως άπέθανες. Τό όνοµά σου έγράφη είς τόν κατάλογον τής άθανασίας». ‘Ασπάζουσα δέ τό αίµατωµένον ήρωΐκόν του πρόσωπον, χαίρεται διά τοιούτον διαυθεντευτήν τής πατρίδος, όπού έγέννησε, καί λαβούσα τό ίδιόν του σπαθί, όρµεί κατά τών δειλών καί µισθωτών δούλων τού τυράννου, καί έκδικεί τόν θάνατόν του µόνη της. Ας ίδούν τόν άλλον ήρωα, όπού διά τήν σωτηρίαν τής πατρίδος του παραδίδεται έκουσίως είς τόν τύραννον διά ένέχυρον τών συνθήκων των µετ’ αύτού, καί ύστερον άπ’ όλίγον καιρόν, θέλοντας ό άπιστος τύραννος νά τόν ξαρµατώση, αύτός φονεύεται µόνος του. Καί, τέλος πάντων, βλέποντες έν τόσον µικρόν χωρίον, άπό µόνον χιλίους διαυθεντευτάς, χωρίς τινα µάθησιν, ούτε προητοιµασίαν, νά φυλάττεται σώον διά τόσους χρόνους, έναντίον ένός τυράννου τόσον µεγάλου, άς συλλογισθούν προσεκτικώς, όποίων µεγάλων κατορθωµάτων είναι πρόξενος ή έλευθερία, καί άς βεβαιωθώσι πλέον, ότι µόνον τό όνοµα τής έλευθερίας φθάνει, διά νά δειλιάση τάς άνάνδρους καρδίας όλων τών µιαρών τυράννων τής γής. ‘Ε! πόσον ήθελε τό άποδείξει έµπράκτως, ό άείµνητος ‘Ελλην, ό ‘Ηρως, ό µέγας, λέγω, καί θαυµαστός Ρήγας, άν µία άνέλπιστος προδοσία δέν ήθελε τόν θανατώσει! Αύτός ό άξιάγαστος άνήρ ήτον έστολισµένος άπό τήν φύσιν µέ όλας τάς χάριτας τών µεγάλων ύποκειµένων, εύφυής, άγχίνους, καί άοκνος, ώραίος τώ σώµατι, καί ώραιότερος τώ πνεύµατι, δίκαιος, καί έξακολούθως, άληθής φιλέλλην καί φιλόπατρις. ‘Εξ άρχής ούν έπιχειρίσθη τό έµπορικόν έπάγγελµα είς άλλοτρίαν γήν, άλλ’ ό θείος έρως τής πατρίδος του ‘Ελλάδος, τήν όποίαν έβλεπεν ύπό δουλείας, τοσούτον άδίκως βασανιζοµένην, µήν συγχωρώντας, είς τοιούτον άνδρα τοιαύτας µικράς άσχολίας, άνεβίβαζε τάς έλπίδας του είς άκρον, καί έως άπό τήν νεαράν ήλικίαν του προεµελέτει κατορθώµατα ήρωΐκά, καί µόνον άνέµενε τήν ποθουµένην εύκαιρίαν, διά νά τά βάλη είς έργον. ‘Οθεν, γνωρίζοντας τήν χρείαν τής µαθήσεως, δέν έπαυσεν άπό τό νά άγωνισθή, ώς ούδείς άλλος, είς τάς έπιστήµας, καί είς όλίγον καιρόν έµαθεν έντελώς τάς χρησιµωτέρας. Τότε λοιπόν, ήρχισε νά βάλλη θεµέλιον είς τό µεγάλον κτίριον, όπού ήτοίµαζε. Καί κατ’ άρχάς έσύνθεσε είς τήν ήµετέραν διάλεκτον, µέ άκροτάτην σαφήνειαν, τούς δώδεκα Γεωγραφικούς Πίνακας τής ‘Ελλάδος, καί διάφορα άλλα έπωφελή πονήµατα έδωσεν είς φώς, ίδίοις άναλώµασι, πρός φωτισµόν τών συναδελφών του ‘Ελλήνων. ‘Επειτα δέ, συλλέγοντας τό έχειν του όλον, καί συνδροµητάς έπιτυχών καί συνεργούς,

ήτοίµασε, κηδεµόνως καί µετά πάσης τής καλής τάξεως, όλα τά άναγκαία, καί είς άκµήν έφερεν βεβαίας έπιδόσεως. ‘Αλλά, φεύ, τής βασκάνου καί φθονεράς τύχης τών ‘Ελλήνων! ‘Οτε ό τής ‘Ελλάδος έλευθερωτής ήτον έτοιµος διά νά µισεύση πρός κατατρόπωσιν τών τυράννων αύτής, καί νά συνθλάση τάς άλύσους, όπού τήν φυλάττουσιν ύπό τής δουλείας, µέ µίαν γενικήν έπανάστασιν καί έπανόρθωσιν τών ταλαιπώρων συµπατριώτων του, όταν λέγω ό άξιος Ρήγας βλέποντας τά πάντα έτοιµα, ώς έβούλετο, έκαλοτύχιζε τόν έαυτόν του, διά µίαν τόσον τιµίαν καί µεγάλη έπιχείρησιν, καί έπρόσµενε νά ίδή όγλήγορα έλευθέραν τήν ‘Ελλάδα άπασαν, έξαλειµµένον δέ τό όθωµανικόν κράτος’ όταν, τέλος πάντων, σχεδόν βέβαιος διά τό καλόν τέλος τού έργου του, έστοχάζετο είς τήν µέλλουσαν εύτυχίαν τής πατρίδος του, καί εύφραίνετο, τότε ένας προδότης, ό ούτιδανώτερος τών άνθρώπων, ό πλέον µιαρός σκλάβος τής γής, άναιτίως καί παραλόγως, τόν παραδίδει είς χείρας τών τυράννων, καί ή ‘Ελλάς χάνει είς αύτόν ένα άντιλήπτορα καί σωτήρα της. ‘Αλλ’ άν ή φθονερά τύχη έκλεψεν τήν έλευθερίαν τής ‘Ελλάδος µέ τήν ζωήν τοιούτου ‘Ηρωος, δέν ήµπόρεσεν όµως νά έµποδίση τόν άναγκαίον καί φοβερόν κρότον, όπού ή φήµη τοιαύτης έπιχειρήσεως άνέπεµψεν είς τάς άκοάς τών ‘Ελλήνων, ούτε ήµπόρεσε, λέγω, νά έκλείψη είς τήν όρασίν των τήν λαµπρότητα τοιούτου έργου. Τό άθώον αίµα τού Ρήγα προετοίµασε τήν ταχείαν έξάλειψιν τών βαρβάρων τυράννων, καί όγλήγορα θέλουσιν έµφανισθή, βέβαια, οί όπαδοί του. Τότε δέ θέλοµεν άποδείξει έµπράκτως τήν πρός αύτόν εύγνωµοσύνην µας, ύψώνοντες είς τό κέντρον τής έλευθέρας ‘Ελλάδος στεφάνους δόξης καί θριάµβους είς µνηµόσυνον αύτού τού µεγάλου άνδρός, ώς άρχηγού καί πρώτου συνεργού είς τήν τής ‘Ελλάδος έλευθέρωσιν. ‘Ισως, τινές τών ‘Ελλήνων, µήν στοχαζόµενοι είς βάθος τά άνθρώπινα πράγµατα, νοµίζουσιν, είς τόν έαυτόν των, ώς µάταιον τόν σκοπόν αύτού τού µεγάλου άνδρός. ‘Αφήνοντας λοιπόν κατά µέρος όλους έκείνους τούς δισχυρογνώµονας, οίτινες δέν καταπείθονται, είµή είς τούς ίδίους των στοχασµούς, καί, έξακολούθως, µήν έξετάζοντας τάς έτέρων γνώµας, µένουν πάντοτε σταθεροί είς τήν άµάθειάν των, παρακαλώ, όσους τήν άλήθειαν άγαπώσι νά µάθωσι, καί νά κρίνωσι δικαίως, νά συλλογισθούν ότι ή τύχη είς τοιαύτας έπιχειρήσεις έχει άκραν δύναµιν, ώσάν όπού τό παραµικρόν συµβάν είς τάς µεγάλας ύποθέσεις δύναται πολλάκις νά άνατρέψη τό πάν, καί κανένα άλλο παράδειγµα δέν µάς τό βεβαιοί περισσότερον, όσον τό θλιβερόν συµβεβηκός τού Ρήγα. Αύτός ό άξιάγαστος άνήρ, γνωρίζοντας άρκετώς τήν ποταπότητα καί δειλίαν τού µιαρού συντρόφου του, τού άχρειεστάτου, λέγω, προδότου Οίκονόµου, µέ τοσαύτην έπιµέλειαν έκρυψεν είς αύτόν τά προµελετήµατά του, όπού καθόλου ό χυδαιότατος δέν ύπωψίαζεν. ‘Αλλά, φεύ, τής άτυχίας! ‘Ολίγας ήµέρας ύστερον άπό τόν µισευµόν τού Ρήγα, έφθασεν µία γραφή του, καί έπεσεν είς χείρας αύτού τού προδότου του, ό όποίος, άνοίγοντάς την, άνέγνωσεν είς αύτήν σχεδόν τά πάντα, καί παραχρήµα τρέχει καί τόν προδίδει. ‘Ιδού λοιπόν, όπού ή τύχη, ήγουν µερικά άναγκαία συµβεβηκότα, όπού ό άνθρώπινος νούς δέν δύναται νά προΐδή, άνέτρεψε καί ήφάνισε όλα τά προµελετήµατα καί κατορθώµατα τού µεγάλου Ρήγα, καί έξακολούθως είναι βέβαιον, ότι όσον άξιος καί άν είναι ό άνθρωπος, δέν ήµπορεί ποτέ νά προΐδή τά πάντα, µάλιστα δέ είς τοιαύτας έπιχειρήσεις ή τύχη έχει µεγάλον µέρος, ώς προείπον, καθώς ό έσφαγιασµός τού µεγάλου Ρήγα µάς τό βεβαιοί.

‘Επειδή, άγκαλά καί ή φρόνησίς του νά έστάθη µεγάλη, ή καταδροµή τής τύχης µόνον έφθασε, νά άφανίση τόν σκοπόν του, καί νά άφήση τήν ‘Ελλάδα µέχρι τής σήµερον ύπό τής δουλείας. Ταχέως όµως, ή σάλπιγξ τής έλευθερίας θέλει άντιβοήσει είς τήν έλληνικήν γήν, καί άφεύκτως, καθώς κατωτέρω δειχθήσεται. ‘Ιδού λοιπόν όπού άπεδείχθη, άγκαλά καί συντόµως, πλήν µέ σαφήνειαν καί άλήθειαν, τί έστί έλευθερία, όπόσον είναι άναγκαία είς τήν άνθρώπινον εύδαιµονίαν, καί όπόσων µεγάλων κατορθωµάτων πρόξενος. Τώρα δέ φανερόν άποκαθίσταται τό άµέτρητον χρέος, όπού έχουσιν οί έλεύθεροι λαοί, είς τό νά τήν διαυθεντεύωσι µέ τό ίδιον αίµα των, καί τοιούτον χρέος, ώς προερχόµενον άπό εύγνωµοσύνην, διά τούτο καί τό έκπληρούσι παντοτινά καί µέ άκραν εύχαρίστησιν. ‘Η εύγνωµοσύνη, ώ ‘Ελληνες, είναι τόσον γλυκεία άρετή, όπού µισητότερον πράγµα άπό τόν άγνώµονα δέν είναι είς τόν κόσµον, καί τόσον είναι φυσική αύτή ή άρετή, διά νά είπώ ούτως, όπού τά ίδια ζώα τήν διατηρώσι µέ άκραν άκρίβειαν. Είναι δέ έν χρέος τού εύεργετηθέντος ή εύγνωµοσύνη, καί ούτως εύκόλως γεννάται είς τάς καρδίας όλων τών έλευθέρων άνδρών, ώσάν όπού µύριαι είναι αί χάριτες, όπού παρά τής πατρίδος τής χορηγούνται. ‘Αλλά, διά νά καταλάβητε ώ ‘Ελληνες, εύκολώτερα, τήν µεγαλειότητα τοιούτου χρέους, καί τήν ζέσιν µέ τήν όποίαν οί έλεύθεροι λαοί τό έκπληρούσι, άναγκαίον είναι νά µάθητε πρότερον τήν άληθή σηµασίαν τής λέξεως «Πατρίς», καί τότε θέλετε καταλάβει, πόσον άναγκαία έξακολούθησις είναι ό πρός αύτήν έρως, καί τά έξ αύτού παραγόµενα θαυµάσια έργα. Πατρίς είναι µία λέξις, διά τής όποίας όλοι κοινώς έννοούσι τήν γήν, είς ήν έγεννήθησαν, οί µόνον έλεύθεροι όµως δύνανται νά καταλάβωσι τήν µεγάλην αύτής σηµασίαν, καί διά τούτο οί δούλοι άδιαφόρως προφέρουσι τοιούτον όνοµα. ‘Ω! πόσον διαφέροµεν άπό τούς προγόνους µας οί ταλαίπωροι! ‘Εκείνοι, όταν Ωµνυον είς τήν πατρίδα των, έτρεµον, καί έφύλαττον τοιούτον όρκον µέχρι θανάτου, ήµείς δέ ούτε κάν διά όρκον νοµίζοµεν τοιαύτην λέξιν, καί αύτό, άδελφοί µου, προέρχεται άπό τήν δουλείαν, ή όποία ούσα άντικειµένη καθ’ όλα είς τήν έλευθερίαν, όσα έργα είς τή µίαν δοξάζονται, είς τήν άλλην καταφρονώνται, καί όσα είς έκείνην πολλά εύλαβούνται, είς έτούτην ώς ούδέν λογίζονται. Τά όνόµατα, άγαπητοί µου, λαµβάνουν τήν σηµασίαν άπό τήν ίδιότητα τών πραγµάτων, είς τά όποία άναφέρονται. ‘Οθεν, άν τινάς δέν γνωρίζει τό πράγµα, είς ούδέν τού χρησιµεύει ή όνοµασία του. Καί καθώς ό έκ γενετής άόµµατος, προφέροντας τά όνόµατα όλων τών χρωµάτων, ούδέν έννοεί, έπειδή δέν είδε ποτέ τά χρώµατα, ούτως καί οί νύν ‘Ελληνες µέ τό «Πατρίς» άλλο δέν έννοούσι, είµή τήν γήν είς τήν όποίαν έγεννήθησαν, έπειδή τούς λείπει ή έλευθερία. ‘Η λέξις «Πατρίς» έρέθιζε είς τήν ένθύµησιν τών προγόνων µας όλας τάς ίδέας τών καλών τής έλευθερίας, καί όλην τήν εύδαιµονίαν τής ζωής των (1). Καί διά

1. Τά παιδία, έπί παραδείγµατι, ένθυµούντο τά κοινά φροντιστήρια, είς τά όποία όλα µαζί έδιδάσκοντο τάς άρετάς, µέ κοινήν εύχαρίστησιν, ένθυµούντο τάς γλυκείας καί όρθάς συµβουλάς τών καθηγητών των, ένθυµούντο τά βραβεία, όπού έλάµβανον είς τά χρηστά έργα των, καί τούς στεφάνους είς τήν προκοπήν των, τήν άγάπην καί εύνοιαν τών µεγαλειτέρων, τάς περιδιαβάσεις των, καί τέλος πάντων, µέ τήν λέξιν τής Πατρίδος ένθυµούντο τήν άληθή εύδαιµονίαν των. Οί νέοι έπρόσθετον είς τά ρηθέντα τούς πολεµικούς άγώνας, τήν δόξαν τών άρµάτων, τήν άνωτάτην χαράν τής κοινής ύπολήψεως, τήν έλπίδα τής ταχέας συναριθµήσεώς των είς τόν κατάλογον τών συµπολίτων καί τών διαυθεντευτών τής πατρίδος, τούτο, όλοι όµού, είς τήν πατρίδα των µόνον εύρισκον τήν εύτυχίαν των, καί δι’ αύτήν µόνον έφύλαττον τήν ζωήν των, τή όποίαν έθυσίαζον είς κάθε της χρείαν. Θαυµάζουν οί δούλοι, βλέποντες τούς έλευθέρους στρατιώτας νά άψηφώσι τοσούτον τόν θάνατον, καί νά όρµώσι µέ άνέκφραστον θάρρος είς άπάντησίν του. ∆έν µού φαίνεται, λοιπόν, άχρηστον, νά σάς φανερώσω έν συντόµω τάς αίτίας, µάλιστα νοµίζω, νά είναι άναγκαιότατον, διά νά µάθωσιν όσοι τό άγνοούσι, ότι ό έλεύθερος άγαπά τήν ζωήν του, ώς καί ό δούλος, καί περισσότερον. Αν δέ, είς διαυθέντευσιν τής πατρίδος του, µέ τόσην άδιαφορίαν τήν θυσιάζει καί µέ εύχαρίστησιν, αύτό άκολουθεί µέ τό νά άγαπά περισσότερον τήν πατρίδα του άπό τήν ζωήν του, ή διά νά είπώ καλλίτερα, µέ τό νά µήν ξεχωρίζη τήν πατρίδα του άπό τήν ζωήν του, τό όποίον είς τούς δούλους δέν εύρίσκεται. ‘Η ύπαρξις, βέβαια, είναι κατά πολλά γλυκεία, καί ή ζωή είναι τό τιµιώτερον πράγµα είς τόν άνθρωπο. ‘Ανόητος, λοιπόν, ήθελεν είναι όποιος δέν τήν νοµίζει τοιαύτην. ‘Αλλά, πώς τοσούτοι, διά µικρόν τι, κινδύνεύουν αύτήν τήν ζωήν των, καί ούκ όλίγοι αύτόκτονοι άποκαθίστανται; ‘Οθεν, είναι φανερόν, ότι άν καί ή καί τήν άνέκφραστον χαράν τής φιλίας. Οί άνδρες, παροµοίως, έκτός τών ρηθέντων, ένθυµούντο τήν έµπιστοσύνην τών ώραίων συµβίων των, τούς γλυκυτάτους καρπούς τού γάµου των, καί τά τοιαύτα. Οί γέροντες, τέλος πάντων, ένθυµούντο τήν δικαιοσύνην, τήν εύλάβειαν πρός τούς νόµους καί τό σέβας είς αύτούς. ‘Ολα τά άγαθά τής ζωής των, διά µιάς λέξεως, έπαρησιάζοντο είς τάς ίδέας των, καί ή βεβαία άθανασία τού όνόµατός των εύφραινε τάς καρδίας των. ζωή, είναι τό τιµιώτερον πράγµα τού άνθρώπου, ή εύτυχία όµως καί τό καλώς έχειν του είναι πολλά περισσοτέρας τιµής άξια καί άπό αύτήν τήν ίδίαν του ζωήν. ‘Η ύπαρξις εύφραίνει, όταν ό άνθρωπος ζή εύχαριστηµένος καί όταν χωρίς θλίψεις καί βάσανα, άπερνά τόν καιρόν τής ύπάρξεώς του έλευθέρως, µέ ήσυχίαν, χωρίς κυρίους ούτε τών έργων του, ούτε τών λόγων του, τέλος πάντων, όταν ζή εύτυχής. ‘Αλλ’ όποίαν ήδύτητα ήµπορεί νά εύρη ό ταλαίπωρος δούλος είς αύτήν τήν ζωή του, όταν ούτε νά όµιλήση, ούτε κάν νά στοχασθή ήµπορεί, ώς βούλεται; ∆ιά νά φυλαχθή όµως τό άνθρώπινον γένος είς τοσαύτας δυστυχίας, καί διά νά µήν αύτοφονευθούν οί περισσότεροι, όντας ύπό τής δουλείας, τό ύπέρτατον Ον έµφύτευσεν είς τάς καρδίας όλων τών άνθρώπων µίαν κλίσιν πρός τό βελτίον, δηλαδή τήν έλπίδα, έπειδή µού φαίνεται άδύνατον, ώ ‘Ελληνες, νά ήµπορούσε νά ζήση ό δυστυχής, καί µάλλον ό δούλος ούτε µίαν ήµέραν, άν αύτό τό φυσικόν δώρον, αύτή, λέγω, ή έλπίς δέν ήθελε τόν παρηγορή διηνεκώς, καί δέν ήθελε τού βαστά, διά νά είπώ ούτως, τήν θανατηφόρον µάχαιραν, τόσας φοράς, όσάκις ή δυστυχία του τόν βιάζει, νά τήν κινήση έναντίον του.

‘Οταν όµως ή δυστυχία ύπερβαίνη τάς δυνάµεις τού πάσχοντος, τότε ή έλπίς παύει, καί ό πάσχων θανατούται. Μία άσθένεια, παραδείγµατος χάριν, άνίατος καί πολυχρόνιος καί άνυπόφορος, άποκαταστεί αύτόκτονα τόν άρρωστον, καθώς φονεύει ένα γεννήτορα µία βεβαία καί µεγάλη ένδεια, ή όποία ύστερεί τήν ζωοτροφίαν τών τέκνων του καί τής συζύγου του. Τά πάθη, πρός τούτοις, τής ψυχής, µέ τά όποία είναι πεπροικισµένος ό άνθρωπος, έχουν τήν ίδίαν δύναµιν, καί συχνάκις πολλά µεγαλειτέραν, άπό τάς καθ’ αύτό χρείας τού άνθρώπου, καί διά τούτο βλέποµεν πολλάκις ένα έραστήν νά φονεύεται διά τήν άπιστίαν τής φίλης του, καθώς καί ένας φιλάργυρος θανατούται, όταν τού κλεφθή ό θησαυρός του, καί ούτως καθεξής. Φανερόν είναι λοιπόν, ότι τά πάθη καί αί δυστυχίαι, όταν αύξάνουσι περισσότερον άπό τάς δυνάµεις τού πάσχοντος, τότε ή έλπίς άφανίζεται, καί έξακολούθως ό πάσχων φονεύεται. ‘Αλλά, τά πάθη καί αί φυσικαί κλίσεις καί διαθέσεις τών άνθρώπων είναι διάφοροι καί πολυποίκιλοι, διά τούτο, άλλος µέν τρέχει µέ θάρρος καί χωρίς φόβον έναντίον δέκα έχθρών, εύρισκόµενος δέ αύτός ό ίδιος είς ταξίδιον διά θαλάσσης, τρέµει είς κάθε παραµικρόν αύξηµα τού άνέµου, καί ό ναύκληρος, έξ έναντίας, όπού τόσον µεγαλοψύχως πολεµεί µέ τάς τρικυµίας, φοβείται νά άπαντήση ένα έχθρόν καί νά πολεµήση. Ποίος, µέ άκραν ήσυχίαν καί άδιαφορίαν, µονοµάχεται συχνά, καί θεωρεί µέ όµµα άπτόητον τόν θάνατόν του είς τό άκρον τού άντικειµένου άρµατος, άλλά φεύγει άπό τό στρατιωτικόν σώµα άπέναντι τού έχθρού. Καί ούτως, καθείς διαφέρει τού άλλου. ‘Ανάµεσα όµως είς τά άνθρώπινα πάθη, τό µόνον όπού νά παρακινή όλους όµοίως, καί τό άνώτερον, είναι ή φιλοδοξία. ∆ιά µέσον τής άληθούς φιλοδοξίας, άποκαθίστανται ήρωες οί έλεύθεροι, τών όποίων όλη ή δόξα συνίσταται είς τήν διαυθέντευσιν τής πατρίδος των καί τής έλευθερίας των. Τή άληθεία προξενεί θαυµασµόν, είς όποιον στοχάζεται τά όσα βλέπει νά άκολουθούν, καί τά όσα οί ίστορικοί διηγούνται νά ήκολούθησαν, νά βλέπη, λέγω, νά πολεµούν δούλοι µέ δούλους, έλεύθεροι µέ έλευθέρους, καί δούλοι µ’ έλευθέρους, νά φονεύωνται άλλήλων των τόσον άσπλάγχνως, καί, τάς περισσοτέρας φοράς, χωρίς µεγάλας αίτίας. Τί, άραγε, νά τούς παρακινή είς αύτόν τόν άµοιβαίον άφανισµόν, ώ ‘Ελληνες; ∆ιά µέν τούς έλευθέρους, λοιπόν, θέλει παύσει ό θαυµασµός σας, άφού ένθυµηθήτε τά άνω ρηθέντα περί αύτών, άφού, λέγω, στοχασθήτε, ότι ό έλεύθερος είναι παρακινηµένος άπό τήν δόξαν. Αύτός φονεύεται διά νά διαυθεντεύση τήν πατρίδα του, θυσιάζεται διά νά διαφυλάξη τούς νόµους του, καί πολεµεί διά νά διατηρήση τήν έλευθερίαν του. ‘Ο έλεύθερος, ώ ‘Ελληνες, δέν ήξεύρει νά ζήση άλλεωτρόπως, είµή έλευθέρως’ λοιπόν, άγοράζει τήν ζωήν του, διά νά είπώ ούτως, µέ τόν θάνατόν του, ούτε κάν άµφιβάλλει, ότι άνευ έλευθερίας είναι ζωή δι’ αύτόν. ‘Ο έλεύθερος λαός, ώ άγαπητοί µου, ήµπορεί νά παροµοιασθή είς µίαν φαµιλίαν. Οί νόµοι είς τούς πολίτας είναι ώς οί γεννήτορες είς τά ίδιά των τέκνα, καί καθώς αύτά έλαβον άπό τήν ίδίαν φύσιν τό άπαραίτητον χρέος είς τό νά διαυθεντεύσουν τούς γονείς των, ούτως καί οί συµπολίται διά µέσον τής έλευθερίας χρέος έχουσι νά διαυθεντεύσωσι τούς νόµους τής πατρίδος των. ‘Αλλά ποίος δέν διαυθεντεύει τήν µητέρα του; ‘Εγώ νοµίζω, νά µήν άτιµάζη τό άνθρώπινον γένος, καί νά εύρίσκεται έν τόσο µισητόν τέρας έπάνω είς τήν γήν. Ούτως λοιπόν, άν ό έλεύθερος διαυθεντεύη τήν πατρίδα του, µέ τό ίδιό του αίµα, κάµνει τό χρέος του. Καί, καθώς άν, νυκτός, είσέλθουν κλέπται είς οίκον τινά, τά δέ τέκνα διαυθεντεύοντας τούς γεννήτοράς των καί τήν περιουσίαν των, ήθελαν φονευθή όλα, καθείς χωρίς ποσώς νά θαυµάση, ήθελεν έπαινέσει µόνον τήν άξιότητα καί

εύγνωµοσύνην τών τέκνων, πολλά περισσότερον δέν πρέπει νά θαυµάση τινάς, όταν θεωρή τους έλευθέρους νά όρµώσι κατά τών έχθρών των, διότι αύτοί διαυθεντεύουσι τήν πατρίδα των, άπό τήν όποίαν πάντοτε άγαπήθησαν, είς αύτήν άνετράφησαν, άπό τούς νόµους της έδικαιώθησαν, καί είς αύτήν µόνον χαίρονται τήν άληθή άνθρωπίνην εύδαιµονίαν. Πώς ήµπορεί ό έλεύθερος, ώ ‘Ελληνες, νά άκούση τόν πολεµικόν ήχον τής σάλπιγγος καί νά µείνη άκίνητος; Πώς, λέγω, νά µήν όρµήση ό υίός έναντίον τού έχθρού, όπού µέλλει νά φονεύση τήν µητέρα του; Πού µένει τόπος τής φιλοζωίας, όπου είσέρχεται ό θείος καί ήρωΐκός ένθουσιασµός τής έλευθερίας; Πού στοχάζεται τόν θάνατο ό έλεύθερος, όταν βλέπη νά πλησιάζουν είς τήν πατρίδα του αί φοβεραί άλύσοι τής δουλείας; ‘Ε! άδύνατον είναι, όµογενείς µου άγαπητοί, άδύνατον βέβαια είναι νά περιγραφθούν όσον αίσθάνονται, έκείνη ή µεγαλοψυχία, τό θάρρος, ή άνδρεία, καί ή χαρά, όπού µόνον είς τούς έλευθέρους φαίνονται, όταν ό άρχιστράτηγος κράζη: άγωµεν, συµπολίται, κατά τών έχθρών! άς ύπάγωµεν νά διαυθεντεύσωµεν τήν γλυκυτάτην µας πατρίδα, άς δειχθώµεν εύγνώµονες είς τάς καθηµερινάς χάριτας, όπού µέ τήν έλευθερίαν µάς δίδει, καί άς έκτελέσωµεν τό χρέος µας. ‘Ο πατήρ χαίρεται, βλέποντας τήν προθυµίαν τού υίού του, είς τό νά λάβη τά άρµατά του, καί νά τρέξη κατά τών έχθρών, ό νέος αίσθάνεται είς τήν καρδίαν του βαθµηδόν νά αύξάνη ό πατριωτικός καί τής δόξης έρως, θεωρώντας τόν πατέρα του νά ήτοιµάζεται, αί µητέρες καί άδελφαί, µέ άµίµητον ήδονήν, βλέπουσι τόν ένθερµον ζήλον τών υίών των καί άδελφών των είς τό νά διαυθεντεύσουν τήν κοινήν µητέρα των. Τά παιδία καί οί γέροντες, µέ εύχάς καί φωνάς άγαλλιάσεως, δεικνύουσι τήν εύχαρίστησίν των. ‘Ω! θέατρον εύφροσύνης, ώ καλότυχοι, όπού είναι οί έλεύθεροι! ‘Εκείνοι οί θαυµαστοί Σπαρτιάτες, ώ ‘Ελληνες, είχον άµιλλαν άναµεταξύ των, είς τό νά προπορευθώσι κατά τών έχθρών, καί καθείς έποθούσε νά πρωτοχύση τό αίµα του διά τήν πατρίδα, έκείνοι λέγω οί όλίγοι, άλλ’ έλεύθεροι Σπαρτιάτες, έκαµαν νά τροµάξουν όλοι οί έχθροί των, καί όλα τά πλήθη τών βαρβάρων, καί ούτως έφύλαξαν τήν έλευθερίαν τους διά πολλούς αίώνας. ‘Εκείνοι οί ήρωες, όταν έκπορεύοντο πρός άπάντησιν τών έχθρών των, αί ίδιαι µητέρες έδιδαν αύτών τάς περικεφαλαίας, καί τών έλεγον, «ή έπιστρέψετε µέ αύτάς είς τήν κεφαλήν, ή έπάνω είς αύτάς», έπειδή έσυνήθιζον τούς έν πολέµω θανόντας, νά φέρωσιν έπάνω είς τάς ίδίας των περικεφαλαίας, καί κανείς έτι ζών δέν ήδύνατο νά παραιτήση τά άρµατά του, διά τήν άκραν άτιµίαν, όπού µία τοιαύτη δειλία έπροξενούσεν είς όποιον ήθελε τήν κάµει. Τό κοινόν χρέος ύποχρεοί τούς έλευθέρους άνδρας, ή νά νικήσουν, ή νά άπεθάνουν. ‘Αλλοίµονον, ώ ‘Ελληνες, είς τούς λιποτάκτας καί αύτοµόλους! Αύτοί είς τούς προγόνους µας δέν ήµπορούσαν πλέον νά χαρούν ούδένα άπό τά νόµιµα δίκαια τών συµπολίτων, αύτοί έµισούντο, όχι µόνον άπό τούς λοιπούς συµπατριώτας των, άλλά καί άπό τούς ίδίους των γεννήτορας. Οί συγγενείς των έντρέποντο, όταν ήκουον τά όνόµατά των, εί µέν ήτον άγαµοι, κανείς δέν τούς έδιδε τήν θυγατέρα του διά γυναίκα, καί άν ήτον ύπανδρευµένοι, έβδελύττοντο άπό τάς ίδίας των συζύγους καί άπό αύτά τά ίδια τέκνα των. Πώς, λοιπόν, νά µήν προκρίνη ό έλεύθερος χίλιας φοράς καλλιότερα τόν θάνατον, άπό µίαν τοιαύτην άτιµον ζωήν, καί νά φύγη; Μήπως τού έµνησκεν ίσως έλπίδα νά σµικρύνη τήν άτιµίαν του, διά µέσου τών προγόνων του; ‘Ε! τά τοιαύτα ούτιδανά µέσα, όπού ύπό τής δουλείας άνθίζουν, ώς ούδέν λογίζονται είς τάς έλευθέρας πολιτείας, καί όχι µόνον ό δειλός έκατάσταινε τόν έαυτόν του τόσον άτιµον, άλλά

διεδίδετο τοιαύτη άτιµία καί είς τούς άπογόνους του, είς τρόπον, όπού τά τέκνα του τόν άναθεµάτιζον καί έντρέποντο νά κράζωνται υίοί του, έως όπού άφ’ έαυτού των, µέ κανένα άξιον έργον, ήθελαν ήµπορέσει νά ξαναλάβουν τήν χαµένην των δόξαν καί κοινήν ύπόληψιν. ∆ιά τούτο λοιπόν ό έλεύθερος, παρακινηµένος άπό τό έν µέρος άπό τήν άγάπην τής πατρίδος του καί άπό τήν πρός αύτήν εύγνωµοσύνην του, άπό τό άλλο δέ πεφοβισµένος άπό τήν άφευκτον άτιµίαν καί κοινήν καταφρόνησιν, δέν αίσθάνετο ποσώς τά άνάξια κεντήµατα τής δειλίας, ούτε έστοχάζετο κάν είς τήν ζωήν του, άλλά µόνον είς τήν δόξαν τής νίκης καί είς τό χρέος τό πατριωτικόν. ‘Ιδού, όπού παύει ό θαυµασµός, ώ ‘Ελληνες, ώς πρός τούς έλευθέρους, άν µέ τόσην άφθονίαν έκχύουσι τό αίµα των. Πόσον όµως πρέπει νά θαυµάζη τινάς, όταν βλέπη, καί καθηµερινώς τό βλέπει, τούς δούλους νά φονεύωνται είς τούς πολέµους, χωρίς νά ήξεύρουν τό διατί, έκείνους, λέγω, τούς ταλαιπώρους στρατιώτας, οί όποίοι µέ βίαν καί δυναστείαν άρπάζονται διά προσταγής τών σκληρών τυράννων των άπό τάς πτωχικάς των οίκίας, καί άκουσίως βαδίζουν είς άφευκτον έσφαγιασµόν, έκείνους τούς άθλίους, λέγω, καί µισθωτούς αίχµαλώτους καί έπί ζωής των άνελευθέρους, οί όποίοι άπό τήν νεότητά των µέχρι τού έσχάτου γήρατός των τυραννούνται καί βασανίζονται, κακώς ένδυµένοι, καί συχνώς ραβδισµένοι, ούσα ή τροφή των πολλά χειροτέρα άπό έκείνην τών ίδίων άλόγων ζώων, χωρίς ποτέ νά ‘λπίζουν, βεβαίως, βραβεία είς τά άξια κατορθώµατά των, χωρίς νά είναι κύριοι τού έαυτού των, όχι είς τό νά πράξουν κατά τήν θέλησίν των, άλλ’ ούτε κάν νά όµιλήσουν, πάντοτε ύβρισµένοι καί καταφρονηµένοι, ύποφέροντες µίαν άδικον καί βιαστικήν παρθενίαν, καί γηράζοντες, χωρίς νά ήµπορούν νά είπούν ότι έζησαν. Τόσον πλήθος, λέγω, ταλαιπώρων θνητών, όπού τά άφευκτα έλαττώµατα µιάς ζωής, παντάπασιν όκνηράς, φθείρουν τά ήθη τόσον πολίτων, οί όποίοι είς έλευθέραν πολιτείαν ήθελον ήτον οί τιµιώτεροι καί ένδοξότεροι πάντων, τέλος πάντων, τόσους δούλους, οί όποίοι δέν γνωρίζουν, ούτε έχουν πατρίδα. Πότε, παραδείγµατος χάριν, ό άθώος έφυλάχθη άπό τούς νόµους; Πότε έτόλµησεν κανείς άπό αύτούς νά φωνάξη µέ θάρρος έµπροσθεν όλων τών έχθρών του: «Ούχί! δέν σάς φοβούµαι, έγώ είµαι διαυθεντευµένος άπό τούς νόµους, οί όποίοι θέλει σάς τιµωρήσουν διά τήν συκοφαντίαν σας»; Ούδέποτε, άγαπητοί µου. Αύτοί δέν είδον κάν τό πρόσωπον τού κυρίου των, καί τρέµουσι είς κάθε προσταγήν του, χωρίς νά γνωρίσωσι τήν αίτίαν. Αύτοί λοιπόν, οί τόσον βδελυκτοί άνθρωποι, καί ένταυτώ τόσον άξιοι συµπονέσεως, φονεύονται καί αύτοί, καί όρµούσι κατά τών έχθρών. Βέβαια, µεγάλη είναι ή άναισθησία αύτών τών δούλων, καί ώφέλιµον είναι νά έρευνήσωµεν τάς αίτίας, διά νά µήν θαυµάζωµεν πλέον ούτε δι’ αύτούς. ‘Απεδείχθη άνωτέρω, ότι ό έλεύθερος άνθρωπος φονεύεται είς τόν πόλεµον έκουσίως διά δύο άφορµάς, διά εύγνωµοσύνην δηλαδή πρός τήν πατρίδα του, καί διά τιµήν καί δόξα τού γένους του, ήτοι τού έαυτού του. ‘Αλλά είς τούς δούλους άµφότερα δέν έχουν τόν τόπον τους, έπειδή ούτε πατρίδα, ούτε τιµήν έχουσιν οί ταλαίπωροι. Τήν πατρίδα των τήν έπώλησαν τής ίδίας άτιµίας, όπού είς τόν θρόνον εύρίσκεται, καί έξακολούθως αύτοί, ώ ‘Ελληνες, δέν ήµπορούσι νά έχωσι τήν άληθή τιµήν, ή όποία συνίσταται είς τήν κύρωσιν τών νόµων καί τών λοιπών συµπολίτων είς τάς κατά µέρος πράξεις τού καθενός’ είς αύτούς φθάνει ή κύρωσις µόνο τού τυράννου, διά νά καταστήση χρηστά τά πλέον βδελυκτά έργα. ‘Αλλη, λοιπόν, δέν είναι ή αίτία, όπού τούς παρακινεί νά θυσιάζωνται τόσον άνοήτως, είµή ό φόβος. ‘Η φύσις, άδελφοί µου, όπού έµφύτευσεν είς τάς καρδίας µας τήν

κλίσιν πρός τό βελτίον, ήτοι τήν έλπίδα, διά νά µάς φυλάξη άπό ένα άφευκτον καί γενικόν άφανισµόν, ώς άνωθεν είπον, µετά τής έλπίδος, ή ίδία φύσις, διά νά µήν µάς άποκαταστήση παντάπασιν άναισθήτους, µάς έδωσεν τήν ύποψίαν πρός τό χείρον, ήτοι τόν φόβον. ‘Ο µέν έλεύθερος, λοιπόν, ούτε έλπίζει, ούτε φοβείται είς τό ό,τι µέλλει νά πράξη, διότι είναι βέβαιος, καί πολλά βέβαιος, ότι, άν πράττη καλώς, ήτοι κατά τάς νοµικάς διαταγάς, βραβεύεται, καί άν πράττη έναντίον αύτών, παιδεύεται. ‘Αλλ’ ό δούλος έξ έναντίας, άπό µίαν ώραν είς άλλην, άπερνά άπό µεγάλας έλπίδας είς άκρον φόβον, όντας βέβαιος καί αύτός, καί πολλά βέβαιος, ότι ή καλώς, ή κακώς πράξη, ποτέ µέν βραβεύεται, ποτέ δέ θανατούται, ώσάν όπού είναι άδύνατον νά προΐδή τού τυράννου τήν θέλησιν, ή όποία µεταβάλλεται κάθε στιγµήν. Καθώς ούν ή έλευθερία άποκαταστεί τόν άνθρωπον γενναίον, ένάρετον καί φιλοπάτριδα, ούτως καί ή τυραννία τόν άποκαταστεί ούτιδανώτερον τών ίδίων άλόγων ζώων, καθώς κατωτέρω δειχθήσεται, καί τοσούτον οί δούλοι χάνουν τό άνθρώπινον λογικόν, όπού πάντοτε φοβούνται τό ό,τι δέν ήµπορεί νά τούς φοβίση. Πλήν, ή άναισθησία των τούς κρύπτει τήν άλήθειαν. ‘Ο τύραννος τρέµει, έπειδή αύτός µόνον γνωρίζει τήν καθαυτό άδυναµίαν µιάς άπολελυµένης άρχής, καί κάθε φοράν όπού βλέπει τούς τυφλούς δούλους του, βλέπει ένταυτώ τήν βρωµεράν ζωήν του νά κρέµαται άπό έν πτενόν ράµα, καί πάντοτε λέγει είς τόν έαυτόν του: «’Ε! άν αύτοί προφέρουν µίαν φοράν τό όχι, ή δύναµίς µου τελειούται.» Πλήν, µαταίως καί οί περισσότεροι άπό αύτά τά τωρινά τέρατα φοβούνται, ώσάν όπού οί δούλοι τους είναι τόσον κεχαυνωµένοι καί πεφοβισµένοι, όπού ούτε κάν γνωρίζουν πώς ύπόκεινται. Αύτός, λοιπόν, ό φόβος, ό στερεώτερος στύλος τής τυραννίας, αύτός, ώ ‘Ελληνες, όδηγεί τούς δούλους είς τόν πόλεµον. Καί, έπειδή όλοι οί δούλοι είς αύτόν παροµοίως ύπόκεινται, ούτως ό δεύτερος άκολουθεί τά βήµατα τού πρώτου, καί ό τρίτος τού δευτέρου µέχρι τού έσχάτου. ‘Υπάγουν, πολεµούσι, κοπιάζουν, φονεύονται, τέλος πάντων, χωρίς νά ήξεύρουν ούτε διατί έπήγαν, ούτε διατί δέν έπρεπε νά ύπάγουν. ‘Αν όµως ή άναισθησία των καί ό φόβος τούς φέρη είς τόν πόλεµον, ή δειλία, ώς άναγκαία έξακολούθησις τής δουλείας, εύθύς ξεσκεπάζει τόν χαρακτήρα των, καί ούτως πάντοτε βλέποµεν πολυάριθµα στρατεύµατα δούλων, όταν εύρίσκουσιν άνθίστασιν, εί καί παραµικράν, εύθύς νά φεύγουν. Οί δούλοι δέν κάµνουσιν άλλην φοράν, βέβαια, τό χρέος των καλλιότερα, παρά όταν φεύγουν. Καί διατί νά µήν φύγουν οί ταλαίπωροι; ‘Ισως διά τούς τρείς, ή τέσσαρες όβολούς, όπού ό τύραννός των τούς δίδει διά µισθόν; ή διά τόν φόβον τής άτιµίας; Αύτοί, καί νικηταί καί νικηµένοι, τόν µισθόν τους θέλουν τόν έχει, καί νικηταί καί νικηµένοι άτιµίαν δέν φοβούνται, ούτε τιµήν έχουν. ‘Η µήπως έχουν, τέλος πάντων, συγγενείς, φίλους καί πατρίδα, όπού νά τούς παρακινήσουν; Αύτοί οί δυστυχείς είναι άγορασµένοι άπό τόν τύραννόν τους, ώσάν τόσα βόδια ή άλογα. Φεύ! ώ άνυπόφορος έντροπή τής άνθρωπότητος! ‘Εως πότε ή φωνή τής φιλοσοφίας θέλει λαλεί τήν άλήθειαν µαταίως! ‘Εως πότε οί άνθρωποι νά άτιµάζουν τήν άνθρωπότητα! Οί δούλοι, ώ ‘Ελληνες, φυλάττουσιν είς τήν φυσιογνωµίαν των τά χαρακτηριστικά σηµεία τής δουλείας των, καί κάθε έλεύθερος µέ µεγάλην εύκολίαν

γνωρίζει τόν δούλον. ‘Η δειλία είναι τό πρώτον καί άφευκτον σηµείον είς αύτούς, ή όποία αύξάνει είς τάς ίδέας των κάθε παραµικρόν κίδυνον, καί κάθε δύσκολον έπιχείρηµα δι’ αύτούς είναι άδύνατον. ∆ιά τούτο, καί ό θαυµαστός τών ‘Αθηνών άρχιστράτηγος, γνωρίζοντας νά εύρίσκοντο µερικοί ξένοι δούλοι, καί δειλοί, άνάµεσα είς τούς έλεύθερους στρατιώτας του, καί µέλλοντας νά συγκροτήση τήν µάχην µετά τών έχθρών, ήθέλησεν νά έβγάλη αύτά τά έµπόδια άπό τό στράτευµά του, καί έπιχειρίσθη τόν άκόλουθον τρόπον: «’Οποιος άπό έσάς», τούς λέγει, «ώ στρατιώται, κατά τύχην άλησµόνησε κανένα πράγµα του είς τήν πόλιν, άς ύπάγη νά τό πάρη, καί έπειτα άς ξαναγυρίση», είς τρόπον όπού όλοι οί δειλοί µέ αύτήν τήν πρόφασιν άνεχώρησαν. Καί τότε αύτός έφώναξεν: «’Ιδού, συµπολίται µου, όπού είµεθα έλεύθεροι άπό αύτά τά βάρη. Οί άνανδροι έφυγον, καί ή νίκη είναι βεβαία διά ήµάς». Καθώς καί ήκολούθησεν. ‘Αν κανένας άρχιστράτηγος δούλων ήθελε κάµει τοιαύτην δοκιµήν είς τούς στρατιώτας του, βέβαια δέν ήθελεν έκχυθή αίµα µέ τελειότητα, ώσάν όπού όλοι ήθελαν έπιστρέψει είς τήν πολιτείαν. ‘Ο έλεύθερος όµως, ώ ‘Ελληνες, λέγει: «’Αν έγώ δέν διαυθεντεύσω τήν πατρίδα µου, ποίος θέλει διαυθεντεύσει έµένα; ‘Εγώ είς αύτήν έλπίζω τήν εύτυχίαν µου. ‘Εγώ είς τόν ναόν της ώρκίσθην, ένώπιον όλων µου τών άδελφών, νά άπεθάνω δι’ αύτήν, πώς νά γίνω έπίορκος; ‘Εγώ είς τήν γήν της έχυσα τούς ίδρώτας µου, πώς νά άφήσω τούς καρπούς της είς χείρας άλλοτρίων; ‘Εγώ, τέλος πάντων, είµαι έν µέρος τού όλου, πώς νά τό άσχηµίσω µέ τήν έλλειψίν µου; Τό χρέος µου είναι άπειρον πρός αύτήν, οί φίλοι µου µέ κράζουν, οί συγγενείς µου µέ βιάζουν, τά τέκνα µου µέ παρακαλούν, ή έλευθερία µ’ έγκαρδιώνει. Καί έγώ, νά µείνω άµέτοχος τών βραβείων, όπού τυχαίνουν είς τούς νικητάς; Νά χάσω έγώ τόν στέφανον τής δόξης διά δειλίαν καί άτιµον φιλοζωίαν; Τί είναι, τέλος πάντων, αύτός ό θάνατος, είµή ή ύστέρησις τής ζωής; ‘Αλλά, πώς ήµπορώ έγώ νά ζήσω, χωρίς πατρίδα; ‘Ισως είναι ή λύπη δι’ αύτήν τήν ύστέρησιν; ‘Αλλ’ ήθελεν είναι άνοησία, νά λυπήται τινάς διά ένα κακόν, όπού άκόµη δέν ήθελε τού συνέβη, καί όταν τού συµβαίνη ό θάνατος, τότε δέν είναι πλέον είς καιρόν νά λυπηθή. ‘Οθεν, έκατόν φοράς προκρίνω νά έκχύσω τό αίµα µου είς τήν όδόν τής δόξης καί είς διαυθέντευσιν τής πατρίδος µου, παρά νά τελειώσω τήν ζωήν µου είς τό κρεββάτι, όπού άποθνήσκει τινάς, διά νά είπώ ούτως, πρίν χάση τήν ζωήν του. ‘Ε! αύτή ή ζωή µου είναι έν δώρον της. ‘Εγώ έζησα ύποκάτω είς τούς νόµους της, έπια τά ύδατά της, έφαγα τούς καρπούς της. Πρέπει, λοιπόν, νά τήν διαυθεντεύσω, καί ώς θνητός, πλήν άληθής συµπολίτης, νά άποκαταστήσω έπωφελή καί τό ίδιον τέλος τής ζωής µου. ‘Η νίκη, ή ό θάνατος άς µέ στέψωσιν, καί άς φύγη µακρόθεν άπό έµέ κάθε δειλός στοχασµός. Ναί, πατρίς µου ίερά, έγώ τρέχω πρός διαυθέντευσίν σου, άµποτες νά άποδειχθώ εύγνώµων είς τάς χάριτάς σου καί νά συναριθµηθώ είς τόν κατάλογον τών διαυθεντευτών σου». Τοιουτοτρόπως, άδελφοί µου, όµιλεί ό έλεύθερος, όταν εύρίσκεται άρµατωµένος πρός διαυθέντευσιν τής πατρίδος του, καί τοιουτοτρόπως έκπληρούσιν οί έλεύθεροι τό χρέος των πρός τούς συµπολίτας των, πρός τήν πατρίδα των, πρός τούς συγγενείς των, καί πρός τούς φίλους των. Λέγω πρός τούς φίλους των, έπειδή ή φιλία, ύπό τής νοµαρχίας, είναι ένα άπό τά κυριώτερα µέσα τής άνθρωπίνης εύδαιµονίας. ‘Η τυραννία, ώ ‘Ελληνες, άνάµεσα είς τά τόσα καλά, όπού ύστερεί τής άνθρωπότητος, κατασταίνει πρός τούτοις καί τήν φιλίαν έν κτήµα έπικίνδυνον. ‘Η φιλία, άδελφοί µου, γεννάται άπό τήν όµοιότητα τών ήθών τε καί ίδεών δύο ύποκειµένων, καί αύτό άκολουθεί κατά τό µάλλον καί ήττον, είς τρόπον όπού θέλοντας ό ένας ό,τι θέλει καί ό άλλος, άγαπώνται

άµοιβαίως, καί τοιαύτην άγάπην ούδέν µέσον είναι ίκανόν νά τήν διαλύση, ούτε ή ίδία τυραννία δύναται νά σµικρύνη τήν δύναµίν της, άλλ’ έξεναντίας, καί ό καιρός καί ή άπουσία περισσότερον τήν στερεούσι, καί άσφαλεστέραν τήν άποκαθιστώσι. Αί δυστυχίαι τού ένός φίλου λογιάζονται ώς ίδιαι παρά τού άλλου, καί άµφότεροι χαίρονται είς τάς ξεχωριστάς των εύτυχίας. ‘Ο ένας κινδυνεύει τήν ζωήν του, διά νά έλευθερώση έκείνην τού φίλου του, ό άλλος έξοδεύει όλην τήν περιουσίαν του, διά νά φυλάξη τόν φίλον του, καί έν ένί λόγω, είς δύο άληθείς φίλους τά πάντα είναι κοινά, κατά τό ρητόν τού µεγάλου Πυθαγόρα. ‘Ω, πόσα παραδείγµατα µάς παρασταίνει ή ίστορία πρός τιµήν τής φιλίας, άπό τά όποία δέν ήµπορώ νά σιωπήσω τό άκόλουθον. Βασιλεύοντος ∆ιονυσίου τού Τυράννου είς Συρακούζην, έσυκοφαντήθη πρός αύτόπαρά τινος προδότου ένας ένάρετος άνθρωπος, ένωµένος µέ τούς ήδυτάτους δεσµούς µιάς είλικρινεστάτηςφιλίας. ‘Ο τύραννος ούν, κατά τήν συνήθειαν τών έπί θρόνου καθηµένων, καταδικάζει τόν άθώον είς θάνατον, καί δέν καταδέχεται ούτε κάν νά τόν ίδή, όχι δέ νά τόν άκούση. Μανθάνει ό άθώος τήν άπόφασιν, χωρίς έκπληξιν, ώσάν όπού έγνώριζε, ότι οί δούλοι ύπόκεινται είς τό νά χάσουν τήν ζωήν των είς κάθε στιγµήν, καί κατά τήν όρεξιν τού τυράννου. ∆έν λυπείται δι’ άλλο τι, είµή µόνον, ότι άφηνε τάς ύποθέσεις του είς άκραν άταξίαν. ∆ιό τρέχει πρός τόν τύραννον, καί µετά δακρύων τόν παρακαλεί, νά άναβάλη τόν καιρόν τού θανάτου του διά όλίγας ήµέρας, καί νά τού δώση τήν άδειαν νά ύπάγη είς τήν πατρίδα του, διά νά διορθώση τάς ύποθέσεις τού σπιτίου του, καί έπειτα µέ όρκον τού τάζει νά ξαναγυρίση, διά νά λάβη τόν θάνατον. ‘Ο τύραννος, λοιπόν, τού άπεκρίθη, ότι ήθελε τού κάµει τοιαύτην χάριν, πλήν ύπωψίαζε, µήπως δέν ήθελεν έπιστρέψει, καί διά τούτο άν ήθελε τού προσφέρει ένα έγγυητήν – τόν όποίον νά ήθελε θυσιάσει, άν αύτός ήθελε τόν ήπατήσει – τότε ήθελε τού δώσει τήν άδειαν. ‘Ακούσας δέ ό φίλος του αύτά, εύθύς τρέχει πρός τόν τύραννον, καί µετά χαράς τού λέγει, δεικνύοντας τόν έαυτόν του: «’Ιδού ό έγγυητής του. ‘Εγώ µένω είς φυλακήν, έως είς τήν έπιστροφήν τού φίλου µου, καί είµαι έτοιµος νά θυσιασθώ είς έλλειψίν του». Τότε ό τύραννος έπροσδιώρισεν τήν ήµέραν, έως είς τήν όποία ήθελε τόν προσµείνει, καί παραχρήµα ό µέν πρώτος άνεχώρησεν, ό δ’ άλλος έβάλθη είς φυλακήν. Καθείς ήµπορεί νά ίδεασθή τήν χαράν τής εύγνωµοσύνης καί τής εύπραξίας, όπού άµφότεροι αίσθάνθησαν. ‘Επήγεν, λοιπόν, είς τό όσπίτιόν του καί µετά πάσης σπουδής έδιώρθωσε τάς ύποθέσεις του, δίδοντας δέ τόν ύστερινόν άσπασµόν είς τήν σύζυγόν του καί τέκνα του, ταχέως έπέστρεφεν πρός τόν τύραννον, καί έφθασεν πρίν τού τέλους τής προσδιωρισµένης ήµέρας. ‘Αλλ’ ό τύραννος, βλέποντας τοσαύτην έµπιστοσύνην, τρόπον τινά έκινήθη είς σπλάγχνος καί τούς ήλευθέρωσεν άµφοτέρους. ‘Ιδού, ώ άγαπητοί µου, πόσον δύναται νά πράξη ή φιλία, όταν εύρίσκεται όντως ριζωµένη είς τάς καρδίας δύο ύποκειµένων. Στοχάζεσθε, ίσως, νά είχον αύτοί οί δύο φίλοι καρδίας δούλων; Ούχί, ώ ‘Ελληνες! Αύτοί έφρονούσαν έλευθέρως, καί µόνον ύπόκειντο είς τόν τύραννον, καθώς τήν σήµερον άκολουθεί είς τούς περισσοτέρους τού γένους µας. Πώς είναι δυνατόν νά άνθίση τοιαύτη φιλία είς σκλαβωµένας καί δούλας ψυχάς; Οί δούλοι, ώ ‘Ελληνες, άν καί κατά συµβεβηκός συµφωνήσουν είς µερικάς ίδέας των, δέν ήµπορούν ποτέ νά συµφωνήσουν είς τόν κυριώτερον σκοπόν τού άνθρώπου, δηλαδή είς τήν άρχήν τής εύτυχίας των, ώσάν όπού

καθείς άπό αύτούς, εύρισκόµενος είς µίαν παντοτινήν άβεβαιότητα, φυλάττει καθείς ξεχωριστόν τρόπον είς τό νά ζή, καί έξακολούθως προσπαθεί διηνεκώς νά διαφθείρη τήν διαγωγήν του, καί νά τήν παροµοιάζη µέ τήν θέλησιν τού τυράννου, έπειδή τό πάν κρέµαται άπό αύτό τό βρωµερόν τέρας. ‘Οθεν, όποιος εύτυχεί, άγνοεί τό αίτιον, καθώς καί όποιος δυστυχεί. Ούχί δέ ύπό τής νοµαρχίας άκολουθεί ούτως. ‘Αλλ’ άπαξάπαντες ποθούσιν έν καί τό αύτό πράγµα, ήγουν τήν άκριβή διατήρησιν τών νόµων, έξ ήν πηγάζει ή εύτυχία πάντων, καί διά τούτο, άν διαφέρουσι είς άλλας των ίδέας, είς τόν άναγκαιότερον όµως σκοπόν όµογνωµούσιν άπαντες. ‘Ας έπανέλθωµεν λοιπόν είς τό προκείµενον. ‘Εχοντες όλοι οί έλεύθεροι άνθρωποι τήν ίδίαν ζέσιν καί άγάπην είς τήν διοίκησίν τους, όταν ή χρεία τό καλή, όλοι όµοθυµαδόν τρέχουσι είς διαυθέντευσιν τής πατρίδος των, ήτοι τών νόµων των καί τής εύτυχίας των. Οί δούλοι δέ εύρισκόµενοι πάντοτε άσύµφωνοι, κανείς δέν ήµπορεί νά διαυθεντεύση τήν πατρίδα του, έκουσίως καί µέ πόθον, νοµίζοντές την έν άλλότριον κτήµα, καί διά τούτο πάντοτε νικώνται. Είς αύτούς, άγαπητοί µου, λείπει τό κυριώτερον µέσον διά τήν νίκην, τούς λείπει, λέγω, ή όµόνοια, έπειδή, ώς προείπον, δέν έχουν όλοι τόν ίδιον σκοπόν, καί έν καιρώ βίας, ό δούλος δέν στοχάζεται δι’ άλλο, είµή µόνον καί µόνον διά τόν έαυτόν του, καί είς τόν έαυτόν του µόνον εύρίσκει καί πατρίδα, καί συγγενείς, καί φίλους, καί τέλος πάντων τήν εύτυχίαν του. Καί µήν ήµπορώντας νά έλπίζη είς άλλο τι, ούτε δι’ άλλο τι τόν µέλει, παρά διά τόν έαυτόν του, καί ούτως άκολουθεί: όπου δούλοι, έκεί καί άσυµφωνία, όπου δέ άσυµφωνία, έκεί καί όλεθρος. Οί τύραννοι, ώ ‘Ελληνες, µέ τό νά γνωρίζουν τήν άφ’ έαυτών των άδυναµίαν, πάντοτε έπροσπάθησαν διά µέσου τής άσυµφωνίας, νά κυριεύουν καί τυραννούν τήν ταλαίπωρον άνθρωπότητα, καί πάντοτε διά µέσου αύτής έπέτυχον τού σκοπού των. ‘Η άσυµφωνία, βέβαια, είναι ένα άλάνθαστον προγνωστικόν σηµείον δουλείας. Πολλά εύκόλως, ώ ‘Ελληνες, νικείται ένας άσύµφωνος έχθρός. ‘Οσον δυνατός καί νά είναι, έπειδή αύτή τόν διαµοιράζει, διά νά είπώ ούτως, είς τόσους µικρούς έχθρούς, καί ή δύναµίς του έξακολούθως έλαττούται. Καθώς έπί παραδείγµατι οί δάκτυλοι τής χειρός, οί όποίοι κινούµενοι όλοι µαζί, έχουσιν άσυγκρίτως µεγαλειτέραν δύναµιν, παρά άπ’ ό,τι ήθελεν έχει ό καθείς κατά µέρος. ‘Η όµόνοια, λοιπόν, είναι καί αύτή µία έξακολούθησις τής έλευθερίας, καθώς καί ό έρως τής πατρίδος, καί πάντα τά θαυµάσια καί χρηστά έργα. Πρός τούτοις, είς τάς έλευθέρας πολιτείας, µόνον, φυλάττεται σώα ή άληθής καί γλυκεία είκών τού γάµου, ή όποία είς τήν φυσικήν ζωήν έλειπε, καί είς τήν δουλείαν κατεστάθη τό άχρειέστερον πράγµα τού κόσµου. Οί πατέρες άµφιβάλλουν διά τά ίδιά των τέκνα, καί αύτά άγνοούσι τούς άληθείς γεννήτοράς των. Πού άναισχύντως αί γυναίκες προστάζουσι τούς άνδρας, καί πού άσπλάγχνως οί άνδρες τυραννούσι τάς συζύγους των, πού ό γάµος έκτελείται ό ύστερος, καί πού συζεύγονται δύο, όπού ποτέ δέν ώµίλησαν µαζί. ‘Αλλά, ποτέ δέν ήθελα τελειώσει, άν ήθελα περιγράψει καταλεπτώς τών διαφόρων ύποδουλωµένων λαών τάς άσελγείας καί κακάς πράξεις, αί όποίαι διαφέρουσι άλλήλων, ώς καί αί τυραννίαι διάφοροι άποκαθίστανται άπό τάς περιστάσεις, δηλαδή άπό τά πρώτα ήθη τού ύποδουλωθέντος λαού, άπό τό κλίµα, άπό τήν ποσότητα τών κατοίκων, άπό τήν µεγαλειότητα τής έπικρατείας καί άπό µύρια άλλα αίτια, όπού δέν άναφέρω, χάριν συντοµίας. Οί δούλοι, ώστόσον, ή άπό µίαν άκραν άδιαφορίαν, ή άπό άτιµον σκοπόν, ή άπό βίαν, ή άπό φιλαργυρίαν, ή άπό µόνην φιλαυτίαν, παρακινούνται καί ύπανδρεύονται, καί βέβαια, κανείς άπό αύτούς δέν λαµβάνει γυναίκα, µέ τό ίδιον τέλος, όπού οί προπάτορές µας τό έκαµνον. Οί έλεύθεροι γονείς έπρόσµεναν µέ

χαράν νά άποκαταστήσουν έντελή τήν εύτυχίαν τών τέκνων των, καί οί νέοι έλάµβανον τάς νέας διά συζύγους των, είς τήν ήλικίαν, όπού ή ίδία φύσις προσδιορίζει. ‘Αλλά φεύ! ό δούλος, ό έξηκοντούτης λέγω δούλος, λαµβάνει διά γυναίκα µίαν δεκαπενταετή κόρην, ή µία γραία ύπανδρεύεται ένα νέον, καί ούτως άρχινά ή δυστυχία των καί τά βάσανά των, άπό τήν ήµέραν τού γάµου, µέχρι τέλους τής ζωής των. Οί ‘Ελληνες, είς τούς άπερασµένους αίώνας, έπροσπαθούσαν νά έπιτύχουν, είς τούς νυµφίους, συµφώνως τούς στοχασµούς των, τάς ίδέας των, τά ίδιώµατά των, καί τήν ήλικίαν των, οί ‘Ελληνες δέ τών παρόντων αίώνων, είς τά χρήµατα µόνον άτενίζουσιν ή µόνον είς τά κάλλη, καί πολλοί άπό αύτούς είς άλλοτρίαν γήν, καί άλλογενείς λαµβάνουν διά γυναίκας – περί ήν κατωτέρω ρηθήσεται. Τότε τά τέκνα ήτον γλυκεία έλπίς τών γεννητόρων, νύν δέ πρόξενος βασάνων καί άδηµονιών (1). Μάλιστα δέ είς τήν … ‘Η έλευθέρα µήτηρ έθήλαζε τά ίδια τέκνα της µόνη της καί µέ άκραν χαράν, άλλ’ ή διεφθαρµένη δούλη τής Γαλλίας, ή καί τής’Ιταλίας, καί µερικαί ψευδαρχόντισσες τής Κωνσταντινουπόλεως ‘Ελλάδα, όπού οί νέοι µόλις φθάνουν είς τήν ποθουµένην ήλικίαν τής νεότητος, είς στήν όποίαν ήµπορούν νά ώφελήσουν τούς γονείς των, καί νά τούς άνταµείψωσι διά τάς χάριτας, όπού παρ’ αύτών έλαβον, ή άνάγκη εύθύς τούς ξεχωρίζει, καί πολλάκις διά παντός, άπό τούς γεννήτοράς των, τούς συγγενείς των καί τούς φίλους των, διά νά τούς έκθέση είς τάς καταδροµάς τής τύχης, είς τούς έλέγχους τών βαρβάρων, καί τέλος πάντων είς άνυπόφορον κακόν γήρας είς άλλοτρίαν γήν. ‘Ιδού, ίδού λοιπόν, ώ ‘Ελληνες, είς τί µάς έφερεν ή δουλεία, καί είς όποίαν άθλίαν κατάστασιν έκαταντήσαµεν. Εύκόλως ήµπορείτε νά καταλάβητε τώρα, ώ ‘Ελληνες, πόσον είναι τό χρέος τών έλευθέρων λαών είς τό νά διαυθεντεύσωσι τήν πατρίδα των, καί έξακολούθως πόσον εύχαρίστως τό έκπληρούσι. ‘Αφού όµως συντρίψετε τάς άλύσους σας, τότε θέλετε αίσθανθή, άγαπητοί µου, καί εύκολώτερα καί καλλιότερα, τήν δύναµιν, όπού έχει ή έλευθερία είς τάς καρδίας τών άνθρώπων. ‘Εγώ δέ, σιωπώντας κάθε άποδεικτικήν διήγησιν, τελειώνω µέ τό άκόλουθο παράδειγµα. Εύρισκόµενος ένας στρατιώτης, λέγει ό άξιάγαστος Πλούταρχος, είς τήν µάχην, καί άφού νίκησαν τόν έχθρόν, έτρεξεν νά έµποδίση τό πλοιάριον είς ένα ποταµόν, όπου ήθελε νά διέλθη ό άρχιστράτηγος τών … λεως, µόλις καταδέχονται νά τών όµιλήσουν, καί σιχαίνονται νά τά άσπασθώσι. Πολλαί άπό αύτάς ούτε κάν γνωρίζουσι τά τέκνα των, έπειδή, εύθύς όπού τά γεννώσι, τ’ άρπάζει µία ξένη δούλη, καί άπό αύτήν τά µεταφέρουν είς τά φροντιστήρια, ή µάλλον είπείν κολαστήρια, άπό τά όποία δέν έβγαίνουν, είµή µετά δεκαπέντε χρόνους. Πώς λοιπόν, νά µήν παύση είς τούς νέους ή πρός τούς γονείς των άγάπη, ή όποία γεννάται µόνον άπό τήν καλοποιίαν; Αί τοιαύται µητέρες, όταν ένθυµώνται µόνον τά όνόµατα καί τό γένος τών τέκνων των, είναι άρκετόν, µάλιστα περισσόν. άντικειµένων, καί φθάνοντάς το τό ήρπασε µέ τήν δεξιάν του χείρα, διά νά τό βαστάξη, έως νά έλθουν οί συµπολίται του, άλλ’ οί έχθροί άπό τό πλοίον τού τήν

έσύντριψαν, αύτός δέ παραχρήµα έκτείνει τήν άριστεράν καί έπαθε τό ίδιον. Τότε, ώς λέων, ώρµησε µέ τούς όδόντας νά τό άρπάση, καί εύθύς τόν άποκεφάλισαν. ‘Ω! πόσον, πόσον ζήλον ή πατρίς είχεν έµφυτεύσει είς τήν καρδίαν έκείνου τού ήρωος! Καί πόσον άπέδειξεν έµπράκτως τήν εύγνωµοσύνην του πρός αύτήν!

ΒΙΒΛΙΟ ∆ΕΥΤΕΡΟ : ΤΥΡΑΝΝΟΙ ΚΑΙ ∆ΟΥΛΟΙ ‘Αναγκαίον µοί φαίνεται, άγαπητοί µου, τώρα, όπού έκαταλάβητε τό πόσον χρέος έχει ό έλεύθερος νά διαυθεντεύη τήν πατρίδα του, καί πόσον εύχαρίστως τό έκτελεί, νά σάς φανερώσω έν συντόµω, τίνι τρόπω καί οί έλεύθεροι λαοί ύποδουλώνονται, καί πόσον δύσκολος είναι ή έπανόρθωσις τινών, πόσον δέ εύκολος άλλων. ‘Αλλά, διά νά έννοήσωµεν τήν ύπόθεσιν καλλιότερα, άς έρευνήσωµεν πρότερον τάς αίτίας τοιαύτης µεταβολής, καί βέβαια, θέλει µάς εύκολυνθή ή κατάληψίς της. Βέβαια, φαίνεται νά είναι µία άναγκαία έξακολούθησις τής ύπάρξεως τού παντός αύτή ή παντοτινή µεταβολή καί άκαταστασία όλων τών άνθρωπίνων έργων, ή όποία µάς άποδεικνύει τήν άτελειότητά µας, καί είναι φανερά ή αίτία! Πώς δύναται νά έβγη έκ τού άτελούς τό έντελές; Πώς ήµπορεί ό άδύνατος καί περιωρισµένος µας νούς, νά έφεύρη καί νά κατορθώση πράγµατα σταθερά καί έντελή; ‘Αφευκτος, λοιπόν, είναι ή άτελειότης καί άκαταστασία είς τά άνθρώπινα πράγµατα, διά τούτο, ώς πρός ήµάς, όσα όλιγοτέραν άτελειότητα φυλάττουσι, ώς έντελή νοµίζονται, καί έξ έναντίας, µήν όντας έντελές ούδέν, δέν εύρίσκεται έξακολούθως πράγµα, όσον καλόν καί άν είναι, όπού νά µήν ύποθέτεται έν καλλιότερον άπό αύτό, καί όσον έντελές νά φαίνεται, νά µήν εύρίσκη τινάς είς αύτό διαφόρους άτελειότητας. ‘Η νοµαρχία λοιπόν, άγκαλά καί νά είναι, ώς άπεδείχθη, ή καλλιοτέρα διοίκησις, καί µόνη πρόξενος τής εύτυχίας µας, µ’ όλον τούτο, καί αύτή έχει τά έλαττώµατά της, ώς έργον άτελούς ποιήµατος, δηλαδή ώς άνθρώπινον έργον, καί ούτως, άφού διέλθη τήν νηπιότητα, τήν νεότητα, τήν άνδρότητα, τέλος πάντων γηράζει καί άπεθαίνει. Αύτή ή διοίκησις ήµπορεί νά παροµοιασθή είς ένα πύργον ύψηλόν καί περίφηµον, ό όποίος, όταν κτισθή άπό άρχιτέκτονα άξιον βέβαια, βαστάται καί µένει σώος διά πολλούς αίώνας, άλλά πρέπει καί αύτός νά ύποκύψη είς τόν άφευκτον νόµον τού καιρού, καί πρέπει άφ’ έαυτού του νά γκρεµνισθή. ‘Αλλά, πολλάκις, τό συµβεβηκός προλαµβάνει. ‘Ενας σεισµός, παραδείγµατος χάριν, έν ροπή όφθαλµού καταδαφίζει αίφνιδίως τό πλέον στερεόν κτίριον! ή τό πέσιµον άλλου τινός πύργου, γκρεµνίζει καί αύτόν, ή τέλος πάντων ή πυρκαΐά. Ούτως, άδελφοί µου, καί ή νοµαρχία ύποδουλώνεται άπό τούς γείτονάς της, όταν αύτοί πρώτον ύποδουλωθώσι, ή άπό κανένα τύραννον, όπού νά έλθη µέ µεγάλας δυνάµεις νά τήν κυριεύση. Τότε, άγαπητοί µου, καθώς ό πύργος γίνεται ένας σωρός άπό καταχαλάσµατα, ούτως καί ή νοµαρχία µεταβάλλεται είς µοναρχίαν, ήτοι τυραννίαν (1).

‘Από τούτο τό παράδειγµα ήµπορούν, κατά τό παρόν, νά θαυµάζουν όλιγότερον τινές, όπού έρωτώσι, διατί αί µοναρχίαι βαστούν περισσότερον καιρόν, άπό τάς πολιτοκρατίας; ∆ιότι, ή µέν νοµαρχία είναι ώς πύργος, ό όποίος ή κατά συµβεβηκός, ή άπό πολυχρονιότητα πρέπει νά πέση, άλλ’ ή µοναρχία, ούσα ώς ό σωρός Τώρα λοιπόν, όπού έβεβαιώθηµεν διά τήν άφευκτον µεταβολήν τών διοικήσεων, άκούσατε πρώτον, παρακαλώ, πότε είναι δύσκολος ή έπανόρθωσις µιάς ύποδουλωµένης νοµαρχίας, καί έπειτα θέλω σάς φανερώσει τό πότε είναι εύκολος. Τό πρώτον θανατηφόρον σύµπτωµα, διά νά είπώ ούτως, µιάς έλευθέρας πολιτείας, όπού πλησιάζει είς τό τέλος της, ήτοι είς τήν δουλείαν, άπό τήν όποίαν δυσκόλως ήµπορεί νά ξανέβγη, είναι ή διαφθορά τών ήθών, άφού, λέγω, ό καιρός καί ή πολυτέλεια άδυνατίσουν τήν ένέργειαν τών νόµων, τότε άρχίζει τό µέγα κτίριον νά τρέµη, καί ή πολιτεία βαδίζει πρός θάνατον. Παύει, παραχρήµα, έκείνη ή άδελφική άγάπη, όπού πρότερον ένωνε είς έν όλους τούς συµπολίτας, καί είσέρχεται είς τόν τόπον της ή διχόνοια, µία άλλεπάλληλος δυσπιστία, ό φόβος τέλος πάντων. Εύθύς γεννάται είς τάς ψυχάς τών συµπολίτων µία γενική έπιθυµία άρχής. Ούτε πλέον στοχάζονται πατρίδα, ούτε δόξαν, ούτε τιµήν, άλλά καθείς φοβούµενος νά µήν είναι δυναστευµένος, θέλει νά δυναστεύση, καί τότε οί άρχηγοί, άρπάζοντες τούς νόµους είς τάς χείρας των, ίσως χωρίς νά τό καταλάβουν, παραχρήµα ό λαός γίνεται δούλος, καί αύτοί τύραννοι. Καί ίδού ή όλιγαρχία. ‘Αλλ’ άνάµεσα είς αύτούς τούς άρχοντας εύθύς εύρίσκεται ένας, ό πονηρότερος, ό όποίος, δυναστεύοντας τούς λοιπούς, ύψώνεται είς τόν θρόνον καί γίνεται µονάρχης, ήτοι τύραννος, καί ίδού ή µοναρχία, ήτοι τυραννία. ‘Η τυραννία, άγαπητοί µου, άλλο δέν είναι, παρά µία άνεξάρτητος καί άπολελυµένη άρχή ένός πρός τούς τών γκρεµνισµάτων, βέβαια ήθελε µείνει πάντοτε ή αύτή, άν τινες δέν τήν ξαναορθώσουν, καθώς, άν δέν ξανακτίσουν τόν πύργον, µένει πάντοτε ό σωρός. άλλους, καί διά τούτο είς ούδέν διαφέρει ή µοναρχία άπό τήν τυραννίαν. ‘Αλλά, τήν σήµερον, όπού τά έννέα δέκατα τής οίκουµένης είναι δούλα, καί ύπό τυραννίας βασανίζονται, δέν κρίνω τόσον άναγκαίον νά περιγράψω καταλεπτώς τήν ίδιότητά της, µάλιστα είς έσάς, ώ ‘Ελληνες, όπού έντός όλίγου περί τών όθωµανών θέλω όµιλήσει. ‘Οθεν, µόνον έν συντόµω, θέλω άναφέρει τι δι’ αύτούς, όπού τήν σήµερον όνοµάζουν βασιλέας έναρέτους καί πεπολισµένους. Αύτοί, ώ ‘Ελληνες, διά µέσου τής θρησκείας καί τών νόµων, έκτελούσι τά όσα ή κακία τους τούς διδάσκει, καί είς άλλο δέν διαφέρουσιν άπό τή όθωµανικήν τυραννίαν, είµή µόνον ότι προσποιούνται. Αύτοί, άδελφοί µου, άδικούσι, κλέπτουσι, άρπάζουσι, καί θανατώνοσι, πλήν τά πάντα άναφέρουσιν είς τούς νόµους, τούς όποίους αύτοί µόνοι τους συνθέτουσι, αύτοί ένεργούσι, καί αύτοί δέν ύπακούουσι. ‘Ω, πόσον είναι βέβαιον, ότι ή άνεξάρτητος έξουσία άφανίζει καί τόν πλέον ένάρετον άνδρα! (1) ‘Αν, κατά συµβεβηκός, άγαπητοί µου, εύρεθή καί κανένας άπό αύτούς τούς βασιλείς, δέν λέγω δίκαιος καί ένάρετος, έπειδή ήθελεν κατέβη παρευθύς άπό τόν θρόνον, άλλ’ όπωσούν καλής διαθέσεως, άφού δι’ όλίγον καιρόν δέν άπαντήση άνθίστασιν είς τά προστάγµατά του, άποκαθίσταται καί αύτός όµοιος τοίς λοιποίς. ‘Ο θρόνος, άδελφοί

µου, άλλάζει τήν φύσιν, διά νά είπώ ούτως, τού έπ’ αύτόν καθηµένου, καί ένθυµηθήτε το, ότι όποιος δέν άκούει ποτέ τό όχι, σπανίως τού τυχαίνει τό 1. Οί λαοί τού παρόντος αίώνος έσυνήθισαν τόσον νά είναι δούλοι, όπού χωρίς νά τροµάζουν είς τό νά έξεύρουν, ότι ό µονάρχης ήµπορεί νά κάµη ό,τι θέλει, εύχαριστούνται µόνον νά έπαινώσι έκείνους, όπού δέν πράττουσι όσα κακά ήµπορούσι. ναί. Καί κάθε τύραννος νοµίζει διά χρέος άπαραίτητον τών δούλων του τό νά ύπακούεται. ‘Η ίστορία, καλλιότερα άπό κάθε άλλον, µάς παρασταίνει τό τί είναι οί τύραννοι. ‘Ο ∆ιονύσιος, τύραννος τής Συρακούζης, έφόνευσεν ένα πολίτην, διά νά είδεν είς τό όνειρόν του, ότι είχε σκοπόν νά φονεύση τόν τύραννον, οί νύν δέ τύραννοι, οί λεγόµενοι βασιλείς, θανατώνοσιν έκείνους, τών όποίων ή φυσιογνωµία δέν ήθελεν τούς άρέσει! ‘Ας µήν θαυµάσουν είς αύτό µερικοί, όπού άγαπούσι νά τούς διαυθεντεύωσι, άλλ’ άς είδοποιηθώσι πρότερον, διά τά όσα κάθε στιγµήν άκολουθούν είς τάς βασιλικάς αύλάς, καί έπειτα, άς άµφιβάλλουν, άν ήµπορούν, είς τά πληµµελήµατα καί άδικίας αύτών τών τεράτων. Αύτοί, διά παραµικράς αίτίας, καί συχνάκις διά µίαν βάρβαρον όρεξίν τους, άποφασίζουν τόν θάνατον τόσων χιλιάδων ύπηκόων, κηρύττοντες τόν πόλεµον άναµεταξύ των. Αύτοί δέν ψηφούσι ούτε φιλίαν, ούτε συγγένειαν, καί σπανίως ένας βασιλεύς άνεβαίνει είς τόν θρόνον, χωρίς νά πατήση πρότερον τά λείψανα τών συγγενών του ή τών προγόνων του (1). ‘Ω, πόσον ήθελε τροµάξει κάθε αίσθαντικός άνθρωπος, όπού βλέπει τά βασιλικά παλάτια, τά όποία άπό τό έξω µέρος φαίνονται τόσον λαµπρά καί ζωγραφισµένα, άν ήθελεν ίδεί µέ τήν ίδίαν εύκολίαν έκείνους, όπού τά κατοικούσι, είς τήν άληθή στάσιν τής καρδίας των καί τής διαθέσεώς των. ‘Ω, πόσον ήθελεν κλαύσει διά τήν δυστυχίαν τού άνθρωπίνου γένους, βλέποντας 1. Ποίος φονεύει τόν άδελφόν του, διά νά τού άρπάση τό σκήπτρον. Ποίος φονεύεται παρά τής συζύγου του, ή όποία θέλει νά βασιλεύση µόνη της. ‘Αλλος φαρµακεύει τόν πατέρα του, καί άλλη τά ίδια τέκνα της θανατώνει. τόσα πλήθη άνθρώπων, νά προσµένωσι τήν εύτυχίαν των άπό µερικά τέρατα, όπού είς άλλο δέν έπιµελούνται, είµή µόνον είς τό νά εύχαριστήσουν τάς σαρκικάς των έπιθυµίας καί άλόγους όρέξεις των! Πόσον ήθελαν µετανοήσει, όσοι νοµίζουσιν, ότι οί βασιλείς έπιµελούνται διά τό καλώς έχειν τών λαών των, θεωρώντες τους δεδοσµένους είς παντοτινάς τρυφάς! ∆ιατί δέν στοχάζονται οί µοναρχολάτραι, ότι καί κατά φυσικόν τρόπον δέν είναι δυνατόν ένας βασιλεύς νά ήµπορέση κατά χρέος νά όδηγήση τά πάντα; Πώς, άγαπητοί µου, ένας άµαθής καί όκνηρός νά έκτελέση όλα έκείνα, όπού είς τάς έλευθέρας πολιτείας τόσοι ένάρετοι καί άξιοι πολίται, προσπαθούντες όλοι µαζί διά τό κοινόν όφελος, καί διά τήν άκριβή διατήρησιν τών νόµων, όχι όλίγας φοράς σφάλλουσι; Πώς νά ύπακούση είς τούς νόµους έκείνος, όπού όρίζει, πρίν γεννηθή; Καί πώς νά διοικήση όρθώς ό παραβάτης τών νόµων; Πώς νά γνωρίση τό χρέος του έκείνος, όπού άνετράφη είς τόν κόλπον τής όκνηρίας καί τής κολακείας; Πού περισσεύει καιρός τού µονάρχου, νά στοχασθή διά τήν εύτυχίαν τού λαού του (1); Πώς λοιπόν, πώς τάχατες νά διοική αύτός, όπού 1. Αύτός έξυπνά τό µεσηµέρι, σηκώνεται είς τήν µίαν ώραν, έξοδεύει άλλην µίαν διά νά προγευθή, άλλη µία χρειάζεται διά νά τόν ένδύσουν, είς τάς τρείς τόν φέρουν είς τήν περιδιάβασιν, είς τάς πέντε έπιστρέφει είς τό γεύµα, καί µένει έως είς τάς έπτά.

‘Αλλην µίαν ώραν, βέβαια, τήν έξοδεύει διά νά πάρη τόν καφφέ, καί νά είπή µερικά ξυλολογήµατα, είς τάς όκτώ ξαναεβγαίνει είς περιδιάβασιν, είς τάς έννέα ύπάγει είς τό θέατρον, είς τάς δώδεκα έπιστρέφει είς τό παλάτιον, καί δειπνεί έως είς τάς δύο, έπειτα κοιµάται έως είς τό µεσηµέρι. ‘Ισως τινάς µού άποκριθή, ότι καθηµερινώς αύτά δέν άκολουθούν, άλλ’ άς στοχασθή πρότερον, ότι έγώ δέν άνέφερα τά έλαττώµατά των άκόµη. Πού τά παιγνίδια; Πού ό έρως; Πού ποτέ δέν στοχάζεται είς τήν διοίκησιν; ‘Ε, πολλά εύκόλως, άδελφοί µου. Αύτός έκλέγει, ή εύρίσκει έκλεγµένον έναν άλλον παράσιτον κόλακα, τού όποίου δίδει όλην τήν έξουσίαν. ‘Αλλά καί αύτός, έχοντας διπλά τά έλαττώµατα, ώς δούλος δηλαδή καί ώς κύριος, δέν ήµπορεί ούτε αύτός νά διοική µόνος του. ‘Οθεν, κατά τό παράδειγµα τού κυρίου του, έκλέγει καί αύτός έδικούς του ύποδιακόνους, καί ούτως ή άρχή διαµοιράζεται είς τόσους δούλους µισθωτούς, οί όποίοι, διά νά κερδίσουν τά άτακτα καί άναρίθµητα έξοδα, όπού τούς χρειάζονται, πωλώσι τήν δικαιοσύνην, καί τυραννούσι τόν ταλαίπωρον λαόν, όσον περισσότερον δύνανται. Είναι άδύνατον, λοιπόν, ένας λαός νά άγαπήση ποτέ τόν τύραννόν του, άλλ’ ό τύραννος, άδελφοί µου, έξ άνάγκης πρέπει νά µισή τούς δούλους του, έπειδή γνωρίζει άρκετώς, ότι οί δούλοι δέν ήµπορούν νά άγαπήσουν τόν κλέπτην, τόν φανερόν άρπαγα τής έλευθερίας των. ‘Αλλά διατί, καί πώς ένας µόνον άνθρωπος, πολλάκις άµαθέστατος καί άναξιώτατος, πάντοτε δέ θηριώδης, άσπλαγχνος, καί σκληρός, καθώς είναι ό τύραννος, νά βαστά ύπό τής θελήσεώς του, τόσας χιλιάδας άνθρώπων, χωρίς άλλην δύναµιν, ούτε άρµατα άλλα, είµή µόνον έκείνα τής τυραννίας, καί τόσον πλή τό κυνήγι; Πού οί χοροί; Πού αί άκαδηµίαι τής µουσικής; Πού αί άδιάκοποι συναναστροφαί; Πού τόσα καί τόσα άλλα έφευρέµατα τής όκνηρίας καί βαρβαρότητος; Πού τά συχνά συµπόσια; Καί πώς είναι δυνατόν νά παραιτήση αύτός τόσα καί τόσα άγαθά, διά τόν ένοχλητικόν καί βαρύτατον στοχασµόν τής διοικήσεως; ‘Αφήνω πρός τούτοις κάθε στοχασµόν, όπού ώς άνήρ πρέπει νά έχη διά τήν σύζυγόν του καί ώς πατήρ διά τά τέκνα του, έπειδή τοιαύται ύποθέσεις δι’ αύτόν είναι πολλά µικροπρεπείς, καί ή µεγαλιότης του τόν διορίζει νά έκλέξη ένα µοιχόν δι’ αύτήν, καί ένα νόθον πατέρα δι’ αύτά. θος ύπηκόων, όπού τόν µισεί, έπιθυµεί τόν θάνατόν του, καί είναι τέλος πάντων έχθρός του, νά ύπόκειται, νά ύπακούη, καί άναισθήτως νά άγωνίζεται, διά νά αύξήση την σκλαβίαν του, χωρίς νά τολµή κανείς, νά φονεύση έν τέρας, ένα µωρόν, άνανδρον καί ούτιδανώτατον άνθρωπον, καθώς, έξ άνάγκης, πρέπει νά είναι ό τύραννος; ∆ιατί, τέλος πάντων, δέν σείουν τόν βαρύτατον ζυγόν τής δουλείας των; ‘Ε, ‘Ελληνες! ή ίδία βαρύτης είναι τό αίτιον τής άδυναµίας των, καί άλλοίµονον είς έκείνον τόν λαόν, όπού ήθελεν εύρεθή ύπό τοιαύτης τυραννίας. Αύτός κεχαυνώνεται τόσον, όπού χάνει τήν δύναµιν τού στοχασµού. ‘Οθεν, καί δυσκόλως έλευθερώνεται, έπειδή δέν γνωρίζει τήν δυστυχίαν του, καί µόνον ό καιρός ήµπορεί νά τούς έτοιµάση τήν έλευθερίαν τους. Τοιούτοι λαοί, άδελφοί µου, άν κατά τύχην έκβάλλουν ένα, είς άλλον τύραννον ύπόκεινται, καί πάντοτε µένουν δούλοι. Αύταί αί τυραννίαι, ώ ‘Ελληνες, είναι συνθεµέναι άπό θεοκρατίαν καί όλιγαρχίαν. ‘Ο τύραννος είναι ένα άγαλµα άπνουν καί άργόν, ό δέ λαός δέν τόν ένθυµείται, παρά όταν ζητή τούς άξιωτέρους καί δικαιοτέρους συµπολίτας του, καί δέν τούς εύρίσκη. ‘Η όλιγαρχία µέν συνίσταται είς τόν άντιτύραννον καί όπαδούς του, µαζί µέ µίαν κλάσιν µερικών άναιδεστάτων καί άµαθεστάτων ύποκειµένων, όπού διά τήν όκνηρίαν καί άργίαν, είς τάς όποίας ζώσι, καί µέ τό νά τρέφωνται άπό ξένους ίδρωτας καί άναστεναγµούς, ήθέλησαν νά όνοµασθούν εύγενείς. ‘Η δέ θεοκρατία είναι ό κλήρος (1).

1. ‘Η θρησκεία, ώ ‘Ελληνες, ή όποία συνίσταται είς τό νά δοξάζη ό άνθρωπος τόν πλάστην τού Παντός, βέβαια είναι έν άπό τά παλαιότερα συστήµατα τών άνθρώπων. Καί έξακολούθως οί Οί ίερείς, άγαπητοί µου, φυλάττοντες ένα σκοπόν καθόλου διάφορον, άπό τούς λοιπούς συµπολίτας, πάντοτε έπροσπάθησαν, µέ τό µέσον τής θεότητος, νά καταδυναστεύσουν τούς συµπολίτας των, καθώς µέχρι τής σήµερον, µέ τήν άµάθειαν καί κακοµάθησιν έπέτυχον τού σκοπού των. Αύτοί, καλύπτοντες µέ τίτλον άγιότητος τά πλέον φανερά ψεύµατα, έγέµισαν τούς άδυνάτους νόας τού λαού άπό µίαν τοσαύτην δεισιδαιµονίαν, ώστε όπού, άντί νά όνοµάσουν ψεύµα τό άδύνατον, τό όνοµάζουν άγιον, καί ούτως άδιστάκτως πιστεύουσιν είς κάθε τους λόγον, ούτε τολµούσι νά έξετάσωσι τό παραµικρόν, µάλιστα δέ τούς είναι έµποδισµένον. ‘Οσα έπρεπεν όµως νά είπή τινάς δι’ αύτήν τήν κλάσιν, ή συντοµία τού παρόντος µου λόγου µού τά έµποδίζει. Καί µόνον άφήνω νά στοχασθή καθείς, ότι τόσον πλήθος άργών καί άµαθών άνθρώπων, όπού ζώσι, τρυφούσι, καί πλουτίζουσι άπό τούς κόπους τών λοιπών, πόσον µεγαλείτερον είναι, άπ’ όλα τά βάρη µιάς ύποδουλωµένης πολιτείας, καί πόσον βοηθεί τήν τυραννίαν τοιαύτη κλάσις, ούσαι καί αί δύο δυνάµεις ίδεαστικαί καί άνύπαρκτοι. ‘Αλλά, τί νά σάς είπώ διά τήν άλλην κλάσιν, τών όλιγάρχων λέγω, τών λεγοµένων εύγενών; Αύτοί νοµίζουσι τόν έαυτόν τους τόσον διαφορετικόν άπό τούς πρώτοι βασιλείς έστάθησαν ίερείς. Αύξάνοντας όµως αί ίδέαι τών άνθρώπων, άπεφάσισαν νά τιµήσουν τόν κτίστην τού Παντός, όχι πλέον µέ τήν άπλότητα καί είλικρίνειαν, άλλά µέ ποµπήν καί πολυτελή δώρα. Εύθύς, λοιπόν, έκτισαν ναούς, καί ύπηρέτας τού άφιέρωσαν ούκ όλίγους. ‘Αλλ’ αύτοί οί ύπηρέται, άπ’ όλίγον κατ’ όλίγον, ηύξήνθησαν τόσον, καί τόσον άγνωµόνως άντήµειψαν τόν άµαθή καί εύκολοκατάπειστον λαόν, ώστε όπού είναι άνεκδιήγητα τά κακά, όπού έπροξένησαν είς τόν κόσµον, καί βέβαια ό πλέον σκληρόκαρδος πρέπει νά κλαύση, όταν άναγνώση τήν ίστορίαν των. λοιπούς άνθρώπους, όπού µόλις καταδέχονται νά τούς άκούουν, χωρίς νά τούς άποκρίνωνται, ούτε ποτέ νά τούς συναναστρέφωνται. Αύτοί, ώ ‘Ελληνες, κατέχουσιν είς τάς χείρας των όλα τά καθολικά καί άληθή πλούτη τής έπικρατείας, ήτοι τά χωράφια, άµπέλια, καί όλόκληρα χωρία, τά όποία ένοικιάζουσι πρός τόν λαόν, είς τρόπον, όπού ό λαός είναι σχεδόν δούλος µισθωτός άπό αύτούς, καί δουλεύει διά τό κέρδος αύτών. ‘Αφήνοντας κατά µέρος τό πλήθος τών έλαττωµάτων, όπού χαρακτηρίζει αύτήν τήν µιαράν κλάσιν, ή σκληρότης, βέβαια, είς αύτούς είναι γενική, τήν όποία κληρονοµούσιν κατά γενεαλογίαν, διά νά είπώ έτζι, καθώς τούς τίτλους των. Είναι αύτόµατοι είς τό άκρον, καί τούς δούλους των ψηφούσι πολλά όλιγότερον άπό τά ίδια ζώα των (1).

‘Αλλά είς τί συνίσταται αύτή ή εύγένεια, στοχάζεσθε, ώ ‘Ελληνες; ‘Ισως είς τά χρηστά ήθη; Είς τά µεγάλα κατορθώµατα, είς τήν άξιότητα. ‘Ισως είς τήν άρετήν καί είς τήν δικαιοσύνην, καθώς οί πρόγονοί µας έστοχάζοντο; ‘Ε, ούχί, ούχί! Οί νύν δούλοι κράζουν εύγενείς τούς υίούς τών πλουσίων, καί τόσον έβαρβαρώθησαν άπό τήν σκλαβίαν, όπού είς πολλά µέρη πωλείται ό τίτλος τής εύγενείας, καί ώς έπί τό πλείστον άγοράζεται άπό τούς πλέον άναισθήτους τών πολίτων. Είναι άπερίγραπτος, άγαπητοί µου, ή άναισθησία καί ή άµάθεια αύτών τών ψευδοευγενών, καί όταν εύρεθή άνάµεσα είς χιλίους ένας όλίγον µέτοχος άνθρωπότητος, είναι βέβαια άξιον θαυµασµού. 1. ‘Αν τινάς έπρόβανε κανενός πλουσίου εύγενούς, νά τού φονεύση ή ένα άλογον, ή δύο δούλους, βεβαιότατα, ώ ‘Ελληνες, ήθελε προκρίνει νά χάση τούς δούλους, έπειδή εύρισκεν καί άλλους ούχί δέ τό άλογον, όπού δυσκόλως ήθελεν έπιτύχει άλλο παρόµοιον. Πώς ήµπορούν αύτοί νά µελετήσουν καί νά µάθουν τά χρέη τού άληθούς πολίτου; Πώς νά τιµήσουν τήν άρετήν; Οί γονείς των άλλην έννοιαν δέν έλαβον, παρά νά τούς διδάξουν τόν τρόπον είς τό νά κολακεύωνται άναµεταξύ των καί τό πώς νά ύβρίζωνται µ’ εύµορφας λέξεις. ‘Η προσποίησις είς αύτούς είναι τό πρώτον καί άναγκαιότερον µάθηµα (1). ‘Ω! τής µωρίας των! ‘Ω! έντροπή τού άνθρωπίνου λογικού, καί άφανισµός τού κόσµου. Τά καµώµατα, ώ ‘Ελληνες, αύτής τής κλάσεως είναι τόσον παιδαριώδη καί χαµερά, όπού, βέβαια, δέ πρέπει νά έχουν τόπον είς τό παρόν θέµα, καί ούτε έγώ πλέον θέλω τά άναφέρει, άλλά τελειώνω µέ τό ρητόν τού Πλουτάρχου, όστις λέγει’ «κρείσσον γίνεσθαι λαµπρόν, ή γεννάσθαι», καί πάλιν «εύγένεια καλόν µέν, προγόνων δέ άγαθόν». ‘Οταν, λοιπόν, ώ ‘Ελληνες, µία έλευθέρα πολιτεία, καταντήση είς δουλείαν άφ’ έαυτού της, δηλαδή άπό τήν διαφθοράν τών ήθών, καί κατά τόν τρόπον όπού έδιηγήθην, τότε, άγαπητοί µου, είναι πολλά δύσκολον νά 1. ‘Ω! πόσον άξιοι γέλωτος είναι, τή άληθεία, όταν τούς βλέπη τινάς είς τάς συναναστροφάς των! ‘Ως έπί τό πλείστον είσφέρουσι καί τά είδωλα τής άτιµίας των. ‘Η εύγένειά των δέ κρίνει πράγµα ούτιδανόν, τό νά συντροφεύση ή νά συνοµιλήση ό άνδρας µέ τήν γυναίκα του, άλλά κάµνουν άλλαγήν άνάµεσόν τους. ‘Η συνοµιλία των δέ συνίσταται, είς τό νά διηγήται ό ένας τού άλλου, µέ µίαν άνέκφραστον ύποµονήν, τήν άξιότητα τού ένδυτού του, ή τήν άµάθειαν τού παπουτζή του, ή τήν ώραιότητα τών άλόγων του, καί πλέον δέν σιωπώσι, παρά όταν καµµία άπό τάς εύγενείς, άφού κλωθογυρισθή, καί µέ µεταφυσικήν προητοιµασίαν καταδεχθή νά είπή κανένα παραλογισµόν, καί τότε, καθείς άπό αύτούς, βιάζεται νά πρωτοειπή τό ναί, διότι, αύτοί στοχάζονται διά χυδαίον πράγµα, νά έναντιωθή τινάς είς τούς όρισµούς τών γυναικών, όπού αύτοί κράζουσι κυρίας των. ξαναλάβη µόνη της τήν έλευθερίαν της, καθώς φανερά µάς τό παρασταίνει ή ποτέ θαυµαστή Ρώµη, ή όποία διά τόσους αίώνας εύρίσκεται σιδηροδέσµιος ύποκάτω είς

άνήκουστον τυραννικήν θεοκρατίαν, καί βέβαια διά πολλούς άλλους αίώνας άκόµη θέλει µείνει. ‘Οταν όµως µία έλευθέρα πόλις χάση τήν έλευθερίαν της άπό τήν κυρίευσιν κανενός τυράννου, τότε, όχι µόνον δέν είναι δύσκολον νά τήν ξαναλάβη, άλλά πολλά εύκολον, καί µάλιστα άναγκαίον. Αύτό δέ άκολουθεί, έπειδή τά ήθη µένουν τά αύτά, καί ή πολιτεία ύπόκειται µόνον είς τήν δύναµιν, καί έξακολούθως ή έλευθερία εύρίσκεται πάντοτε είς µάχην µέ τήν τυραννίαν. ‘Ο τοιούτος λαός ήµπορεί νά παροµοιασθή είς ένα άετόν, όταν εύρίσκεται δεδεµένος, ό όποίος, εύθύς όπού συνθλάση τούς δεσµούς του, όντας άφ’ έαυτού του σώος, παραχρήµα άπετώντας φεύγει, καί µένει ώς καί πρότερον. Ούτως, άδελφοί µου, εύρίσκεται καί ή ‘Ελλάς τήν σήµερον, ή όποία άν άκόµη δέν έσύντριψε τάς άλύσους της, πολλά είναι τά αίτια, καθώς κατωτέρω δειχθήσεται. Αύτό µάς τό βεβαιοί ή ίστορία µέ τήν διήγησιν πολλών όµοίων συµβάντων. ∆ιάφοροι µικραί πόλεις έλευθέραι έχρειάσθη νά ύποκύψουν είς άνωτέρας τυραννικάς δυνάµεις, άλλά µετ’ όλίγον έσύντριψαν τούς δεσµούς τής δουλείας, καί έµεινον έλευθέραι, ώς καί πρότερον. ‘Η ‘Αθήνα, λέγει ό ίστορικός ‘Ελλην, άφού ένικήθη άπό τούς Λάκωνας, τήν ύποχρέωσαν νά δεχθή διά κυβερνητάς της τριάκοντα πολίτας, όπού αύτοί ήθελαν έκλέξει. Καί ούτως ήκολούθησεν. ‘Αλλ’ αύτοί οί τριάκοντα κυβερνηταί, είς µικρόν διάστηµα καιρού, έκαταστήθησαν τριάκοντα τύραννοι, άπό τούς πλέον σκληρούς καί αίµοβόρους, ώστε όπού είς όκτώ µήνας µόνον, όπού έδυ νάστευσαν, έφόνευσαν έως χιλίους πεντακοσίους πολίτας, τούς πλέον δικαίους καί έναρέτους. ‘Αλλ’ είς όκτώ µήνας, βέβαια, µία έλευθέρα πολιτεία δέν γίνεται δούλη. Καί άν αύτοί οί Τριάκοντα Τύραννοι ένόµιζον νά έξολοθρεύσουν όλους τούς έναρέτους καί έλευθέρους, δέν έπρεπε νά άφήσουν ζωντανόν ούδένα. Τέλος πάντων, ό άναγκαίος άφανισµός των προητοίµαζεν τήν δόξαν τού µεγάλου Θρασυβούλου. Αύτός ό ήρως, βλέποντας τήν άθλίαν κατάστασιν τής πατρίδος του, καί προβλέποντας τόν µέλλοντα αύτής άφανισµόν, άπεφάσισεν νά θυσιασθή διά τήν σωτηρίαν της, καί ούτως φεύγει άπό την πατρίδα του, περιφέρεται δι’ όλίγον καιρόν ένθεν κακείθεν, ζητεί συµβοηθούς καί συνδροµητάς, καί έν ένί λόγω, είς όλίγον καιρόν προητοιµάζει τά πάντα. Είσέρχεται, νυκτός, είς τήν άγαπητήν του πατρίδα µέ τά άρµατα τής νίκης καί τής έκδικήσεως, έξυπνά τούς συµπατριώτας του άπό τήν ληθαργίαν τής τυραννίας, φωνάζει είς τούς κεκωφωµένους ήδη άπό τήν δουλείαν: «∆εύτε, συµπολίται, δεύτε, άδελφοί µου, νά διαυθεντεύσωµεν τήν προτέραν µας εύτυχίαν. ‘Ολοι οί θεοί είναι πρός βοήθειάν µας! ‘Ας έκβάλωµεν τήν θανατηφόρον νόσον τής κυριότητος, άς γίνωµεν άξιοι τού όνόµατός µας, άς δειχθώµεν άληθείς άνθρωποι, καί άς άποβάλωµεν τούς τυράννους». Τότε, όλοι σχεδόν, έπανερχόµενοι είς τόν έαυτόν των ώς άπό µεγάλην µέθην, είδον τήν άθλίαν τους κατάστασιν, έγνώρισαν τό χρέος των, καί λαβόντες τά άρµατα τής δικαιοσύνης, ώρµησαν ώς λέοντες κατά τών έχθρών των, τούς όποίους έν ροπή όφθαλµού κατετρόπωσαν, καί ούτως ήλευθέρωσαν τήν πατρίδα τους άπό τήν δυναστείαν τών τριάκοντα έκείνων τυράννων, οί όποίοι, άφού ήκουσαν τό ίερόν όνοµα τής έλευθερίας καί τής πατρίδος, τρέµοντες έρριπτον τά άνάξια άρµατά των έµπροσθεν τών ήρώων, καί µέ τήν συνηθισµένην των δειλίαν καί ούτιδανότητα γονυκλιτώς έζητούσαν έλεος. ‘Ω τής άναισθησίας σας, βάρβαροι καί µωροί άνθρωποι! Αύτοί, άδελφοί µου, είναι τοιούτοι, όπού θέλουν νά είναι έξ άποφάσεως, ή τύραννοι ή δούλοι. ‘Ιδού, λοιπόν, ώ ‘Ελληνες, πόσον εύκόλως ξαναλαµβάνει τήν έλευθερίαν της µία πολιτεία, όταν τήν χάση άπό άρπαγήν κανενός τυράννου, καί όταν φυλάττη σώα τά ήθη της. Πώς λοιπόν ή ‘Ελλάς εύρίσκεται µέχρι τής σήµερον είς δουλείαν; ∆έν έχασεν καί αύτή ίσως

τήν έλευθερίαν της άπό τήν άρπαγήν τών Ρωµαίων; ∆έν έφύλαξεν αύτή ίσως τά ήθη της σώα; ∆έν τά φυλάττει καί έως τήν σήµερον; ∆ιατί λοιπόν εύρίσκεται πάντοτε δούλη; Καί διατί δέν έσύνθλασεν έως τώρα τάς άλύσους, όπού τήν κρατούσι ύπό δουλείας τόσον άδίκως; Αύτή ή έξέτασις, ώ ‘Ελληνες, είναι πολλά άναγκαία διά ήµάς, πρώτον µέν, διά νά έξαλείψωµεν τά έµπόδια, άφού τά γνωρίσωµεν όποία είναι, καί δεύτερον, διά νά ήµπορή καθείς άπό ήµάς, νά άποδεικνύη εύκόλως τών βαρβάρων καί άχαρίστων άλλογενών, όπού τόσον όλίγον µάς ψηφώσι, ότι τό έλληνικόν γένος δέν έγεννήθη διά τήν δουλείαν. Αύτάς λοιπόν τάς αίτίας θέλω προσπαθήσει νά παραστήσω, όσον συντοµώτερα µού σταθή δυνατόν, καί έπειτα νά είσέλθω είς τό άναγκαιότερον µέρος τού λόγου µου, διά νά άποδείξω, πόσον εύκολον είναι νά έλευθερωθή τώρα, καί πώς τάχιστα θέλει άκολουθήσει. ‘Η ‘Ελλάς, ώ άγαπητοί µου, όκτακοσίους χρόνους πρό Χριστού ήκµαζε, καί ήτον είς τόν άκρον βαθµόν τής εύτυχίας της. ‘Αφού όµως είς τούς 375 πρό Χριστού, Φίλιππος, ό πατήρ τού Μεγάλου ‘Αλεξάνδρου, έλαβε τό µακεδονικόν σκήπτρον, διά πρώτην φοράν, ήρχισε, φεύ! νά µιάνη τήν έλευθέραν γήν τής ‘Ελλάδος µέ τήν άνεξάρτητον άρχήν του. Αύτός όντας πολλά φιλόδοξος, καί έν αύτώ φιλοµαθής καί δίκαιος, όταν δέν ήτον πρός ζηµίαν του, ή διά νά είπώ καλλίτερα όταν ήτον πρός όφελός του, είλκυσε κατ’ όλίγον όλίγον είς τήν φιλίαν του τούς περισσοτέρους άρχηγούς τών τότε έλληνικών πόλεων, καί ούτως προετοίµασεν είς µέν τόν υίόν του µεγάλας νίκας, είς δέ τήν πατρίδα του καί όλην τήν ‘Ελλάδα ένα έπικείµενον καί άφευκτον άφανισµόν. ‘Εξ αίτίας του, εύθύς, ήρχισεν ό πόλεµος άναµεταξύ των, αί διχόνοιαι ηύξησαν, καί ή έλευθερία τής ‘Ελλάδος άπ’ όλίγον κατ’ όλίγον έφθείρετο, έως είς τούς 146 πρό Χριστού, όπού παντελώς ήφανίσθη ύπό τής ρωµαΐκής µεγαλειότητος. Οί Ρωµαίοι, κατ’ έκείνον τόν καιρόν, ήκµαζον. Αύτοί, έξ άρχής, ήτον όλίγοι φυγάδες, άλλά µετά ταύτα, διδαχθέντες παρά τών ‘Ελλήνων κάθε λογής έπιστήµας, καί νόµους παρ’ αύτών λαβόντες, κατεστήθησαν οί άξιώτεροι στρατιώται καί συµπολίται τού κόσµου. ‘Η ‘Ελλάς δέ έλλιπής, κατ’ έκείνας τάς έποχάς, άπό άξίους στρατιώτας, όπού, ώς προείπον, είχαν θυσιάσει ή µαταιότης Φιλίππου καί ‘Αλεξάνδρου καί οί άναµεταξύ των πολέµοι, ώσαύτως καί άπό άξια ύποκείµενα, όπού ό φθόνος καί ή πολυτέλεια είχαν φθείρει, έπαρώξυνεν σφόδρα τήν άχορτασίαν τών Ρωµαίων, οί όποίοι προσποιούµενοι νά βοηθήσουν τινάς τών έλληνικών δυνάστων, ώρµησαν είς τήν ‘Ελλάδα καί έφερον µαζί των τόν καθ’ αύτό άφανισµόν της, άφού έλεηλάτευσαν, άφού κατέκαυσαν πόλεις, άφού τέλος πάντων, τό όλον ήφάνισαν, έκήρυξαν τήν ‘Ελλάδα ρωµαΐκήν έπαρχίαν. ‘Από τότε, λοιπόν, έως είς τούς 364 µετά Χριστόν, όπού διεµοιράσθη τό ρωµαΐκόν βασίλειον είς άνατολικόν καί δυτικόν, οί ‘Ελληνες ύπόκειντο είς φοβεράν τυραννίαν, καί έπαθον άνήκουστα βάσανα καί ταλαιπωρίας άπό τούς διαφόρους σκληροτάτους ίµπεράτορας, όπού ή Ρώµη τούς έπεµπεν. ∆έν έδύναντο νά έλευθερωθώσι άπό τοιούτον ζυγόν – άγκαλά καί τά ήθη των νά µήν ήτον παντάπασιν διεφθαρµένα καί νά ύπόκειντο είς ξένην άρχήν έπειδή ή έπικράτεια ήτον µεγαλωτάτη, καί δέν ύπέφερον όλοι έξίσου τάς δυστυχίας, καί έξακολούθως, δέν ήµπορούσαν νά ένωθούν όλοι µαζί, διά νά έξολοθρεύσουν τούς τυράννους των (1). ‘Από τότε, λοιπόν, όπού έστερεώθη ό χριστιανισµός, έως είς τούς 1453, άντίς νά αύξήσουν τά µέσα τής έλευθερώσεώς των, φεύ! έσµικρύνοντο. ‘Η δεισιδαιµονία καί ό ψευδής τε καί µάταιος ζήλος τών ίερέων καί πατριαρχών, κατεκυρίευσεν τάς ψυχάς τών βασιλέων, οί όποίοι, άντίς νά έπιµελούντο είς τό νά διοικώσι τόν λαόν, καθώς έπρεπε, άλλο δέν έστοχάζοντο, παρά νά φιλονικώσι, καί νά κτίζωσιν έκκλησίας. Τότε είς τήν ‘Ελλάδα έφάνησαν τρείς κυριότητες’ ή τυραννία, τό ίερατείον, καί ή εύγένεια,

αί όποίαι διά ένδεκα αίώνας σχεδόν, κατέφθειραν τούς ‘Ελληνας καί κατερήµωσαν τήν ‘Ελλάδα. ‘Η µαταιότης τών πατριαρχών, 1. Είς µίαν πολιτείαν, παραδείγµατος χάριν, έτύχαινεν ένας κυβερνητής καλοηθής καί δίκαιος, καί έκείνος ό λαός εύχαριστείτο, είς άλλην δέ όπού ό λαός έτυραννείτο, δέν έτολµούσαν οί κάτοικοι νά όρµήσουν έναντίον τών έχθρών των, έξ αίτίας τής µεγάλης διαφοράς είς τήν ποσότητα άναµεταξύ τής πολιτείας των καί τών άλλων πολιτειών. καί πάπων έπροξένησεν τό σχίσµα άναµέσον ήµών καί τών Λατίνων, καί ή δεισιδαιµονία ήνωσεν είς αύτό έν µίσος φοβερόν µέχρι τής σήµερον. ‘Αφού, λέγω, τό ίερατείον ήθέλησε νά ένώση τά έκκλησιαστικά έντάλµατα µέ τούς πολιτικούς νόµους, διά νά τιµάται έν ταύτώ καί νά όρίζη χωρίς δυσκολίαν, έκατάλαβεν, ότι άναγκαίον ήτον πρότερον νά τυφλώση τόν λαόν µέ τήν άµάθειαν, διά νά στερεώση καλλιότερα τόν σκοπόν του, καί ούτως έπροσπάθησεν νά έσβήση κάθε σπουδήν είς τήν ‘Ελλάδα, καί ύπερασπίσθη τήν άµάθειαν. Αί έπιστήµαι, όπού πρότερον ήνθιζον, άρχισαν νά µαρανθώσι, τά σχολεία έσφαλίσθησαν, οί διδάσκαλοι έµωράνθησαν, καί ή άλήθεια µέ τήν φιλοσοφίαν έξωρίσθησαν. ‘Αλλο βιβλίον δέν εύρίσκετο, είµή τά πονήµατα τών ίερέων. Κάθε φιλόλογος άλλο δέν ήµπορούσε νά άναγνώση, είµή τά θαύµατα καί τούς βίους τών άγίων, καί οί ταλαίπωροι ‘Ελληνες, άγκαλά καί φιλελεύθεροι, ύστερηµένοι όµως άπό τό φώς τής φιλοσοφίας, έγιναν σχεδόν δούλοι κατά συνήθειαν, µεµεθυσµένοι δέ άπό τήν άµάθειαν καί δεισιδαιµονίαν, ύπήκουον καί έφοβούντο τούς τυράννους των, χωρίς νά ήξεύρουν τό διατί. ‘Ενας άφορισµός τού άρχιερέως έτρόµαζεν τόσα µιλλιούνια άνθρώπων. ‘Ω δεισιδαιµονία, πόσον φοβερά είσαι άνάµεσα είς τά άνθρώπινα πάθη, καί πόσον ούτιδανώνεις τήν άνθρωπότητα, όταν κυριεύσης τάς ψυχάς τών άπλών καί άµαθών λαών, οί όποίοι τόσον άποµωρώνονται, όπού τρέµουσιν είς τήν ψευδή λαλιάν σου, καθώς τά βρέφη φοβούνται ένα όφιν ξύλινον, ή ένα χαλκούν λέοντα! Είς τοιαύτην κατάστασιν, άδελφοί µου, εύρίσκετο ή ‘Ελλάς, όταν πρό 453 χρόνων άπό τήν σήµερον, ή αύτή δεισιδαιµονία καί ή άµάθεια είχεν άναβιβάσει είς ύψηλόν θρόνον ένα άχρείον Αίθίοπα, ό όποίος ώρµησε µέ τά άρµατα τού ψεύδους καί τής πλάνης, καί έκυρίευσεν σχεδόν τό τέταρτον µέρος τής γής. ‘Η ‘Ελλάς δέν ήµπόρεσεν βέβαια νά άποφύγη τόν ζυγόν του, ούτως προητοιµασµένη. ‘Οθεν, καί είς βραχύτατον διάστηµα έκλινε τόν αύχένα είς τήν τυραννικήν ράβδον τού Μωάµεθ. ‘Η εύκαρπος γή τής ‘Ελλάδος έγέµισεν άπό βαρβάρους άλλοτρίου όρίζοντος, καί τοιούτης λογής, ό ούτιδανός καί άχρείος θρόνος τών όθωµανών ύψώθη είς τήν Κωνσταντινούπολιν, καί εύρίσκεται µέχρι τής σήµερον, άγκαλά καί νά είναι είς τό τέλος του πλησιέστατος. Ω! πόσον έκλαυσαν οί ‘Ελληνες µετέπειτα! ‘Αλλά µαταίως. ‘Ο έχθρός των ήτον µεγάλος. Αύτοί, δέν είχον στρατεύµατα γυµνασµένα, ούτε πόλεµον έδιδάσκοντο άπό τούς κυρίους των πλέον. Αύτοί, έκυβερνούντο άπό σκιάς καί φαντάσµατα, καί άφού άπέρασαν τήν τυραννίαν τών Ρωµαίων καί έπειτα τών ‘Ιερέων, έκατήντησαν, τέλος πάντων, νά ύποκύψουν είς τήν πλέον σιχαµεράν καί βάρβαρον κυριότητα, λέγω, είς τήν τυραννίαν τών όθωµανών. Τά ήθη των, άγκαλά καί νά µήν ήτον παντάπασιν διεφθαρµένα, δέν ήµπόρεσαν όµως νά τούς έλευθερώσωσι άπό τήν δυναστείαν τών Ρωµαίων, έπειδή οί έχθροί των ήτον δυνατοί καί πολλοί, ή δεισιδαιµονία δέ καί ή άµάθεια προητοίµασε διά πολλούς αίώνας τήν δόξαν τού άχρείου Μωάµεθ, καί ούτως ή τυραννία τών όθωµανών, είς διάστηµα τεσσάρων αίώνων, έφερε τήν ‘Ελλάδα είς τόσον άθλίαν κατάστασιν, όπού κανείς, βέβαια, κανείς δέν ήθελε τό πιστεύσει, άν όλοι ήµείς, ώ ‘Ελληνες, δέν τό έγνωρίζαµεν, καθώς τό γνωρίζοµεν καί τό πάσχοµεν καθηµερινώς. ∆ύο αίτια µέ έµπόδισαν, ώ άγαπητοί µου ‘Ελληνες, όπού δέν έδιηγήθην καταλεπτώς τάς αίτίας, όπού έφερον τήν ‘Ελλάδα είς τήν δουλείαν τών Ρωµαίων. Πρώτον µέν, ότι τό έπιχείρηµα έχρειάζετο µίαν διεξοδικωτάτην περιγραφήν, διά νά

µήν µείνη άτελές, καί δεύτερον, έχοντας σκοπόν νά όµιλήσω πλατύτερα διά τάς αίτίας, όπού έως τήν σήµερον τήν φυλάττουσι δούλην ύπό τών όθωµανών, ένόµισα, ότι αί αύταί αίτίαι, άν καί είς τό όλον δέν όµοιάζουσι µέ έκείνας, βέβαια, είς µέρος αύτών, ήµπορούσι νά άναφέρωνται µετά πάσης τής ίσότητος, καί ό άναγνώστης εύκόλως ήµπορεί νά προΐδή άπό τάς παρούσας τάς παρελθούσας.

ΒΙΒΛΙΟ ΤΡΙΤΟ , Η ΕΛΛΑ∆Α ΣΤΑ ∆ΕΣΜΑ ΤΗΣ Πρίν όµως νά είσέλθω είς τοιαύτην έρευναν, ώ άγαπητοί, κρίνω άναγκαίον νά έξιστορήσω, έν συντόµω, τού παρόντος αίώνος τήν έλληνικήν άθλίαν κατάστασιν, τήν όποίαν, άναγινώσκοντες οί µεταγενέστεροι όµογενείς µου, νά άναστενάξουν καί νά κλαύσουν, οί δέ νύν νά έξυπνήσουν µίαν φοράν άπό τήν δουλικήν ληθαργίαν, διά νά ήµπορέσουν οί µέλλοντες νά τούς δοξάζωσι καί εύχαριστώσι µέ τά δάκρυα τής χαράς καί τής εύγνωµοσύνης. ‘Η όθωµανική διοίκησις είναι τυραννική. Οί νόµοι των είναι άτελείς, σκληροί καί όλίγοι. ‘Η πρώτη διαταγή τών νόµων των είναι, νά νοµίζουν τούς λόγους τού τυράννου ώς νόµους άπαραβάτους. ‘Η θρησκεία των συνίσταται είς τό νά δοξάζουν ένα θεόν, καί όλίγους προφήτας, έξ ήν ό πρώτος είναι ό Μωάµεθ. Είναι όµως πλήρεις δεισιδαιµονιών καί πιστεύουσι πολλά γελοιώδη πράγµατα (1). Τά ήθη των είναι βάρβαρα. ‘Ο χαρακτήρ των σοβαρός καί ύπερήφανος. ‘Η άµάθειά των άκρα καί γενική (2). 1. Τούς σεληνιαζοµένους νοµίζουσιν ώς άγίους. 2. Οί νόµοι των τούς έµποδίζουσι νά σπουδάσωσιν έπιστήµας, καί άλλο δέν ήξεύρουσιν οί φιλόσοφοί των, είµή νά άναγνώσωσι µ’ εύκολίαν τά έντάλµατα τού Μωάµεθ. ‘Ο τύραννος είναι πάντη έλεύθερος άπό κάθε στοχασµόν περί τής διοικήσεως, καί είναι ώσάν νά µήν είναι’ οί νόµοι των δέ, έπειδή τόν άποθεώνοσι, διά τούτο δέν τού συγχωρούσι νά λάβη γυναίκα ώς σύζυγον, ώς πράγµα ούτιδανόν πρός τήν µεγαλειότητά του (1). ‘Εβγαίνει µίαν φοράν τήν έβδοµάδα άπό τό παλάτιόν του καί ύπάγει νά προσκυνήση τόν κτίστην τού Παντός είς τόν ναόν του. Αύτός, δέν είναι είς χρέος νά ήξεύρη άλλο, είµή νά τρώγη, νά κοιµάται καί νά στέκεται είς τό άλογον. ‘Οσον µέν διά τάς έπιστήµας ή ξένας γλώσσας τού είναι έµποδισµένη ή σπουδή των άπό τούς νόµους των, άν δέ καί άπό τήν ίδίαν του γλώσσαν δέν ήθελεν ήξεύρει νά προφέρη είµή δέκα λέξεις, βέβαια ήθελε τού ήτον άρκεταί, ώσάν όπού ποτέ δέν έχει χρείαν νά όµιλήση, καί όταν όµιλή, µόνον προστάζει νά φονεύουν τόν ένα καί

τόν άλλον. ‘Ο λόγος του είναι νόµος άπαράβατος, καί οί σκλάβοι του νοµίζουσι µεγαλείτερον άµάρτηµα τήν παρακοήν πρός τά έντάλµατά του, παρά ένεργούντες τα νά ήθελαν έκτελέσει τάς πλέον φοβεράς άδικίας (2). 1. Είς άναπλήρωσιν τοιαύτης έλλείψεως, φυλάττει περισφαλισµένας τετρακοσίας ή πεντακοσίας παλλακίδας είς τό εύρύχωρόν του παλάτιον, όπού άρπάζει άπό τά µέρη τής ‘Ασίας καί άπό τήν ‘Ελλάδα. Πρός τούτοις, ή µιαρά του ψυχή καί οί βάρβαροι νόµοι του τού συγχωρούσι νά άτιµάζη τήν φύσιν καί τήν άνθρωπότητα, καί ούτως φυλάττει είς άλλον παλάτιον έως διακοσίους νέους ώραιοτάτους, είς τοιαύτην χρήσιν προσδιωρισµένους. 2. ‘Οταν διορίζη καµµίαν συνέλευσιν είς τό παλάτιόν του, τότε αύτός δέν φανερώνεται, έπειδή φοβείται νά µήν τυφλώση τούς παρεστηκότας µέ τήν λάµψιν τής βασιλείας του. ‘Οθεν, κρεµά άπό τό παράθυρον τό µανίκι τού φορέµατός του, καί αύτός µένει µέσα νά πελεκά µερικά ξυλαράκια διά νά παστρεύη τά ώτία του. ‘Οταν, πάλιν, έβγαίνει είς περιδιάβασιν, διά νά µήν µιανθή άπό τήν ούτιδανότητα τών λοιπών άνθρώπων, όπού αύτός νοµίζει κατωτέρας φύσεως καί ότι νά έγεννήθησαν έξεπίτηδες διά νά ύπακούουν είς αύτόν, άλλάζει µορφήν, καί ένδύεται κοινά φορέµατα, τό όποίον τού διορίζεται άπό τούς νόµους. ‘Οσας φοράς δέ περιδιαβάζει είς τήν πολιτείαν, ή δύο ή τρείς, πάντοτε, προστάζει νά φονευθούν, πρίν έπιστρέψη, καί παραχρήµα ό δήµιος, όπού τόν άκολουθεί, τούς άποκεφαλίζει έπ’ όδού. ‘Οθεν, δέν εύρίσκεται ούτε ένας, όπού νά ζή βέβαιος ύπό τής δυναστείας του, δέν λέγω διά µίαν ήµέραν, άλλ’ ούτε διά µίαν ώραν (1). Αύτός προσέτι νοµίζεται παρά τών όθωµανών ώς καρδιογνώστης. ‘Οθεν, εύθύς όπού τινός ή φυσιογνωµία δέν ήθελεν τού άρέσει, µέ ένα νεύµα τού ρίπτει τήν κεφαλήν χαµαί. ‘Εν ένί λόγω, αύτός καταδικάζει είς θάνατον όποιον θελήση, καί κανείς δέν ήµπορεί νά τού άποκριθή. Τό «διατί;» είναι άµάρτηµα τοιούτον ώς πρός αύτόν, όπού άν ήθελεν έχει έκείνος όπού ήθελε τό προφέρει δέκα ζωάς, βέβαια ήθελε τού δοθώσι δέκα θάνατοι (2). ∆έν εύρίσκεται πράγµα, όπού οί νόµοι νά έµποδίζουσι τού τυράννου, έκτός τού οίνου. ‘Αλλ’ αύτός, όπού είναι συνηθισµένος νά µήν ύπακούη, όταν ένθυµήται αύτόν τόν όρισµόν τού Μωάµεθ, άδηµονεί, καί άλλέως δέν ξεθυµώνει, παρά χύνοντας τό αίµα τινων ύπηκόων. Τοιούτος, λοιπόν, ύπάρχει, ώ άγαπητοί µου, ό τών ‘Ελλήνων τύραννος, καί βέβαια πολλά χειρότερος άπ’ ό,τι σάς τόν έπερίγραψα, καθώς όλοι σας τόν γνωρίζετε. Αύτό, λοιπόν, τό άγαλµα τής µωρίας έκλέγει έναν άπό τούς προειρηµένους δούλους τής άσωτείας του, καί βέβαια τόν χειρότερον, καί τόν κηρύττει έπίτροπόν του, ήτοι άντιβασιλέα, καί δίδοντάς του τήν σφραγίδα τής κυριότητος, όσα κάµη, είναι καλά καµωµένα. ‘Ιδού άλλος τύραννος χείρων τού πρώτου. Αύτός, λοιπόν, είναι έκείνος, όπού βαστά είς τάς µιαράς χείρας του τούς βαρυτάτους χαλινούς τής διοικήσεως καί τής δικαιοσύνης, καί τόσα µιλλιούνια ύπόκεινται είς τήν θέλησιν ένός άµαθούς τέρατος, όπού γεννηθείς καί άνατραφείς είς τόν κόλπον τής δουλείας καί τής άσωτείας, όχι µόνον δέν είναι άξιος νά διοικήση, άλλ’ ούτε άξιος ήθελεν ήτον νά είναι ό ύποδεέστερος τών ύπηκόων. ‘Ω! άλλοίµονον είς τούς ‘Ελληνας, όπού τόν ύπακούοσι! ‘Ακούσετε τώρα τόν τρόπον, µέ τόν όποίον αύτός διοικεί. ‘Ο πρώτος, καί κυριώτερος, καί άπαράβατος νόµος είναι θέλησίς του. ‘Οθεν, άν έξαιρέσωµεν µερικάς έντολάς τής θρησκείας των, κάθε άλλον νόµον άφανίζει τό κύρος του. ‘Η άµάθειά του τόν βιάζει νά έκλέξη ένα κριτήν, τού όποίου

δίδει τόν τίτλον τού Σοφωτάτου, ό όποίος άλλο δέν ήξεύρει, είµή νά γράφη καί νά άναγινώσκη τήν γλώσσαν του, µαζί µέ µερικά κεφαλαιώδη προστάγµατα τού Μωάµεθ, όπού νά τά άκούση τινάς, τού έρεθίζουν γέλωτα. Τά περισσότερα άπό αύτά τά έντάλµατα άναφέρονται είς τήν διατήρησιν τής θρησκείας καί µάλιστα είς τήν διαφύλαξιν τής άµαθείας. 1. ‘Αν τινας ήθελε συγγράψει τά όνόµατα µόνον τών όσων ό νύν όθωµανός τύραννος έφόνευσεν άδίκως, ήθελεν ύπερέβη τοιαύτη καταγραφή τόν παρόντα µου λόγον είς τήν ποσότητα τών σελίδων. 2. Κάθε φαµελίτης, όταν έβγαίνη άπό τό όσπίτιόν του, διά νά ύπάγη είς τήν άγοράν, νά θεωρήση τάς ύποθέσεις του, νοµίζει τό ίδιον ώσάν νά έπήγαινε είς τόν πόλεµον, µέ τό νά µήν είναι βέβαιος, άν πλέον έπιστρέψη’ όταν δέ έπιστρέφη, δέν ήµπορεί ούτε τότε νά αίσθανθή τήν γλυκύτητα τής συναναστροφής τών τέκνων του καί συγγενών του, φοβούµενος είς κάθε στιγµήν νά ίδή τό τέλος τής ζωής του. ‘Η άπόφασις αύτού τού κριτού είναι άναντίρρητος. ‘Ο κώδιξ τών τιµωριών του είναι βραχύτατος, καί δέν περιέχει, είµή τρείς µόνον τιµωρίας – τήν φυλακήν λέγω, τό ράβδισµα, καί τόν θάνατον, αί όποίαι είναι πάντοτε ένωµέναι µέ τήν χρηµατικήν παιδείαν. ‘Ο τρόπος, µέ τόν όποίον κρίνει καί άποφασίζει αύτός ό µωροκριτής, είναι τόσον παιδαριώδης καί άνόητος, όπού δύο ψευδοµάρτυρες καί ένας κακούργος, είναι ίκανοί νά άφανίσουν τόν πλέον ένάρετον πολίτην (1). ‘Ο δέ κριτής καθηµερινώς πολιτεύεται, καί άποφασίζει τοιουτοτρόπως, ούτε ποτέ τόν τύπτει τό συνειδός διά τοιαύτας άνοµίας (2). ∆ιά τήν φύλαξιν καί εύταξίαν τής πόλεως, ό άντιβασιλεύς δίδει άπόλυτον έξουσίαν ένός δούλου του, νά κάµνη ό,τι τού φανή εύλογον. Αύτός, µήν ήξεύροντας πώς νά µεταχειρισθή τόν καιρόν του, είς άλλο δέν καταγίνεται, είµή είς τό νά γνωρίζη όλους τούς προδότας καί κακούργους τής πόλεως, καί νά έφευρίσκη τρόπους είς 1. ‘Αν κανείς κακοποιός φθονή κανένα πλούσιον, τρέχει εύθύς πρός τόν κριτήν καί λέγει ότι έκείνος νά τού χρεωστή τόσην ποσότητα. ‘Ο κριτής, άφού δοξάση πρώτον τήν τύχην διά τό άφευκτον µέλλον κέρδος του, κράζει τόν έναγόµενον καί τόν έρωτά, άν άληθώς χρεωστή τού ένάγοντος έκείνην τήν ποσότητα όπού τού ζητείται, άποκρινόµενος δέ αύτός τό όχι, τότε έρωτά τόν ένάγοντα άν έχη µάρτυρας, ό όποίος λέγει τό ναί, καί ό µωροκριτής τού δίδει καιρόν τρείς ήµέρας, διά νά φέρη τούς µάρτυρας, καί τόν έναγόµενον βάζει είς φυλακήν. ‘Αν µετά τρείς ήµέρας ό ένάγων εύρη καί παρησιάση δύο ψευδοµάρτυρας, ό έναγόµενος είναι είς χρέος νά πληρώση όσα έκείνοι ψευδοµαρτυρήσουν ότι χρεωστεί, άν δέ καί δέν τούς φέρη, τότε ό κριτής έλευθερώνει τόν άδικηµένον, πλήν λαµβάνει παρ’ αύτού τό δέκατον είς τήν ποσότητα όπού άδίκως τού έζητήθη, χωρίς ποσώς νά τιµωρήση τόν ψεύστην. ‘Αν πάλιν ό άδικηµένος όρκισθή ότι δέν χρεωστεί, τότε οί µάρτυρες δέν χρησιµεύουν, καί αύτός δέν πληρώνει άλλο είµή τό δέκατον, είς τρόπον όπού, άν καί άληθώς είναι χρεώστης, µέ τό ίδιον µέσον τού όρκου δέν πληρώνει τό χρέος του.

2. ‘Αφού πλύνη τάς χείρας καί ραντίση τά ύποδήµατά του καί τήν κεφαλήν του µέ όλίγον νερόν, αύτός πιστεύει, κατά τήν θρησκείαν του, ότι µένει παστρικός καί άκηλίδωτος άπό κάθε άµαρτίαν. τό νά άδική τόν ένα ή τόν άλλον (1). ‘Οταν τινάς ήθελεν άποκριθή είς αύτούς τόν παραµικρόν λόγον, είναι τό ίδιον, ώσάν νά ήθελεν ύπογράψει τήν άπόφασιν τού θανάτου του, έπειδή εύθύς τόν συκοφαντούσι, καί µέ δύο ψευδοµάρτυρας έµπροσθεν τού κριτού των βεβαιούσι, ότι τούς ύβρισε τήν θρησκείαν, καί παραχρήµα τόν θανατώνοσι (2). ‘Ιδού, άγαπητοί µου, πώς διοικείται τήν σήµερον ή όθωµανική δυναστεία. ∆ιοίκησις, όσον τυραννική, τόσον εύκολος, καί τοιαύτη, όπού δέν ήµπορεί τινάς νά ύποθέση µίαν χειροτέραν άπό αύτήν. Αύτός, λοιπόν, ό άντιβασιλεύς έκλέγει πάντοτε όποιον θελήση, τάς περισσοτέρας φοράς όµως δίδει αύτήν τήν τιµήν, ή τού µαγείρου του, ή τού δούλου του, καί τόν ψηφίζει κυβερνήτην καί άπόλυτον κύριον µιάς 1. Περιφερόµενος είς τήν άγοράν καί είς τάς όδούς, έχει κάθε έξουσίαν καί δύναµιν νά ξυλίση καί νά φυλακώση όποιον θελήση άπό τούς πολίτας, πολλάκις δέ καί θανατώνει, καί µένει πάντοτε άνερεύνητος. Οί βαρβαρώτατοι όπαδοί του µέ άκραν άσπλαγχνίαν καί αύθάδειαν, ποίον κτυπούσι, ποίου άρπάζουσι χρήµατα, άλλου φορέµατα, άλλου είδη πραγµατειών, καί κανείς δέν τολµά νά τούς είπή κανένα λόγον. Οί Θεσσαλονικείς καί Λαρσινοί ύποφέρουσι κατ’ άναλογίαν πολλά περισσότερον άπό τούς λοιπούς ‘Ελληνας, ώσάν όπού σχεδόν καθ’ έκάστην φονεύονται δύο καί τρείς χριστιανοί. 2. Μύριοι είναι οί τρόποι, µέ τούς όποίους οί σκληροτράχηλοι όθωµανοί δίδοσι τόν θάνατον είς τούς άθώους ‘Ελληνας, ό συχνότερος όµως είναι τό κρέµασµα. Οί πλάτανες τών ‘Ιωαννίνων είναι άδιακόπως πεφορτωµένοι άπό σώµατα νεκρά. ‘Ο σκληρόκαρδος τύραννος ‘Αλής πολλούς άπεκεφάλισε µέ τό πριόνι, άλλους έπνιξεν είς τήν λίµνην, άλλους έφόνευσε, θέτοντας έπάνω είς τό στήθος των άνυπόφορα βάρη, άλλους έθαψεν ζωντανούς, πολλών έσύντριψεν τάς χείρας, τούς πόδας καί έπειτα τήν κεφαλήν, πλήθος έπαλούκωσε, καί άπό δύο Σουλιώτας όπού έφύλαττεν διά ένέχυρον, τόν µέν ένα έπρόσταξε καί τόν έγδαραν ζωντανόν, τόν δ’ έτερον έσούβλισαν καί έπειτα έψησαν ζωντανόν. πόλεως τής έπικρατείας, είς τρόπον όπού κάθε πόλις τής όθωµανικής έξουσίας διοικείται άπό ένα µάγειρα ή ένα δούλον (1). ‘Η όθωµανική αύλή δέν φυλάττει µισθωτά στρατεύµατα, καθώς τά έτερογενή βασίλεια, έκτός άπ’ όσα διά τήν κοινήν εύταξίαν ύποθέτει άναγκαία είς τήν βασιλεύουσαν. ‘Οθεν, όταν τής χρειασθούν, αύτοί οί κυβερνηταί τών διαφόρων πόλεων είναι είς χρέος, νά εύρουν στρατιώτας καί νά τούς πληρώσουν έξ ίδίων των, ό καθείς κατ’ άναλογίαν τής έπικρατείας του. ‘Η πενιχρότης τής καταστάσεως αύτών τών κυβερνητών, πρίν λάβωσι τό σκήπτρον τής δυνάµεως, άρκετώς µάς δηλοποιεί τήν πτωχείαν των, καί τάς περισσοτέρας φοράς, όταν πηγαίνουν είς τάς έπικρατείας των, εύρίσκονται καταχρεωµένοι, διά τά χαρίσµατα όπού είναι βιασµένοι νά κάµνωσι, καί διά τήν άκραν πολυτέλειαν, όπού φυλάττουσι. Εύθύς, λοιπόν, όπού λαµβάνει τό σκήπτρον τής κυριότητος κανείς άπό αύτούς, είσέρχεται είς έκείνην τήν πόλιν, καί πρώτος του στοχασµός είναι νά άρπάση όσα περισσότερα ήµπορέση, διά νά πληρώση τό χρέος του καί νά πλουτίση (2). ‘Αλλά µέ ποίον τρόπον άραγε πλουτίζει; ‘Ε, πολλά εύκολος είναι δι’ αύ

1. Αύτοί οί κυβερνηταί είναι σχεδόν όλοι άγράµµατοι, όταν δέ συµβαίνη ν’ άπολαύση µία πόλις διά κυβερνητήν κανένα άπό έκείνους τούς νέους, όπού έχρησίµευσαν είς τήν άσωτείαν τού τυράννου, τότε έκείνη ή πόλις νοµίζεται εύτυχής, διά τοιαύτην τιµήν, καί ό κυβερνητής λαµβάνει, µαζί µέ τόν τίτλον, καί τρείς ούράς άλόγων χάρισµα άπό τόν βασιλέα, διά σηµείον µεγαλειότητος. 2. ∆ύο αίτια τόν βιάζουσι, διά νά είπώ ούτως, νά πλουτίση µέ άδικίας’ τό µέν πρώτον, είναι τό παράδειγµα τών πρό αύτού, τό δέ δεύτερον, ό άφευκτος καί ταχύς έξορισµός όπού τόν προσµένει. ‘Οθεν καί προσπαθεί, όσον όγληγορώτερα δυνηθή, νά συνάξη περισσότερα χρήµατα. τόν. Εύθύς, όπού είσέλθη είς τήν πόλιν, κράζει τούς πλουσιωτέρους πολίτας, καί τούς λέγει, ότι ό βασιλεύς των έχει χρείαν άπό στρατεύµατα, καί ότι αύτός είναι είς χρέος νά προβλέψη άναλόγως είς τήν δύναµίν του. ‘Οθεν, έξακολουθεί, τού είναι άναγκαία τόση ποσότης χρηµάτων, καί ότι είς δύο ήµέρας νά τού τήν φέρωσι, άλλέως θέλουσι τιµωρηθή µέ τόν θάνατον. Οί ταλαίπωροι χριστιανοί, άν άγαπώσι τήν ζωήν των, πρέπει νά έτοιµάσωσι καί πρωτύτερα καί περισσοτέραν τήν ζητηθείσαν ποσότητα, άν δέ κανένας άποκοτήση νά είπή τό όχι, εύθύς θανατούται. ‘Επειτα προστάζει αύτούς τούς ίδίους, νά τού έτοιµάζωσι, καθ’ έκάστην, τόσην ποσότητα άπό κάθε είδος ζωοτροφίας, δι’ όσους έχει µαζί του καί διά φορέµατά των όµοίως, έκτός άπό τά όσα οί ύπ’ αύτού µικροί τύραννοι άρπάζουσι καί κλέπτουσι άπό τούς ύπηκόους (1) καί ούτως, είς όλίγον καιρόν, πλουτίζει µέ χωρίς δυσκολίαν ούτε κίνδυνον. Παρακαλώ τόν άναγνώστην νά µήν θαυµάση διά τήν τοιαύτην διήγησιν. ‘Εγώ τήν έγραψα, όχι πώς δέν ήξεύρω, ότι είναι πασίδηλος τοίς όµογενέσι µου ‘Ελ 1. ‘Ο τών ‘Ιωαννίνων τύραννος, διά νά ύπερέβη τούς όµοίους του είς τήν κακίαν, άγόρασεν στανικώς, καί χωρίς ποτέ νά πλη- ρώση, όλα τά πέριξ ύπάρχοντα τών κατοίκων. Καί ούτως, συνάζει αύτός µόνον τούς καρπούς όλης τής έπικρατείας, άφήνοντας τών γεωργών µόλις όσον χρειάζεται διά νά ζήσουν. ‘Ανάµεσα δέ είς τούς διαφόρους τρόπους, όπού έπιχειρίζεται, διά νά έκδύη τούς ύπηκόους του, ό συχνότερος είναι ό άκόλουθος: ‘Εκλέγει κανένα άπό τούς δούλους του, καί τόν κάµνει διοικητήν είς ένα ή είς περισσότερα χωρία, πλήν αύτήν τήν διοίκησιν τού τήν πωλεί όσον θέλει. ‘Οθεν έκείνος, διά νά έβγάλη τά όσα έπλήρωσε, καί νά κερδίση, άρπάζει πλέον καί έκδύει φανερά όλους, άλλ’ άφού πλουτίση, εύθύς ό τύραννος τόν κράζει, τόν βάζει είς τήν φυλακήν καί τού τά παίρνει, καί έπειτα, ή τόν φονεύει, ή τόν ξαναβάνει είς τήν ίδίαν έπιχείρησιν, διά τό ίδιον πρώτον τέλος. λησι, άλλ’ άν κατά τύχην τό παρόν βιβλιάριον έκπέση είς τήν όψιν τινών, όπού έχουσι τήν αύθάδειαν νά όµολογούσι, ότι σχεδόν σχεδόν τούς άρέσκει ή όθωµανική διοίκησις, νά καταλάβουν, άν είναι δυνατόν, µίαν φοράν τό λάθος των, καί νά τροµάξουν είς τήν άναισθησίαν των. Τώρα, άγαπητοί µου, όπού έδιηγήθην τόν άνυπόφορον τρόπον τής διοικήσεως τών τυράννων τής ‘Ελλάδος, όχι βέβαια όσον έπρεπε διεξοδικώς, άλλ’ όσον τό παρόν θέµα καί ό σκοπός µου τό έσυγχώρησε, τώρα, λέγω, όπού ή µόνη διήγησις, άρκετώς µάς άπέδειξε, πόσον είναι ό αύτός τρόπος τυραννικός καί άνυπόφορος, µέ τήν αύτήν συντοµίαν θέλω σάς ένθυµίσει µέ πόσην στενοχωρίαν οί ταλαίπωροι ‘Ελληνες άναπληρούσι είς τά πρός τό ζήν άναγκαία, καί πόσα βάρη ύποφέρουσι. Μετά ταύτα δέ θέλω έρευνήσει τάς αίτίας τής µέχρι τούδε άναιδεστάτης µας ύποµονής. ∆ιά περισσοτέραν σαφήνειαν όµως κρίνω άναγκαίο νά όµιλήσω πρώτον περί τού άριθµού τών ‘Ελλήνων καί τών τυράννων αύτών. ‘Αλλ’

έπειδή, ώ άγαπητοί µου, τά περιστατικά µ’ έµπόδισαν άπό τό νά έκτελέσω τήν θέλησίν µου, καί νά περιδιαβάσω τήν ‘Ελλάδα καί όλην την όθωµανικήν έπικράτειαν, διά νά έπαριθµήσω µόνος µου καί καθώς πρέπει, τούς έν αύτή κατοικούντας, διά τούτο συντρέχω είς τούς πλέον νέους καί πλέον άξιοπίστους γεωγράφους, νά άντλήσω κάν άπ’ αύτούς έκείνο, όπού µόνος µου δέν έδυνήθην νά άπολαύσω. ‘Αφού, λοιπόν, µέ άκραν έπιµέλειαν έξέτασα πολλούς συγγραφείς, οί περισσότεροι άπό τούς όποίους δέ συµφωνούσιν άλλήλων των, καί σχεδόν όλοι έκτείνοντα, είς περιττολογίας καί άφήνουσι είς σκότος τά άναγκαιότερα πράγµατα τής γεωγραφίας, εύρον δι’ άληθεστέραν ή πλησιεστέραν είς τήν άλήθειαν τήν έπακόλουθον έπαρίθµησιν, είς τήν όποίαν, βέβαια, ούτε έγώ δέν τολµώ νά καταπεισθώ µέ άναµφιβολίαν, άλλ’ ούτε άπίστευτος καθόλου µού φαίνεται. ‘Οθεν, έγώ µέν τήν έκθέτω, όποιος δέ είναι βεβαιότερος, άς τή διορθώση, καί θέλω τού µείνει εύχάριστος. Τό όθωµανικόν βασίλκειον είς τήν Εύρώπην διατρεί ται είς τάς άκολούθους δεκατρείς έπαρχίας, δηλαδή Βλαχίαν, Μολδαβίαν, Βουλγαρίαν, Σερβίαν, Μπόσναν, ∆αλµατίαν, ‘Αλβανίαν, ‘Ηπειρον, Θεσσαλίαν, Λειβαδίαν, Πελοπόννησον, Μακεδονίαν καί Ρούµελην. Οί κάτοικοι δέ είναι σχεδόν δέκα όκτώ µιλλιούνια, µαζί µέ τούς νησιώτας τού ‘Αρχιπελάγους. Οί δέ χριστιανοί ώς πρός τούς όθωµανούς, είναι ώς τό 115 πρός τό 29. ∆ιά τούς ξένους, όπού κατοικούσι είς τήν όθωµανική έπικράτειαν, καί άλλογενείς, όντες κατά πολλά όλίγοι, δέν τούς άναφέρω (1). Τόσον πλήθος ‘Ελλήνων, ώ άγαπητοί, πώς άραγε νά ζή; Αύτό λοιπόν, θέλω έξετάσει τώρα καί άκούσετε ‘Ας ύποθέσωµεν, διά τό εύκολώτερον, τούς κατοίκους τού όθωµανικού κράτους είς τήν Εύρώπην άς 100. ‘Αναλόγως, λοιπόν, είς τήν είρηµένην έπαρίθµησιν, οί χριστιανοί πρέπει νά είναι άς 80, καί οί όθωµανοί άς 20. 1. ‘Από τήν άνωθεν έπαρίθµησιν, εύκόλως φαίνεται, ύφείλοντας άπό κάθε έκατόν µόνον δεκαπέντε, ότι άξιοι διά τά άρµατα άπό µέν τούς χριστιανούς ήµπορούσαν νά είναι 2.156.250, άπό δέ τούς όθωµανούς 543.750. Είναι πρός τούτοις άναγκαίον νά ένθυµηθή ό άναγνώστης, ότι οί περισσότεροι άπό τούς όθωµανούς κατοικούσιν είς τάς πολιτείας, καί έξακολούθως δέν είναι όσο οί χριστιανοί έπιτήδειοι είς τά άρµατα, άλλά περί αύτών κατωτέρω ρηθήσεται. ‘Από αύτούς τούς έκατόν, είς µέν τάς πόλεις (1) µόλις εύρίσκονται τά 3/10, οί δέ λοιποί κατοικούσιν είς τά χωρία (2). ‘Εκ τών όθωµανών ούν οί περισσότεροι ζώσιν άπό χρονικά είσοδήµατα, όπού συναθροίζουσιν άπό τά πλήθη τών ύποστατικών των, οί δέ λοιποί διά τού έµπορίου καί τεχνών, ώς πάντως άσύδοτοι, κερδίζουσιν άρκετώς, καί ζώσιν κάλλιστα. ‘Αλλ’ οί χριστιανοί τής ‘Ελλάδος, φεύ! οί γλυκύτατοί µου όµογενείς καί όµόθρησκοι, είναι τήν σήµερον τό πλέον θλιβερόν θέαµα είς τό θέατρον τού κόσµου. ‘Αρχινώντας λοιπόν άπό τούς γεωργούς, ήτοι χωριάτας, φρίττει τό πνεύµα µου, είς τό νά διηγηθώ τήν ζωήν τους. Αύτοί οί τάλανες, άφού κοπιάσουν δι’ όλον τόν χρόνον καί ύποφέρουν άνεκδιήγητα βάσανα, ποτέ δέν τούς περισσεύει ό καρπός τών ίδρώτων των, διά νά άναπαυθώσιν ούτε µίαν ήµέραν, καί σχεδόν πάντοτε εύρίσκονται στενοχωρηµένοι νά πωλώσι µέρος άπό τά φορέµατά των, διά νά ζωοτρέφωνται.

Τόσα µεγάλα είναι τά βάρη, όπού ύποφέρουσι, καί τόσον µιαρά ή ψυχή τών όθωµανών (3). ‘Ο τρόπος δέ 1. Τοιαύτας καλώ, όσας περιέχουσι µίαν ποσότητα 20 χιλιάδων καί έπέκεινα κατοίκων. 2. Πρός τούτοις, οί περισσότεροι τών όθωµανών κατοικούσιν είς τάς πολιτείας, καί έξακολούθως φανερόν άποκαθίστατα, ότι οί περισσότεροι χωριάτες καί γεωργοί είναι χριστιανοί, καί οί άξιώτεροι διά τ’ άρµατα. 3. Πασίδηλος είναι ή φθορά όπού προξενείται είς τά χωρία, όταν διέρχωνται τά άτακτα στρατεύµατα τών όθωµανών. Αύτοί οί βάρβαροι καί σκληροκάρδιοι ‘Αλβανίται, άφού λάβωσι άπό τούς ταλαιπώρους χωριάτες όσον τούς ζητήσουσι, καί άφού φάγωσιν πλουσιοπαρόχως καί γαστριµάργως όσα πρόβατα καί άλλα εύρωσιν, ή άχόρταγος ψυχή των ποτέ δέν εύχαριστείται, καί µέ βίαν τούς άρπάζουσιν, δέν λέγω χρήµατα, έπειδή δέν έχουσιν, άλλ’ ό,τι τής συµφωνίας των µετά τών κυρίων τών ύποστατικών, έκτός όπού είναι τυραννικώτατος, είναι, πρός τούτοις, καί άκατάστατος καί άνοµος (1). Πώς ούν ζώσι; ‘Ε! άδελφοί µου, φίλτατοί µου ‘Ελληνες, έσείς τό ήξεύρετε, χωρίς νά σάς τό είπώ. Οί γεωργοί, ή σεβασµιωτέρα κλάσις µιάς πολιτείας, ό σταθερώτερος στύλος τής πολιτικής εύτυχίας, ζή χειρότερα άπό τά ίδια ζώα. Βέβαια, ό πλούσιος όθωµανός τρέφει τά άλογά του µέ πολλά καλλιότερα φαγητά άπό έκείνα, όπού φυλάττουσιν είς τή ζωήν καί είς τάς θλίψεις τόν άθώον καί δίκαιον χωριάτην. ‘Αλλά, µήπως τελειώνει είς αύτά µόνον ή δυστυχία του; Αύτός ό ταλαίπωρος πρέπει πρός τούτοις – ώ έντροπή άνυπόφορος! – πρέπει, λέγω, νά χορτάση τήν λύσσαν καί τού ληστού τής έκκλησίας, ήτοι τού άρχιεπισκόπου, ώς κατωτέρω ρηθήσεται, είς τρόπον όπού οί χωριάτες, έξαιρώντας έκείνους τούς προδότας καί κακούς άνθρώπους, οί όποίοι διά νά µήν διψήσωσι, πίουσι τό αίµα τών συναδελφών των, καί άποκαθίστανται συνεργοί τών τούς εύρουσι, καί άσπλάγχνως άλλον τύπτουσι, άλλον όνειδίζουσι, καί πολλούς φονεύουσι. 1. ‘Ο κύριος, παραδείγµατος χάριν, δίδει τόν σπόρον τού γεωργού, ό όποίος, άφού δουλεύση µαζί µέ τήν συµβίαν του καί τέκνα του δι’ όλον τόν χρόνον, άφού, λέγω, άφανίση τά βόδια του καί καταχαλάση τά έργαλεία του, συνάζει, τέλος πάντων, τόν καρπόν, – καί πολλάκις ή φύσις δέν άνταποκρίνεται δικαίως είς τούς κόπους του – τόν όποίον άς ύποθέσωµεν άς 10. ‘Ευθύς ό κύριος τού χωραφίου λαµβάνει τά 2/3, καί µένουσι 3 1/3. ‘Ο έπιστάτης τού χωρίου, ή µάλλον είπείν ό φανερός κλέπτης, άρπάζει άλλο έν, καί µένουν 2 1/3. ‘Ο κύριος τού χωραφίου λαµβάνει διά τόν σπόρον 1/3 καί ούτως µένουν τού γεωργού µόνον 2, άπό τά όποία έχει νά ζωοτραφή καί νά ένδυθή αύτός καί ή φαµιλία του. Τοιαύτη περιγραφή πρέπει νά κινήση είς σπλάγχνος τάς πλέον σκληράς καρδίας, καί κάθε ‘Ελλην πρέπει νά κλαύση είς τήν άναγνωσίν της. τυραννικών προσταγµάτων, άφού χάνουν τά όσα οί όθωµανοί τούς άρπάζουσι καί τά όσα δίδουσι τών καλογήρων, µόλις ήµπορούσι νά ζήσωσι άπ’ όσα τούς µένουσι (1). ‘Αλλά, πώς νά παραιτήσω τάς καθηµερινάς άγγαρείας όπού ύποφέρουσι! ‘Ω ούρανέ, πώς δέν κατακαίεις µέ τούς κεραυνούς σου τόσα βδελυρά τέρατα, όπού µιαίνουν καί

άφανίζουν τό άνθρώπινον γένος! ∆έν είναι χωρίον, ώ άγαπητοί, καί µάλιστα είς τήν έπικράτειαν τού τυράννου τών ‘Ιωαννίνων, όπού καθ’ έκάστην νά µήν πέµπη τό έν τρίτον τών κατοίκων του, διά νά δουλεύη είς τά άνωφελή καί πολυέξοδα κτίρια τού τυράννου, χωρίς άλλην άνταµοιβήν, είµή ραβδίσµατα καί πολλάκις θάνατον (2). Τοιαύτην λοιπόν θλιβεράν καί άνυπόφορον ζωήν διάγουσιν οί χωριάτες τής έλληνικής γής, καί, βέβαια, πολλά χειροτέραν άπ’ ό,τι σάς τήν παρέστησεν ή διήγησίς µου. ‘Αλλά, τί νά είπώ, διά τούς πολίτας; ‘Ε, αύτοί χωρίς νά έχουν όλιγοτέρους κόπους καί µόχθους άπό τούς χωριάτας, έχουν τά βάσανα, καί περισσότερα καί φοβερώτερα, άπό αύτούς. Οί τεχνίται, λοιπόν, δουλεύουν σχεδόν 18 ώρας τό ήµερόνυκτον, καί ποτέ δέν ήµπορούν νά άναπληρώσουν τάς άναγκαίας χρείας των. Οί προεστοί µέ τά άδικα δοσίµατα, όπού τούς έπιφορτώνοσι, τούς άρπάζουσιν, άπό τό έν µέρος, τόν όλίγον καρπόν τών ίδρώτων των, τό πλήθος τών έορτών καί αί άγγα 1. Τά συνηθισµένα των φαγητά είναι άγριολάχανα καί ψωµί άπό κριθάρι, δύο ή τρείς φοράς τόν χρόνον µόνον τρώγοσι κρέας. 2. ‘Εκτός τών είρηµένων άγγαρευµάτων καί άδιακόπων δοσιµάτων, όπού ύποφέρουσι, πρός τούτοις άπ’ όσα ξύλα, τυρί, βούτυρον, λάδι καί κάθε άλλον είδος έχουσι, τά 9/10 τά πηγαίνουσι τού τυράννου καί τών ύπ’ αύτού τυραννούντων. ρείαι τούς έµποδίζουσιν, άπό τό άλλο µέρος, κάθε περισσότερον κέρδος, όπού ήθελαν ήµπορέσει νά κάµωσι, καί άνάµεσα είς τόσας χιλιάδας, όταν τινάς φθάση νά άναπληρώση τάς χρείας του µέ όσον κέρδος τού µένει, νοµίζεται πολλά εύτυχής. Πρόσθες άκόµη τά άνυπόφορα κακά, όπού καθηµερινώς δοκιµάζουσιν άπό τούς άχρείους έπιστάτας τού τυράννου, οί όποίοι, µέ άκραν άσπλαγχνίαν, καί χωρίς συνείδησιν, έπιφορτώνοσιν είς τούς άλλους τά βάρη τού µέρους των, καί αύτοί µένουν άσύδοτοι. ‘Εκείνοι, λέγω, οί άφρονες καί µωροί άνθρωποι, όπού κράζονται προεστοί καί άρχοντες, οίτινες, άπό τήν βρωµεράν συνήθειαν, έχασαν σχεδόν καί τήν έντροπήν τών άνθρώπων καί τόν φόβον τού Θεού, καί µέ άκραν άναισχυντίαν δέν διστάζουσιν άπό τό νά άρνώνται, ποτέ µέν, τάς ποσότητας τών πληρωµών, ποτέ δέ, νά ξαναζητώσι έκείνο, όπού έλαβαν ήδη, καί τό χειρότερον νά καυχώνται, είς τό νά δεικνύωνται πιστοί όπαδοί καί δούλοι τού τυράννου έκούσιοι. ‘Ε, σκληροί καί άναιδέστατοι άνθρωποι, ταχέως θέλετε µετανοήσει, ναί, θέλετε µετανοήσει καί θέλετε κλαύσει πικρώς διά τάς κακοεργίας σας. Πού νοµίζετε, ώ άγαπητοί µου ‘Ελληνες, νά στέλνωσι, διά νά κατοικήσωσι, αύτοί οί άπάνθρωποι καί άναιδέστατοι άρχοντες έκείνους τούς δυσώδεις καί βρωµερούς ‘Αλβανίτας ή άλλης έπαρχίας όθωµανούς, όπού ό κάθε τύραννος βαστά διά τήν φύλαξίν του, καί µάλιστα είς τήν Θετταλίαν καί ‘Ηπειρον; ‘Ισως είς όσπίτια καµωµένα έξεπίτηδες, ίσως είς τά εύρύχωρα µετόχια τών µοναστηρίων, ίσως είς τά µεγάλα παλάτια των, ίσως έξω άπό τήν πόλιν, ή είς έρηµά τινα κτίρια, ή, τέλος πάντων, είς τά µοναστήρια; Ούχί, ούχί, άγαπητοί µου, µήν προσµένετε τόσην κρίσιν άπό τόν µεµεθυσµένον τους δουλικόν νούν’ αύτοί έκλέγουσι καί πέµπουσιν αύτούς τούς αίµοβόρους λύκους είς τά όσπίτια, όπου εύρίσκονται γυναίκες καί κοράσια. Καθείς, ώ άγαπητοί µου, καθείς άπό έσάς ήµπορεί εύκόλως νά καταλάβη τάς φοβεράς έξακολουθήσεις. ‘Εγώ δέ, άπό τήν δικαίαν µου άγανάκτησηιν, ή χείρ µου τρέµει καί ή όρασις µου έθάµπωσε, ούτε πλέον ήµπορώ νά έπαριθµήσω τάς δυστυχίας τών ‘Ιωαννίτων καί όλων τών Θετταλών, χωρίς άπό τόν θυµόν µου νά είπώ, βέβαια, όλιγότερα άπ’ ό,τι άνήκουσι έκείνων τών µωροαρχόντων άλλ’ ίσως περισσότερα άπ’ ό,τι ή χρηστοήθεια καί τό όµογενές µέ διδάσκουσι.

‘Αν έγώ, όµως, σιωπώ, δέν θέλουσι σιωπήσει αί τροµασµέναι µητέρες, όπού µετά δακρύων καί γονυκλιτώς έµπροσθεν αύτών τών άχρείων τεράτων µαταίως δέονται καθ’ έκάστην, σπανίως δέ έκείνοι καταδέχονται νά τάς άκροασθώσι, καί πολλάκις, άντίς νά τάς παρηγορήσωσι, τάς έπιπλήττουσι καί µέ βίαν τάς έκβάλλουσιν έξω, χωρίς ποτέ νά τούς δώσωσι τήν παραµικράν βοήθειαν (1). ‘Αν έγώ σιωπώ, βέβαια, τά κρεµνισµένα όσπίτια 1. ‘Ενθυµούµαι µίαν φοράν, όπού έτυχα παρών, όταν µία γυναίκα χήρα καί µέ πέντε τέκνα άνήλικα είχεν ύπάγει νά παρακαλέση ένα άρχοντα, τού όποίου τό όνοµα σιωπώ διά όλιγοτέραν του έντροπήν, διά νά τής κατεβάσουν τό δόσιµον, λέγουσα, ότι, διά νά πληρώση τό άπερασµένον, είχεν πωλήσει κάθε περιττόν στολίδι, όπού τής είχεν µείνει, καί δέν είχεν άλλο τι νά πωλήση, διά νά πληρώση τά όσα τής έζητούσαν, µάλιστα κλαίουσα έφώναζεν, ώς έχει νά θρέψη καί νά ένδύση τρείς θυγατέρας καί δύο υίούς… ό σκληρός άρχων δέν τήν άφησε νά τελειώση τήν περίοδον, καί εύθύς, όπού ήκουσε νά λέγη, ότι έχει τόσα παιδία, µέ άνήκουστον βαρβαρότητα καί άδιαφορίαν τής λέγει «πώλησον δύο άπό τά παιδία σου καί πλήρωσον τό δόσιµον». ‘Εγώ σιωπώ, ό δέ άναγνώστης άς κρίνη, όπως θελήση. τών ταλαιπώρων Θετταλών καί ‘Ηπειρώτων, τά ξεσχισµένα στολίδια τών όσπιτίων των, αί αίµατωµέναι όδοί καί τείχη τών πόλεων άρκετώς όµιλούσι είς τάς όράσεις, όχι µόνον τών ‘Ελλήνων, άλλά καί τών ίδίων ξένων. ‘Αν έγώ σιωπώ, άκούονται όµως οί άναστεναγµοί τών δυστύχων πατέρων, οίτινες, άφού δέν δύνανται νά κερδίσωσι τήν ζωοτροφίαν των, ούτε νά ένδυθώσι µέ τόν καρπόν τών ίδρώτων των, είναι άναγκασµένοι νά άφήσουν είς τήν φαµελίαν των δέκα όθωµανούς καί άλλα τόσα άλογα, καί αύτοί νά ύπάγουν είς τήν φυλακήν, καί όχι όλίγας φοράς, είς θάνατον. ‘Αν έγώ σιωπώ, θέλει λαλήσουν τά άθώα στόµατα τών τροµασµένων κορασίδων καί πεφοβισµένων έφήβων. Καί άν έγώ, τέλος πάντων, δέν τούς δηλοποιώ τό τέλος των, τά παραδείγµατα καί αί ίστορίαι όλου τού κόσµου µέ µεγάλην σαφήνειαν τούς τό προλέγουσι, καί άρκετά ήµπορούσαν νά τό προΐδώσι µόνοι των, άν άξιοι κρίσεως καί συλλογισµού ήτον τοιαύτα τέρατα. ‘Ιδού, ώ ‘Ελληνες, οί τεχνίται πώς ζώσι, καί µήν νοµίσετε ότι έννοώ διά µόνον τούς ‘Ιωαννίτας. Αύτοί δέν είναι δυστυχέστεροι, είµή µόνον, ότι ό τύραννός των είναι κακοηθέστατος. ‘Αλλά είς όλας τάς πολιτείας τού όθωµανικού κράτους εύρίσκεται ή αύτή διοίκησις, ό αύτός τρόπος, αί ίδίαι αίτίαι, καί τά αύτά άποτελέσµατα. σΑς έλθωµεν τώρα είς τήν κλάσιν τών πραγµατευτών, λέγω, έκείνων, όπού πωλώσι διάφορα είδη είς τά έργαστήριά των, διότι περί τών ταξιδευόντων παραιτέρω ρηθήσεται. ‘Αλλά τί ήµπορώ νά είπώ δι’ αύτούς, χωρίς νά ξαναειπώ τά ίδια προλεχθέντα διά τούς τεχνίτας; Αύτοί βασανίζονται άπό τήν ίδίαν κακήν τύχην, µάλιστα δέ αί δυστυχίαι των αύξάνουσιν άναλόγως µέ τάς ύποθέσεις των. Αύτοί καθ’ έκάστην δίδοσι τώ τυράννω τόσας ποσότητας άπό κάθε είδος πραγµατείας, όπού έχουσι, αύτοί πληρώνοσι βαρύτατα δοσίµατα, αύτοί ύποφέρουσι µέ µεγαλειτέρας ζηµίας είς τά όσπίτιά των πάντοτε τούς βρωµερούς ‘Αλβανίτας. (1) Αύτοί είς φυλακήν, αύτοί είς άγγαρείας. (2) Αύτοί τέλος πάντων είναι ύποκείµενοι είς όλα τά χειρότερα κακά, όπού ήµπορεί τινάς νά στοχασθή. Πολλάκις ή τύχη τούς κατατρέχει καί είς τάς έµπορικάς των έπιχειρήσεις, καί πολλοί άπεθνήσκουν είς τήν φυλακήν. Ποίος έµβαίνει είς µίαν πολιτείαν τής ‘Ελλάδος, καί δέν αίσθάνεται µίαν ψυχρότητα είς τήν καρδίαν του, άκούοντας πανταχόθεν νά έξέρχεται τό καί τό άλλοίµονον! Τί άλλο άκροάζεται ένας ξένος, πάρεξ άναστεναγµούς; Τί άλλο βλέπει ό ‘Ελλην, είµή δάκρυα; Τί άλλο εύρίσκεται, τέλος πάντων, είς τούς ‘Ελληνας, είµή

λύπη, φόβος, φυλακή καί θάνατος; ‘Ενα γενικόν µουρµούρισµα λύπης, µία σιωπή άπελπισίας κυριεύει όλων τάς καρδίας. Καί πολλών ή άδυναµία µιάς δικαίας έκδικήσεως καί ή πολλά αίσθαντική των καρδία φθείρει τήν ζωήν καί θνήσκουν άπελπισµένοι. ‘Η πτωχεία, τέλος πάντων, ώς µία άδιάκοπος µικρή θέρµη, άδυνατίζει τό πλέον ύγιές σώµα. Ούτως καταβάλλει τήν γενναιότητα καί σταθερότητα τών δυστύχων πατέρων καί θαµπώνει τό πνεύµα τών τέκνων. Πώς στοχάζεσαι τώρα, ώ άναγνώστα, νά ζώσιν οί άγαπητοί µας ‘Ελληνες, αύτοί οί γλυκύτατοί µας άδελ 1. Πολλοί εύρίσκονται στενοχωρηµένοι άπό ξυλίσµατα καί φοβερισµούς τών άπανθρώπων ‘Αλβανίτων, έκτός τής κατοικίας, νά τούς δίδωσι καί τήν ζωοτροφίαν. 2. Είς τά ‘Ιωάννινα έφερον τά ξύλα, τάς πέτρας καί τήν λάσπην όλοι οί κάτοικοι χωρίς έξαίρεσιν. φοί; ‘Ισως δέν τό άγνοείς, καί ίσως µαζύ µου συγκλαίεις καί έσύ τάς κοινάς έλληνικάς µας δυστυχίας. Πλήν, µ’ όλον τούτο, δέν θέλω σιωπήσει έγώ, ξαναενθυµώντας σου τόν τρόπον τής δυστυχεστάτης καί πτωχικής ζωής τών ‘Ελλήνων, άπό τό νά εύφηµίσω τήν άγαθήν καρδίαν καί τήν φιλανθρωπότητα τών εύεργέτων τής ‘Ελλάδος. ‘Εξαιρώντας, λοιπόν, όλους τούς προεστώτας, ή µάλλον είπείν τούς προδότας, καί όλους έκείνους τούς άχρειεστάτους σκλάβους καί όπαδούς τών κατά µέρος τυράννων τής ‘Ελλάδος, οί λοιποί σχεδόν άπαντες άναπληρούσι είς τάς χρείας των άπό εύεργεσίας έκείνων τών όλίγων ‘Ελλήνων, οίτινες καί έν τή πατρίδι, καί πόρρω αύτής, όταν εύρίσκωνται, δέν παύοσι άπό τό νά βοηθώσι καθ’ έκάστην τούς συµπατριώτας των, άπό τό νά τούς παρηγορώσι µέ έξαφνα χαρίσµατα, καί τέλος πάντων, άπό τό νά τούς στολίζωσι τό πνεύµα µέ τά σχολεία, όπού έξ ίδίων των έκτισαν καί φυλάττουσι. Συγχωρήσετέ µε, ώ άνδρες γενναιότατοι καί φιλεύσπλαγχνοι, άν µία µεγάλη αίτία µ’ έµποδίζη άπό τό νά έκθέσω είς τούτον µου τόν λόγον τά ένδοξα όνόµατά σας’ ή εύγνωµοσύνη µου όµως ώς ‘Ελλην, καί τό χρέος τών συναδελφών µας, έντός όλίγου θέλουν ένεργήσει, διά νά έγχαράξουν µέ χρυσά ψηφία τοιούτον κατάλογον είς τούς ναούς τής ‘Ελλάδος, καθώς καί τώρα τόν φυλάττουσι έγκεχαραγµένον είς τάς καρδίας των. ∆έν µένει τώρα άλλη κλάσις, είµή τών ταξιδιώτων, όπού νά ζητή έξήγησιν, άλλά περί αύτών, ώς προείπον, θέλω όµιλήσει παρεµπρός, καί τελειώνω τοιαύτην θλιβεράν διήγησιν µέ µίαν γλυκείαν παρατήρησιν, όπού σάς παρακαλώ νά κάµητε είς τό έλληνικόν γένος, διά κοινήν µας χαράν.

‘Η τυραννία, ώ ‘Ελληνες – καί όποία τυραννία! – δέν έδυνήθη νά έξαλείψη άπό τό γένος µας τά χαρακτηριστικά του σηµεία, διά νά είπώ ούτως. ‘Η σταθερότης καί ή φιλευσπλαγχνία σώζονται είς όλους τούς ‘Ελληνας καί ή άρετή λάµπει άνάµεσα είς τόν βόρβορον τής τυραννίας (1). ‘Ω άρετή, ώ θείον καί ίερόν δώρον! Σύ, όπού καταπρααίνεις τά άλογα πάθη. Σύ, όπού συνοδεύεις διά παντός µέ τήν ψυχήν είς µίαν ήσυχον καί γαληνήν άνάπαυσιν. Σύ, όπού καθιστάς τόν άνθρωπον εύτυχή, άποκαθιστώντας του όλίγας τάς χρείας’ όπού τόν άρµατώνεις έναντίον είς τάς καταδροµάς τής τύχης, καί τόν καθιστάς άδιάφορον είς τάς εύτυχίας. Σύ, όπού ύψώνεις τήν άνθρωπίνην ούτιδανότητα καί κατασταίνεις τόν άνθρωπον άνώτερον τού είναι του. Σύ, όπού χαρακτηρίζεις καί καταστείς άµετάτρεπτον τόν ένάρετον. Ναί, ό ναός σου δέν είναι έσφαλισµένος είς τήν ύποδουλωµένην ‘Ελλάδα! Σύ λατρεύεσαι άπό τούς εύεργέτας τού γένους. Αύτοί σέ τιµούσι µέ τά καθηµερινά δώρα, όπού προσφέρουσιν είς τούς ‘Ελληνας, καί έγώ τούς τό κοινοποιώ διά δόξαν µας. ‘Αλλ’ έσείς, ώ εύεργέται, νοµίζετε νά έκπληρούται τό χρέος σας διά τών εύεργεσιών σας

µόνον; Ούχί, άγαπητοί µου, έγώ δέν είµαι κόλαξ, διά νά σιωπήσω τό τί πρέπει νά κάµετε, καί έσείς άγαπάτε άρκετώς τήν άρετήν, διά νά σάς κακοφανή ή άλήθεια καί νά µείνητε είς τό λάθος σας. ‘Η άρετή, ώ άδελφοί µου, τόσον διαφέρει άπό τήν κακίαν, ώς ή ζωή 1. Είς όλας τάς πολιτείας τής ‘Ελλάδος, καί έξόχως είς τά ‘Ιωάννινα, κάθε ήµέραν όλοι οί συµπολίται, στέλνουσιν είς τούς φυλακωµένους καί φαγητά καί ένδύµατα καί κάθε άλλον άναγκαίον’ όταν δέ κανείς άδικήται καί κατατρέχεται, κάθε γείτων νοµίζει χρέος του νά τόν βοηθήση, ώς δύναται. άπό τόν θάνατον. Καθώς λοιπόν άνάµεσα ζωής καί θανάτου, δέν εύρίσκεται µέσος όρος, ούτε άνάµεσα άρετής καί κακίας ήµπορεί νά εύρεθή, καί έξακολούθως δέν ήµπορεί νά είπή τινάς, ούτε ότι ό δείνας είναι περισσότερον άπεθαµένος άπό τόν δείνα άπεθαµένον, ούτε ότι ό ένας έναρετώτερος άπό τόν άλλον ένάρετον (1). ‘Ενάρετος, ώ εύργέται τής ‘Ελλάδος, είναι µόνον έκείνος, όπού θέλοντας νά ζήση είς πολλούς – δηλαδή ώφελώντας τούς συναδέλφους του, νά άθανατίση τό όνοµά του, καί διά νά είπώ ούτως, νά ζή καί άποθαµένος – κάµνει όχι όσον θέλει, άλλ’ όσον πρέπει, καί όχι έκείνο όπού είς ούδέν τόν έγγίζει (2), άλλ’ έκείνο, όπού είναι άναγκάιον, προκρίνοντας πάντοτε τό κοινόν όφελος, χωρίς νά στρέψη τούς όφθαλµούς του είς τήν µικράν ή µεγάλην ζηµίαν, όπού ήθελε τού προξενήσει έν έργον του ένάρετον. Είς τάς νοµαρχικάς διοικήσεις, είς τάς όποίας ή άρετή είναι ή κυρία βάσις καί τό θεµέλιον όλης τής πολιτικής διαγωγής, ό ένάρετος κάµνει όσον πρέπει, καί ποτέ δέν ζηµιούται, έπειδή ποτέ δέν συγχωρεί ή όρθή διοίκησις ξεχώρισιν άπό τάς µερικάς είς τάς κοινάς ύποθέσεις, καθώς είς τήν άρχήν τού παρόντος µου λόγου άρκετώς άπεδείχθη. Καί έξακολούθως, ό ένάρετος κά 1. ‘Ας µήν παραξενευθή ό άναγνώστης άπό αύτήν τήν πρότασιν, άλλ’ άς στοχασθή ότι, όσάκις βλέποµεν ένα ένάρετον νά κάµνη περισσότερα καλά άπό ένα άλλον ένάρετον, αίτία είναι µόνον καί µόνον αί περιστάσεις. 2. Πολλοί ένόµισαν καί νοµίζουν έναρέτους τινάς βασιλείς, διά τό ότι έκαµον καλά πράγµατα, χωρίς νά έρευνήσουν τό ό,τι ήµπορούσαν νά κάµωσι. µνοντας ό,τι τόν διδάσκει ή άρετή, κάµνει πρώτον µέν τό χρέος του ώς πολίτης, καί δεύτερον, ώφελώντας τούς άλλους’ ή ένωσις, όπού εύρίσκεται άναµεταξύ είς όλους τούς πολίτας, κάµνει νά ώφελήται καί ό ίδιος. Πολλά διαφορετικόν είναι όµως τό πράγµα είς τάς τυραννικάς διοικήσεις, όταν καµµίαν φοράν έµφανίζεται ή άρετή – τό όποίον, άγκαλά καί σπανίως, πλήν άκολουθεί, καί είς κάθε τόσον εύρίσκονται µερικοί ένάρετοι διά τιµήν τής άνθρωπότητος καί διά µεγαλειτέραν έλπίδα µιάς ταχέας έπανορθώσεως έκείνου τού γένους, όπού τυραννείται (1) – ώσάν όπού ή τυραννία έχει διά βάσιν καί θεµέλιον τήν άνοµοιότητα καί τήν άδικίαν. ‘Οσοι δούλοι είναι, τόσαι διαιρέσεις εύρίσκονται, καί είς τό λεξικόν τής δεσποτείας ή λέξις «ένωσις» δέν εύρίσκεται. ‘Οθεν, είναι φανερόν, ότι ένας ένάρετος ύπό τής δουλείας πρέπει έξ άνάγκης νά πάσχη, καί έξακολούθως, όποιος δέν πάσχει ύπό τής δουλείας, δέν είναι ένάρετος.

Καλόν ήθελεν ήτον, ώ ‘Ελληνες, άν οί ένάρετοι τής ‘Ελλάδος δέν ήθελον ύποφέρει, άλλά, κάµνοντες τό χρέος των, ήθελον ώφελήσει τούς άλλους καί τόν έαυτόν τους. Πλήν αύτό είναι άδύνατον νά θεωρηθή, έως όπού ή ‘Ελλάς εύρίσκεται ύπό τυραννίας. ‘Ας ύποφέρωσι λοιπόν ώς φιλογενείς καί φιλελεύθεροι, καί άς µά 1. Οί περίεργοι άλλογενείς, καί µάλιστα οί Βρεττανοί, περιερχόµενοι είς τήν ‘Ελλάδα καί άπαντούντες ένθεν κακείθεν διεσπαρµένα τά διάφορα λείψανα τής µεγαλειότητός της, εύρίσκονται ύποχρεωµένοι νά κράζωσι: «’Εδώ έστάθη τό σχολείον τής οίκουµένης». Οί δέ νύν φιλόσοφοι καί πολυπράγµονες ‘Ελληνες, θεωρώντες άναµεταξύ είς τούς ταλαιπώρους όµογενείς µας µερικούς έναρέτους καί άξίους άνδρας, µέ κρυφίαν ήδονήν κραυγάζουσι: «Ούχί, ούχί, ή ‘Ελλάς δέν θέλει µείνει διά πολύν καιρόν ύπό τής τυραννίας, άλλά ταχέως θέλει συντρίψει τάς άλύσους της». θωσιν ότι, όποιος ήµπορώντας νά ώφελήση περισσότερον, ώφελεί όλιγότερον, δέν είναι ένάρετος. ‘Εγώ έλαβα τήν εύχαρίστησιν νά γνωρίσω άρκετούς έναρέτους ‘Ελληνας καί εύεργέτας τής ‘Ελλάδος, τών όποίων ή φιλευσπλαγχνία καί ή καλή καρδία, δέν µού συγχωρούσι νά τούς κράξω µή έναρέτους, όντας βέβαιος ότι, άν δέν κάµνουσι είς τήν ‘Ελλάδα όσον έπρεπε καί όσον ήµπορούσαν, ή µόνη αίτία είναι, όπού δέν γνωρίζουσι έκείνο, όπού έπρεπε νά κάµωσι, έπειδή, ώ ‘Ελληνες, δέν είναι δύσκολον είς ένα καλόν άνθρωπον νά κάµη έν καλόν έργον τόσον, όσον είναι δύσκολον νά τό κάµη καλώς καί καθώς πρέπει. ‘Οθεν, παρεµπρός, θέλω φανερώσει πρός τούς εύεργέτας τής ‘Ελλάδος τό τί πρέπει νά κάµωσι, καί έλπίζω ώς ένάρετοι, όπού είναι, νά κάµωσι, τό χρέος των, καθώς τυχαίνει, διά νά άποκαθιστώσι άξιοι τής άρετής. ‘Η εύεργεσία είναι άναντιρρήτως τό χρηστότερον έργον ένός έναρέτου πλουσίου, άλλά, άγαπητοί µου ‘Ελληνες, όποίον όφελος προξενεί είς τούς ‘Ελληνας τήν σήµερον; ‘Αν µέχρι τούδε τούς ώφέλησε, φεύ! τώρα αύτό τό χρηστόν έργον, άντίς νά ώφελήση, βλάπτει, καί άλλο δέν προξενεί είς τούς ‘Ελληνας, είµή µόνον µίαν έπιζήµιον παρηγορίαν καί τούς κάµνει νά µένουν πάντοτε άκίνητοι ύπό τής τυραννίας. Οί χρείαν έχοντες, άφού εύεργετηθούν, ύποφέρουν περισσότερον, καί όσον περισσότερον εύεργετούνται, τόσον όλιγότερον τούς βαρύνει ή τυραννία. Καί ίδού ότι έν καλόν, όπού γίνεται είς τόπον ένός µεγαλειτέρου καλού, προξενεί τό χειρό Οί κάτοικοι δέ είναι σχεδόν δέκα όκτώ µιλλιούνια, µαζί µέ τούς νησιώτας τού ‘Αρχιπελάγους. Οί δέ χριστιανοί ώς πρός τούς όθωµανούς, είναι ώς τό 115 πρός τό 29. ∆ιά τούς ξένους, όπού κατοικούσι είς τήν όθωµανική έπικράτειαν, καί άλλογενείς, όντες κατά πολλά όλίγοι, δέν τούς άναφέρω (1). Τόσον πλήθος ‘Ελλήνων, ώ άγαπητοί, πώς ‘άρα γε νά ζή; Αύτό λοιπόν, θέλω έξετάσει τώρα καί άκούσετε: ‘Ας ύποθέσωµεν, διά τό εύκολώτερον, τούς κατοίκους τού όθωµανικού κράτους είς τήν Εύρώπην άς 100. ‘Αναλόγως, λοιπόν, είς τήν είρηµένην έπαρίθµησιν, οί χριστιανοί πρέπει νά είναι άς 80, καί οί όθωµανοί άς 20. ‘Από τήν άνωθεν έπαρίθµησιν, εύκόλως φαίνεται, ύφείλοντας άπό κάθε έκατόν µόνον δεκαπέντε, ότι άξιοι διά τά άρµατα άπό µέν τούς χριστιανούς ήµπορούσαν νά είναι 2.156.250, άπό δέ τούς όθωµανούς 543.750. Είναι πρός τούτοις άναγκαίον νά ένθυµηθή ό άναγνώστης, ότι οί περισσότεροι άπό τούς όθωµανούς κατοικούσιν είς τάς πολιτείας, καί έξακολούθως δέν είναι όσο οί χριστιανοί έπιτήδειοι είς τά άρµατα, άλλά περί αύτών κατωτέρω ρηθήσεται. ‘Από αύτούς τούς έκατόν, είς µέν τάς πόλεις (1) µόλις εύρίσκονται τά 3/10, οί δέ λοιποί κατοικούσιν είς τά 7 στ.2 χωρία (2). ‘Εκ τών όθωµανών ούν οί περισσότεροι ζώσιν άπό χρονικά είσοδήµατα, όπού συναθροίζουσιν άπό τά πλήθη τών ύποστατικών των, οί δέ λοιποί διά τού έµπορίου καί τεχνών, ώς πάντως άσύδοτοι, κερδίζουσιν νικηθή άπό ένα έχθρόν, όπού δέν ήθελε τόν όµοιάσει καί ή

φιλευσπλαγχνία του, κακώς ένεργηµένη καί παράκαιρα, προξενεί τήν δυστυχίαν ένός γένους όλοκλήρου. 1. ‘Ας µήν τολµήση ό άναγνώστης, καί διά τούτο τόν όρκίζω έµπροσθεν τής δικαιοσύνης καί είς τόν ναόν τής άρετής, άς µήν τολµήση, λέγω, όποιος καί άν είναι, νά µέ κράξη άγνώµονα. ‘Εγώ είµαι ύπόχρεως είς τούς εύεργέτας τής ‘Ελλάδος όχι όλίγον, είµαι εύγνώµων είς τάς χάριτάς των, µαζί µέ όλους τούς ‘Ελληνας. Πόσον όµως ήθελεν ήτον καλλίτερον, νά µήν ήθελον έχει χρείαν άπό τάς εύεργεσίας των! ‘Οποιος ίατρεύεται άπό µίαν άσθένειαν, είναι εύγνώµων πρός τόν ίατρόν του, πλήν όλοι παρακαλούσι νά µήν λάβωσι χρείαν άπό τόν ίατρόν.

ΒΙΒΛΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ , ΟΙ ΣΥΝΕΡΓΟΙ ΤΗΣ ΤΥΡΑΝΝΙΑΣ ∆ύο αίτια είναι, ώ ‘Ελληνες µου άκριβοί, όπού µέχρι τής σήµερον µάς φυλλάτουσι δεδεµένους είς τάς άλύσους τής τυραννίας, είναι δέ τό άµαθές ίερατείον καί ή άπουσία τών άρίστων συµπολίτων. Είς τήν διήγησιν τής δευτέρας αίτίας, είς τήν όποίαν συγκαταλέγεται καί ή κλάσις τών εύεργέτων τής ‘Ελλάδος, θέλω φανερώσει τό χρέος των, ώς έταξα. Τά δέ προλεχθέντα περί τής άρετής αύτών χρησιµεύουν ώς προλογίδιον είς τήν έξέτασιν, έν ή είσέρχοµαι τώρα, διά νά άποδείξω, ότι δέν είναι ούτε δειλία, ούτε άστοχασία τών ‘Ελλήνων, όπού µέχρι τής σήµερον µάς φυλάττει ύπό τής όθωµανικής τυραννίας, καί νά άποστοµώσω τάς φθονεράς καί καταλάλους γλώσσας τών άλλοφύλων. ‘Αλλά, πόσον θέλει συγχύσει, ή άκόλουθος διήγησις τής πρώτης αίτίας µερικούς άρχιεπισκόπους, ή άλλου τάγµατος ίερείς, άν κατά τύχην τόν παρόντα µου λόγον άναγνώσωσι – τό όποίον µού φαίνεται δύσκολον – βλέποντας ξεσκεπασµένας τάς ψευδείς των άρετάς. ‘Ω, πόσον ταχέως θέλει ρίψουσιν είς τό πύρ τούτο µου τό βιβλιάριον, όσοι φοβούνται τό φώς τής άληθείας! ∆ιά τούτο λοιπόν κρίνω άναγκαίον νά τούς προειδοποιήσω, ότι τό πατριωτικόν χρέος µου µέ προστάζει νά όµιλήσω τήν άλήθειαν, καί δέν φοβούµαι ούτε τούς άµαθείς, ούτε τούς σπουδαίους καί έναρέτους (1). Τούς µέν πρώτους, έπειδή δέν είναι άξιοι φόβου, τούς δέ δευτέρους έπειδή ή άλήθεια δέν έπιδέχεται κατάκρισιν. Μάλλον δέ οί σπουδαίοι θέλουν έπικυρώσει τούς λόγους µου µέ τήν νουνεχή των έπιβεβαίωσιν, καί θέλουν προσπαθήσει, όσον όγληγορώτερον δυνηθώσι, νά διορθώσωσιν όπωσούν τάς φοβεράς καί έπιζηµιώδεις καταχρήσεις αύτού τού ίερού τάγµατος, διά νά άναλάβη ή ‘Ελλάς τήν προτέραν της λάµψιν καί εύτυχίαν. ∆ιά τούτο, λοιπόν, µετά δακρύων παρακαλώ τούς σοφούς καί έναρέτους άνδρας, όπού φέρουσι τό σεβέσµιον ένδυµα τής ίερωσύνης, νά µέ συγχωρήσουν, άν µέ άκραν τόλµην άποφασίζω νά έλέγξω αύστηρώς τούς άναξίους

καί άµαθείς καλογήρους, καί νά άποδείξω µέ γεωµετρικήν βεβαιότητα τό πόσον κακόν προξενούσι τήν σήµερον είς τήν ‘Ελλάδα. ‘Ας µήν µέ νοµίσουν άνευλαβή, άν άκούσωσι νά καταφρονώ τήν σηµερινήν καλογερικήν των σύστησιν καί διαγωγήν, άλλ’ ώς ζηλωταί τής έπανορθώσεως καί δόξης τής κοινής πατρίδος µας ‘Ελλάδος, νά στοχασθώσι, άν είναι εύκολον, νά ξαναλάβη τό γένος µας τήν έλευθερίαν του, έν όσω σώζεται ό οίκιακός έχθρός της, ή άµάθεια, λέγω, ή δεισιδαιµονία καί ή κατάχρησις 1. ∆έν είναι όλίγοι βέβαια οί όντως άξιοι εύλαβείας καί τιµής ίερείς, ώς έπί παραδείγµατι ό σεβασµιώτατος καί ένάρετος άνήρ, ό σοφώτατος λέγω οίκονόµος τών ‘Ιωαννίνων κύρ Κοσµάς Μπαλάνου, ό όσιώτατος καί έλλογιµώτατος διδάσκαλος είς Κερκύραν κύρ ‘Ανδρέας ίερεύς, καί άλλοι πολλοί. τής θρησκείας, ή όπόσην φθοράν θέλει προξενήσει µία αίφνίδιος άνάστασις, καί έπανόρθωσις είς όσους άδίκως καί άναισχύντως παρέβηκαν τάς έκκλησιαστικάς καί ήθικάς νοµοθεσίας, άν έν καιρώ δέν θέλουσι διορθωθή. ‘Ω, πόσον αίσθάνοµαι τήν φλόγαν τής άγανακτήσεως καί έντροπής είς τή καρδίαν µου, τώρα όπού τόσον καταφρονητικώς θέλω λαλήσει διά τήν πλέον τιµιωτέραν κλάσιν τής πολιτικής διαγωγής! Πόσον µέ λυπεί, όπού, άντίς νά έπαινέσω αύτό τό ίερόν τάγµα, ή άλήθεια καί τό πατριωτικόν χρέος µου µέ βιάζουσι νά τό κατηγορήσω. Μεγάλον βέβαια είναι τό έπιχείρηµά µου, άλλ’ έγώ έταξα νά κάµω κάθε θυσίαν έµπροσθεν είς τό άγαλµα τής ‘Ελευθερίας, καί δέν θέλω παραιτήσει τήν άναγκαιοτέραν. ‘Ω σύ µιαρά Σύνοδος τής Κωνσταντινουπόλεως, είς τί όµοιάζεις, ήθελα νά ήξεύρω άπό έσέ τώρα όπού σέ έρωτώ, είς τί, λέγω, όµοιάζεις τούς ίερούς καί θείους άποστόλους τού λόγου τής σοφίας τού ‘Ιησού Χριστού; ‘Ισως είς τήν ένδειαν καί άφιλοκέρδειαν, όπού έκείνοι έκήρυττον; ‘Αλλ’ έσύ είσαι γεµάτη άπό χρήµατα, όπού καθηµερινώς κλέπτεις άπό τούς ταλαιπώρους χριστιανούς. ‘Ισως είς τήν έγκράτειαν καί χαλιναγωγίαν τών παθών; ‘Αλλ’ είς ποίον µεγάλον ξεφάντωµα δέν εύρίσκεται µέρος άπό τούς συγκλήτους σου, καί ποίος άπό αύτούς δέν λατρεύει δύο καί τρείς άρχοντίσσας µέ άκραν άναισχυντίαν καί σχεδόν φανερά (1); Μήπως τούς όµοιάζεις κάν είς τήν εύλάβειάν των πρός τήν θρησκείαν; ‘Αλλά ποίος δέν γνωρίζει τήν 1. ‘Ο νύν άρχιερεύς τών ‘Ιωαννίνων είναι µοιχός καί άρσενοκοίτης, χωρίς τήν παραµικράν συστολήν. άκραν άνευλάβειάν σου καί ποίος δέν ήξεύρει πόσον γελοιωδώς καί χλευαστικώς έκτελείς τάς ίερουργίας (1); Είς τί λοιπόν τούς όµοιάζεις; Είς τήν φιλανθρωπότητα; ‘Εσύ, τούς πτωχούς δέν καταδέχεσαι ούτε κάν νά τούς ίδής, ούχί δέ νά τούς βοηθήσης. ‘Η λύσσα σου διά τά χρήµατα είναι άπερίγραπτος (2). Τούς όµοιάζεις ίσως είς τήν φιλαδελφότητα, είς τήν όµόνοιαν, είς τήν έπάλληλον άγάπην; ‘Αλλά ποίος δέν γνωρίζει πόσον προσπαθεί ό ένας νά βλάψη τόν άλλον (3). Είς τί λοιπόν τούς όµοιάζεις; Βέβαια είς ούδέν. ‘Ω τής δυστυχίας σας, άνθρωποι βάρβαροι καί µωροί. ‘Επρεπε νά ξαναγυρίση ό Χριστός, γιά νά σάς φωτίση, έπειδή έσείς ούτε κάν στοχάζεσθε νά άνοίξητε ποτέ έν βιβλίον, διά νά λαµπρύνητε τόν έσκοτισµένον σας νούν. Σύ, λοιπόν, ώ Σύνοδος, άγκαλά καί νά φέρης τούς τίτλους τής άγιωσύνης καί τά σηµεία τής άρετής, ούχί, ούχί, ποσώς δέν όµοιάζεις τά ύποκείµενα, όπού προσπαθείς νά παρησιάσης. Σύ είσαι µία µάνδρα λύκων, όπού δέν ύπακούεις τόν ποιµένα σου καί κατατρώγεις τά άθώα καί πολλά ήµερα πρόβατα τής όρθοδόξου έκκλησίας. ‘Ως

τοιαύτην λοιπόν θέλω σέ νοµίσει είς τόν παρόντα µου λόγον, καί άν ή άµάθεια τών ‘Ελ 1. ‘Εγώ είδα πολλάκις ένα άρχιεπίσκοπον είς τήν µέσην τής λειτουργίας, νά ύβρίζη, νά άναθεµατίζη, καί νά δέρνη όχι όλίγας φοράς τούς παπάδες, καί ώς έπί τό πλείστον τούς διακόνους. 2. ‘Εγώ έγνώρισα ένα καλόγηρον τόσον φιλάργυρον, όπού µέ τό νά τού έκλέφθησαν µερικά χρήµατα, ύστερα άπό ένα µήνα άπέθανεν άπό τήν θλίψιν του. 3. ‘Ο θάνατος κανενός άρχιεπισκόπου άποδεικνύει φανερώτατα τόν βρωµερόν χαρακτήρα τής Συνόδου. ‘Επειδή τότε γεννάται έν µίσος άναµεταξύ των, µεταχειριζόµενος καθείς κάθε ούτιδανώτερον µέσον, όπού δυνηθή, διά νά άποκτήση έκείνην τήν έπαρχίαν, τό όποίον άκολουθεί είς όποιον δώση περισσότερα χρήµατα. λήνων καί ή άπειρία αύτών έφύλαξεν µέχρι τής σήµερον είς µακαριότητα τό άνυπόφορον κράτος σου, τό φώς τής µαθήσεως καί ό ήλιος τής άληθείας θέλουσι σάς άποδείξει είς τούς όφθαλµούς όλων, όχι καθώς προσποιείσθε νά είσθε, άλλά καθώς είσθε τωόντι. Καί θέλουσι σάς διδάξει ένταυτώ τήν άληθή όδόν τής άρετής καί ίερατικής διαγωγής. ‘Ακούσατε νύν, άγαπητοί µου ‘Ελληνες, όσοι άπό έσάς µέχρι τής σήµερον τό άγνοούσαν, άκούσατε τήν θλιβεράν διήγησιν τής σηµερινής καταστάσεως τού ίερατικού τάγµατος τής κοινής µας πατρίδος, καί ίδατε είς τί καταντεί τούς άνθρώπους ή τυραννία. Στοχαστικώτατος καί µεγάλος άνθρωπος έστάθη βέβαια ό νοµοδότης Λυκούργος, ό όποίος προβλέποντας τά άφευκτα κακά, όπού ήθελε προξενήσει είς τούς συµπατριώτας του ή µεταχείρισις τών χρηµάτων, τήν άπέβαλεν έξ άρχής άπό τήν Σπάρτην, καί κατέστησεν έκείνον τόν καλότυχον λαόν τόσον εύτυχή καί ένάρετον, ώστε όπού θέλει δοξάζεται καί τιµείται, έως όπού ύπάρχωσιν οί άνθρωποι. ‘Επειδή, λοιπόν, ό νύν έλληνικός κλήρος, διά βάσιν τού συστήµατός του καί διά γενικόν όργανον τής διαγωγής του έχει µόνον καί µόνον τόν χρυσόν, δέν νοµίζω περιττόν, εί καί συντόµως, νά είπώ τι περί τής χρήσεώς του καί τής αύτού καταχρήσεως. ∆έν είναι όµως ό σκοπός µου νά καταπείσω τούς χρυσολάτρας, ότι άπατώνται, έπειδή µού φαίνεται τό ίδιον, άν ήθελα παραστήσει τί έστί µανία, διά νά καταπείσω ένα τρελλόν, ότι είναι τρελλός. Αύτός, έν όσω είναι τρελλός, δέν τό πιστεύει νά είναι, µάλιστα κρίνει τόν έαυτόν του φρονιµώτερον άπό κάθε άλλον. Ούτως καί οί χρυσολάτραι. ‘Εως όπού µέ τόν χρυσόν κάµνουσιν ό,τι θέλουσι, βέβαια δέν νοµίζουσι άτοπον τήν λατρείαν των. ‘Οθεν, άναγκαία είναι διά τούς πρώτους ή φρόνησις καί διά τούς άλλους ή καλή διοίκησις. Καί τότε ήµπορούν νά καταλάβουν έκείνοι ότι ήτον λωλοί, καί έτούτοι ότι έβαστούσαν τόσον καπνόν, έσφαλισµένον είς σιδερένια σεντούκια. ‘Οµιλώ µόνον, λοιπόν, έπειδή ή ύπόθεσις είναι άξία περιεργείας, καί έπειδή νοµίζω νά µήν δυσαρέση κάθε έξέτασις πραγµάτων, όπού άναφέρονται είς τό κοινόν καλώς έχειν. Τά χρήµατα, ώ ‘Ελληνες, είς άλλο δέν χρησιµεύουν, ούτε δι’ άλλο τέλος ό έφευρετής τά έµεταχειρίσθη, παρά µόνον διά σηµεία άριθµητικά, ήτοι διά µέτρον γενικόν τών πραγµάτων καί δηλωτικόν τής τιµής των. Ούτως λοιπόν έξ άρχής, διά νά διευκολύνουν τά δανείσµατα καί άλλαγάς τών διαφόρων άναγκαίων των πραγµάτων, οί άνθρωποι έκαµαν τόσας µονάδας χρυσάς ή χαλκίνους, διά τών όποίων τά έµετρούσαν καί τά έµοίραζον όρθώς. Αύτή ή έφεύρεσις είς όλίγον καιρόν εύκόλυνεν τάς άµοιβαίας άλλαγάς, όχι µόνον άπό ένα ύποκείµενον είς άλλον, άλλά καί άπό πόλιν είς πόλιν, καί αύτός τρόπος, αί ίδίαι αίτίαι, καί τά αύτά άποτελέ σµατα. σΑς έλθωµεν τώρα είς τήν κλάσιν τών πραγµατευτών, λέγω, έκείνων, όπού πωλώσι διάφορα είδη είς τά έργαστήριά των, διότι περί τών ταξιδευόντων παραιτέρω ρηθήσεται. ‘Αλλά τί ήµπορώ νά είπώ δι’ αύτούς, χωρίς νά ξαναειπώ τά ίδια προλεχθέντα διά τούς τεχνίτας; τόσα µιλλιούνια ύπόκεινται είς τήν θέλησιν ένός άµαθούς τέρατος, όπού γεννηθείς καί άνατραφείς είς

τόν κόλπον τής δουλείας καί τής άσωτείας, όχι µόνον δέν είναι άξιος νά διοικήση, άλλ’ ούτε άξιος ήθελεν ήτον νά είναι ό ύποδεέστερος τών ύπηκόων. ‘Ω! άλλοίµονον είς τούς ‘Ελληνας, όπού τόν ύπακούοσι! ‘Ακούσετε τώρα τόν τρόπον, µέ τόν όποίον αύτός διοικεί. ‘Ο πρώτος, καί κυριώτερος, καί άπαράβατος νόµος είναι θέλησίς του. ‘Οθεν, άν έξαιρέσωµεν µερικάς έντολάς τής θρησκείας των, κάθε άλλον νόµον άφανίζει τό κύρος του. ‘Η άµάθειά του τόν βιάζει νά έκλέξη ένα κριτήν, τού όποίου δίδει τόν τίτλον τού Σοφωτάτου, ό όποίος άλλο δέν ήξεύρει, είµή νά γράφη καί νά άναγινώσκη τήν γλώσσαν του, µαζί µέ µερικά κεφαλαιώδη προστάγµατα τού Μωάµεθ, όπού νά τά άκούση τινάς, τού έρεθίζουν γέλωτα. Τά περισσότερα άπό αύτά τά έντάλµατα άναφέρονται είς τήν διατήρησιν τής θρησκείας καί µάλιστα είς τήν διαφύλαξιν τής άµαθείας. ‘Η άπόφασις αύτού τού κριτού είναι άναντίρρητος. ‘Ο κώδιξ τών τιµρι, βλέποντας ότι ήµπορούσε νά δώση µονάδας καί νά λάβη σιτάρι, τού έφάνη εύκολώτερον νά πλάση άπό αύτάς παρά νά σκάψη. ‘Ο ∆. όπού δέν ήθελεν ούτε νά σκάψη, ούτε νά ζητήση τό µέταλλον, έπιτηδεύθη νά έφεύρη έν είδος καινούργιον, καί άφού τό έτελείωσεν, ήρεσεν τού Ε. όπού είχεν πολλάς µονάδας, καί εύθύς τάς άλλαξεν µ’ έκείνο. ‘Ιδού λοιπόν πώς ήρχισαν νά πληθύνουν τά µή άναγκαία πράγµατα, τό όποίον έπρεπε νά άκολουθήση έξ άνάγκης, έπειδή τό περισσότερον σιτάρι, παραδείγµατος χάριν, δέν ήτον άναγκαίον είς κανένα, ώσάν όπού ό άνθρωπος δέν τρώγει, άφού χορτάση’ άλλ’ αί µονάδες ηύξησαν είς άκρον. ‘Οθεν έπρεπε νά άγοράσουν καί άλλα είδη, έκτός τών πρός τό ζήν άναγκαίων, καθώς ήκολούθησεν’ καί τήν σήµερον είναι περισσότερα τά µή άναγκαία είδη, όπού µεταχειρίζονται οί άνθρωποι, παρά αί πολιτείαι όλης τής γής. 2. Οί άνθρωποι, ώς έπί τό πλείστον, εύχαριστούνται περισσότερον νά άκούωσι πράγµατα ίδεαστικά, παρά άληθή, ώσάν όπού τά µή άληθή µέν έπιδέχονται κάθε αύξησιν καί έλάττωσιν, όπού ό καθείς ήθελε τούς δώσει κατά τήν άρέσκειάν του, τά δέ άληθή δέν ήµπορεί νά τά νοµίση άλλέως, είµή καθώς είναι. ‘Οθεν, καί γενικώς µία άλήθεια προξενεί όλιγότερον κρότον, παρά έν ψεύµα, όταν πιστεύεται ώς µία άλήθεια, καθώς βλέποµεν νά ήκολούθησεν είς τήν έφεύρεσιν τού χρυσού. ρα είδη άπό τό άλλον, τήν σήµερον σχεδόν τά τρία τέταρτα τών άνθρώπων ένασχολούνται όχι είς άλλο, είµή είς τό νά δίδουν σήµερον τιµάς ίδεαστικάς είς έν είδος, διαφορετικάς άπό έκείνας, όπού είχεν χθές, είς τρόπον όπού, κάθε ήµέραν ξεκάµνοντες τά όσα είχον καµωµένα, δέν εύρίσκονται ποτέ άργοί. Αύτό λοιπόν τό φτιάσιµον καί ξεφτιάσιµον τό ώνόµασαν έµπόριον (1) Τώρα, λοιπόν, όπού άπεδείχθη ότι ή ύπόληψις, όπού τήν σήµερον εύρίσκεται είς τά χρήµατα, είναι θετή καί ίδεαστική, πολλά εύκόλως ήµπορούσε νά έννοηθή, ότι καί άχρηστος είναι, µάλλον δέ έπιζήµιος, όµιλώντας γενικώς, ή έφεύρεσις καί µεταχείρισίς των. ‘Αλλά διά περισσοτέραν σαφήνειαν, άς ύποθέσωµεν δύο, έξ ήν ό είς νά διαυθεντεύη τήν έφεύρεσιν τού χρυσού, καί ό άλλος νά τού είναι έναντίος, καί άς συγγράψωµεν τούς διαλόγους των. ‘Ο πρώτος λοιπόν, µού φαίνεται, ότι ήθελεν είπεί: ‘Η έφεύρεσις τών χρηµάτων εύκόλυνεν τούς τρόπους 1. Τό έµπόριον δεικνύει φανερώς τήν ίδεαστικήν ύπόληψιν τών χρηµάτων µέ τήν έφεύρεσιν τών άριθµητικών χαρτίων, διά µέσου τών όποίων µέ µίαν κονδυλίαν µελάνι ήµπορεί τινάς νά µετρήση όλα τά πλούτη τής γής. Πολλά µέ λυπεί, όπού αί περιστάσεις δέν µού τό συγχωρούσι νά όµιλήσω τι περί έµπορίου. ‘Ισως άλλος τις έκπληρώση τήν έπιθυµίαν µου. ‘Ο νέος Σοφοκλής τής ‘Ιταλίας, είς έν σατιρικόν του

έγχειρίδιον όµιλώντας περί τού έµπορίου καί πραγµατευτών, κατά πολλά νουνεχώς τε καί άστείως λέγει: Ρυεστι ιξ γιζςε ξυνεςιγθε σι αµτεςι, Αδ οξτα ξοστςα, δαµµ Ετα ζυτυςε Ζαςαξ γθιαναςγι, ι ποποµι δε ώεςι Φιττ. Αµζιεςι

τής ζωοτροφίας, έδωσεν έκείνα τά είδη είς έν γένος, όπού δέν τά είχε, ηύξησε τάς ίδέας τών άνθρώπων, αύ ξάνοντας τόν άριθµόν τών πραγµάτων. ‘Εγκαρδίωσεν τούς τεχνίτας, τιµώντας καί άγοράζοντας τά τεχνουργήµατά των, καί, τέλος πάντων, έτίµησε τήν άνθρωπότητα καί τήν κατέστησεν εύγενή καί χρηστοηθή. ‘Ο άλλος, βέβαια, ήθελεν άποκριθή: ‘Η έφεύρεσις τών χρηµάτων ήθέλησεν κατ’ άρχάς νά µετρήση τά πρός τό ζήν άναγκαία πράγµατα, έπειτα έµέτρησεν καί τά µή άναγκαία, καί µετά ταύτα έγινεν άνταµοιβή καί µέτρον τής άρετής. ‘Αλλ’ αύξάνοντας περισσότερον τά µέτρα άπό τά µετρητά, έξ άνάγκης καί άφ’ έαυτού των τά µετρητά έµέτρησαν τά µέτρα, καί έξακολούθως τήν σήµερον τά χρήµατα µετρώνται άπό τά πράγµατα καί οί ήθικοί όρισµοί κατεστάθησαν µέτρα τού χρυσού (1). ‘Η έφεύρεσις τών χρηµάτων κατέστησεν τούς άνθρώπους έχθρούς τής φύσεως καί τού έαυτού των (2). ‘Η έφεύρεσίς των κάµνει νά πιστεύουν οί περισσότεροι 1. Πρώτον δηλαδή έλεγεν τινάς έν κιλόν σιτάρι άξίζει τρείς µονάδας χρυσίου. ‘Υστερα άπ’ όλίγον είπεν ότι καί µία άρετή άξίζει δέκα µονάδας, καί, τέλος πάντων τώρα, ή λέγοµεν, ή ύπονοείται άφ’ έαυτού του, ότι τρείς µονάδες χρυσίου άξίζουν έν κιλόν σιτάρι, καί δέκα µονάδες άξίζουν µίαν άρετήν, ώστε όπού διά νά άποκτήση τινάς πολλάς άρετάς, άλλο δέν τού χρειάζεται, είµή νά έχη πολλάς µονάδας χρυσίου. 2. ‘Η ‘Αφρική κάθε χρόνον θυσιάζει πλήθος άνθρώπων, όπού ή άχόρταγος λύσσα τών ύπερηφάνων Βρεττανών καί άλλων άρπάζει καί πέµπει είς τήν ‘Αµερικήν, διά νά σκάπτουν καί νά έβγάζουν αύτά τά µέταλλα άπό τά βαθύτατα έντόσθια τής γής. Οί ταλαίπωροι, όταν έλευθερωθούν άπό τόν θάνατον δέκα άπό τούς έκατόν είς ένα χρόνον, νοµίζονται κατά πολλά εύτυχείς. Τόσον µεγάλους κόπους, ραβδίσµατα, φόνους καί πείναν ύποφέρουν. Μάλιστα, πολλάκις εύρισκόµενοι είς τά βάθη τής γής, κρεµνίζεται τό χώµα καί θάπτει ζωντανούς πολλάς έκατοντάδας. τών άνθρώπων, µεγαλείτερον τό µικρόν άπό τό µεγάλον (1). ‘Η έφεύρεσίς των έφθειρε τά ήθη τών άνθρώπων, µέ τήν πολυτέλειαν (2), καί, τέλος πάντων, τά χρήµατα έδωσαν ύπαρξιν άλλων δύο γενών άνάµεσα είς τούς άνθρώπους. ‘Οθεν, έκτός τού άρσενικού καί τού θηλυκού, τήν σήµερον εύρίσκεται τό τρίτον γένος, διά νά είπώ ούτως, τών πλουσίων, καί τό τέταρτον, τών πτωχών. Ποίος έχοντας κρίσιν στοχασµού δέν φρίττει θεωρώντας τούς ένενήντα έννέα νά µήν ζώσι, νά µήν δουλεύωσι, νά µήν κοπιάζωσι δι’ άλλο τι, ή διά τόν έαυτόν των, παρά µόνον καί µόνον διά τό καλώς έχειν τού ένός; Καί ποίος, βλέποντάς το, δέν καταλαµβάνει, ότι ή αίτία είναι, όπού όχι µόνον τά φυσικά καί ήθικά ύποδουλώθησαν είς τά χρήµατα, άλλά καί οί ίδιοι άνθρωποι καταστάθησαν µέτρα τού χρυσού, καί ότι, όποιος έχει περισσοτέρας µονάδας χρυσίου, ήµπορεί νά άγοράση περισσοτέρους άνθρώπους;

Χειρότερον πράγµα γίνεται άπό αύτό άραγε; Οί άνθρωποι νά ούτιδανωθώσι τόσον, ώστε όπού µέ άκραν άδιαντροπίαν νά άκούη τινάς τόν όθωµανόν νά λέγη, όµοίως καί τόν βρεττανόν, «σήµερον άγόρασα δέκα άνθρώπους»! Πώς ήµπορεί, έκείνος όπού τά στοχάζεται, νά ζήση, καί νά ήξεύρη, ότι, χωρίς νά θέλη νά πωληθή ένας, τόν άγοράζουν µέ βίαν, καί µάλιστα νά είναι αύτός ό ίδιος ύποχρεωµένος νά άγοράση άλλους, καί νά γίνη 1. Είναι πασίδηλον πόσον νοµίζονται άξιώτεροι οί άνάξιοι πλούσιοι άπό τούς άξιωτάτους πτωχούς. 2. ‘Η πολυτέλεια έδίδαξεν όποιον είχεν πολλάς µονάδας, όχι µόνον νά µή δουλεύη πλέον τήν γήν καί νά µήν φυλάττη τά πρόβατα, άλλ’ ούτε νά κοιµάται, χωρίς νά τού έτοιµάσουν τήν κοίτην, ούτε νά τρώγη, χωρίς νά τού έτοιµάσουν τό φαγί καί τά έξής. ‘Ο δέ µή έχων µονάδας, διά νά άποκτήση, ήναγκάσθη νά ύπάγη είς δούλευσιν τού έχοντος. κακός, θέλοντας καί µή θέλοντας; ‘Οποία είναι ή καλωσύνη, όπού µάς ήλθεν άπό τήν έφεύρεσιν τών χρηµάτων; ‘Ισως όπού µάς εύκόλυνεν τάς άµοιβαίας διαλλαγάς; ‘Αλλά ποία άνάγκη ήτον, διά νά µάς τάς εύκολύνη; Καί πώς έζούσαν οί άνθρωποι, πρίν νά έφεύρουν τούς χρυσούς άριθµούς; Οί ‘Αµερικάνοι πρό τεσσάρων αίώνων δέν έτρωγον ίσως, δέν ένδύοντο, δέν είχον ίσως όλας τάς άρετάς, µήν έχοντες κανένα έλάττωµα; ‘Απέθανον άπό πείναν ίσως οί Λάκωνες, όπού δέν έµεταχειρίζοντο τόν χρυσόν; σΗ µήπως δέν ήφανίσθη όλη ή ‘Ελλάς έξ αίτίας του; ∆έν τυραννείται µέχρι τής σήµερον άπό αύτόν; Καί, τέλος πάντων, τό άνθρώπινον γένος δέν άσχηµώθη τόσον άπό αύτόν; ∆έν πωλείται ίσως ή δικαιοσύνη διά τού χρυσού; ∆έν άγοράζονται ίσως οί κριταί διά τού χρυσού; ∆έν σκεπάζει ίσως ό πλούσιος τάς άνοµίας του διά τού χρυσού; ∆έν χάνει ίσως ό πτωχός τά δίκαιά του διά τής έλλείψεως τού χρυσού (1); ∆ιατί, τάχατες, νά βλέπωµεν ένα άνθρωπον νά όρίζη άλλους άνθρώπους, καί δέκα άνθρωποι νά τρέχουν όπισθεν είς τόν ένα, ώσάν νά ήτον αύτοί χοίροι, καί αύτός χοιροβοσκός; Τί περισσότερον άπό τούς άλλους έχει αύτός, όπού τόσον αύστηρώς καί ύπερηφάνως κτυπά, ύβρίζει καί καταφρονεί τούς άλλους; ∆ιατί, διατί, ό ένας νά όνοµάζεται δούλος καί ό άλλος κύριος; ∆ιατί ό πλούσιος νά τρώγη, νά πίνη, νά κοιµάται, νά ξεφαντώνη, νά µήν 1. ‘Η πτώχεια, φεύ, έκνευρώνει καί άδυνατίζει τάς πλέον σταθεράς καί ήρωικάς ψυχάς, πόσον µάλλον τούς άπλούς καί άθώους νύν ‘Ελληνας, όπού τήν ύποφέρουσι. ‘Ενας πατήρ δέκα τέκνων, µήν έχων τήν άναγκαίαν κυβέρνησιν, πού δύναται, ή πού τού µένει καιρός νά στοχασθή διά τό µέλλον καλόν, όταν τά τέκνα του παντοτινά τού ζητούσι τόν έπιούσιον άρτον; κοπιάζη καί νά όρίζη, ό δέ πτωχός νά ύπόκειται, νά κοπιάζη, νά δουλεύη πάντοτε, νά κοιµάται κατά γής, νά διψή, καί νά πεινά; Ποία είναι ή αίτία, ώ άνθρωποι, παρά ή έφεύρεσις τού χρυσού; Ποία άνάγκη µάς βιάζει, λοιπόν, νά τόν φυλάττωµεν; Μήπως οί άνθρωποι ζώσι µέ µέταλλα, ή µήπως διά τού χρυσού καλλιεργείται ή γή; Καί διατί τάχατες δέν ήθελον ήµπορέσει νά ζήσουν οί άνθρωποι χωρίς τόν χρυσόν; Καί τί ήθελε γίνει ό χρυσός, άν τού έλειπεν άπό όλους ή ύπόληψις (1); Καί διατί τοσαύτη ύπόληψις είς έν µέταλλον (2); ∆έν είναι ίσως ή πρώτη καί ή κυρία πρόξενος τόσων φοβερών πληµµεληµάτων ό χρυσός (3); ∆έν πωλείται 1. ‘Ω, πόσον άξιον γέλωτος θέαµα ήθελεν σταθή, άν καθ’ ύπόθεσιν ήρχετο µία γενική θέλησις τών όσων δέν έχουν χρυσάφι, νά σηκώσουν τήν ύπόληψιν άπό αύτό δι’ όλίγον καιρόν! ‘Ω, τής ταλαιπωρίας τών πλουσίων! Πόσοι άπό αύτούς ήθελον µείνει

πάντοτε είς τό κρεβάτι, µήν έχοντας τόν δούλον, ή τήν δούλην νά τούς σηκώση! Πόσοι ήθελον κατακοπρισθή έπάνω των, µήν ήξεύροντες πώς νά λύσουν τά δεσίµατα τών φορεµάτων των! Πόσοι ήθελον σκωληκιάσει καθήµενοι, µήν ήξεύροντες νά περιπατήσουν! Πόσοι άλλοι ήθελον µείνει γυµνοί µήν ήξεύροντες πώς νά ένδυθώσι! Καί άναµφιβόλως ήθελον άπεθάνει οί περισσότεροι άπό πείναν, µήν έχοντες ποίον νά τούς µαγειρεύση. ‘Ω, πράγµα γελοιώδες, όπού ήθελεν σταθή! ‘Ανθρωπότης, άνθρωπότης, έως πότε νά µήν βλέπης µέ τά όµµάτια άνοικτά! 2. Οί γέροντες εύχονται καί λέγουσι τών νέων: «Προσπάθησε, τέκνον µου, νά γίνης άνθρωπος», έννοούντες, νά άποκτήση χρήµατα. Καί πάλιν λέγουσι: «’Ο δείνας πρό τριών χρόνων δέν ήτον τίποτες, τώρα έγινεν άνθρωπος», δηλαδή άπόκτησε χρυσάφι, είς τρόπον, όπού οί µή έχοντες χρυσίον, δέν νοµίζονται παρ’ αύτών άνθρωποι. 3. Οί µή έχοντες χρυσίον προσπαθούσι νά άπολαύσωσι, καί µή δυνάµενοι νά έπιτύχουσι τού σκοπού των ταχέως διά τής όρθής όδού, ποίος γίνεται φονεύς, ποίος προδότης καί σχεδόν όλοι κόλακες καί κλέπται. ή τιµή ίσως διά τού χρυσού; ∆έν άγοράζεται ίσως ή άξιότης δι’ αύτού; ∆έν κλαίει, τέλος πάντων, τό άνθρώπινον γένος έξ αίτίας του; ‘Εν ένί λόγω δέν είναι πρόξενος τής πολιτικής άνυποφόρου άνοµοιότητος καί τών έξ αύτής προερχοµένων µυρίων κακών; Φεύ! Βαβαί!..

Τώρα λοιπόν, όπού έτελείωσεν καί ό διάλογος τού έναντίου, τί µέλλει νά είπή ό άναγνώστης; ‘Ο άναγνώστης άς άποφασίση, όπως τού φανή εύλογώτερον. Μία καλή διοίκησις όµως ήµπορεί νά διορθώση τήν κατάχρησιν τών πλούτων, καί άν δέν ήµπορέση νά έξαλείψη όλα τά είρηµένα κακά, όπού προξενεί ή ύπόληψις τού χρυσού, κάν θέλει τά µετριάσει, έπειδή, άγαπητοί µου, κάθε δύναµις σκιώδης καί ψευδής, όσον περισσοτέραν ένέργειαν έχει είς τήν άρχήν της, τόσον περισσότερον καταφρονείται είς τό τέλος, καί άφού γνωρισθή. ‘Αλλ’ αύτό είναι έπιχείρηµα µεγάλου άνδρός, διότι ό καλός νοµοδότης φέρεται πρός τόν λαόν, ώς άριστός τις ίατρός πρός τόν άρρωστον. Καί καθώς έτούτος, πρίν δώση τό ίατρικόν, έξετάζει πρώτον τήν κράσιν τού άσθενούντος, ώσάν όπού πολλάκις τό ίδιον ίατρικόν, όπού ίατρεύει ένα, ήµπορεί νά βλάψη άλλον, ούτως καί ό νοµοδότης, άφού έξετάση τά ήθη καί τά έθη ένός γένους καί τό κλίµα τής κατοικίας του, τότε δίδει άναλόγους τούς νόµους, έπειδή τήν σήµερον είς µερικά γένη ό χρυσός είναι άναγκαιότατος, καί ένταυτώ είς άλλα, όχι µόνον άχρηστος, άλλά καί έπιζήµιος (1).

1. ‘Αγκαλά καί κοινώς µία ψευδής δύναµις νά µήν ώφελή, µ’ όλον τούτο ή συνήθεια πολλάκις κατασταίνει άναγκαία τά πλέον άχηστα πράγµατα. ‘Εκείνοι, όµως, όπού εύτυχούσι διά τών χρη ∆έν ήτον βέβαια έτούτος ό τόπος νά όµιλήσω διά αύτών, έπειδή περί τοιούτων θεµάτων ή πρέπει τινάς νά όµιλή διεξοδικά, ή µέ τελειότητα, ώσάν όπού ή συντοµία άποβάλλει τάς άναγκαίας άποδείξεις. Πλήν έγώ, άν έσφαλα είς τούτο, νοµίζω νά είµαι συµπαθισµένος, µέ τό νά γράφω, όχι διά έκείνους τών όποίων πρέπει νά είπή τινάς όλα καί διεξοδικώς, άλλά πρός άνθρώπους, οίτινες γνωρίζουσι τήν άλήθειαν, καί είµαι βέβαιος ότι µαζί µου θέλουσι φωνάξει «’Ε! άς έξαλειφθούν, όποιαι καί άν είναι, αί αίτίαι τών δυστυχιών τής άνθρωπότητος». ‘Ας είσέλθωµεν τώρα είς τήν διήγησιν τού έλληνικού κλήρου, ή όποία όχι όλίγον θέλει µάς παραστήσει τά κακά, όπού προξενεί ή κατάχρησις τών χρηµάτων. Είς τήν Κωνσταντινούπολιν, λοιπόν, εύρίσκεται ό πατριάρχης καί ή Σύνοδος’ άλλος πατριάρχης εύρίσκεται είς ‘Αλεξάνδρειαν’ άλλος είς τήν ‘Αντιόχειαν καί άλλος είς ‘Ιερουσαλήµ. ‘Ο πρώτος όνοµάζεται οίκουµενικός. Καί άν άλλο δέν σηµαίνη αύτός ό γελοιώδης τίτλος µαζί µέ τούς τόσους άλλους όπού λαµβάνει, φανερώνει όµως, ότι οί άλλοι τρείς πατριάρχαι ύπόκεινται είς αύτόν. Αύτός λοιπόν διαµοιράζει είς όλας τάς έπαρ µάτων, ώς πρός τούς λοιπούς, όπού δυστυχούσι, είναι ώς ή γή µας πρός τό πάν. Τά χρήµατα, τέλος πάντων, ήµπορούν νά παροµοιασθούν είς µίαν ράβδον, αί δέ νύν δυναστείαι είς τόσους ποδαλγούς. Καί, καθώς έτούτοι βαδίζουσιν όπωσούν µέ τήν βοήθειαν τών βακτηριών, ούτως καί τά νύν βασίλεια, ώς διοικήσεις άτελείς καί κακώς κυβερνηµέναι, µόλις βαστώνται διά µέσου τών χρηµάτων. ‘Αλλ’ άνίσως ό ποδαλγός ίατρευθή, δέν έχει πλέον χρείαν άπό ράβδον, διά νά άκουµβήση’ ούτως καί αί διοικήσεις, όταν διορθωθούν, δέν θέλουν έχει πλέον χρείαν άπό χρήµατα. χίας τού όθωµανικού κράτους, καί πολλάκις πέµπει καί έκεί όπού δέν είναι χριστιανοί, τόσας έκατοντάδας άρχιεπισκόπους, έξ ήν ό καθείς έχει τέσσαρας ή πέντε έπισκοπάς, είς τάς όποίας πέµπει καί αύτός τόσους έπισκόπους. Αύτό είναι τό σύστηµα τής έκκλησιαστικής άρχής, ό τρόπος δέ τής διοικήσεως είναι ό άκόλουθος: ‘Η Σύνοδος άγοράζει τόν πατριαρχικόν θρόνον άπό τόν όθωµανικόν άντιβασιλέα διά µίαν µεγάλην ποσότητα χρηµάτων, έπειτα τόν πωλεί ούτινος τής δώση περισσότερον κέρδος, καί τόν άγοραστήν τόν όνοµάζει πατριάρχην. Αύτός, λοιπόν, διά νά ξαναλάβη τά όσα έδανείσθη διά τήν άγοράν τού θρόνου, πωλεί τάς έπαρχίας, ήτοι τάς άρχιεπισκοπάς, ούτινος δώση περισσοτέραν ποσότητα, καί ούτως σχηµατίζει τούς άρχιεπισκόπους, οί όποίοι πωλώσι καί αύτοί είς άλλους τάς έπισκοπάς των. Οί δέ έπίσκοποι τάς πωλώσι τών χριστιανών, δηλαδή γυµνώνουσι τόν λαόν, διά νά έβγάλωσι τά όσα έξώδευσαν. Καί ούτος έστίν ό τρόπος, µέ τόν όποίον έκλέγονται τών διαφόρων ταγµάτων τά ύποκείµενα, δηλαδή ό χρυσός. ‘Ο τρόπος δέ, µέ τόν όποίον έκπληρούσι τάς ύποσχέσεις των πρός τόν λαόν καί πρός τούς έκκλησιαστικούς νόµους, είναι ό άκόλουθος. ‘Ο πατριάρχης, άφού ήξεύρει νά άναγνώση δύο κατεβατά άπό τό Ψαλτήριον τού ∆α-βίδ, κρίνεται άξιος τοιαύτης άρχής άπό τήν Σύνοδον, αύτή δέ ήξεύρει νά άναγνώση περισσότερον άπό αύτόν καί τάς Πράξεις τών ‘Αποστόλων (1). ∆ιά νά γράψη, δέν έρωτάται άν ήξεύρη, έπειδή δέν τού είναι άναγκαίον.

1. ‘Ας µέ συµπαθήση ό άναγνώστης διά τήν ύπερβολήν τού λόγου, ώσάν όπού όλοι οί νύν ίερείς, έξαιρώντας, ώς προείπον, τινάς, µόλις σπουδάζουν όλίγον τά γραµµατικά, καί κανείς δέν γνωρίζει ούτε τήν λέξιν «έπιστήµη». Μάλιστα, τό όνοµά του τό γράφει µέ τόσα κλωθογυρίσµατα – είς τό όποίον τόν µιµούνται καί οί άρχιεπίσκοποι καί οί έπίσκοποι καί µερικοί πρωτοσύγκελλοι – όπού καί άνορθόγραφον άν είναι, όπερ καί πιθανώτατον, κανείς δέν τό καταλαµβάνει, καί διά τούτο φυλάττει γραµµατικούς, νέους προκοµµένους, έχει δέ καί τόν πρωτοσύγκελλον καί άρχιµανδρίτην, οίτινες όπωσούν µετριάζουν τήν θηριότητα τής άµαθείας τού κυρίου των. ‘Η πρώτη έγνοια τού πατριάρχου, λοιπόν, είναι νά άποκτήση τήν φιλίαν τών φίλων τής Συνόδου, όπού, ώς έπί τό πλείστον, είναι αί γυναίκες τών πρώτων άρχόντων, ήτοι πλουσίων άµαθών τού Φαναρίου. Καί αύτό τό κάµνει διά δύο αίτια: Πρώτον µέν, διά νά ήµπορή νά κλέπτη µέ περισσότερον θάρρος, δεύτερον δέ νά κλέπτη διά περισσότερον καιρόν, ώσάν όπού αύτή ή Σύνοδος έχει όλα τά µέσα είς τήν όθωµανικήν δυναστείαν, καί έξακολούθως, όταν ό πατριάρχης, δέν τής άρέσκη, εύθύς τόν έξορίζει. Καί δέν τής άρέσκει πάντοτε, όταν δέν όµογνωµή µέ αύτήν, καί όταν δέν ύπογράφη, χωρίς νά άναγνώση ό,τι γράµµα τού παραδώση. ‘Ο πατριάρχης έχει µίαν έξουσίαν σκιώδη καί ψεύτικην έπάνω είς τήν Σύνοδον, άλλά κανείς δέν τολµεί νά έξορίση κανένα άπό αύτήν, άν καί όλα τά δίκαια ήθελε τόν βιάσουν, έπειδή, τότε, οί λοιποί εύθύς έξορίζουν αύτόν, καί βάζουν άλλον καί ξανακαλεί τόν έξορισθέντα σύντροφόν των. ∆ιά τούτο, πολλάκις έτυχε νά πατριαρχεύσουν, ποίος όκτώ µήνας, ποίος έξ, καί ποίος δύο µόνον. ‘Η ύπερηφάνεια καί διεστραµµένη ψυχή αύτών τών δώδεκα µωρών τής Συνόδου τούς έµποδίζει άπό τό νά στοχασθώσι τήν φθοράν, όπού προξενούσι είς τόν λαόν µέ τά µεγαλώτατα έξοδα τών συχνών άλλαγών τών πατριάρχων, καί άλλο δέν ένθυµούνται, παρά ότι, όσα έξοδεύσουν, τά ξαναλαµβάνουν άπό τόν νεόφυτον, καί πάντοτε µέ τό διάφορόν τους. Εύκόλως ήµπορεί νά προΐδή ό άναγνώστης τά περί τών άρχιεπισκόπων, όταν ή άρχή είναι τοιαύτη. ‘Ας µάθη όµως, ότι αύτοί ύπερβαίνουσιν καί είς τήν άµάθειαν καί είς τά κακά έργα, καί τήν Σύνοδο καί τόν πατριάρχην. ‘Επειδή ή µέν Σύνοδος, όπού έξοδεύει, διά νά κάµη τόν πατριάρχην όπως θέλει, λαµβάνει εύθύς άπό τόν ίδιον τά όσα έξώδευσεν, όµοίως καί ό πατριάρχης τά ξαναλαµβάνει άπό τούς άρχιεπισκόπους διπλά καί τριπλά. ‘Αλλά αύτοί, άφού λάβουν µέρος άπό τούς έπισκόπους, τά λοιπά πρέπει νά τά έβγάλουν άπό τούς χριστιανούς, καί είς αύτό µιµούνται τούς όθωµανικούς διοικητάς τής άρχιεπισκοπής των, άπό τούς όποίους είς άλλο δέν διαφέρουσι, είµή ότι οί άρχιεπίσκοποι πληρώνουν αύτούς, καί αύτοί τούς δίδουν τήν άδειαν νά κλέψωσιν όσα ήµπορούσι. ‘Η άµάθεια τού λαού άκόνισεν τόσον τά άρχιερατικά σπαθία, όπού κανείς δέν τούς άντιστέκεται. Μ’ έν κατεβατόν <µέ> κατάρας, όπού ή πλέον διαβολική διάθεσις φοβερωτέρας βέβαια δέν ήθελεν ήµπορέσει νά έφεύρη, τό όποίον όνοµάζουσιν άφορισµόν, έκδύουσι καί πλουσίους καί πτωχούς. Καί άν πολλάκις µ’ έτερον κατεβατόν µ’ εύχάς, εύλογίας καί συγχώρησιν, διαλύουσι τόν άφορισθέντα, δι’ άλλο τέλος δέν τό κάµνουσι, παρά διά νά ήµπορέσωσι νά τόν ξαναφορίσωσι. ‘Επειδή τόν άφορισθέντα δέν δύνανται νά τόν ξαναφορίσωσι, άν πρώτον δέν τόν συγχωρήσωσι. (1). Μετά τόν άφορισµόν, όπού είναι

1. Οί άφορισµοί είς τήν ‘Ελλάδα, καί έξόχως είς τά ‘Ιωάννινα καί Πάτραν, ήθελαν νοµισθή εύχαί τής λειτουργίας άπό κανένα άλτό πρώτον τους άρµα, έπονται οί άγιασµοί καί τά µνηµόσυνα (1). Καί τέλος πάντων, τό µεγαλείτερον κέρδος των είναι αί κληρονοµίαι καί τά χαρίσµατα (2). ‘Αν είς αύτά εύρη άνθίστασιν, τότε εύθύς άφορίζει, δέν δίδει τήν άδειαν τών ίερέων νά βαπτίσουν τό γεννηθέν βρέφος, ούτε νά θάψουν τόν νεκρόν. ‘Αλλά πού νά διηγηθώ, όσα ή µιαρά των ψυχή έφευρίσκει! Φθάνει λοιπόν νά ήξεύρετε, ότι, όσα καί άν κάµνωσι, τά κάµνοσι διά χρηµάτων, καί πληρώνοντάς τους τινάς ήµπορεί νά λάβη τήν συγχώρησιν διά κάθε άµάρτηµα. Τόσον έβαρβαρώθη καί ούτιδανώθη ή κλάσις τής ίερωσύνης τών ‘Ελλήνων! Πρός τούτοις ό άρχιεπίσκοπος πωλεί τάς ένορίας τής πόλεως ούτινος ίερέως θελήση, καί έπειτα κάµνει άργόν ή έξορεί όποιον θέλη άπό αύτούς, καί ξαναπωλεί τήν ένορίαν άλλου, διά νά λογενή. Τόσον είναι συχνοί, καί σχεδόν κάθε Κυριακήν είς κάθε έκκλησίαν άναγινώσκονται δύο καί τρείς άφορισµοί, πάντοτε δέ διά ούτιδανωτάτας διαφοράς, καί ώς έπί τό πλείστον διά δύο ή τριών γροσίων ύπόθεσιν. 1. Αύτοί οί άναιδέστατοι άνδρες, εύθύς όπού έλθουν είς τήν άρχιεπισκοπήν των, ύποχρεώνουν όλους τούς πολίτας, νά τούς δεχθώσιν είς τά όσπίτιά των, διά νά τούς ψάλωσι τόν άγιασµόν, καί ούτως λαµβάνουσι τήν πληρωµήν άπό πενήντα έως δέκα γρόσια τό όλιγότερον. Τά δέ µνηµόσυνα συνίστανται είς τό νά λειτουργούν διά τήν ψυχήν τού άποθανόντος, τού όποίου ξεθάπτουν τά όστά καί τά εύλογούν. 2. ‘Οταν άπεθάνη κανένας πολίτης τής πρώτης ή δευτέρας κλάσεως καί τό άκούση ό άρχιερεύς, είναι δι’ αύτόν µία άνεκδιήγητος χαρά, έπειδή, διά νά ήµπορέσουν νά τόν θάψουν, πρέπει, άφού πληρώσουν τόν όθωµανόν τύραννον, νά πληρώσουν καί τόν άρχιερέα. ‘Η ποσότης όµως είναι άόριστος, πότε δέκα χιλιάδας γρόσια, πότε πέντε, καί τό όλιγότερον χίλια. ‘Οταν πάλιν ό πολίτης µισεύη άπό τήν πατρίδα του, πρέπει νά δώση ένα χάρισµα τού άρχιερέως. ‘Οταν έπιστρέφη, πάλιν τού χαρίζει. ‘Αλλά τί λέγω τού χαρίζει; Καί πώς ήµπορεί νά όνοµασθή δώρον έκείνο όπού ζητείται µέ βίαν; τού κάµη τό ίδιον ύστερα άπ’ όλίγον. Κάθε τόσον τούς ζητεί δάνεια, καί ποτέ δέν τούς τά έπιστρέφει. Κανείς δέν τολµεί νά άντισταθή είς τούς λόγους του, έπειδή εύθύς τόν άφορίζει καί έπειτα τόν έξορεί καί λαµβάνει τήν περιουσίαν του (1). Καί ούτος έστίν ό τρόπος, µέ τόν όποίον ένεργούσι τά ήδύτατα έντάλµατα τού Χριστού. Πώς άραγε ζώσιν αύτοί οί άρχιεπίσκοποι είς τάς µητροπόλεις των καί όποίαι είσί αί άρεταί των; Τρώγοσι καί πίνοσι ώς χοίροι (2). Κοιµώνται δεκατέσσαρας ώρας τήν νύκτα καί δύο ώρας µετά τό µεσηµέρι. Λειτουργούσι δύο φοράς τόν χρόνον, καί όταν δέν τρώγωσι, δέν πίνωσι, δέν κοιµώνται, τότε κατεργάζονται τά πλέον άναίσχυντα καί ούτιδανά έργα, όπού τινάς ήµπορεί νά στοχασθή (3). Καί ούτως είς τόν βόρβορον τής άµαρτίας καί είς τήν ίδίαν άκρασίαν θησαυρίζουσι χρήµατα, καί οί άναστεναγµοί τού λαού είναι πρός αύτούς τόσοι ζέφυρες. ‘Ο χορός τών έπισκόπων έξακολουθεί µετά τούς άρχιεπισκόπους. Αύτοί, πάλιν, είναι άλλοι λύκοι, ίσως χειρότεροι άπό τούς πρώτους, έπειδή κυριεύουσι τούς 1. ‘Ο νύν ‘Ιωαννίνων έλαβε τήν αύθάδεια νά άφορίση τόν ένάρετον καί φιλόσοφον κύρ Κοσµά, διά νά µήν ήµπόρεσε νά τόν καταπείση είς τάς κακάς του θελήσεις.

2. ‘Ο νύν ‘Ιωαννίνων, καθώς ήκουσα άπό ένα µάρτυρα αύτόπτην, είς τό πρόγευµα τρώγει δύο όκάδες γιαούρτι, καί είς τό δειλινόν µισήν όκά σαρδέλας ξεκοκκαλισµένας, τάς όποίας τρώγει µέ τό χουλιάρι. 3. ‘Ο ‘Αρτης, ό Γρεβενών καί ό ‘Ιωαννίνων είναι οί πρώτοι προδόται τού τυράννου, καθώς όλοι τό γνωρίζουσι. ‘Ο ύστερος άπό αύτούς ίκέτευσεν τόν τύραννον, καί έκούρευσεν τόν έγγονά του, ώς νά τού έγίνετο νουνός. ‘Ο ‘Αρτης ήπάτησεν καί έπρόδωσεν τούς ήρωας Σουλιώτας’ είναι δέ καί οί τρείς άσελγείς, άσωτοι είς τό άκρον, µοιχοί, πόρνοι καί άρσενοκοίται φανεροί. χωρικούς καί ίδιώτας. ‘Ανεκδιήγητα είναι τά άνοµήµατά των καί ή σκληρότης των διαπερνά κατά πολλά έκείνην τής ίδίας παρδάλεως. Αύτοί πέµπουσι τόσους ληστάς, διά νά είπώ έτζι, είς τά χωρία τής έπισκοπής των, καί τούς δίδοσι τόν τίτλον ή τού πρωτοσυγκέλλου ή τού άρχιµανδρίτου ή άλλου τινός τάγµατος, οί όποίοι άλλο δέν ήξεύρουσι, παρά νά γράφουν όνόµατα (1) τών χριστιανών µέ όλην τήν άνορθογραφίαν, καί νά προφέρωσι τό «νά είσαι κατηραµένος», «νά έχης τήν εύχήν» καί «δός µοι». Αύτοί, λοιπόν, περιφέρονται είς όλα τά χωρία τής έπισκοπής καί µέ άκραν άσπλαγχνίαν έκδύουσι τούς πολλά άθώους χωριάτας, καί µάλιστα τάς γυναίκας. ‘Οταν δέν τούς εύρίσκουσι χρήµατα, τότε τίνος άρπάζουσι έν φόρεµα, τίνος έν έργαλείον τής γεωργικής, τίνος έν στολίδι τής γυναικός του, καί φθάνουσι νά τούς παίρνουσιν έως καί τά δοχεία τών φαγητών. ‘Από άλλους πάλιν λαµβάνουσι τόσα κιλά σιτάρι ή τόσον κρασί. ‘Εν ένί λόγω, τούς γυµνώνουσι, καί έπειτα τούς εύλογούσι καί φεύγουσι. Πολλάκις δέ περιέρχεται ό ίδιος έπίσκοπος είς τά χωρία, καί τότε πλέον άκολουθούν τά χειρότερα. Αύτός ό άναίσχυντος καί βάρβαρος καί άµαθέστατος άνθρωπος, άφού τρώγει δι’ όσας ήµέρας µένει είς τό χωρίον άπό τήν πτωχήν κοινότητα, άφού άρπά1. Μίαν φοράν έρώτησα ένα παπάν χωριάτην, έως έξηκοντούτην, πόθεν είχεν άγοράσει τό κονδύλι του, τό όποίον ήτον λεπτόν, ώς τό µεγαλείτερόν µου δάκτυλον, καί µού άπεκρίθη, ότι τό είχε κληρονοµήσει άπό τόν πατέρα του, καί έπειδή είχε τρείς υίούς, είχε σκοπόν νά τό κάµη τρία κοµµάτια, καί νά άφήση άπό ένα τού κάθε υίού του. ‘Αλλος ένας, µέ πλατύ ράσον, ήθέλησεν νά µού έξηγήση, ότι τά µέν «γενέσια» έννοεί τήν γέννησιν, τά δέ «γενέθλια» έννοεί τόν θάνατον. ‘Ο ‘Ελλην άναγνώστης άς µήν γελάση, άλλά άς κλαύση. ζει όσα περισσότερα δυνηθή, τότε άφορίζει ένα δύο, καί άλλους τόσους κάµνει παπάδες, καί έπειτα φεύγει. ‘Ο τρόπος δέ, µέ τόν όποίον κρίνει άξιον, ένα χωριάτην, τής ίερωσύνης, είναι ό άκόλουθος. Πρώτον τού ζητεί έκατόν, ή περισσότερα, ή όλιγότερα γρόσια, καί τά λαµβάνει, έπειτα τόν ρωτά, άν ήξεύρη γράµµατα, ήτοι νά γράψη καί νά άναγνώση, ύστερον τού φέρει τό Ψαλτήριον, καί αύτός άναγινώσκει έν κατεβατόν, καί εύθύς τόν κάµνει ίερέα. ‘Η άµάθεια αύτών τών ίερέων είναι άκρα, καί άπό αύτούς οί περισσότεροι κατά συµβεβηκός άποκαθίστανται άρχιµανδρίται, έπειτα δέ κερδίζοντας, άγοράζουν έπισκοπάς, καί έξακολούθως γίνονται άρχιεπίσκοποι καί όχι όλίγας φοράς πατριάρχαι. ‘Οθεν, όλοι σχεδόν οί άρχηγοί τής έκκλησίας κατάγονται άπό τήν ίδίαν ποταπότητα, καί οί περισσότεροι είναι άµαθέστατοι (1). Μετά τών ‘Επισκόπων, λοιπόν, έρχονται έκείνοι οί πρωτοσύγκελλοι, οί άρχιµανδρίται καί οί πνευµατικοί, οί όποίοι στέλλονται άπό τά µοναστήρια – δι’ ήν κατωτέρω ρηθήσεται – µέ κάποιας πανταχούσας

(2). Αύτοί είναι άναρίθµητοι, έπειδή δέν εύρίσκεται πόλις ή χωρίον, όπού νά µήν φυλάττη ή ένα ή δύο άπό αύτούς τούς λαοκλέπτας, οί όποίοι παρησιάζονται είς τόν άρχιερέα καί άγοράζουν παρ’ αύτού τήν άδειαν τού κλεψίµα 1. ‘Ενας άρχιµανδρίτης, άναγινώσκοντας έπ’ έκκλησίας τό εύαγγέλιον, έτυχεν είς τό τέλος τού κατεβατού τό άπαρέµφατον έπανέρχεσθαι. ‘Οθεν αύτός άνέγνωσε τό έπανέρ – όπου έτελείωνε τό κατεβατόν, καί έπειτα γυρίζοντας τό φύλλον έπρόφερε τό – χέσθαι, είς τρόπον όπού έρέθισε ένα γενικόν γέλωτα είς τούς παρεστώτας. 2. Αύταί, αί ούτως καλούµεναι πανταχούσαι, είναι κάποιαι παρακαλεστικαί έπιστολαί τών µοναστηρίων, όπού τάς στέλνουν πρός τούς χριστιανούς, καί είναι γεγραµµέναι µέ διάφορα χρώµατα καί µέ µεγάλα στοιχεία. τος, καί έπειτα, µέ άκραν αύθάδειαν, άρχινούσιν άπό όσπίτιον είς όσπίτιον, νά ζητούσιν έλεηµοσύνην, καί έκδύουσιν έξόχως τάς γυναίκας, όσον ήµπορούσι. Τόν τρόπον, όπού µεθοδεύονται, είναι άξιος γέλωτος ένταυτώ καί δακρύων. Αύτοί έχουσιν έν κιβωτίδιον γεµάτον άπό άνθρώπινα κόκκαλα καί κρανία άκέραια, τά όποία άσηµώνοσι, καί έπειτα όνοµατίζουσιν, άλλα µέν τού ‘Αγίου Χαραλάµπους καί άλλα τού ‘Αγίου Γρηγορίου. ‘Εν ένί λόγω, δέν άφίνουν άγιον, χωρίς νά έχουν µέρος άπό τά κόκκαλά του (1). Οί περισσότεροι άπό αύτούς τούς κοκκαλοπωλητάς έξέρχονται άπό τό όρος τού ‘Αθους, όπού όνοµάζουν ‘Αγιον ‘Ορος, είς τό όποίον εύρίσκεται ή πηγή αύτών τών καλογήρων. Τά δέ µονοστήρια αύτά έχουσιν είς κάθε πολιτεία ύποστατικά καί όσπίτια, τά όποία καλούσι µετόχια καί τά κατοικούσιν αύτοί οί περιηγηταί. ‘Εκεί µετρούσι τά κλεφθέντα χρήµατα, διά νά λάβωσιν αύτοί κρυφίως τά µισά καί τά λοιπά νά τά ύπάγωσιν είς τά µοναστήριά των (2). Αύτά τά τέρατα λοιπόν, έπειδή ποτέ δέν τούς έβγαίνει άπό τό στόµα τους ένας άναστεναγµός, συνηθίζουν κατ’ όλίγον όλίγον είς τήν άπάθειαν, καί φθάνουσιν είς τοιούτον βαθµόν, όπού, ό κόσµος καί άν 1. ‘Εγώ, έως τώρα βέβαια, είδα έως τέσσαρας κεφαλάς τού ‘Αγίου Χαραλάµπους, έπειδή, όταν άκολουθή ή πανούκλα, τότε κάθε πολιτεία έχει άπό µίαν κεφαλήν τού ‘Αγίου Χαραλάµπους. 2. ‘Εγώ έγνώρισα ένα πνευµατικόν ‘Αγιορείτην, ό όποίος δέν ήτον τόσον άµαθής, όσον ήτον ύποκριτής καί φιλάργυρος. Πολλάκις, λοιπόν, καυχώµενος µού έδιηγείτο, ότι είς είκοσι χρόνους έκαµεν ένα καπιτάλι άπό έκατόν πενήντα χιλιάδας γρόσια, καί είχε δοσµένα είς τό µοναστήριόν του τά δύο τρίτα, τά δέ λοιπά είχε µοιρασµένα είς διαφόρους πραγµατευτάς µέ τό διάφορον. Αύτός είχε τήν κάραν τού ‘Αγίου Θεοδώρου. χαλάση, τίποτε δέν τούς µέλει. Είναι δέ κατήγοροι είς τό άκρον, καί άν είς καµµίαν πολιτείαν εύρεθή τινάς, ή ίερεύς, ή λαΐκός, νά είναι όπωσούν προκοµµένος, αύτοί τόν έχουσι διά έχθρόν τους άθανάσιµον. Τότε περιφερόµενοι είς τά όσπίτια, εύθύς µέ άκρον ύποκριτικόν τρόπον τόν κακολογούσι, τόν κηρύττουσιν εύθύς άνευλαβή καί άθεον. ‘Ο µεγαλείτερος στοχασµός των είναι νά κρύπτωσι τήν άµάθειάν των, καί διά τούτο ζητούσι πάντοτε νά συνοµιλώσι µέ τάς γυναίκας. ‘Ω γλυκύτατε ‘Ιησού! ‘Ω δίκαιοι ‘Απόστολοι! ‘Ω φιλόσοφοι Πατέρες! Πού είσθε τήν σήµερον, νά ίδήτε τούς άπογόνους σας, καί νά συγκλαύσητε, µαζί µέ όσους τήν

άλήθειαν γνωρίζουσι, διά τήν άθλιότητά τους; ‘Εσείς έπαραγγείλετε τήν νηστείαν, διά νά χαλινώσητε όπωσούν τούς γαστριµάργους, αύτοί άναθεµατίζουσι καί τούς άσθενείς, όταν κρεοφάγωσι. ‘Εσείς έδιωρίσατε τάς έλεηµοσύνας, διά νά στερεώσητε τήν άρετήν, αύτοί δέ άρπάζουσι καί άπό πλουσίους καί άπό πτωχούς, όσα περισσότερα δυνηθώσι. ‘Εσείς ένοµοθετήσετε τήν έξοµολόγησιν, διά νά παρηγορήτε τούς λυπηµένους καί βασανισµένους, διά νά νουθετήτε τούς χρείαν έχοντας καί άµαθείς, αύτοί δέ τήν ένεργούσι διά µόνην περιέργειαν είς τό νά µάθωσιν τά ξένα πράγµατα, καί έπειτα νά τά κοινολογούσι, όχι µόνον όταν τούς ώφελή, άλλά όταν δέν τούς βλάπτη (1). ‘Εσείς έκηρύξατε τήν όµόνοιαν, τήν άδελφότητα, τήν όµοιότητα καί τήν έλευθερίαν, αύτοί δέ διδάσκουσι µέ τά παραδείγµατά των τούναντίον. 1. ∆έν είναι κρυφόν, άλλ’ όλοι τό ήξεύρουν, ότι είς τά ‘Ιωάν-νινα οί πνευµατικοί άναφέρουσι κάθε ύπόθεσιν, όπού άκούουσιν άπό τούς χριστιανούς είς τόν άρχιερέα, καί αύτός εύθύς κάµνει ένα κατάλογον µέ προσθήκην καί τόν προσφέρει τού τυράννου, είς τρόπον όπού ή έξοµολόγησις, τήν σήµερον, είναι έν µέσον προδοσίας. ‘Εσείς, τέλος πάντων, είχετε τήν άρετήν διά όδηγόν, αύτοί έχουσι τά χρήµατα. Τί ήθελεν είπεί, στοχάζεσθε, ώ ‘Ελληνες, ό Λόγος τής Σοφίας, ό ήδύτατος Χριστός, είς αύτούς τούς ύπηρέτας του; ‘Ω ! ή άπόφασίς του είναι φανερά, καί άµποτες οί ταλαίπωροι νά διορθωθούν όπωσούν, διά νά άποφύγουν τήν άφευκτον ποινήν τών πληµµεληµάτων των. Ποίος δέν βλέπει, ώ ‘Ελληνες, τόν άφανισµόν, όπού είς τήν ‘Ελλάδα προξενεί τήν σήµερον τό ίερατείον; ‘Εκατόν χιλιάδες, καί ίσως περισσότεροι, µαυροφορεµένοι (1) ζώσιν άργοί καί τρέφονται άπό τούς ίδρωτας τών ταλαιπώρων καί πτωχών ‘Ελλήνων. Τόσαι έκατοντάδες µοναστήρια, όπού πανταχόθεν εύρίσκονται, είναι τόσαι πληγαί είς τήν πατρίδα, έπειδή, χωρίς νά τήν ώφελήσουν είς τό παραµικρόν, τρώγοσι τούς καρπούς της καί φυλάττουσι τούς λύκους, διά νά άρπάζουν καί ξεσχίζουν τά άθώα καί ίλαρά πρόβατα τής ποίµνης τού Χριστού (2). ‘Ιδού, ώ ‘Ελληνες, άγαπητοί µου άδελφοί, ή σηµερινή άθλία καί φοβερά κατάστασις τού έλληνικού ίερατείου, καί ή πρώτη αίτία όπού άργοπορεί τήν έλευθέρωσιν τής ‘Ελλάδος. Αύτοί οί άµαθέστατοι, άφού άκούσουν έλευθερίαν, τούς φαίνεται µία άθανάσιµος άµαρτία. Τί λοιπόν διδάσκουσι τόν άπλούστατον λαόν; Τί στοχάζεσθε νά λέ1. Οί τοιούτοι, όντες έλεύθεροι άπό κάθε στοχασµόν καί φροντίδα, χαίρονται άκραν ύγιείαν καί τρώγοσι διά έκατόν πενήντα χιλιάδας. 2. ‘Οποιος ήθελε νά συνθέση ένα κώδικα είς τά έγκλήµατα, καί ήθελε νά µήν παραιτήση κανένα άµάρτηµα άνθρώπινον, άς ήθελεν ύπάγει είς τό ‘Αγιον ‘Ορος, καί άνίσως ήθελε έξετάσει τούς έκεί κατοικούντας, ήθελε κάµει τόν έντελέστερον κώδικα άπ’ όσους µέχρι τής σήµερον έφάνησαν. γωσιν οί ίεροκήρυκες έπ’ έκκλησίας; Φέρουσιν ίσως τάς παραβολάς τού Εύαγγελίου, διά νά παρακινήσωσιν τούς άκροατάς είς την όµόνοιαν; ‘Εξηγούσιν ίσως τήν πρώτην καί µεγάλην έντολήν τού «’Αγάπα τόν πλησίον σου, ώς έαυτόν»; Λέγουσιν ίσως ποτέ, ποίος είναι ό πλησίον καί ποίος ό ξένος; ‘Αναφέρουσι ποτέ τό ρητόν «Μάχου ύπέρ πίστεως καί πατρίδος»; ‘Εξηγούσι ποτέ τί έστί πατρίς; Λέγουσι πώς καί πότε καί ποίοι πρώτον πρέπει νά τήν βοηθήσουν; Φέρουσι ποτέ τά παραδείγµατα τού Θεµιστοκλέους, τού ‘Αριστείδους, τού Σωκράτους καί άλλων µυρίων έναρέτων καί

σοφών; Μάς είπον ποτέ ποίοι ήτον, καί πόθεν κατάγονται; Μάς άνέφερον ποτέ πώς διοικείται ό κόσµος καί όποία είναι ή καλλιτέρα διοίκησις; Μάς έξήγησαν ποτέ τί έστί άρετή, καί όποία είναι τά µέσα διά νά τήν άποκτηση τινάς, καί πότε λάµπει ή άρετ©; Καί ποίος νά µάς τά είπή, άν δέν τά λέγουσιν αύτοί Φεύ! βαβαί τής άθλιότητός µας! Οί ίεροκήρυκες άρχινούν άπό τήν έλεηµοσύνην καί τελειώνουν είς τήν νηστείαν (1). Πώς θέλεις λοιπόν νά έξυπνήσουν οί ‘Ελληνες άπό τήν όµίχλην τής τυραννίας; Οί ίεροκήρυκες, οί όποίοι ήτον είς χρέος νά τούς άποδείξωσι τήν άλήθειαν, δέν τό κάµνουσι. ‘Αλλά τί άποκρίνονται αύτοί οί φιλόζωοι καί αύτόµατοι ψευδοκήρυκες: «’Ο Θεός, άδελφοί, µάς έδωσεν τήν τυραννίαν έξ άµαρτιών µας, καί πρέπει, άδελφοί, νά τήν ύποφέρωµεν µέ καλήν καρδίαν καί χωρίς γογγυσµόν, καί νά εύχαριστηθώµεν είς ό,τι κάµνει ό Θεός». Καί ύστερα άπό τέτοια ξυλολογήµατα λέγουσι καί τό ρητόν «όν άγαπά Κύριος, παιδεύει». 1. ‘Αλλο δέν λέγουσι, ή άλλο δέν ήξεύροσι νά είπωσι, παρά νά µήν φάγη ό λαός λάδι τάς Τετράδας καί νά δώση χρήµατα τών καλογήρων.

‘Ω άνθρωποι, όντως βάρβαροι, χυδαίοι καί έχθροί φανεροί τής πατρίδος µας καί τού ίδίου Χριστού, πώς έννοείτε έτζι άνάποδα αύτό τό ρητόν, καί κάµνετε µέ τήν άµάθειάν σας καί τινάς νά βλασφηµώσι; ∆έν καταλαµβάνετε, άνόητοι, ότι τό «παιδεύω», είς τήν έλληνική γλώσσαν έννοεί ποτέ µέν τό «διδάσκω», ποτέ δέ τό «τιµωρώ», καί ότι είς αύτό τό ρητόν έξ άνάγκης πρέπει νά έννοή τό «διδάσκω»; Καί ούτως ό πατήρ, έπειδή άγαπά τόν υίόν του, τόν διδάσκει, ήτοι τόν παιδεύει. ‘Αλλ’ άς τό έξηγήσωµεν κατά τό λεξικόν τής άµαθείας, καί νά είπώµεν, ότι τιµωρεί ένας όποιον άγαπά. ‘Αλλά, διατί τόν τιµωρεί; Βέβαια, διά νά τόν διορθώση άπό τά σφάλµατά του καί νά τόν καταστήση χρηστοηθή καί ένάρετον. Πώς λοιπόν µπορεί νά νοµισθή παιδεία πρός τό καλόν ή τυραννία, ή όποία, ώς άνωτέρω άπεδείχθη, είναι έχθρά πάσης άρετής καί πρόξενος πάσης κακίας; Πώς, χυδαίοι, δέν τό βλέπετε, µόνον έκφωνείτε ό,τι σάς έλθη είς τήν ένθύµησιν, χωρίς νά στοχασθήτε, ότι είς τοιαύτας ύποθέσεις ή παραµικρά κακοεξήγησις φέρει άνεκδιήγητα καί πολυάριθµα κακά είς τούς άκροατάς; ‘Ισως όµως τό λέγετε πρός παρηγορίαν; ‘Ω, κακόν χρόνον νά έχητε καί έσείς καί ή παρηγορία σας! Αύτή είναι χειροτέρα άπό τήν ίδίαν αίτίαν τής θλίψεως, καί είς άλλο δέν χρησιµεύει, παρά είς τό νά καταστή τούς ‘Ελληνας πάντοτε άξίους παρηγορίας. ‘Εσείς φωνάζετε µέ άκραν ήσυχίαν καί λέγετε: «’Αγαπητοί, ό Θεός µάς έδωσεν τήν όθωµανικήν τυραννίαν, διά νά µάς τιµωρήση διά τά άµαρτηµατά µας, καί παιδεύοντάς µας είς τήν παρούσαν ζωήν, νά µάς έλευθερώση µετά θάνατον άπό τήν αίώνιον κόλασιν». ‘Ω έχθροί τής άληθείας, τουτέστι τού ‘Ιησού Χριστού! ∆έν βλέπετε, όπού, µέ αύτήν τήν κακήν σας καί άτοπον παρηγορίαν, ύποχρεώνετε τούς ‘Ελληνας, άντίς νά µισήσουν τήν τυραννίαν καί νά προσπαθήσουν

νά έλευθερωθούν, έξ έναντίας νά τήν άγαπώσι, καί µάλιστα, νά νοµίζωνται εύτυχείς, πιστεύοντες άπό άπλότητά των, ότι παιδεύονται είς τήν παρούσαν ζωήν, διά νά άποκτήσουν τόν παράδεισο; Ποίος ‘Εσκαριώτης σάς έβαλεν είς τόν νούν, νά προφέρητε τοιαύτην παρηγορίαν, όταν δέν ήξεύρετε νά τήν έξηγήσητε, ώ άναίσχυντοι; Τά άµαρτήµατα, ίσως, παιδεύονται µέ άλλα άµαρτήµατα, ώ άφρονες; ∆έν στοχάζεσθε, πόσον άτιµείτε καί τόν έαυτόν σας καί τήν ‘Εκκλησίαν µέ τούς παραλογισµούς σας; ‘Οτι ή τυραννία είναι µισητή καί άπό τόν θεόν καί άπό τούς άνθρώπους καί ότι είναι κακόν, ποίος δέν τό ήξεύρει; Πώς έσείς λοιπόν τήν παρασταίνετε σχεδόν σχεδόν, ώς ένα καλόν είς τούς ‘Ελληνας; Ποίος φίλος παρηγορεί τόν φίλον του διά τόν θάνατον τού πατρός του, πρίν άπεθάνη; Καί έσείς, όπού όνοµάζεσθε ύπερασπισταί καί φίλοι τής άνθρωπότητος, παρηγορείτε τούς ‘Ελληνες, ώσάν νά είχαν χάσει τήν πατρίδα των, καί τούς νοµίζετε ώσάν τούς ‘Εβραίους; Τί άλλο λέ-ουσιν οί φίλοι ένός υίού, όπού έχει τόν πατέρα του άρρωστον, είµή ότι νά έλπίζη, νά κράξη ίατρούς, καί νά προσπαθήση νά τόν ίατρεύση; ∆ιατί καί έσείς δέν λέγετε τά ίδια πρός τούς ‘Ελληνας διά τήν άσθενή πατρίδα των, άλλά συµβουλεύετε όλον τό έναντίον άπ’ ό,τι τό εύαγγέλιον παραγγέλλει; ‘Εσείς ούχί, ούχί! δέν είσθε ποιµένες, ούτε όδηγοί τού φωτός, άλλά λύκοι, καί ή καθέδρα τού σκότους είσθε, ώ ψεύσται καί ύποκριταί. ‘Εως πότε ή άµάθεια θέλει καλύπτει τήν µιαράν σας ψυχήν µέ τό ένδυµα τής ύποκρισίας; Φεύ! ‘Ισως τινάς άπό αύτούς πάλιν άποκριθή, ότι «πώς νά κηρύξωµεν έπ’ άµβωνος τά τοιαύτα; ∆έν δυνάµεθα, φοβούµεθα». ‘Ε! δούλε άπιστε τής έκκλησίας, δέν άπαρνήθης ίσως έσύ τόν κόσµον, όταν ένδύθης τό φόρεµα τής ίερωσύνης; ∆έν έταξες ίσως έσύ, ψεύστα καί πλάνε, νά θυσιάσης τήν ψυχήν σου διά τήν σωτηρίαν τών προβάτων σου; ‘Αλλά έγώ δέν ζητώ τόσον άπό τήν δειλήν σου ψυχήν! Καί έπειδή έσύ δέν τολµείς έπ’ άµβωνος νά λαλήσης τήν άλήθειαν, καθώς προφασίζεσαι, είπέ την κάν κατά µόνας τών τόσων καί τόσων, όπού έξοµολογείς, δίδαξέ τους τό άνθρώπινον είναι, δίδαξέ τους τήν άληθή πίστιν τών χριστιανών, µάθε τους όποίων είναι άπόγονοι, άπόδειξόν τους πόσων κακών πρόξενος είναι ή τυραννία, καί παύσον µίαν φοράν άπό τήν µονοτονίαν καί ταυτολογίαν. Μήν λέγης πάντοτε καί όλων τά ίδια, πάντοτε νηστείαν καί έλεηµοσύνην. Μήν όµοιάζης έκείνους τούς άµαθείς ίατρούς, όπού είς κάθε άρρωστίαν διορίζουν τό ίδιον ίατρικόν. ‘Ενθυµήσου µίαν φοράν διά πάντα, ότι ό Χριστός σού παραγγέλλει νά ίατρεύσης τάς ψυχάς τού λαού, άλλά δέν σού διορίζει τά ίδια µέσα διά όλους. Είπέ τού πλησίου νά δώση έλεηµοσύνην, άλλ’ είπέ καί τού πτωχού, ότι ή πτωχεία δέν είναι άτιµία. Μήν ούτιδανώνετε τάς άπλάς ψυχάς τών γλυκυτάτων µου ‘Ελλήνων µέ τάς µωρολογίας σας. Καί έπειδή ή κακή µας τύχη σάς έπολλαπλασίασε, καί είσθε καί τόσον άµαθείς, προσπαθήσετε κάν νά µήν βλάπτετε, άν δέν δύνεσθε νά ώφελήτε, τούς ταλαιπώρους χριστιανούς. Παύσατε, τέλος πάντων, άπό τήν λύσσαν τής φιλαργυρίας, διά νά άξιωθήτε τής αίωνίου µακαριότητος τούναντίον δέ, τό ίδιον Εύαγγέλιον καί όλοι οί Πατέρες σάς προµηνύουν τήν αίώνιον κόλασιν, καί άλλοίµονον είς έσάς, καί είς τόσους όπού έξ αίτίας σας τιµωρούνται είς τήν γήν. ‘Αλλ’ ίσως όχι άργά, θέλει σάς δώσουν αύτοί οί ίδιοι τόν άρραβώνα τής µελλούσης σας κολάσεως, µέ τήν έκδίκησιν όπού έναντίον σας θέλει κάµωσι µόνοι των. ‘Ω άδελφοί µου ‘Ελληνες, ίσως δέν καταλαµβάνετε πόσην δύναµιν έχουσι τά λόγια τών καλογήρων καί τών πνευµατικών είς τάς ψυχάς τών άπλουστάτων άκροατών. Πόσον όγληγορώτερα ήθέλαµεν έλευθερωθή άπό τόν όθωµανικόν ζυγόν, άν οί

πνευµατικοί δέν ήτον άµαθείς, καθώς είναι, καί άν έδίδασκον είς τήν έξοµολόγησιν µέ γλυκά λόγια τήν άλήθειαν καί τήν άρετήν, τήν έλευθερίαν καί τήν όµόνοιαν, καί όλα τά µέσα τής άνθρωπίνης εύτυχίας. ‘Αλλά πώς νά φωτίσουν οί έσκοτισµένοι καί νά διδάξουν οί άµαθείς; σΑς σιωπήσουν τό λοιπόν, άν δέν ήξεύρουν τί νά είπούν. Καί έσείς, ώ έπίσκοποι καί άρχιεπίσκοποι, παύσατε, διά όνοµα τού θεού, παύσατε πλέον άπό τό νά χειροτονήσετε ίερείς, καί µή, φοβούµενοι νά πτωχύνη ή έκκλησία τού Χριστού άπό ύπηρέτας, τήν γεµίζετε άπό άναξιωτάτους σκλάβους. Παύσατε άπό τό νά άρπάζητε πλέον, διότι όσα έχετε σάς φθάνουν νά ζήσητε ώς ό Χριστός άγαπά. Μαλιστα δέ σύ, ώ πατριάρχα, όπού ώς κεφαλή τής έκκλησίας σέβεσαι παρά πάντων καί τιµάσαι, προσπάθησον νά διορθώσης τά κακά, όπού έπροξένησεν ή άµέλειά σου. ‘Εκλεξον άρχιερείς τούς σοφούς καί έναρέτους, καταδάφισον όλα τά µοναστήρια, διά νά όλιγοστεύσης τά βάρη τού λαού, διόρθωσον µερικάς συνηθείας τής θρησκείας, όπού τήν σήµερον φανερώς βλάπτουσι κατά πολλά τούς χριστιανούς (1). ‘Υπο1. ‘Αναγκαίον ήτον νά όλιγοστεύση ό πατριάρχης τό πλήθος χρέωσε όλους τούς καλογήρους, νά ύπάγουν νά σπουδάξουν είς τά σχολεία καί νά µεταχειρισθούν έκείνον τόν καιρόν, όπού έξοδεύουσι είς τό νά περιφέρωνται άπό όσπίτιον είς όσπίτιον, είς τήν µελέτην τών σοφών τής έκκλησίας καί είς τόν όρθόν λόγον. Πρόσταξε νά µένουν τά λείψανα τών άγίων είς τάς έκκλησίας καί νά µήν άποκαταστώνται είδος έµπορίου. ‘Εµπόδισε τά θαύµατα, διά νά έξαλείψης τήν δεισιδαιµονίαν (1). Μήν στοχάζεσαι νά φανής άνευλαβής είς τόν Θεόν διά τούτο, έπειδή ή µεγαλειότης Του είναι άκρα καί άκατάληπτος’ ή κτίσις τού Παντός είναι άρκετή νά άποδείξη κάθε άνθρώπου τήν παντοδυναµίαν Του, χωρίς νά έχη χρείαν τών έορτών καί τών νηστειών, έπειδή αί µέν έορταί έµποδίζουσι τό κέρδος µέ τήν άργίαν είς τόν λαόν, καί αί νηστείαι τού άφανίζουν τήν ύγιείαν. ‘Οθεν, τάς µεγάλας έορτάς ήµπορούσε νά τάς διορίση είς όλας τάς Κυριακάς καί είς τάς άλλας έορτάς νά δώση τήν άδειαν νά δουλεύουν, διά δέ τάς σαρακοστάς, νά τάς σµικρύνη, καί τάς περισσοτέρας νά τάς άποβάλη. Καί τότε ό πτωχός ζή µέ όλιγότερα έξοδα, καί τρέφεται καλλιότερα. Βέβαια δέ ό έντελής οίκονόµος τού Παντός δέν θέλει τιµωρήσει τούς χριστιανούς, διά νά έπροσπάθησον τό καλόν τους είς δόξαν του. 1. Πόσον, τή άληθεία, ή άµάθεια κατασταίνει τούς άνθρώπους µωρούς. Οί καλόγηροι νοµίζουν µέ τά θαύµατα νά κάµνουν τιµήν τού Θεού, καί δέν βλέπουν τήν άκραν άτιµίαν, όπού κάµνουσι καί είς τόν έαυτόν τους καί είς τήν θρησκείαν. Θαύµα όνοµάζουσιν, όταν φαίνεται νά άκολουθή έν πράγµα, όπού κατά φυσικόν τρόπον δέν ήµπορούσε νά άκολουθήση. Λοιπόν, άν αύτό άκολουθή, είναι φανερόν ότι ό Θεός ξεκάµνει έκείνο όπού έκαµε, καί τό κάµνει διαφορετικόν’ όθεν, ή έµετανόησεν ότι τό έκαµεν, ή τό έκαµεν έπί τούτου κακόν, διά νά τό κάµη έπειτα καλλιότερον. ‘Αλλά καί κατά τούς δύο τρόπους είναι άπαίσιος ό στοχασµός. Κατά µέν τόν πρώτον, έπειδή ό Θεός προβλέπει τό µέλλον, καί ή µετάνοια δέν συµφωνεί µέ τήν άκραν σοφίαν καί άλάνθαστον έννοιάν του. Κατά δέ τόν δεύτερον, δέν είναι δυνατόν, έπειδή Θεός όσα έκαµεν, τά έκαµεν καλά. άπό τά ψευδολογήµατα τών καλογήρων (1) ‘Η, τέλος πάντων, άν παντάπασιν δέν ήµπορέσης νά τά έξαλείψης, σµίκρυνε κάν τόν άριθµόν των καί τήν άναίσχυντον καί βάρβαρον κατάχρησιν, όπού οί καλόγηροι τών µοναστηρίων έκαµαν (2). ‘Εβγαλε άπό τήν ύπηρεσίαν τής έκκλησίας τάς γυναίκας, ήτοι τάς καλογραίας, διά νά όλιγοστεύσουν τά άµαρτήµατα τών καλογήρων (3). Καί κάµε, τέλος πάντων, µίαν φοράν τό χρέος σου, διά νά φανής πιστός δούλος καί έπίτροπος άληθής τού Χριστού.

Τότε τό ίερατείον, όπού σήµερον ό φιλόσοφος καί ένάρετος κατηγορεί καί άποστρέφεται, θέλει σέβεται καί έπαινείται. 1. ‘Ισως ό άναγνώστης, άν είναι κανένας καλόγηρος, όπού νά έχη καµµίαν όκά κόκκαλα, µέ άναθεµατίσει, καί µέ νοµίσει ότι δέν πιστεύω είς τήν παντοδυναµίαν τού Θεού, άλλ’ ό καρδιογνώστης Θεός µου γνωρίζει καλότατα ποίος άπό τούς δύο µας πιστεύει καλλιότερα, αύτός όπού άπατά τόν κόσµον, ή έγώ όπού ξεσκεπάζω τό ψεύδος. 2. ‘Οταν κανένας άρρωστος ίατρευθή, ό καλόγηρος τό κράζει θαύµα τού άγίου του. ‘Οταν γεννήση καµµία γυναίκα, καί τούτο θαύµα τό όνοµάζει. ‘Οταν κατέβη τινάς τήν σκάλαν καί δέν τζακίση τόν λαιµόν του καί αύτό θαύµα τό κράζουσι. ‘Αλλά ποίος άπεθαίνει χωρίς νά έχη δύο τρείς κασέλας λείψανα όλόγυρά του; Ποία γεννά ή άπεθαίνει χωρίς νά έχη τόσας είκόνας τριγύρω της; Αύτοί οί άναίσχυντοι έφθασαν νά όνοµάσουν θαύµα τό νά παίρνη ένας άµαθής καί ένθουσιασµένος άπό τήν δεισιδαιµονίαν είς τά πανηγύρια τήν είκόνα τού ‘Αγίου είς τάς χείρας του, καί νά τρέχη ένθεν κάκείθεν ώσάν τρελλός. 3. Μία καλογραιοπούλα έκοινοποιούσεν, ότι κάθε βράδυ έπήγαινεν ό άρχάγγελος Γαβριήλ καί έσυνοµιλούσε µαζί της. Αί άλλαι γυναίκες, δι’ όλίγους µήνας, τήν έδόξαζον ώς άγίαν, άλλ’ άφού, µετά έννέα µήνας, έγέννησεν έν άρχαγγελόπουλον, τότε αί άλλαι γυναίκες τήν έµίσησαν, αύτή δέ ένοµίζετο πάντοτε άγία άπό άπλότητά της, καί ό σοφός έκλαιε διά τήν βαρβαρότητα τής άνθρωπότητος. Τότε, θέλει άποκατασταθή ή εύτυχία καί ή παρηγορία τών πιστών, όχι δέ ή µάστιξ καί ή λύπη. Καί τότε τέλος πάντων – όπού είναι τό άναγκαιότερον – ή τυραννία θέλει άδυνατίσει, καί πολλά εύκολώτερα θέλει λάµψει είς τήν ‘Ελλάδα τό εύαγές άστρον τής έλευθερίας. Ναί, πατριάρχα, άρχιεπίσκοποι, έπίσκοποι, πνευµατικοί καί άπαξάπαντες ‘Ελληνες άγαπητοί µου, όπού τό ένδυµα τής ίερωσύνης φέρετε, µήν άδηµονήσετε άπό τούς λόγους µου, όπού ή άλήθεια καί ή πατριωτική άγάπη µου µοί ύπαγόρευσεν. Συγχωρήσατέ µε πρός τούτοις, άν ούτως σάς φανή εύλογον, διά τήν τόλµην καί θάρρος, µέ τό όποίον σάς ώµίλησα, καί κάµετε µέ τό παράδειγµά σας, νά σιωπήση είς τό έξής κάθε χριστιανός άπό τό νά σάς συµβουλεύη. Μήν καταδέχεσθε πλέον νά σάς κράζουν προδότας καί λαοπλάνους. ‘Εγκαλιασθήτε τήν άρετήν. Τιµήσετε τούς τόσους καί τόσους έναρέτους ίερείς, όπού ή πολυτέλεια τών θρόνων σας άπεδίωξεν είς τάς έρηµίας. Καλέσετε τήν άξιότητα είς τήν διοίκησιν, καί, έν ένί λόγω, είσθε είς τό έξής έκείνο όπού τάζετε νά είσθε. ‘Εσείς δέ, ώ ένάρετοι καί σεβάσµιοι άνδρες, άν καί άναγνώσετε ποτέ τούτον µου τόν λόγον, παρακαλώ σας θερµώς, νά µήν ύποψιάσητε είς έµένα ούτε άνευλάβειαν, ούτε κακοήθειαν. ‘Ο ζήλος τής πατρίδος µου, ό έρως τής έλευθερίας, καί ή έλεεινή σηµερινή κατάστασις τών ‘Ελλήνων τόν έγραψαν διά µέσον µου. ‘Εγώ, βέβαια, άν δέν έγνώριζα καί έµµέσως καί άµέσως πολλούς έναρέτους σοφούς ίερείς καί άληθείς άποστόλους τού Χριστού, δέν ήθελα άρχίσει ποτέ νά γράψω. ‘Εγραψα, διότι έλπίζω τό περισσότερον άπό έσάς. ‘Εγραψα, έπειδή όλος µου ό σκοπός είναι πρός τό καλόν τής ‘Ελλάδος, ή όποία, άγκαλά καί βεβυθισµένη είς τόσα κακά, φυλάττει όµως πάντοτε πολυτίµους θησαυρούς είς τόν κόλπον της, καί έσείς είσθε έκείνοι. Ναί, σεβάσµιοι πατέρες, µήν άπελπισθήτε διά τήν σωτηρίαν τής ‘Ελλάδος. Μήν σάς τροµάξη τό µέσον. ‘Ο καιρός ήγγικεν, καί ή ‘Ελλάς ζητεί άπό τό ίερατείον τήν άρχήν τής έλευθερώσεώς της. Προετοιµάσατε τάς ψυχάς τών χριστιανών είς τό νά άναστηθώσι άπό τόν βόρβορον

τής δουλείας, διά νά δοξασθήτε καί έν τή ‘Ελλάδι καί έν τώ ούρανώ. Μήν νοµίσετε, πρός τούτοις, ώς τέλος, άλλ’ ώς άρχήν τού σκοπού µου τό παρόν βιβλιάριον. ‘Εσείς δέ, ώ εύλαβέστατοι ίερείς, όπού καί τό πολύτιµον φόρεµα τής διδασκαλίας έχετε, καί είς τά σχολεία τούς νέους διδάσκετε, µήν άµελήσητε καί διά φωνής, καί διά γραµµάτων, άπό τό νά άνοίξητε τούς όφθαλµούς τών ‘Ελλήνων. ‘Εσείς έχετε διά τοιούτον τέλος τά άναγκαιότερα µέσα, τήν άρετήν λέγω καί τήν σοφίαν. Γράψατε καί πλατύτερα καί σαφέστερα τήν άλήθειαν άπ’ ό,τι έγώ έκαµα, καί µήν άµφιβάλλετε, ότι έντός όλίγου ή πατρίς µας θέλει δοξάσει τά όνόµατά σας, καί οί ‘Ελληνες δέν θέλει φανώσιν άγνώµονες είς τάς χάριτάς σας. ‘Ακροασθήτε τάς συµβουλάς τού νέου ‘Ιπποκράτους, τού έναρέτου φιλοσόφου ‘Ελληνος, τού έν Παρισίοις,λέγω, κυρίου Κοραή. Μιµηθήτε τόν άξιάγαστον καί άληθή ίερέα καί όπαδόν τού Χριστού, τόν έν Κερκύρα, λέγω, κύρ Παπ’ ‘Ανδρέα. ‘Εκριζώσατε τήν δεισιδαιµονίαν καί τήν άµάθειαν µαζί, καί θυσιάσατε, άν ή χρεία τό καλή, κάθε µερικόν σας καλόν διά τό καλόν τής κοινότητος. ‘Αλλά, είς τί ό πατριωτικός ένθουσιασµός µου µέ παρακινεί! ‘Εγώ νά νουθετήσω τά ύποκείµενά σας; ‘Ε, µή γένοιτο! ‘Εσείς πολλά καλά γνωρίζετε τό χρέος σας, καί έλπίζω όγλήγορα νά τό βεβαιωθώ έµπράκτως. ‘Ιδού λοιπόν, ώ ‘Ελληνες, όπού άρκετώς άπεδείχθη, πόσον τό σηµερινόν έλληνικόν ίερατείον έµποδίζει καί κρύπτει τήν όδόν τής έλευθερώσεως τών ‘Ελλήνων, καί αύτη έστίν ή πρώτη καί µεγαλειτέρα αίτία, όπού µέχρι τής σήµερον εύρισκόµεθα ύπό τής όθωµανικής τυραννίας. Μετ’ αύτής δέ άκολουθεί ή δευτέρα αίτία, ή όποία, άν καί δέν κατέχη τόν πρώτον τόπον, δέν είναι όµως όλιγότερον έπιζήµιος είς τήν ‘Ελλάδα, καθώς θέλω προσπαθήσει νά άποδείξω. Αύτη δέ είναι, ώς προείπον, ή άπουσία τών άξιωτέρων ύποκειµένων τής ‘Ελλάδος. ‘Ω, πόσον µού τρέµει ή καρδία είς έτούτην τήν στιγµήν, όπού περί αύτών θέλω όµιλήσει, φοβούµενος µήπως τούς δυσαρέση ή άλήθεια τών λόγων µου, καί δέν καταπεισθώσι. Τώρα, λέγω, όπού πρέπει νά τούς φανερώσω, καθώς έταξα, τό τί πρέπει νά κάµωσιν οί εύεργέται τής ‘Ελλάδος, φοβούµαι µήπως δέν είσακουσθώ. ‘Ε, άν ήξευρα, όποίον τρόπον νά µεταχειρισθώ, διά νά µήν τούς δυσαρέση ή άλήθεια, ήθελα κάµει κάθε προσπάθησιν νά τόν άποκτήσω. ‘Ακούσατε, λοιπόν, όσοι ‘Ελληνες εύρίσκεσθε έξω άπό τήν κοινήν πατρίδα µας, καί έσείς οί ίδιοι εύεργέται αύτής, τήν άλήθειαν γυµνήν. Καί µήν προσµενετε άπό τό κονδύλι µου ούτε κολακείας, ούτε ψευδείς έπαίνους. ∆ιά τούτο, παρακαλώ σας, νά µήν άδηµονήσητε, άλλά νά καταλάβητε τό χρέος σας καί νά τό έκτελέσητε. ‘Ελληνες, έπιστρέψετε εύθύς είς τήν πατρίδα σας. Εύεργέται τής ‘Ελλάδος, µισεύσετε παραχρήµα διά τήν πατρίδα σας. ‘Ιδού τό χρέος σας, ίδού τό ό,τι πρέπει νά κάµητε, ίδού τό ό,τι σάς έταξα νά σάς είπώ. ‘Αφού µέ άκρίβειαν έπαρίθµησα τούς ‘Ελληνας, όπού είς τάς διαφόρους πόλεις τής τε Εύρώπης καί ‘Ασίας πόρρω τής πατρίδος των εύρίσκονται, καί ύφειλον τό έν τρίτον, διά περισσοτέραν άσφάλειαν τού λογαριασµού, εύρον νά είναι σχεδόν είκοσι χιλιάδες (1). ‘Από αύτάς, λοιπόν τάς είκοσι χιλιάδας, άς λάβωµεν τό πέµπτον µέρος, ή, τέλος πάντων, τό δέκατον διά πραγµατευτάς πλουσίους άπό χρήµατα καί άπό χρηστάς ίδέας. ‘Οθεν, ίδού δύο χιλιάδες ‘Ελληνες προκοµµένοι καί άναµφιβόλως άξιοι νά έπιχειρισθούν κάθε ύπόθεσιν µέ εύτυχές άποτέλεσµα, καί, έν ένί λόγω, τόσοι ύπερασπισταί τής πατρίδος. Αύτοί δέν είναι άµαθείς, αύτοί έφωτίσθησαν µέ τάς άναγκαιοτέρας σπουδάς, καί αύτοί ήµπορούσαν µέ τήν παρουσίαν τους, νά εύκολύνουν τήν έπανόρθωσιν τής πατρίδος µας. ‘Εως τήν σήµερον, ίσως, ήµπορούσαν νά δικαιολογηθώσι λέγοντες, ότι «έξενιτεύθηµεν, διά νά συνάξωµεν τά φώτα τής µαθήσεως, όπού είς τήν πατρίδα µας

δέν εύρίσκαµεν, έξενιτεύθηµεν, διά νά κερδίσωµεν καί νά ώφελήσωµεν τό γένος µας». Καλώς ούν µέχρι τής σήµερον έκάµατε, άλλά πού τό τέλος τού σκοπού σας; ∆έν ήξεύρετε ίσως, ότι τό τέλος άποφασίζει διά καλήν ή κακήν µίαν έπιχείρησιν; ∆ιατί τώρα λοιπόν, όπού άποκτήσατε τά όσα ήθέλατε, δέν έπιστρέφετε είς τήν πατρίδα σας; ∆ιατί, άστοχάστως θαυµάζοντες, λέγετε: «Πώς νά µήν εύρέθη έως τώρα είς τήν ‘Ελλάδα έν άξιον ύποκείµενον, διά νά τήν έλευθερώση;» καί ένταυτώ µένετε µακρά άπό αύτήν; 1. Τό Τεργέστιον, ή ‘Οδέσσα, ή Νίζνα, καί άλλαι διάφοροι πολεις, είναι σχεδόν κατοικηµέναι άπό µόνον ‘Ελληνας. Πώς, λοιπόν, νά µήν άγανακτήση ή πατρίς έναντίον σας, καί όποίον έπαινον προσµένετε άπό τούς όµογενείς σας; Στοχάζεσθε, ίσως, καθώς σάς τό προείπον, νά έκτελήτε τό χρέος σας, πέµποντες µερικά περισσεύµατα τών πλούτων σας; ‘Η πατρίς τά δέχεται, ναί, µέ ίλαρόν όµµα, άλλά µόνον τά δέχεται µέ τό νά έλπίζη νά σάς άπολαύση έσάς τούς ίδίους. ‘Αλλεωτρόπως ούχί ώς δώρον θέλει τά νοµίσει, άλλ’ ώς πληρωµήν κακού έργου. ‘Εγώ σάς άπέδειξα άνωτέρω πόσην όλίγην ώφέλειαν, µάλλον δέ ζηµίαν, προξενούσι τήν σήµερον είς τήν ‘Ελλάδα αί εύεργεσίαι σας. Τί κάµνετε, λοιπόν, καί δέν µισεύετε; τί προσµένετε; Βαβαί τής άπανθρωπότητός σας, όσοι καί όποιοι άν είσθε έσείς, όπού άλησµονήσατε τήν πατρίδα σας! ‘Εσείς, ούχί, ούχί, τέκνα τής ‘Ελλάδος πλέον µήν όνοµάζεσθε, άλλά τέκνα τής κακοηθείας καί άσωτείας σας. Τί στοχάζεσθε, άδελφοί µου ‘Ελληνες, διά τούς όµογενείς µας, όπού πόρρω τής ‘Ελλάδος εύρίσκονται; ‘Ισως πώς σάς συγκλαίουσι; ‘Ισως πώς προσπαθούσι νά φωτίσωσι τό γένος µας; Πιστεύετε, ίσως, πώς πραγµατεύονται µέ σκοπόν νά θυσιάσωσιν έπειτα τά κέρδη των διά τήν σωτηρίαν τής πατρίδος των; ‘Ω, πόσον λανθάνεσθε, άν ούτως νοµίζετε! Οί περισσότεροι άπό αύτούς ούτε κάν σάς ένθυµούνται, ούτε κάν έρωτώσι, άν ή ‘Ελλάς ύπάρχη πλέον. ‘Η πατρίς αύτών είναι καµµία πόρνη, ό στοχασµός των είναι αί τρυφαί, ή δέ συναναστροφή των συνίσταται είς ό,τι άλλο ήµπορείτε νά στοχασθήτε, καί όχι ποτέ διά τήν δυστυχίαν τής πατρίδος. 1. Γνωρίζω µερικούς, όπού σχεδόν – σχεδόν έντρέπονται νά λέγωσιν ότι είναι ‘Ελληνες.

Καί τόσον δέν τούς µέλει διά τήν πατρίδα µας, ώστε όπού οί περισσότεροι προσπαθούσι µέ κάθε κόπον νά µιµηθώσι τήν κακοήθειαν τών άλλογενών, διά νά µήν γνωρίζωνται ότι είναι ‘Ελληνες. Καί άν ήτον τρόπος νά άλλάξουν πατρίδα, ήθελον άγοράσει µίαν ξένην µ’ ένα όφθαλµόν τους. ‘Ω άληθείς έχθροί καί χειρότεροι άπό τούς ίδίους όθωµανούς τύραννοι τής ‘Ελλάδος! ‘Ω έντροπή τού γένους µας καί θανατηφόρος πληγή τής πατρίδος! ∆έν ήµπορείτε, ώ ‘Ελληνες, νά καταλάβητε, όσον

πρέπει, τήν ούτιδανότητα τής ψυχής µερικών, µάλιστα τών όσων διά κλοπής καί πολλών χρόνων κολακείας, άπόκτησαν πολλά χρήµατα. ‘Ω Θεέ µου, πόσα ξυλολογήµατα έκφέρουσι παντοτινά άπό τά στόµατά των, όντες όντως κόρακες, ένδυµένοι µέ τά πτερά τού παγωνίου. Εύθύς, λοιπόν, όπού κερδίσωσι χρήµατα, χωρίς νά άλλάξωσιν ίδέας, πίπτουσι είς τήν λάσπην τής άσωτείας καί κυλίονται µέχρι θανάτου ώς οί χοίροι. ‘Η κακοήθεια, όπού κυριεύει τούς άλλογενείς, εύθύς τούς παρασταίνει εύρύχωρον όδόν είς τήν άπώλειάν τους, έν ή µένοσι µέ άκραν άδιαφορίαν τε καί άναισχυντίαν. Πού πατρίς! Πού ‘Ελλάς δι’ αύτούς! Αύτοί δέν γνωρίζουν, παρά τήν κατοικίαν τής παλλακίδος των, καί τήν ‘Ελλάδα ίσως τήν νοµίζουσι άνάµεσα είς τά νησία τής ‘Ινδίας. ‘Αν κανείς άπό αύτούς καταλαµβάνη τήν γλώσσαν τήν άλλογενή, τότε άναγινώσκει µέ εύχαρίστησιν τά δράµατα τού θεάτρου, ή διά νά είπώ καλλίτερα, τά ποιήµατα χωρίς νόηµα, άλλά τόν Πλούταρχον καί τόν Ξενοφώντα ίσως τούς νοµίζουσιν ‘Αµερικάνους. Τρέχουσι µέ κάθε ταχύτητα είς τό θέατρον, νά άκούσωσι τό τραγώδιον µιάς γυναικός, ή ένός άνδρός, ή άλλου τινός εύνούχου, καί τούς έφηµίζουσι – άλλ’ όποιος τούς διηγηθή τά βάσανα τής πατρίδος, είναι τό ίδιον ώσάν νά τούς έδερνε, καί φεύγουσι πάραυθα. Στέκονται µέ άκραν ύποµονήν, καί πολλάκις χωρίς εύχαρίστησιν, νά θεωρώσι τούς χορούς είς τό θέατρον καί τά άγάλµατα τής άσωτείας τριγύρωθεν, άλλ’ είναι άδύνατον νά έξοδεύσουν µίαν ώραν είς άνάγνωσιν τής πατρικής µας ίστορίας. Καί ούτως κεχαυνώνονται, είς τρόπον, όπού καθίστανται άξιοι συµπονέσεως. ‘Αφανίζουσι τήν ύγιείαν των µέ τήν άκρασίαν, φθείροσι τά ήθη των µέ τήν άσωτείαν, καί γίνονται όντως χοίροι, καί χειρότεροι άκόµη. Μερικοί νέοι µάλιστα, εύθύς όπού άλλάξουν τά φορέµατα τής πατρίδος, θέλουσιν έξ άποφάσεως νά φανώσιν άλλογενείς καί σχεδόν δέν καταδέχονται ούτε κάν νά συναναστρέφωνται είς τήν όδόν µέ τούς όµογενείς των. Τί στοχάζεσθε νά σπουδάζουν οί περισσότεροι άπό έκείνους τούς νέους, όπού οί ταλαίπωροι γονείς των πέµπουσιν είς τάς άκαδηµίας τής ‘Ιταλίας καί Γαλλίας, καί έξοδεύουσι διά τήν προκοπήν των; ‘Ισως τήν πολιτικήν, τά νοµικά, τήν τακτικήν, τέλος πάντων, τάς άναγκαίας έπιστήµας διά τό γένος µας; Ούχί, άδελφοί µου! Αύτοί ή τήν ίατρικήν σπουδάζουσι, ή τά µυθολογικά ποιήµατα άναγινώσκοσι, άπό τά όποία είναι περισσότεροι τόµοι είς τήν Γαλλίαν καί ‘Ιταλίαν παρά κολοκύνθια είς όλην την Πελοπόννησον. ‘Η ‘Ιατρική διδάσκει πώς νά θεραπεύουν τό σώµα, άλλ’ οί ‘Ελληνες έχουν χρείαν άπό διδασκάλους έπιστηµών. Τά µυθολογικά δέ, έξαιρώντας πολλά όλίγα, άλλο δέν διδάσκουσι, είµή τό πώς νά ένδυθώσι, πώς νά στο λισθώσι (1), πώς νά όµιλώσι, πώς νά περιπατώσι, καί πώς νά τρώγωσι (2). Αύτοί, άφού µάθουν νά χορεύουν καί νά τραγωδώσι, νοµίζονται πλέον τέλειοι πολίται. ‘Η ‘Ελλάς άς προσµένη βοήθειαν, αύτοί ώστόσον προσπαθούν νά ήµπορέσουν νά κολακεύσουν, χωρίς άνθίστασιν, καµµίαν πόρνην, ή, νά είπώ καθώς αύτοί λέγουσι, νά άποκτήσουν τήν φιλίαν καµµίας άρχοντίσσης, καί πλέον άλλο δέν τούς µέλει. Τί νά είπώ πάλιν διά έκείνους, όπού είς άλλο δέν άτενίζουσι, παρά είς τό νά άποκτήσωσι πολλά χρήµατα; Αύτοί λατρεύουσι µόνον τά πλούτη. ∆ι’ αύτά πωλώσι καί τιµήν καί πατρίδα. ∆έν φροντίζουσι νά µάθωσι τίποτες άλλο, όταν ήξεύρουσι νά γράψωσι µίαν γραφήν, όπού πολλάκις πρέπει ό άναγινώσκων νά προφητεύη τό τί έννοούσεν ό γράψας, έπειδή πολλά όλίγοι ήξεύρουσι νά γράψωσιν έκείνα όπού όµιλούσι (3). Αύτοί οί χρυσολάτραι είναι όντως αύτόµατοι, τά βιβλία δέ τής µελέτης των είναι αί έφηµερίδες (4), περί 1. Είναι µερικοί νέοι, όπού χρωµατίζουσι τό πρόσωπόν τους ώς αί πόρναι. 2. Μερικοί καυχώνται είς πράγµατα τόσον µικροπρεπή καί ούτιδανά, όπού, τή άληθεία, είναι άξιοι γέλωτος, καί τόσον, ώστε νά τούς πτύση τινάς είς τό πρόσωπον.

3. ‘Η έµπορική άνταπόκρισις τών έξω τής ‘Ελλάδος δέν είναι είς τήν γλώσσαν µας γεγραµµένη, άλλ’ είναι έν µίγµα γλωσσών, όπού προξενεί άνυπόφορον άηδίαν. 4. ‘Ω, πόσον γέλωτα προξενούσι, ή µάλλον είπείν λύπην, όταν συναναστρέφωνται άναµεταξύ των καί όµιλούσι περί έµπορίου; Ποίος παρακαλεί νά άκολουθήση πείνα, ποίος προσµένει µέ χαράν τόν πόλεµον, άλλος τό ναυάγιον κανενός καραβίου, καί άλλος άλλην καµµίαν δυστυχίαν. ‘Αξιώτεροι γέλωτος είναι όµως, όταν όµιλούσι περί πολιτικών ύποθέσεων καί φέρουσι τάς µαρτυρίας τών έφηµερίδων’ πολλοί δέ άπό αύτούς νοµίζουσι τά όνόµατα τών πατρίδος δέ, ούτε κάν άναφέρουσι τό όνοµά της (1). Ποίος τολµεί νά τούς άναφέρη έλευθερίαν καί λύτρωσιν τής ‘Ελλάδος; Οί νέοι δέν σέ άκροάζονται, οί χρυσολάτραι σέ νοµίζουν τρελλόν. ‘Η άπόκρισίς των είναι, όταν τινάς τούς τό προβάλλη: «δέν είναι δυνατόν!». «’Αλλά διατί;» τούς έρωτά τινάς πάλιν. «∆έν είναι δυνατόν» τού άποκρίνονται. Καί άν χίλιας φοράς τούς ξαναειπή τινάς χίλια δικαιολογήµατα, άλλας τόσας θέλει άκούσει τήν ίδίαν άπόκρισιν (2) ‘Οταν αύτοί ζώσι καλά, ή πατρίς των ού µόνον, άλλά καί όλος ό κόσµος άν άφανισθή, δέν τούς µέλει τίποτες (3). ‘Αλλά τί νά είπώ διά έκείνους, όπού κατά δυστυχίαν µας δέν είναι όλίγοι, οί όποίοι, διά νά άποξενωθώσι παντάπασιν άπό τήν ‘Ελλάδα καί νά άλησµονήσουν έως καί τό όνοµά της, άπεφάσισαν µέ άκραν άφροσύνην καί έλαβον είς ξένην γήν διά σύζυγον άλλογενή γυναίκα; ‘Ω, έντροπή άνυπόφορος! ∆έν στοχάζεσθε, ώ άχάριστοι υίοί τής δυστυχεστάτης πατρίδος µας, τά κακά όπού προξενείτε, όχι µόνον είς τήν ‘Ελλάδα, άλλά καί είς τόν έαυτόν σας άκόµη; Πώς είναι δυνατόν νά όµογνωµήσης µέ ποταµών τόσας πόλεις, καί άλλοι δίδουσιν πίστιν είς όσα εύρίσκοσι γεγραµµένα. 1. ‘Η όµιλία τών χρυσολάτρων άρχινά άπό τά βαµπάκια καί τελειώνει είς τά φασούλια, ή δέ τών νέων άρχινά άπό τό θέατρον καί παύει είς τάς γυναίκας. 2. Είναι µερικοί, όπού, άντίς νά άποκριθούν πάλιν «δέν είναι δυνατόν!» όταν τινάς τούς έρωτά «διατί δέν είναι δυνατόν;» τότε λέγουσι «διατί έτζι!» 3. ‘Η είρωνεία, πρός τούτοις, είναι τό πρώτον προτέρηµά των, καί έπειδή τινών µέν τό σέβας, άλλων δέ ή άµάθεια, έµποδίζει κάθε έναντιωτικήν άπόκρισιν, αύτοί νοµίζουσιν, ότι καλώς λέγουσι ό,τι καί άν λέγουσι. Καί τάς περισσοτέρας φοράς δέν άνοίγοσι τό στόµα των, χωρίς νά προφέρωσι, ή έν ψεύµα, ή ένα παραλογισµόν. τήν σύζυγόν σου, όταν είς τό κυριώτερον είσθε τόσον διάφοροι; Καί πού είναι εύτυχία, όπου δέν εύρίσκεται ή όµόνοια; Πώς θέλεις νά σέ άγαπήση ή συµβία σου καί νά σέ τιµήση, όταν έµπροσθέν σου κατηγορή τό γένος σου, καί έσύ, άναίσχυντε, τό άκούης µέ άκραν άδιαφορίαν (1); Πώς θέλεις νά εύρης τήν άνάπαυσίν σου, όταν αύτή πωλή τήν τιµήν σου καί, τό χειρότερον, όπού πολλάκις έσύ δέν τό άγνοείς; Καί πώς ήµπορεί τινάς νά άµφιβάλλη µέ τόσα συχνά καί καθηµερινά παραδείγµατα, όπού έχει πρό όφθαλµών του; Πού νοµίζεις έσύ νά εύρης άγάπην είς καρδίας διεφθαρµένας; ∆έν ήξεύρεις, ίσως, όπού άπό πολύν καιρόν αί γυναίκες τών άλλογενών προσπαθούσι νά καταστήσωσι τήν άγάπην µίαν τεχνικήν τρυφήν, καί ότι έπέτυχον σχεδόν – σχεδόν τού σκοπού των; Πού νά δώσης άκρόασιν καί πίστιν, ώ τυφλέ καί άνόητε άνθρωπε, είς τούς πλαστούς λόγους της γυναικός σου, ή όποία άφού ύπανδρευθή µαζί σου, άλλο δέν προσµένει, παρά νά άπεθάνης, διά νά σέ κληρονοµήση καί νά λάβη άλλον άνδρα (2); Πώς νά γεννηθή άνάµεσόν σας έκείνη ή θεία άλλεπάλληλος κλίσις καί φιλία, όπού στερεοί τήν εύτυχίαν τού γάµου, είς καιρόν όπού, άν έσύ άρρωστήσης, σέ παραιτεί είς τό κρεβάτι, καί αύτή πηγαίνει είς τό θέατρον; ‘Αλλά τί, τί τάχατες σέ παρακινεί νά λάβης διά γυναίκα µίαν άλλογενή; ‘Υστερείται ή ‘Ελλάς, ίσως, άπό κοράσια; ‘Εφυγεν, ίσως, ή ‘Αφροδίτη άπό τόν πρώ-

1. Οί ‘Ελληνες, εί µέν είναι πλούσιοι καί άξιοι, φθονώνται παρά τών άλλογενών, εί δέ πτωχοί καί άνάξιοι, καταφρονώνται. 2. ‘Οσαι άλλογενείς γυναίκες έλαβον ‘Ελληνας δι’ άνδρας, όλαι τό έκαµαν έξ άνάγκης, έπειδή ή δέν εύρήκαν όµογενή των ή δέν είχον πού τήν κεφαλήν κλίναι. τον της ναόν; Τί σέ άποτύφλωσε τόσον, όπού σού φαίνονται ώραιότερα τά ζωγραφισµένα άναιδέστατα πρόσωπα τών κακοηθεστάτων άλλογενών (1), ώ άναίσχυντε καί όντως γιδοκέφαλε άποστάτα τής πατρίδος; Νοµίζεις, ίσως, νά σέ έπαινέσουν οί άλλοι άλλογενείς; ‘Απατάσαι, δύστυχε, πάλιν είς τήν ίδίαν σου άπάτην. Αύτοί σέ µισούν, σέ καταφρονούν καί σέ περιγελούν παντοτινά. Καθείς άπό αύτούς λέγει «ίδέ τόν χοίρον, τόν χυδαίον ‘Ελληνα, διά νά µετριάση τήν ούτιδανότητά του, ήθέλησε νά λάβη σύζυγον άπό τό γένος µας. ‘Αλλ’ αύτός είναι πάντοτε ό ίδιος’ τά βάρβαρα ήθη τής πατρίδος του δέν τά άλλαξεν (2)» . Τί στοχάζεσαι, ώ άληθή κακότυχε, πώς σέ άγαπά ή γυναίκα σου; Μήν άπατάσαι, σού τό ξαναλέγω! Αύτή σέ περιγελά, σέ άτιµάζει, σέ κλέπτει, καί πολλάκις σού έτοιµάζει τόν θάνατον παράκαιρα. ‘Αλλά τί άποκρίνονται µερικοί άπό αύτούς τούς όντως άνοήτους; «’Ο έρως µ’ έπλήγωσε, τά θέλγητρά της µ’ έσκλάβωσαν, ή αίσθαντική µου καρδία δέν ήµπόρεσε πλέον νά άντισταθή». ‘Ω άναίσχυντοι καί όντως µωροί! ‘Εγώ, όπού περί πατρίδος καί περί τής έλευθερώσεώς της σήµερον γράφω, έπρεπε νά σάς άποκριθώ, ότι τήν σήµερον είς τούς ‘Ελληνας, όπού εύρίσκονται έξω άπό τήν πατρίδα τους, ό έρως είναι τό µεγαλείτερόν τους άµάρτηµα. ‘Εγώ έπρεπε νά σάς άποκριθώ, ότι νά µήν άγαπάτε, παρά τήν ‘Ελλάδα, διά νά άγα 1. Παρακαλώ τόν άναγνώστην, νά µήν νοµίση τά λεχθέντα γενικώς, άλλ’ ώς έπί τό πλείστον’ έπειδή άναµεταξύ είς αύτάς εύρίσκονται µερικαί φαµελίαι, όπου κατοικεί ή ίδία τιµή καί σωφροσύνη. 2. Ούτως όνοµάζουσιν οί άλλογενείς τών ‘Ελλήνων τά ήθη καί µάλιστα τήν προσοχήν των είς τήν διαφύλαξιν τής τιµής των. πησητε ό,τι τυχαίνει. ‘Εγώ, τέλος πάντων, έπρεπε πρώτον νά ζητήσω τήν ώφέλειαν, όπού έκάµατε είς τήν πατρίδα σας, καί νά σάς άποδείξω έπειτα, είς τί θέλει σάς φέρει ό έρως σας. ‘Αλλά τοιαύτα λόγια δέν είναι διά τάς άκοάς σας, ούτε έγώ θέλω κοπιάσει µαταίως νά σάς τά είπώ, καί µόνον σάς λέγω, ότι ό έρως γεννάται άπό άµοιβαίαν κλίσιν καί άπό µίαν συµπάθειαν καί συµφωνίαν είς τάς ίδέας άµφοτέρων. ‘Οθεν, ό έδικός σας δέν είναι έρως, άλλά µία άλογος έπιθυµία, ώσάν όπού τόσον δύσκολα είναι νά συµφωνήσουν τά ήθη τών ‘Ελλήνων µ’ έκείνα τών άλλογενών, όσον φανερόν είναι, όπού όσοι άλλογενείς συζύγους έχουσι, έξ άνάγκης χάνουσι τά ήθη των καί δέν τούς µένει άλλο άπό τούς ‘Ελληνας, είµή ή όνοµασία. ‘Εσύ λοιπόν, τυφλέ, νοµίζεις έρωτα τήν όρεξιν, όπού σού έξυπνά τό χρωµατισµένον πρόσωπον µιάς παλλακίδος; ∆έν ήξεύρεις, πώς ό έρως είναι ό πρώτος έχθρός τής άσωτείας, καί έξακολούθως είς τούς νύν εύγενείς τών άλλογενών δέν εύρίσκεται, είµή ή είκών του; ‘Αγνοείς ότι ό γάµος, όπού άποκαταστεί έντελώς εύτυχή τόν άνθρωπον, είς άλλο δέν συντείνει, είµή είς τό νά έκδώση τόσους πολίτας είς τήν πατρίδα καί διαυθεντευτάς; ‘Αλλ’ έσείς, άναίσθητοι, τί δίδετε είς τήν πατρίδα σας; Φεύ, τόσους έχθρούς! Οί υίοί σας σάς άναθεµατίζουν καί σάς νοµίζουν ώς µίαν τους έντροπήν (1). ‘Ω θανατηφόρος έλλειψις τής πατρίδος! Πόσους καί πόσους διαυθεντευτάς της καί ύπερασπιστάς της ή άσωτεία καί κακοήθεια τών άλλογενών τής κλέπτει!

1. Μερικά γεννήµατα τοιούτου µίγµατος λαµβάνουν τό έπίκλην τής µητρός των, τόσον δέ καταδέχονται νά κράζονται υίοί ‘Ελλήνων. Πόσων ποτίζει τό βρωµερόν ύδωρ τής λήθης! ‘Αλλοίµονον, άλλοίµονον, ώ ‘Ελληνές µου άκριβοί, άν οί ξενιτευµένοι δέν άλλάξουν γνώµην καί δέν ένθυµηθούν, ότι, όπου είναι ή πατρίς, έκεί καί ή εύτυχία, καί νά άποδειχθούν άληθείς υίοί τής ‘Ελλάδος. ‘Αλλά τί; Πρέπει νά άπελπισθώ ίσως; Πρέπει, ίσως, νά νοµίσω όλους τούς ξενιτευµένους τόσον άναξίους τού όνόµατός των; ‘Ε, µή γένοιτο! ‘Εγώ σάς γνωρίζω, άγαπητοί µου. ∆έν είσθε όλίγοι έσείς, όπού έξ άνάγκης, διά νά κερδίσητε τήν ζωοτροφίαν τών φαµελίων σας, έξενιτεύθητε, καί όσα κερδίζετε πέµπετε είς τήν πατρίδα σας. ∆έν είσθε όλίγοι έσείς, όπού άφού µέ τούς ίδρωτάς σας καί άγχίνοιάν σας έκερδίσατε καί περισσότερα, άποφεύγοντες δέ τό βρωµερόν παράδειγµα τών φιλαργύρων, δαψιλώς εύεργετήσατε τήν ‘Ελλάδα καί τήν έπαρηγορήσατε µέ τά φιλάνθρωπα έργα σας. ‘Ολοι σας, λοιπόν, οί φιλοπάτριδες, καί έσείς άκόµη όπού µέχρι τής σήµερον έφανήκατε άχάριστοι είς τήν πατρίδα, άκούσετε δι’ άγάπην της καί διά τιµήν τού έαυτού σας, άκούσατε προσεκτικώς τήν γλυκείαν φωνήν της. ‘Ανοίξατε τά ώτα τού νοός σας καί προσέξετε είς τούς λόγους τής ‘Ελλάδος, ή όποία άσθενής καί γεµάτη άπό πληγάς, µέ θλιβεράν φωνήν σάς όµιλεί λέγουσα: «’Ω ‘Ελληνες! ‘Ω τέκνα µου! Πού µέ άφήσετε; Πώς δέν σάς πονεί δι’ έµέ; ∆ιατί µ’ έπαρατήσατε; ∆ιατί φεύγετε καί δέν έπιστρέφετε πλέον; Τί σάς έκαµα καί δέν µ’ ένθυµείσθε; Είς τί σάς έβλαψα καί δέν µέ άγαπάτε; Ποία µήτηρ έστάθη δυστυχεστέρα άπό έµένα; Τί ούν, άγαπητοί; Τί στοχάζεσθε; Τί άποφασίζετε;» Είναι ή πατρίς όπού φωνάζει είς τέτοιον τρόπον. Αύτή είναι όπού κλαίει καί όδύρεται. ‘Η άπουσία σας ποτέ δέν τήν ώφέλησεν, τώρα όµως τήν άφανίζει. Ποίος άπό έσάς δέν γνωρίζει καλότατα είς τίνων χείρας εύρίσκεται ή οίκονοµία τής κάθε πόλεως κατά µέρος είς τήν ‘Ελλάδα τήν σήµερον; ‘Οποιος έχει περισσότερα χρήµατα ή περισσότερα µέσα είς τόν τύραννον, έκείνος οίκονοµεί καί διοικεί τούς λοιπούς. ‘Αλλ’ οί τοιούτοι είναι τόσον βάρβαροι καί άνάξιοι, όπού µόλις ήξεύρουν νά ζήσουν αύτοί, όχι δέ νά εύτυχίσουν τήν ζωήν τών λοιπών. Μήν στοχάζεσθε λοιπόν, πάλιν σάς τό ξαναλέγω, ότι έκτελείτε τό πρός τήν πατρίδα σας χρέος όταν πέµπετε µερικά χρήµατα τών συµπατριώτων σας. ‘Η άρετή σας είναι καλή, άλλ’ οί ‘Ελληνες έχουσι χρείαν άπό τήν παρουσίαν σας. Μήν δίδετε κακόν παράδειγµα καί τών άλλων, δι’ άγάπην τής πατρίδος, καί νά φθάσητε ύστερον νά ίδήτε – ό µή γένοιτο, Θεέ µου! – τήν ‘Ελλάδα έρηµον. ‘Ενθυµηθήτε, ότι τό καλόν δέν είναι δύσκολον νά γίνη, άλλ’ ή άληθής άξιότης µόνον διδάσκει νά γίνεται καθώς πρέπει. Αί εύεργεσίαι σας είναι έργον χρηστότατον, άλλά τί άλλο κάµνουσι, είµή νά παρηγορώσι µόνον τούς δυστυχείς ‘Ελληνας όπωσούν, καί νά τούς φυλάττωσιν όλίγον ξέµακρα άπό τήν άπελπισίαν, ή όποία ήθελεν σταθή άληθώς βιαία, άλλά άφευκτος καί βεβαία όδός τής έλευθερώσεως τής ‘Ελλάδος; Στοχάζεσθε, µήπως καί δέν κερδίσετε είς τήν πατρίδα, όσα κερδίζετε µακρά άπ’ αύτήν; ‘Αλλ’ όσα άν κερδίσητε είς τί σάς ώφελώσι, άν είσθε όρφανοί άπό πατρίδα; (1) Μήπως δέν ήθέλατε άποκτήσει καί είς τήν 1. Είναι µερικοί, όπού νοµίζουν τάχατες ότι δέν τούς µέλει διά τήν πατρίδα των, άλλά µαταίως προσπαθούν νά άπατήσουν πατρίδα σας τά πρός τό ζήν άναγκαία, άν όντως ήθέλατε προσπαθήσει διά τό καλόν της καί διά τό καλόν σας; ∆ιατί λοιπόν τόσας άποικίας καί αίωνίους ξεχωρισµούς άπό τούς συγγενείς σας καί φίλους σας;

(1) ‘Ισως δέν σάς καλοφαίνεται νά τυραννήσθε, ώ άδελφοί µου, καί καταδέχεσθε νά τυραννώνται οί συγγενείς σας, καί έσείς νά τρυφήτε καί νά σπαταλάτε µακρά άπό αύτούς; Πώς ήµπορείτε νά σφαλίζετε τούς όφθαλµούς σας, χωρίς νά σάς τροµάζη κάθε στιγµή ή θλιβερά είκών τής ‘Ελλάδος µέ τό µέσον τών όνείρων; ‘Ισως νοµίζετε πώς άπό µακρόθεν ώφελείτε περισσότερον, παρά άν είσθαν παρόντες; ‘Ω, πόσον λανθάνεσθε, άγαπητοί µου. ∆έν ήξεύρετε, ότι µία συµβουλή, µία µόνη λέξις πολλάκις, έκφωνουµένη άπό άνδρας πεπαιδευµένους, ένεργεί περισσότερον, παρά δέκα διδαχαί γεγραµµέναι; ‘Η κατάπεισις γεννάται, βέβαια, άπό τήν άλήθειαν, άλλ’ αύτήν τήν άλήθειαν, πρέπει τινάς νά τήν έκφωνήση έν καιρώ τώ δέοντι καί πρός έκείνους, όπού περισσοτέραν χρείαν έχουσι (2). Καί ποίος νά έκτελέση αύτό τό χρηστόν έργον, όταν έσείς λείπετε; Ποίος νά όµιλήση είς τάς συνελεύσεις, όπού τήν σήµερον συνηθίζουν είς τήν φύσιν’ µία µικρή θέρµη, µία διαφορά µέ άλλον τινά, καί µία άνάµνησις τών συγγενών, άρκετώς άποδεικνύει είς αύτούς τήν ήδύτητα καί άνάγκην µιάς πατρίδος. 1. Είναι µερικοί ‘Ελληνες, όπού δέν γνωρίζουν τούς άδελφούς των καί τούς πατέρας των, καί οί περισσότεροι ξενιτευµένοι λείπουσι άπό τήν πατρίδα των ή τριάντα ή είκοσι ή δέκα χρόνους τό όλιγότερον. 2. Φανερόν είναι, ότι όσοι περισσοτέραν χρείαν έχουσι άπό διδαχήν, δέν ήξεύρουσι γράµµατα. ‘Οθεν, άναγκαία είναι ή παρουσία τού όµιλούντος, διά νά καταπείση τούς πεπλανηµένους είς τό ψεύδος. τήν ‘Ελλάδα νά κάµνουσιν οί προεστοί τής κάθε πολιτείας, ώς έπί τό πλείστον είς τήν µητρόπολιν, καί νά διορθώση όπωσούν τάς τόσας καί τόσας άδικίας, όπού κάµνουσι; Ποίος, λέγω, νά άποκριθή τού µητροπολίτου, όταν έξαπλωµένος είς τήν κορυφήν τού οίκίσκου καί χαΐδεύοντας τό γένειόν του, έκφωνή κανένα άρχιεπισκοπικόν παραλογισµόν, καί οί λοιποί όµοφώνως λέγουσι εύθύς τό ναί, άν έσείς λείπετε; ‘Ω άγαπητοί, διατί δέν τό στοχάζεσθε; ‘Αν, λοιπόν, έως τήν σήµερον, ώ άκριβοί µου ‘Ελληνες, ή άπό άγνοιάν σας ή άπό άδιαφορίαν σας ή, τέλος πάντων, άπό µόνην άστοχασίαν σας έµείνατε έξω άπό τήν πατρίδα σας, µήν µένετε περισσότερον, άν θέλετε όπού αί µέχρι τού νύν εύεργεσίαι σας πρός αύτήν νά µήν κατασταθώσι σηµεία κατακρίσεώς σας. Μήν καυχάσθε, πρός τούτοις, διά τάς εύεργεσίας όπού τής έκάµατε, έπειδή τό χρέος σας ζητεί περισσότερον, παρά τά περισσεύµατα τών πλούτων σας. Τήν παρουσίαν σας, τήν συνέργειάν σας ζητεί, ώ ‘Ελληνες, καί όχι άλλην βοήθειαν. Μήν άµφιβάλλετε δέ διά τό καλόν τέλος. ‘Υπάγετε είς τήν ‘Ελλάδα, καί είς όλίγον καιρόν θέλετε αίσθανθή τήν διαφοράν, όπού θέλει προξενήσει ή παρουσία σας είς τήν κατάστασίν της. Αί έρµηνείαι σας καί οί όρθοί στοχασµοί σας θέλουν ξεµακρύνει άπό τάς κεφαλάς τών ‘Ελλήνων τήν δεισιδαιµονίαν, αί συµβουλαί σας θέλουν άποδείξει είς τούς συµπατριώτας µας τό είναι των.

Οί ‘Ελληνες – έσείς τό ήξεύρετε – δέν είναι ούτε Σκύθαι, ούτε βάρβαροι, όπού νά χρειασθούν πολλούς χρόνους, διά νά καταλάβουν τό είναι τους. ‘Αρκεί µόνον, νά τούς δείξη τινάς τό χρέος των, καί εύθύς τό έκτελούσι. ‘Αλλ’ έχουν χρείαν άπό διδασκάλους, άληθείς φιλέλληνας, άπό άνθρώπους προκοµµένους, τέλος πάντων, καί έσείς µόνον είσθε έκείνοι. Μήπως, άδελφοί µου, προσµένετε νά έλευθερωθή πρώτον ή ‘Ελλάς, καί έπειτα νά ύπάγητε έσείς; Τότε είναι τό ίδιον, ώσάν νά έλέγετε, ότι δέν θέλοµεν νά έλευθερωθή ποτέ (1). Θέλετε, ίσως, νά κτίσητε πύργον χωρίς θεµέλια; Καί ποίος θέλετε νά σάς έλευθερώση τήν πατρίδα, καί έσείς νά λείπητε; ∆έν έντρέπεσθε κάν άπό τούς άλλογενείς, όπού σάς άκούουν νά λέγητε τά τοιαύτα; ‘Αλλ’ άν οί άλλογενείς, ύστερηµένοι άπό πατρίδος έρωτα, δέν σάς καταφρονούν, όχι όµως οί ίδιοι ‘Ελληνες τούς µιµούνται. Αύτοί θέλει σάς άναθεµατίζουν άπό τό νύν καί είς τό έξής, καί θέλει σάς νοµίζουν µέ κάθε δίκαιον τόσους έχθρούς τής πατρίδος. ‘Ω τής άναισχυντίας σας, άχάριστα τέκνα τής πατρίδος! Καί άπό ποίον προσµένετε, παρακαλώ σας, τήν έλευθερίαν; Νά σάς έλθη, ίσως, φορτωµένη άπό τόν ώκεανόν µέ κανένα έµπορικόν πλοίον, καί νά τήν έκστρατεύσητε είς τήν ‘Ελλάδα; ‘Η προσµένετε νά έλευθερωθούν µόνοι τους, καί έπειτα νά ύπάγητε έσείς, νά εύρητε έτοιµα τά άγαθά, καί νά χαρήτε πάλιν, κατά τό συνηθισµένον σας, είς τούς ίδρώτας τών άλλων; Φεύ! Τό πρώτον είναι άδύνατον, καί άν πάλιν, κατά τόν δεύτερον στοχασµόν σας, δέν συνεργήσετε καί έσείς είς τήν έπανόρθωσιν τού γένους µας, θέλουσιν έκχυθή ποταµοί αίµατος περισσότερον, παρά άν είσθαν παρόντες. ‘Η έλπίδα σας όµως είναι µαταία. ‘Εσείς δέν 1. Οί περισσότεροι σχεδόν άπό τούς ξενιτευµένους, έχουσιν αύτόν τόν άλογον στοχασµόν, καί χωρίς έντροπήν λέγουσι ότι, «όταν έλευθερωθή ή ‘Ελλάς, εύθύς θέλοµεν µισεύσει δι’ έκεί». Τόσον έχαλινώθησαν άπό τήν ψευδευτυχίαν τών άλλογενών! θέλετε άπολαύσει, βέβαια, τήν πατρίδα σας έλευθέραν, καθώς τώρα δούλην τήν άλησµονήσατε, άλλ’ έξωρισµένοι διά παντός είς βαρβάρους γαίας, δέν θέλετε άναπνεύσει πλέον τόν ζωηρότατον έλληνικόν ζέφυρα, καί τά όνόµατά σας θέλουσι κατασταθή λέξεις άτιµίας καί µίσους είς τάς άκοάς καί στόµατα τών έλευθέρων ‘Ελλήνων. ‘Ισως, τέλος πάντων, προσµένετε νά µάς δώση τήν έλευθερίαν κανένας άπό τούς άλλογενείς δυνάστας; ‘Ω Θεέ µου! ‘Εως πότε, ώ ‘Ελληνες, νά πλανώµεθα τόσον άστοχάστως; ∆ιατί νά µήν στρέψωµεν καί µίαν φοράν τούς όφθαλµούς µας είς τά άπελθόντα, διά νά καταλάβωµεν εύκολώτερα καί τά µέλλοντα; Ποίος άγνοεί, ότι ό κύριος στοχασµός τών άλλογενών δυνάστων είναι είς τό νά προσπαθήσουν νά κάµουν τό ίδιόν των όφελος µέ τήν ζηµίαν τών άλλων; Καί ποίος στοχαστικός άνθρωπος ήµπορεί νά πιστεύση, ότι όποιος άπό τούς άλλογενείς δυνάστας ήθελε κατατροπώσει τόν όθωµανόν, ήθελε µάς άφήσει έλευθέρους; ‘Ω, άπάτη έπιζήµιος! Μήν είσθε, άδελφοί µου, τόσον εύκολόπιστοι. ‘Αναγνώσετε τήν ίστορίαν καί µάθατε, ότι οί Ρωµαίοι έταξαν τών ‘Ελλήνων καί διαυθέντευσιν καί έλευθερίαν, άλλ’ άφού έµβήκαν είς τήν ‘Ελλάδα, εύθύς τήν έκήρυξαν έπαρχίαν τους. ‘Ιδετε καί τά τωρινά παραδείγµατα, όπού ή πολυποίκιλος στροφή τής γαλλικής στάσεως µάς παρασταίνει. ‘Ο δυνάστης των µέ ταξίµατα µεγάλα καί µέ τοιαύτα µέσα, άπόκτησεν όσα κατά τό παρόν έχει, καί πώς έσείς νοµίζετε νά σάς δοθή ή έλευθερία άπό άλλογενείς; Πώς νά µήν είπή τινάς, ότι όνειρεύεσθε έξυπνοι; Καί είς τί, παρακαλώ σας, θεµελιώνετε τάς έλπίδας σας; Είς τήν άρετήν τών άλλογενών δυνάστων ίσως; ‘Ελπίζετε νά κινηθούν είς σπλάγχνος έκείνοι διά τάς δυστυχίας τάς έδικάς µας; ∆έν ήξεύρετε, ώ ‘Ελληνες, ότι ή άρετή τήν σήµερον δέν εύρίσκεται είς

τούς θρόνους; ∆έν ήξεύρετε, ότι οί ‘Ελληνες µισούνται δούλοι, έπειδή ήθελε τούς φθονήσει έλευθέρους κάθε µεγάλη δυναστεία άπό τάς παρούσας τών άλλογενών; ‘Αλλά, τέλος πάντων, ύποθέτοντας κανένα άπό αύτούς τούς δυνάστας όπωσούν φιλέλληνα, δέν ήξεύρετε, ότι µόνος του δέν ήµπορεί νά κάµη τό ούδέν, καί ότι οί έπιτροποί του ή είναι έχθροί µας, ή είναι άδιάφοροι, ή, τέλος πάντων, άσωτοι καί διεφθαρµένοι τά ήθη; Τί στοχάζεσθε, τέλος πάντων, άν ή ‘Ελλάς έλευθερωθή άπό τόν όθωµανικόν ζυγόν διά χειρός άλλου δυνάστου, νά γίνη άληθώς εύτυχής; ‘Ω άλήθεια, άλήθεια! ∆ιατί δέν άποµακραίνεις τοιαύτην άπάτην άπό τούς ‘Ελληνας; ∆ιατί δέν τούς µανθάνεις, ότι όσοι πατώσιν είς θρόνον είναι όλοι τύραννοι; ∆ιατί, άδελφοί µου, νά θέλωµεν νά άλλάξωµεν κύριον, όταν µόνοι µας ήµπορούµεν νά έλευθερωθώµεν; Νοµίζετε νά είναι έλαφρότερος ό ζυγός µιάς ξένης δυναστείας; ∆έν στοχάζεσθε, ότι πάλιν ζυγός είναι; Στρέψατε τά ώτα σας καί τούς όφθαλµούς σας είς τήν ‘Ιταλίαν, καί άκούσατε τούς γογγυσµούς της, καί ίδατε τά δάκρυά της, διά νά καταλάβητε τί θέλει νά είπή έλευθέρωσις άπό ξένους. Καταδέχεσθε έσείς νά όµολογήσθε χρεώσται άλλογενών τής έλευθερώσεώς σας; Μή, λοιπόν, µή άγαπητοί µου άδελφοί, µή δεικνύεσθε τόσον παράφρονες είς τόν άναγκαιότερον συλλογισµόν, έσείς, όπού τόσον άψευδώς προβλέπετε είς τάς έµπορικάς σας έπιχειρήσεις τό µέλλον, καί άναγκάζονται οί ίδιοι άλλογενείς, όπού µάς µισούσι, νά σάς θαυµάζουσι. Μήν άπατάσθε, καί µήν τρέφετε καµµίαν άπό τάς είρηµένας έλπίδας, άλλά προβλέπετε τό πλέον φανερόν άπό κάθε µέλλον, τήν άναγκαίαν, λέγω, έπανόρθωσιν τού γένους µας άφ’ έαυτού του, καί µήν άργοπορήτε αύτήν µέ τήν άπουσίαν σας. ‘Εσείς δέ, φίλοι µου καί σύγχρονοι νέοι, άγαπητοί µου ‘Ελληνες, όπού µέ τόσους κόπους καί άγρυπνίας διδάσκεσθε τάς έπιστήµας είς τάς άκαδηµίας τών άλλογενών, καί όπού έξ άνάγκης έγνωρίσατε τί έστί πατρίς, τής όποίας ό έρως σάς ένθουσιάζει, καί ήδη άρχίσατε παντοίοις τρόποις νά ξαναδώσητε είς τό έλληνικόν όνοµα τό παλαιόν σέβας, όπού είχεν καί έχασεν, έσείς, λέγω, όπού µέ τήν φυσικήν σας άγχίνοιαν άποδεικνύετε φανερώς τών άλλογενών συµµαθητών σας τό έλληνικόν πνεύµα όποίον είναι, µήν βραδύνετε πλέον τόν µισευµόν σας διά τήν ‘Ελλάδα. ‘Υπάγετε νά προητοιµάσητε τήν έπανόρθωσιν τών συµπατριώτων µας. ‘Η δόξα σάς προσµένει µέ τούς στεφάνους τής νίκης είς τάς χείρας καί µέ τάς άγκάλας άνοικτάς. Μήν ξεχάσετε, ότι ή άρετή καί ή άληθής φιλοσοφία είναι τό νά ζή τινάς είς πολλούς, καί αύτό άποκτάται ώφελώντας τους. Σπουδάσατε µέ ταχύτητα, όσοι µέχρι τού νύν δέν τό έπράξατε, τήν πολεµικήν τέχνην καί µεταχείρισιν τών άρµάτων. ‘Εσείς έχετε τήν διάθεσιν έξαίρετον. σΑς διώξωµεν µίαν φοράν τόν όθωµανόν είς τήν ‘Αφρικήν, ώ ‘Ελληνές µου, καί έπειτα θέλετε ίδεί είς πόσον όλίγους χρόνους ή ‘Ελλάς θέλει ξαναλάβει τήν προτέραν της λάµψιν. ‘Ας έβγάλωµεν, άδελφοί µου, τήν βρώµαν, διά νά αίσθανθώµεν τήν µυρωδίαν τών άνθών. Τά µέσα τήν σήµερον είναι άρκετά’ ή µηχανή, τέλος πάντων, είναι τελειωµένη. ‘Αλλο δέν λείπει, παρά νά τήν κινήση τινάς, καί έπειτα µόνη της θέλει δουλεύσει. ΒΙΒΛΙΟ ΠΕΜΠΤΟ : Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΟΥΣ ‘Ιδού, λοιπόν, ώ ‘Ελληνες, άρκετώς άποδεδειγµένη καί ή δευτέρα αίτία τής µέχρι τού νύν έπιµονής τής ‘Ελλάδος ύπό τής τυραννίας. ‘Αλλο δέν µού µένει τώρα, παρά νά άποδείξω τήν εύκολίαν τής έλευθερώσεώς της, διά νά τελειώσω τόν λόγον µου, καί άµποτες ή άλήθεια καί ή άνάγκη νά σάς καταπείση, καθώς τό έλπίζω, διά νά

άποδείξω µεν έµπράκτως τά όσα µέχρι τούδε είπον. Πρίν όµως νά έµβω είς τάς έπαριθµήσεις τών µέσων καί τών τρόπων διά τοιούτον έπιχείρηµα, θέλω νά έκβάλω τούς άκανθας άπό τά ρόδα’ λέγω έκείνους, όπού, διά περισσοτέραν δυστυχίαν τού γένους µας, ή κακή τύχη έκαµεν ‘Ελληνας, καί µόνον έγεννήθησαν είς τήν έλληνικήν γήν, όχι δι’ άλλο, είµή διά νά βαστάξωσι περισσότερον καιρόν τήν πατρίδα µας ύπό τής δουλείας. Αύτοί είναι όλοι έκείνοι, όπού κατά τύχην έκληρονόµησαν άρκετά χρήµατα καί περισσότερα έλαττώµατα, καί ζώσιν εύχαριστηµένοι, χωρίς ποτέ νά στοχάζωνται τί διά τούς άλλους. ‘Εκείνοι οί αύτόµατοι καί ούτιδανοί άρχοντες, οί φιλάργυροι καί άµαθείς άρχιεπίσκοποι. ‘Εκείνοι οί αύθάδεις καί όντως βάρβαροι προεστοί. ‘Εκείνοι οί άµαθείς, όπού θέλουσι νά άποκρίνωνται πάντοτε καί είς κάθε πρόβληµα. ‘Εκείνοι, όπού άναζητήτως δίδουσι συµβουλάς πάντοτε καί είς όλους. ‘Εκείνοι, τέλος πάντων, όπού µέ άκραν ούτιδανότητα ψυχής, άφού πωλήσουν έκουσίως τώ τυράννω καί τήν ζωήν καί τό έχειν τους καί τήν τιµήν τους, καυχώνται είς τό νά διαφέρωσιν άπό τούς άλλους, όπού είναι άκούσιοι σκλάβοι. Οί τοιούτοι, ώ άδελφοί µου, µήν έχοντες άρετήν καµµίαν, καί γνωρίζοντες τόν έαυτόν τους άναξιώτατον, κρίνουν τό ίδιον καί διά τούς άλλους. Πρός τούτοις, ή άπαιδευσία των δέν τούς άφήνει νά καταλάβωσι τούς τόσους καί τόσους τρόπους, όπού οί σηµερινοί ‘Ελληνες ήµπορούσι νά µεταχειρισθώσι διά τήν έλευθερίαν τους, καί έµποδίζοντάς τους ένταυτώ άπό τό νά καταλάβουν τάς αίτίας, όπού βιάζουν, διά νά είπώ ούτως, τήν σήµερον τό γένος µας νά έπανορθωθή έξ άποφάσεως, τούς άποκαταστώσι είς τάς κεφαλάς των τήν ύπόθεσιν τόσον δύσκολον, όσον άδύνατον πιστεύουσι τό νά συνεργήσωσιν αύτοί οί ίδιοι. Τό δέ προσωρινόν καλώς έχειν τους, τούς χαλινώνει καί τούς συνδένει µέ τήν δουλείαν, όπού ούτε κάν τήν αίσθάνονται, µάλιστα δέ ούτε τούς δυσαρέσκει, καί σχεδόν – σχεδόν µερικοί άπό αύτούς τήν άγαπώσι, ώσάν όπού, άφού ζώσιν αύτοί άσύδοτοι, ώς προείπον, καί τρόπον τινά εύχαριστηµένοι, διά τούς λοιπούς δέν τούς µέλει τίποτες. Τί λέγουσι, λοιπόν, αύτοί οί βρωµεροί καί χυδαιότατοι άνθρωποι; «Πώς είναι δυνατόν νά νικηθή έν τόσον µεγάλον βασίλειον; ‘Ηµείς δέν ήµπορούµεν νά κυβερνηθώµεν µόνοι µας. Πού νά εύρωµεν ένα άλλον βασιλέα τόσον εύσπλαγχνον, καί τόσον καλόν; Τί είναι αύτή ή έλευθερία; ‘Η έλευθερία ούτε έστάθη, ούτε θέλει σταθή. Πού νά χύσωµεν τόσον αίµα! Οί όθωµανοί, εύθύς όπού καταλάβουν, ότι έχοµεν τοιούτον σκοπόν, θέλουσι µάς άποκεφαλίσει όλους, ώς τόσα πρόβατα, καί έστω ή έσχάτη πλάνη χείρων τής πρώτης… » καί άλλα παρόµοια, τά όποία είς ένα στοχαστικόν καί φρόνιµον άνθρωπον, φαίνονται, καθώς είναι, τόσοι µύθοι, άλλ’ είς τούς άπλούς καί εύκολοπίστους είναι τόσοι χρησµοί, καί ώς άλάνθαστοι προρρήσεις, καί ένταυτώ, όπού δηλοποιούσι τήν άνανδρον καί όντως έβραΐκήν των καρδίαν, άποµωρώνουσι καί πολλούς άλλους. Μήπως είνε ίκανοί νά καταλάβουν τό δίκαιον, διά νά τούς τό είπή τινάς; (1) ‘Ω άδελφοί µου! Αύτοί είναι τόσον άνόητοι, καί δισχυρογνώµονες, όπού όλοι οί ∆ηµοσθένεις τού κόσµου δέν ήθελαν ήµπορέσει νά τούς καταπείσουν. Νά όµιλήση τινάς µέ αύτούς είναι τό ίδιον, ώσάν νά ήθελεν νά άκροάζεται, καί νά τούς άποκρίνεται πάντοτε τό ναί, µάλιστα έκείνοι οί βρωµοάρχοντες τής Κωνσταντινουπόλεως, όπού όσον τύφος καί άλαζονείαν έχουσι, άλλην τόσην άµάθειαν καί δισχυρογνωµίαν φυλάττουσιν έπάνω των, καί άλλο δέν ήξεύρουσιν νά είπώσι, είµή δυσκολίας, άπορίας, καί άµφιβολίας πλήθος. ‘Η ψυχή των είναι τόσον µικρή καί ούτιδανή, όπού οί ψύλλοι είς τά όµµατά των φαίνονται τόσοι άνδριάντες. 1. Οί τοιούτοι ήµπορούν νά παροµοιασθούν είς τάς γραίας γυναίκας, αί όποίαι, ώς έπί τό πλείστον, θέλουσι νά έχωσι πάντοτε τό δίκαιον, καί όταν τινάς τών άποδείξη τό

άδικόν των, αύταί, εύθύς άλλάζουσι όµιλίαν, καί είναι άδύνατον νά ήµπορέση τινάς νά τάς καταπείση. Τί, λοιπόν, ήµπορώ νά τούς είπώ, διά νά τούς καταπείσω, όταν δέν καταλαµβάνουν τί έστί δίκαιον; Νά τούς κράξω, ίσως, άτίµους; ‘Αλλ’ αύτοί τό έχουν διά προτέρηµα. Νά τούς ένθυµίσω πόσον είναι άνάξιοι είς τό νά ώφελήσουν τήν πατρίδα, καί πόσον έπιτήδειοι είς τό νά τήν ζηµιώσουν; ‘Αλλ’ αύτοί καυχώνται είς αύτό. Νά τούς όνειδίσω, τέλος πάντων, ώς άνελεήµονας, άδίκους καί σκληρούς; ‘Αλλά ποίος άπό έσάς δέν τούς γνωρίζει, καί δέν τό ήξεύρει; Αύτοί, άγαπητοί µου, είναι, έπειδή πρέπει νά είναι’ ώσάν όπού, καθώς ή έλευθερία έχει τούς διαυθεντευτάς της, ούτως καί ή τυραννία έχει τούς έδικούς της, καί θέλουν χρησιµεύσει διά παραδείγµατα έντροπής είς τούς µεταγενεστέρους. Ούτος ό πολλά ένοχλητικός καί βραχύς πρόλογος ήτον πολλά άναγκαίος διά τήν ύπόθεσιν τήν πλέον µεγάλην δι’ ήµάς, ώ ‘Ελληνες, όπού τώρα άρχίζω νά έρευνήσω, λέγω τάς αίτίας, όπού βιάζουσι, διά νά είπώ έτζι, τήν έλευθέρωσιν τής ‘Ελλάδος άπό τόν όθωµανικόν ζυγόν, καί τά εύκολώτατα µέσα µιάς άναµφιβόλου έπιτεύξεως. ‘Αναγνώστα άγαπητέ, όποιος καί άν είσαι, σέ παρακαλώ, νά στοχασθής άρκετά, πρώτον µόνος σου τήν ύπόθεσιν, καί έπειτα νά άναγνώσης τούτα τά ύστερινά κατεβατά τού πονήµατός µου, νά στοχασθής, λέγω, ότι τό πράγµα είναι κοινόν, ότι ή τιµή σου, ή εύτυχία σου καί ή ζωή σου κρέµανται άπό τόν όρθόν στοχασµόν σου. Πρόσεχε ούν νά µήν άπατηθής άπό δισχυρογνωµίαν σου καί προδώσης είς χείρας έχθρών καί πατρίδα καί συγγενείς καί εύτυχίαν καί τιµήν καί ζωήν. ‘Ω, πόσον τό πλήθος τών ίδεών, όπού είς έτούτην τήν στιγµήν µού παρησιάζονται είς τόν νούν, µ’ έµποδίζουν σχεδόν άπό τό νά τάς έκθέσω καθώς τυχαίνει, καί θέλοντας νά γράψω είς όλίγα λόγια, όσα είναι άναγκαία καί όσα ό έρως τής πατρίδος µέ διδάσκει, δέν θέλω δυνηθή, ίσως, νά είπώ τό όλιγότερον µέρος είς πολλά κατεβατά. ‘Αλλ’ ό στοχασµός µου, πάλιν σάς τό ξαναλέγω, δέν είναι νά γράψω δι’ έκείνους, οί όποίοι έχουσι χρείαν νά άκούσωσι έξ άλλων όλα, όσοι δέ έχουν τό πνεύµα έξυπνον, άρκούσιν είς αύτούς καί τά όλίγα. σΑς άναφέρωµεν, λοιπόν, πρώτον τάς αίτίας, όπού κατασταίνουσιν άφευκτον τήν έπανόρθωσιν τού γένους µας, καί έπειτα, έν συντόµω, νά έκθέσωµεν τά µέσα καί τρόπους διά τοιούτον έργον. Πρώτη ούν καί κυριωτέρα αίτία είναι τό γήρας τής όθωµανικής τυραννίας. ‘Αλλά τί λέγω έγώ πρώτη! Αύτή είναι καί πρώτη καί ύστερη, ούτε άλλη ήµπορεί νά έχη τόπον, όταν είναι αύτή. σΑς ένθυµηθή ό άναγνώστης τά προλεχθέντα περί τών διαφόρων διοικήσεων, καί, διά νά είπώ ούτως, τών πολιτικών σωµάτων, ότι δηλαδή γεννώνται, αύξάνουσι, γηράζουσι, καί τέλος πάντων θνήσκουσι. Τό όθωµανικόν κράτος τήν σήµερον εύρίσκεται είς τά όλοίσθια τού θανάτου, καί ήµπορεί νά παροµοιασθή είς έν σώµα άνθρώπινον, κατακρατηµένον άπό άποπληξίαν καί µή έχον έλευθέραν, είµή τήν κεφαλήν, ή όποία, µήν λαµβάνουσα τήν άναγκαίαν δύναµιν άπό τήν κυκλοφορίαν τού αίµατος, κατ’ όλίγον όλίγον άδυνατίζει καί, τέλος πάντων, θνήσκει. Ούτως καί ή τυραννία τών όθωµανών τήν σήµερον, είς άλλο δέν γνωρίζεται ότι ύπάρχει, είµή είς τήν Βασιλεύουσαν. ‘Εστω είς παράδειγµα ό πρώην Τζεζάρ, κυβερνητής είς τό ‘Ακρι, ό όποίος όχι µόνον δέν ύπήκουε είς τόν βασιλέα του, άλλά καί άντιστέκετο είς όλας του τάς προσταγάς, καί πολλάκις φανερά τόν ύβριζε, καί διά γραµµάτων πάντοτε τόν έπεριγελούσε. ‘Εστω είς παράδειγµα ό Πασβάνογλους, ό όποίος έκήρυξεν πόλεµον έναντίον τού βασιλέως του, καί ένίκησε πάντοτε. ‘Εστω πρός τούτοις διά παράδειγµα ό τών ‘Ιωαννίνων τύραννος, ό όποίος, άγκαλά καί νά µήν τό φανερώνη, όλοι όµως άρκετώς τό ήξεύρουσι ότι δέν φοβείται, ούτε ποτέ ύπακούει είς τάς προσταγάς τού βασιλέως του. Ποίος άπό έσάς, άδελφοί

µου, άγνοεί ίσως, ότι τά έντάλµατα αύτού τού τυράννου, τέσσαρας ώρας έξω άπό τήν Βασιλεύουσαν, δέν άξίζουν τίποτες; Ποίος δέν ήξεύρει τό πλήθος τών άποστάτων, όπού άφανίζουν τά χωρία καί τούς όδοιπόρους µέ άκαταπαύστους κλοπάς καί συνεχείς φόνους, χωρίς νά ήµπορή αύτός ποτέ νά τούς καταδαµάση µέ τά στρατεύµατά του; ‘Αλλά τί λέγω στρατεύµατα; Αύτά δέν είναι άλλο, παρά µία συνάθροισις τόσων βαρβάρων, χωρίς τάξιν καί χωρίς τέχνην’ ούτε διαφέρουσιν άπό τούς άγρίους τού Καναδά είς άλλο, είµή µόνον είς τά φορέµατα (1). Πρόσθες καί τό άνεξάλειπτον µίσος, όπού εύρίσκεται άναµεταξύ των’ µία δυσπιστία, µία άµάθεια, όπού τούς άποκαταστά χειροτέρους άπό τά ίδια άλογα ζώα. Είς τήν Βασιλεύουσαν όρίζουν περισσότερον οί µάγειρες τών πρέσβεων καί έπιτρόπων τών ξένων βασιλειών, παρά οί σύγκλητοι τής όθωµανικής αύλής. ‘Ο ‘Αντιβασιλεύς προστάζει, καί τάς περισσοτέρας φοράς δέν 1. ‘Ενας έχθρός τής ‘Ελλάδος, ένας βρωµοάρχων τού Φαναρίου, ήκουσα ότι έµεσίτευσε καί έπροσπάθησε νά άρχίση νά βάλη τάξιν είς τά όθωµανικά στρατεύµατα, καί ήρχισε νά τούς διδάξη τήν τακτικήν. ‘Ω τής άναισχυντίας του καί τής κακίας του! ύπακούεται. Τί άλλο, λοιπόν, φανερώνουν αύτά, είµή τό γήρας τής τυραννίας καί τό άφευκτον καί όγλήγορον πέσιµόν της; Ποίος δέν βλέπει, ότι ό πρώτος όπού παρησιασθή, θέλει είναι ό νικητής; (1) ‘Ας έξετάσωµεν τώρα τάς αίτίας, όπού άποκαταστώσιν εύκολον τήν έπανόρθωσιν τών ‘Ελλήνων’ πρώτη λοιπόν, είναι ή προχώρησις τού γένους µας είς τά µαθήµατα. ‘Ω, πόση διαφορά εύρίσκεται είς τήν ‘Ελλάδα άπό δέκα χρόνους έως τήν σήµερον! Μεγάλη, ώ άδελφοί µου, µεγαλοτάτη καί καθ’ έκάστην πρός τό κρείττον φέρεται. Τώρα άρχισαν αί Μούσαι νά άναλάβουν, καί πάλιν νά έπανορθωθώσιν είς τά χρυσόχροα όρη τής ‘Ελλάδος. ‘Ο ‘Απόλλων πάλιν έµφανίσθη είς τό άρχαίον του παλάτιον. ∆έν εύρίσκεται πόλις τήν σήµερον, όπού νά µήν έχη δύο καί τρία σχολεία. ‘Εξαλείφθη είς τά περισσότερα µέρη ή δεισιδαιµονία τών γραµµατικών, καί οί νέοι ήρχισαν νά µεταχειρίζωνται τόν άξιοτιµιώτερον καιρόν τής ζωής των είς γνώσεις ώφελίµους, καί όχι νά τόν έξοδεύουν είς τό νά έκστηθίζωσι λέξεις. ‘Η Λογική καί Φυσική άνοιξαν τούς όφθαλµούς τών περισσοτέρων’ ούτε οί διδάσκαλοι τήν σήµερον έχουσι έκείνην τήν ένοχλητικήν καί βραδείαν µέθοδον τής παραδόσεως, ούτε οί µαθηταί φυλάττουσι τήν όκνηρίαν καί άµέλειαν, όπού είχον, άλλ’ 1. Εύρίσκονται µερικοί όθωµανοί, ή, διά νά είπώ καλλίτερα, όσοι άπό αύτούς είναι όπωσούν άνθρωποι, όπού δέν παύουν, άπό τό νά λέγωσι έν παρρησία, ότι έφθασεν τό βασίλειόν των είς τό τέλος του. Οί ίδιοι άλλογενείς, τό βλέπουσι, καί άλλοι µέν χαίρονται, όσοι τούς ‘Ελληνας δέν µισούσι, οί περισσότεροι όµως λυπούννται. άµφότεροι, µέ άκραν εύχαρίστησιν καί έπιµέλειαν άντλίζουν άπό τήν άνεξάντλητον πηγήν τής µαθήσεως έκείνα τά φώτα, όπού στολίζουσιν τό άνθρώπινον πνεύµα καί τό άποδεικνύουσιν άξιον τού πλάστου του (1). ‘Η πολυµάθεια, τέλος πάντων, άπέβαλεν τήν δισχυρογνωµίαν άπό τούς περισσοτέρους, καί έν ένί λόγω, έπαυσεν έκείνη ή άδιαφορία, όπού πρότερον τόσον έδειλίαζεν 1. ‘Ω, πόσον ταχύτερα καί εύκολώτερα ήθελε φωτισθώσιν οί παίδες τών ‘Ελλήνων, άν αί παραδόσεις τών έπιστηµών έγίνοντο είς τήν άπλήν µας διάλεκτον! ‘Αµποτες

λοιπόν, νέοι συγγραφείς νά πλουτίσωσι καί τιµήσωσι τήν γλώσσαν µας µέ τά πονήµατά των, καί ή ‘Ελληνική νά µείνη µία µάθησις ξεχωριστή, καί νά νοµίζηται ώς ένας στολισµός κατά µέρος ένός µαθητού, καί όχι ποτέ άναγκαίον µέσον, καθώς ήτον, έως τήν σήµερον, είς τό νά σπουδάση τινάς τάς έπιστήµας. Καί διατί νά χάση ό ταλαίπωρος νέος τρείς καί τέσσαρας χρόνους είς τήν σπουδήν µιάς γλώσσης – καί σχεδόν νά µήν τήν µάθη! – είς καί καιρόν, όπού ήµπορούσε µέ όλιγοτέρους κόπους ούσα ή σπουδή µιάς γλώσσης ή πλέον ένοχλητική καί είς όλιγότερον καιρόν νά σπουδάση καί νά µάθη έντελώς τάς άναγκαιοτέρας τών έπιστηµών; σΑς άποδώσωµεν, λοιπόν, αύτήν τήν τυφλότητά µας, µαζί µέ τόσας άλλας, είς τήν τυραννίαν, ή όποία είναι ό όλεθρος τού όρθώς νοείν, καί άς έλπίσωµεν είς τό έξής αύτήν τήν διόρθωσιν άπό έκείνα τά άξια ύποκείµενα, όπού ήµπορούν, άφού τό είπώσι, νά τό κάµωσιν ένταυτώ, έγώ δέ σιωπώ έξ αίτίας τής συντοµίας, όπού είµαι στενοχωρηµένος νά φυλάξω. Τό κοινόν όφελος πρέπει νά προκρίνεται άπό τό µερικόν, καί ή έλληνική νεολαία δέν πρέπει νά ύποφέρη πλέον τοιαύτην άνόητον συνήθειαν, όπού νά ζητή τά άφανή διά τών άφανών, ούτε µερικοί διδάσκαλοι νά καυχώνται παραπολύ διά τό ότι ήξεύρουσι τήν έλληνικήν γλώσσαν, οί όποίοι, τή άληθεία, ήµπορούν νά παροµοιασθούν µέ τινάς, οίτινες όντες γυµνοί είς τό σώµα, φέρουσι πολύτιµα καλύµµατα είς τήν κεφαλήν. ‘Εγώ έγνώρισα έναν νέον όπού είχε σπουδάξει δέκα έξ χρόνους είς τό σχολείον τής Πάτµου, καί ήτον είκοσι έξ χρόνων, όταν έβγήκεν µέ τόν τίτλον τού λογιωτάτου, µ’ όλον τούτο δέν ήξευρε νά παραστήση πώς γίνεται ή έκλειψις τής σελήνης. ‘Ηξευρεν όµως έκ στήθους όλον σχεδόν τό τρίτον τού Γαζή. … τoύ τόπου οί πρωτογέροι. Τά γόνα τού πολύπαθου φιλούν καί ξεκινούν τό θρήνο:

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΝΟΜΑΡΧΙΑ , ‘Ητοι Λόγος περί ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ

τούς ταλαιπώρους νέους, οίτινες έποθούσαν νά παύσωσι τήν δίψαν των µέ τά καθαρά νάµατα τής σπουδής καί σχεδόν δέν έτολµούσαν. Τήν σήµερον οί σπουδαίοι, άν κατά χρέος άκόµη δέν εύλαβώνται καί δέν τιµώνται, δέν καταφρονώνται όµως, ούτε περιπαίζονται. Καί καθείς άπό τούς προεστούς, άντίς νά σφαλίση τόν υίόν του είς τό όσπίτιόν του, καί νά τόν άφήση άµαθέστατον, µετά πάσης τής έπιµελείας τόν πέµπει είς τά σχολεία, διά νά φωτισθή. Είς αύτά κράζω διά µάρτυρας όλους σας, ώ ‘Ελληνες, καί µάλιστα όσους έχουσιν υίούς (1). Τά σχολεία δέν είναι πλέον έρηµα ώς καί πρότερον, άλλά τό καθέν περιέχει πενήντα καί έκατόν µαθητάς, οίτινες άφού άνέγνωσαν τόν ήδύτατον Ξενοφώντα, τόν νουνεχή Πλούταρχον καί τούς λοιπούς ίστορικούς φιλοσόφους τών προγόνων µας, έγνώρισαν τόν βόρβορον τής τυραννίας καί κλαίουσι πικρώς διά τήν δυστυχίαν τής πατρίδος

µας. ∆έν προφέρουσι πλέον τό όνοµα τής έλευθερίας µέ φόβον, µήπως καί τούς άκούσωσιν οί προεστοί ή οί άρχιερείς καί τούς κηρύξουσιν άθέους, ώς πρότερον έκαµνον, άλλά τό προφέρουσι µέ έκείνο τό θάρρος, όπού οί δούλοι δέν ήµπορούν νά έχωσι. ∆έν παύουσιν άπό τό νά νουθετώσι τούς άµαθείς φίλους των, καί µέ τό παράδειγµά των έπαρακίνησαν όλους νά στοχασθώσι µίαν φοράν καθώς πρέπει, όπού µέχρι τής σήµερον δέν τό έκαµνον. 1. ‘Η ‘Ελλάς χρεωστεί αύτήν τήν χάριν έκείνων τών όλίγων φιλοπάτριδων, οί όποίοι έθυσίασαν µέρος τής περιουσίας των καί έκτισαν σχολεία, πληρώνοντες όχι µόνον τούς διδασκάλους, άλλά καί τούς ίδίους µαθητάς, όταν είναι πτωχοί. ‘Επλούτισαν τά σχολεία µέ τά άναγκαιότερα βιβλία, τόσον έπιστηµονικά καθώς καί ήθικά, όπού έκδωσαν είς τύπον, µέ τά άναγκαία όργανα τής µαθηµατικής καί φυσικής, καί έν ένί λόγω, τά πάντα έπρόβλεψαν. ‘Εν ένί λόγω, διά νά λάβη τό πάν τό ποθούµενον τέλος, άλλο δέν τούς λείπει, είµή ή έλευθερία. ‘Η άγχίνοιά των είναι άµίµητος. Οί ‘Ελληνες, ώ άδελφοί µου, έχουσι µίαν φυσικήν διάθεσιν, όχι µόνον είς τό νά µιµώνται, – όµιλώντας γενικώς – άλλά καί είς τό νά έφευρίσκωσι. Οί νόες των είναι γεννητικοί είς τό άκρον, είς τρόπον όπού, µετά τήν έπανόρθωσιν τού γένους µας, δύο χρόνων διάστηµα είναι άρκετώτατον νά ξαναδώση είς ήµάς τάς προτέρας µας άρετάς. Πώς νά παραιτήσω τούς έπαίνους, όπού τυχαίνουν έκείνων τών ήρώων τής ‘Ελλάδος, οί όποίοι µήν ύποφέροντες τάς φοβεράς τυραννίας τών όθωµανών, έκλέγουσιν έκείνους όπού γνωρίζουσιν άξιωτέρους καί φεύγουσιν είς τά δάση, διά νά διαυθεντεύσουν τήν έλευθερίαν των; Πού έσπούδαξαν έκείνοι τακτικήν, διά νά άντισταθώσιν είς τό πλήθος τών έχθρών των, καί νά τούς νικώσι πάντοτε; (1) ∆έν άποδεικνύουσιν αύτοί φανερά καί τήν άφευκτον πτώσιν τής όθωµανικής δυναστείας καί τήν εύκολίαν τής έπανορθώσεώς µας; ‘Η µήπως είναι όλίγοι! Τήν σήµερον είς όλην τήν ‘Ελλάδα εύρίσκονται βέβαια άπό αύτούς περισσότεροι άπό δέκα χιλιάδας, τών όποίων ή άνδρεία είναι άδιήγητος καί ή άγάπη διά τήν έλευθερίαν τους άπερίγραπτος. Αύτοί οί ήρωες πολλάκις, µήν άπαντώντες έχθρούς, διά νά λάβωσι µέ τήν νίκην τά όσα τούς είναι άναγκαία, ζώσι δύο καί τρείς ήµέρας µέ νερόν καί χόρτα, καί ούτως δέν ένοχλούσι τούς χωριάτας είς 1. Είναι άξιον θαυµασµού, όπού ένας άπό αύτούς τούς ήρωας µέ µόνον δέκα έξ συντρόφους έφυλάχθη πολλούς χρόνους έλεύθερος είς τά µέρη τού Ξηροµεριού, καί συνεκρότησεν µυρίους πολέµους έναντίον πολλών έκατοντάδων έχθρών. τό ούδέν. Καθείς άπό αύτούς άξίζει δέκα άρχιστρατήγους άλλογενείς διά τήν έξυπνότητα τού νοός καί διά τάς πολεµικάς έφευρέσεις, διά δέ τήν άγάπην τής έλευθερίας καί τήν µεγαλοψυχίαν, δέν είναι δυνατόν νά τούς παροµοιάση τινάς µέ κανένα άπό τούς τωρινούς άρχιστρατήγους (1). Τά ήθη τών ‘Ελλήνων, πρός τούτοις, είναι άλλη µεγαλειτέρα αίτία, ότι εύκολος είναι ή έπανόρθωσίς των. ‘Ολοι οί ‘Ελληνες, καί µάλιστα οί χωρικοί, έχουσι µεγαλωτάτην κλίσιν είς τά άρµατα (2). Σχεδόν καθείς άπό αύτούς έχει δύο καί τρία άρµατα, καί είναι άξιοθαύµαστοι κυνηγοί

(3). Είναι δέ γενικώς πεπροικισµένοι άπό τήν φύσιν µ’ έν πνεύµα γεννητικόν καί όρθόν. ‘Ανάµεσα δέ είς τάς φυσικάς των άρετάς, διά νά είπώ έτζι, ή φιλοξενία είναι είς αύτούς γενική. Τέλος πάντων φιλόθρησκοι καί είς τό άκρον έναντίοι τών όθωµανών. ‘Η αύτοΐδιότης τής τροφής των καί τά καθαρά άνα1. Οί νύν άρχιστράτηγοι τών άλλογενών, άφού κατά συνήθειαν προστάξωσιν όσα έµαθον νά λέγωσι, τότε έπιστρέφουσιν είς τά όπισθεν, µέ πρόφασιν διά νά µήν βάλουν είς κίνδυνον τά στρατεύµατα µέ τόν χαµόν τής ζωής των, καί ούτως πολλάκις κλέπτουσι τήν τιµήν µιάς νίκης, είς τήν όποίαν αύτοί δέν έλαβον ίσως τό παραµικρόν µέρος, καί πάντοτε µέ τήν άπουσίαν τους προξενούσι τήν σύγχυσιν, όπού είναι πρόδροµος τής ήττας. 2. Τό µικρόν παιδάριον ένός ήρωος Σουλιώτου, όπού ό τύραννος ‘Αλής, ώς αίχµάλωτον έφύλαττε είς τήν µητρόπολιν τών ‘Ιωαννίνων µαζί µέ τήν µητέρα του καί άδελφάς του, δέν ύπόφερνε τοιαύτην φυλακήν, καί άλλέως δέν ήµπόρεσαν νά τό ήµερώσουν, παρά δίδοντάς του τά πολεµικά άρµατα, µέ τά όποία παίζοντας ήσύχασεν. 3. Πολλοί χωριάτες, µάλιστα δέ οί Σουλιώτες, τόσον είναι έπιτήδειοι είς τό νά σηµαδεύουσιν µέ τό βόλι, όπού πολλάκις τό περνούσι άπό έν δακτυλίδι. ‘Εχουσι δέ καί τήν όρασιν τόσον όξείαν καί καθαράν, όπού βλέπουσι τήν νύκτα περισσότερον άπ’ ό,τι βλέπουσιν οί άκαδηµικοί τής Κρούσκας τήν ήµέραν. µέ βιάς τ’ όλοστερνό άποξίγκι άρπούν, τίς λυχνοκάφτρες θρέφουν. Τού Χάρου τό λιγνό βοδάλαφο νογούν ν’ άκροδιαβαίν βρυστικά νερά όπού πίουσι, τούς βαστά άδιακόπως είς µίαν εύρωστίαν καί δύναµιν έξαίσιον (1). ‘Η είλικρινότης καί εύθύτης των είναι βέβαια άξίαι τού χρυσού αίώνος. Τό σέβας των πρός τούς γέροντας καί ή άγάπη των διά τήν δόξαν είναι όµοίαι µέ τών Σπαρτιάτων. Είναι λίαν εύστροφοι, άγαπούσι καταπολλά νά έπιχειρίζωνται κάθε δύσκολον ύπόθεσιν, καί είναι περισσότερον ριψοκίνδυνοι, παρά δειλοί (2). ‘Η διαγωγή των είναι ένάρετος, καί µέ τόσην σταθερότητα ύποφέρουσι τά βάσανα τής όθωµανικής τυραννίας, όπού φανερά άποδεικνύεται ή άνότης τής ψυχής των’ καταφρονούσι δέ είς τό άκρον τούς τυράννους των, καί ή προθυµία των είς τό νά έλευθερωθώσι είναι άκρα. ‘Αλλο δέν προσµένουν, παρά µόνον ένα άρχιστράτηγον, διά νά τού γίνουν όλοι όπαδοί, καί νά ξαναποκτήσουν τήν έλευθερίαν τους. ‘Ισως κανείς άπό τούς άναγνώστας, µάλιστα δέ άν είναι άλλογενής – διά τούς όποίους έγώ δέν γράφω- ήθελε µέ κατακρίνει διά κόλακα πρός τούς όµογενείς µου, τούς όποίους τρόπον τινά φαίνεται νά έπαινώ πολλά. ∆ιά τούτο λοιπόν, θέλοντας νά έβγάλω άπό αύτούς τοιαύτην άµφιβολίαν, θέλω προσπαθήσει νά άποδείξω έν συντόµω τάς αίτίας τοιούτου χαρακτήρος. Τό νά διαφέρωσιν οί άνθρωποι άναµεταξύ των, τόσον κατά τό σώµα, καθώς καί κατά τό πνεύµα, ούδείς βέβαια άµφιβάλλει. Τρείς είναι λοιπόν αί αίτίαι τοιούτου άποτελέσµατος. ‘Η θέσις µιάς έπαρχίας ώς πρός τήν γηίνην σφαίραν, τό κλίµα καί αί περιστάσεις. ‘Η µέν πρώτη προξενεί τήν διαφοράν είς τά γένη, ώς έπί παραδείγµατι ό Ρώσσος διαφέρει άπό τόν ‘Αφρικάνον. ‘Η δέ δευτέρα έκτελεί τό αύτό άπό πολίτην είς πολίτην, καί ούτως ό ‘Αθηναίος διαφέρει άπό τόν Λακεδαίµονα. Καί ή τρίτη, τέλος πάντων, είς τήν όποίαν αί δύο πρώται πολλά συνεισφέρουσι, άποκαταστεί µεγαλειτέραν τήν διαφοράν άνάµεσα είς τούς άνθρώπους, καί διά τούτο ό είς διαφέρει τού άλλου. ‘Η διοίκησις, ή θρησκεία, ό άριθµός τών κατοίκων, τά ήθη, καί τέλος πάντων ή έξακολούθησις άγνώστων αίτιών, ήτοι τό συµβεβηκός,

συνθέτουσι ταύτην τήν τρίτην αίτίαν, λέγω, τών περιστάσεων. ‘Οθεν καί είς τήν διαφοράν τού χαρακτήρος τού καθενός έχει τό µεγαλείτερον µέρος. ‘Αδύνατον είναι τώρα νά έπαριθµήση τινάς όλα έκείνα, είς τά όποία συνίσταται ή διαφορά τών άνθρώπων. Φθάνει, έν συντόµω, νά ήξεύρωµεν, ότι ή µέν θέσις κατά µοίρας, ώσαύτως καί τό κλίµα, άποκαταστώσι τούς άνθρώπους, ή µιάς κράσεως ύγιεστάτης, ή άδυνάτου, έκ τών περιστάσεων δέ ή µέν νοµαρχία καταστεί τόν άνθρωπον άφοβον, είλικρινή καί ένάρετον, ή τυραννία δέ δειλόν, πονηρόν καί ύποκριτήν. ‘Η θρησκεία ώσαύτως, τό Εύαγγέλιον τού Χριστού παραδείγµατος χάριν, κατασταίνει τούς όπαδούς του φιλευσπλάγχνους, φιλοξένους καί συµπαθητικούς. ‘Η έβραΐκή θρησκεία κάµνει τόν λαόν µισάνθρωπον. ‘Η όθωµανική, τέλος πάντων, τόν κάµνει αύτόµατον, καί ούτως διά τάς λοιπάς. Πρός τούτοις, τό συµβεβηκός έχει δύναµιν πολλάκις νά χαρακτηρίση ένα λαόν. Τυχαίνοντας, παραδείγµατος χάριν, έν γένος είς πόλεµον µέ διάφορα άλλα γένη, καί νικώντας τα δύο καί τρείς φοράς, λαµβάνει βαθµηδόν έν θάρρος τοσούτον, ώστε όπού µέ τόν καιρόν τού µένει ξεχωριστόν του κτήµα. Ούτως ήκολούθησεν είς τούς Σπαρτιάτας καί τό ίδιον µάς τό βεβαιούσιν οί Σπαρτιάτες τού νύν αίώνος, λέγω οί θαυµαστοί Σουλιώτες, οί όποίοι ποτέ δέν έκαταδέχθησαν νά πολεµήσουν τούς έχθρούς των, άν πρότερον δέν τούς έβλεπον δεκαπλασίως περισσοτέρους των. Τό κλίµα τής ‘Ελλάδος καί ή κατά µοίρας θέσις αύτής είναι έξαίρετα. ‘Ολη σχεδόν ή ‘Ελλάς είναι στολισµένη µέ λόφους καί πεδιάδας θαυµασίας, τά περισσότερα χωρία εύρίσκονται είς ύψος, ή γή είναι καταπολλά καρποφόρος, τά νερά καθαρώτατα, ό άήρ εύκρατος, όθεν καί γενικώς οί ‘Ελληνες είναι ύγιείς καί εύφυείς. Αί περιστάσεις δέ όπού είς τόν παλαιόν καιρόν κατέστησαν τούς ‘Ελληνας τόσον άξιωτέρους άπό τά άλλα γένη, τούς έχαρα χιόνια, κι όλο κι οί λύχνοι άποβασίλευαν, κι ό Χάρος κτήρισαν διά φιλοξένους, µεγαλοψύχους, ζηλωτάς τής πατρίδος των καί λατρευτάς τής έλευθερίας. Οί Ρωµαίοι µετά τόν Φίλιππον ώλιγόστευσαν όπωσούν τήν πρώτην των καθαρότητα, οί όθωµανοί δέ, φυλάττοντές τους ύπό τής βαρβάρου τυραννίας των, δέν ήµπόρεσαν ποσώς ούτε νά τούς φθείρουν τά ήθη, ούτε νά τούς άλλάξουν τόν παλαιόν χαρακτήρα τους, καί τούτο διά δύο αίτια. Πρώτον µέν, έπειδή οί όθωµανοί είναι έτερόθρησκοι, καί δεύτερον, όπού οί ‘Ελληνες, µήν έχοντες είς χείρας των τήν διοίκησιν, πάντοτε έµειναν οί ίδιοι. Αύτοί, νοµίζοντες τούς όθωµανούς τόσους ξένους τυράννους των, ούτε είς τά ήθη των τούς έµιµήθησαν, ούτε είς τόν χαρακτήρα των. Καί άν ή τυραννία τών όθωµανών ήφάνισεν τήν ‘Ελλάδα κατ’ άλλα µέρη, βέβαια δέν ήδυνήθη νά διαφθείρη τά ήθη τών κατοίκων της, όπού, ίσως, ένας µονάρχης, ήτοι τύραννος τής αύτής θρησκείας καί γένους, ήθελεν κάµει. Τά ήθη, λοιπόν, καί ό χαρακτήρ τών ‘Ελλήνων προδεικνύει τήν εύκολίαν τής έλευθερώσεώς των. ‘Αλλά άς στρέψωµεν, τέλος πάντων, τά όµµατά µας είς τά παραδείγµατα, διά νά καταπεισθώµεν εύκολώτερα. ‘Εγώ ήµπορούσα νά σάς άναφέρω χίλια παραδείγµατα γενικών έπαναστάσεων, παλαιών τε καί νέων είς διάφορα µέρη τής γής, διά νά σάς άποδείξω ότι, όταν µία έπανάστασις έχει διά όρον καί τέλος τήν έλευθερίαν, όταν δηλ. ή ύπόθεσις έγγίζει τούς περισσοτέρους, πάντοτε εύδοκιµεί. ‘Αλλ’ ή διήγησίς των ήθελεν σταθή πολλά διεξοδική, ώσάν όπού έπρεπε νά άναφέρω καί τάς περιστάσεις καί τά έπίλοιπα. 1. Σχεδόν είς όλα τά χωρία τής ‘Ελλάδος δέν εύρίσκεται ίατρός’ ή, διά νά είπώ καλλίτερα, δέν εύρίσκεται άρρωστος. 2. ‘Οποιος παρατηρήση τά παιγνίδια τών παίδων καί νέων είς τήν ‘Ελλάδα, εύκόλως ήµπορεί νά έννοήση τό ήρωΐκόν πνεύµα των, ώσάν όπού ή τύχη δέν έχει τό παραµικρόν µέρος είς αύτά, άλλά µόνον ή άνδρεία, καί µάλλον ή άγχίνοια. Πρός τούτοις τά παιδάρια συγκροτούν πολέµους άναµεταξύ των, τόσον είς όλα τά χωρία

σχεδόν, καθώς καί είς διαφόρους πόλεις (είς τάς όποίας τών όθωµανών τά παιδία είναι διά παραπλήρωσιν καί φεύγουν τά πρώτα είς τήν παραµικράν στενοχωρίαν). Τά άρµατά των είναι τόσα ξύλα, καί πολλάκις µεταχειρίζονται καί πέτρας. Τόσον τακτικά καί στοχαστικά διαυθεντεύονται καί πολεµούσι, όπού είναι όντως άξια θαυµασµού. Πολλάκις ό πόλεµος καί ή άδιάκοπος συγκρότησις βαστά έως τρείς ώρας. Φυλάττουσι µέ πάσαν άκρίβειαν τούς πολεµικούς των νόµους, καί άν κανένας δέν ύπακούση, εύθύς οί λοιποί τόν έκβάλλουν άπό τόν κατάλογον τών πολεµούντων. ‘Υποδέχονται τούς αίχµαλώτους µέ κάθε καλωσύνην, άγκαλά καί νά τούς παρηγορούσιν είρωνικώς. Αύταί αί γυµνάσεις άκολουθούν είς τάς έορτάς, καί πάντοτε κρυφίως, έπειδή ό όθωµανός κυβερνητής δέν τούς τό συγχωρεί ή άπό άµάθειαν ή άπό φθόνον. Πολλάκις άκολουθεί καί θάνατος είς αύτάς τάς γυµνάσεις. Μ’ όλον τούτο ή φυσική κλίσις τών νέων είς τά άρµατα δέν ψηφεί ούτε φοβερισµούς, ούτε κίνδυνον, καί σχεδόν είς όλην τήν ‘Ελλάδα εύρίσκεται αύτή ή συνήθεια. ∆όξα ούν τή ‘Ελευθερία, έχοµεν έν παράδειγµα, καί µεγάλον καί νέον, τό όποίον είναι άρκετόν, διά νά σάς καταπείση, χωρίς νά έχω χρείαν νά άντιγράψω τούς ίστορικούς. Τοιούτον παράδειγµα τόσον είναι άξιοθαύµαστον είς τήν ίδιότητά του, όσον µεγαλειτέρα ήθελε σταθή ή άνοησία έκείνων, όπού δέν ήθελον καταπεισθή. Οί Σέρβοι µάς δίδουν αύτό τό µεγάλον παράδειγµα, ώ ‘Ελληνες. Αύτοί ήτον ό λαός ό πλέον άπλούστατος, καί βέβαια καθείς έστοχάζετο, ότι άργότερα ήθελε λάµψει ή έλευθερία είς έκείνα τά µέρη, παρά είς τά άλλα. Μ’ όλον τούτο, ό θαυµαστός στρατηγός των καί έλευθερωτής των Γεώργιος έστάθη ίκανός νά έπαναστατηση όλους τούς συµπατριώτας του, καί είς τό βραχύτατον διάστηµα έξ µηνών νά έλευθερώση τήν πατρίδα του άπό τόν ζυγόν τής όθωµανικής τυραννίας. ‘Ω, πόσα µαθήµατα έδωσεν καί πόσας άµφιβολίας διέλυσεν µέ τά έργα του ό άξιάγαστος Γεώργιος είς µεταχείρισιν τών ‘Ελλήνων! ‘Ω, πόσον άποστόµωσε τούς άνοήτους καί φλυάρους κατά τών ‘Ελλήνων µέ τά κατορθώµατά του, καί έτρόµαξεν τούς άχρείους όθωµανούς µέ τά άρµατα τής νίκης καί τής έκδικήσεως! ‘Ω ‘Ελληνες, µάθετέ το διά πάντοτε, τά άρµατα τής δικαιοσύνης είναι άνίκητα, καί οί όθωµανοί θέλουν φύγει άπ’ έµπροσθεν τών άρµατωµένων ‘Ελλήνων. Μήν άλησµονήσητε πρός τούτοις, παρακαλώ, τό παντοτινόν παράδειγµα τών θαυµαστών Μανιάτων. ‘Ιδετε ότι οί όθωµανοί ποτέ δέν ήµπόρεσαν νά τούς καταδαµάσουν, ούτε κάν νά πλησιάσωσι τολµούσι πλέον είς τά σύνορά των. ‘Ενθυµηθήτε, τέλος πάντων, ότι ή άρχή τής νίκης είναι ή άνθίστασις, καί ότι οί ‘Ελληνες δέν είναι ούτε άγριοι, ούτε ούτιδανής ψυχής, καθώς οί έχθροί των όθωµανοί. ‘Εγώ δέν ήξεύρω, τί νά σάς είπώ περισσότερα, χωρίς νά σάς ξαναειπώ τά ίδια. ‘Η ύπόθεσις είναι τόσον φανερά, όπού µού κακοφαίνεται τή άληθεία, νά ήθέλησα νά σάς τήν άποδείξω. ‘Αλλ’ έπειδή άνάµεσα είς έκείνους όπού άµφιβάλλουν άπό δισχυρογνωµίαν, ή µάλλον είπείν κακογνωµίαν, εύρίσκονται τινές, οί όποίοι άµφιβάλλουσιν άπό άµάθειαν, διά τούτο καί µόνον άπεφάσισα νά παραστήσω τάς αίτίας, όπού βιάζουσιν ένταυτώ καί εύκολύνουν τήν έπανόρθωσιν τού γένους µας. ‘Υστερα λοιπόν άπό τάς προειρηµένας αίτίας, όπού άνέφερον, µένει άκόµη µία, ή όποία τόσον είναι µεγάλη καί εύκολονόητος, όπού πρέπει νά καταπείση καί τούς πλέον δισχυρογνώµονας. Ποίος άµφιβάλλει, έπί παραδείγµατι, ότι τό µέρος είναι µικρότερον άπό τό όλον; Ποίος πρός τούτοις άµφιβάλλει, ότι µία δύναµις άς πέντε νικά µίαν άλλην άς δύο; Βέβαια ούδείς.

Οί ‘Ελληνες λοιπόν πρός τούς όθωµανούς, είναι άς τά έπτά πρός τό έν, καθώς άνωτέρω άπεδείχθη. Καί ποίος, παρακαλώ σας, τώρα δέν θέλει καταπεισθή άπό αύτήν τήν δείξιν, ότι οί ‘Ελληνες πρέπει έξ άνάγκης νά νικήσωσι τούς όθωµανούς; Ποίος είναι έκείνος, όπού νά άµφιβάλλη καί νά µήν είναι όλοτελώς άναίσθητος; ‘Εγώ θέλω νά έλπίσω, ότι δέν θέλει εύρεθή κανείς τόσον δύσνους καί άνόητος. ‘Ω ‘Ελληνες! ‘Ω άγαπητοί µου άδελφοί! Καί όλιγότεροι άν ήµεθα άπό τούς όθωµανούς, άφεύκτως ήθέλαµεν τούς νικήσει, διά τάς τόσας αίτίας όπού άνωτέρω είπον, πόσω µάλλον όντες έπτάκις άνώτεροι είς τήν ποσότητα! Οί έχθροί µας δέ όχι κατά τόν άριθµόν µόνον, άλλά καί κατά τά ήθη, κατά τήν άνδρείαν καί κατά τήν µεγαλοψυχίαν, είναι έκατόν φοράς ύποδεέστεροί µας. Πώς λοιπόν είναι δυνατόν νά µήν νικήσωµεν τούς έχθρούς µας; ‘Ισως πάλιν κανένας άπό έκείνους όπού συνηθίζουν νά έρωτώσι, χωρίς νά καταλαµβάνωσι, ήθελεν άποκριθή: «σΑν ούτως έχει τό πράγµα, διατί λοιπόν µέχρι τής σήµερον δέν τούς ένίκησαν;» Καί πότε έπολέµησαν, άνόητε άνθρωπε, καί δέν τούς ένίκησαν; Αύτοί οί όλίγοι φευγάτοι είς τά δάση, όπού καθηµερινώς πολεµούσι καί νικούσι, δέν είναι ίκανοί ίσως νά σού άποδείξουν τήν άλήθειαν; Τά έλληνικά πλοία, καί µάλιστα τών ‘Υδριώτων, όπού καθηµερινώς µέ τούς άλλογενείς πειράτας έχθρούς των πολεµούσι, δέν τούς νικούσιν ίσως πάντοτε, άγκαλά καί άσυγκρίτως µεγαλειτέρους των; ‘Ο Γεώργιος δέν έλευθέρωσεν ίσως τούς Σέρβους; Καί ποίος άµφιβάλλει, ότι ό Ρήγας ήθελεν έλευθερώσει τήν ‘Ελλάδα, άν ή φθονερά τύχη µας δέν ήθελεν δανείσει τής προδοσίας τό µιαρόν ξίφος είς τάς χείρας τού σκληρού Οίκονόµου; ‘Αλλ’ ίδού πάλιν άλλος, άπ’ έκείνους όπού κρίνουν τά πράγµατα καθώς τά βλέπουν, καί όχι καθώς είναι, νά λέγη: «’Ε! ένας ήτον ό Ρήγας, καί άλλος δέν εύρίσκεται». ‘Ω, πόσον λανθάνεται, όποιος έτζι στοχάζεται! ‘Εγώ δέν θέλω νά κάµω τοιαύτην άτιµίαν τής άνθρωπότητος, καί µάλιστα τού γένους µας, πιστεύοντάς το. Καί άν µέχρι τού νύν δέν έφάνη, όχι διά τούτο δέν ήµπορεί νά έµφανισθή έντός όλίγου; Μόνον οί άκατάπειστοι άς προσµείνουν νά ίδούν είς τόν ίδιον καιρόν τήν έλευθερίαν τής ‘Ελλάδος καί τήν έντροπήν τους. ‘Εσείς δέ, ώ µιµηταί τού µεγάλου Ρήγα, άκούσατε µερικάς ένθυµήσεις, όπού τώρα θέλω σάς καταγράψει, διά νά δώσω τέλος τού λόγου µου, καί έν ταυτώ νά άποδείξω τά µέσα µιάς έπαναστάσεως καί έπανορθώσεως τού γένους µας. ‘Εγώ δέν νοµίζω µ’ έτούτο νά σάς συµβουλεύσω, ώ άγαπητοί µου, έπειδή ήξεύρω, ότι ό µεγαλείτερος διδάσκαλος είναι ό έρως τής πατρίδος, καί έσείς τόν αίσθάνεσθε, όσον χρειάζεται. Τό θέµα όµως τό καλεί, καί διά τούτο σάς λέγω, ότι ή άρετή πρέπει νά είναι ό όδηγός τών έπιχειρηµάτων σας. ‘Ο σκοπός σας πρός τό καλόν τό γενικόν, καί όχι τό µερικόν, νά άποβλέπη πάντοτε. ‘Η φρόνησίς σας θέλει σάς διδάξει, πώς νά φυλάξητε τό µυστικόν. ‘Εγώ σάς ένθυµώ µόνον, ότι οί προδόται εύρίσκονται πανταχόθεν. ‘Η έµπειρία σας θέλει σάς δείξει τά εύκολοφύλακτα χωρία καί τούς φιλοπάτριδας καί έναρέτους άνδρας, έγώ δέ σάς ένθυµώ πόσον συµφέρουν είς τήν έπιχείρησίν σας. ‘Εσείς δέν είσθε χρυσολάτραι, έγώ δέ σάς ένθυµώ, όπόσον ούτιδανώνει ή φιλαργυρία µίαν ήρωΐκήν ψυχήν. ‘Εσείς, τέλος πάντων, ήξεύρετε πώς νά νικήσητε, έγώ δέ σάς λέγω νά καλοµεταχειρισθήτε τάς νίκας σας. Μήν άλησµονήσητε τήν ταχύτητα τού καιρού, διά νά µήν άπερνά ούτε µία στιγµή, όπού νά µήν είναι στεφανωµένη άπό τά χρηστά κατορθώµατά σας. Είσθε προβλεπτικοί. Βραβεύσατε τήν άξιότητα είς όποιον ύποκείµενον τήν εύρετε, τιµωρήσετε τά άµαρτήµατα όµοίως. Καί, τέλος πάντων, κράξατε πρός τούς συναδελφούς µας ‘Ελληνας καί είπατε αύτών: ‘Ιδού, άδελφοί, καιρός σωτηρίας. Μήν σάς λυπήση όλίγον αίµα διά τήν έλευθερίαν σας καί τήν εύτυχίαν σας. Ποίος δέν κόπτει τόν δάκτυλον, διά νά ίατρεύση τήν χείρα του; Λάβετε τά σπαθία τής δικαιοσύνης, καί άς όρµήσωµεν

κατά τών δειλών όθωµανών, διά ατα στίς µάνες τους µές σέ βαθιά ταγάρια ξεπρόβαιναν τά χαλκοπράσινα λοξόµατα νά συνθλάσωµεν τάς άλύσους µας. ‘Ας εύχαριστήσωµεν τόν Θεόν, όπού δέν έγεννήθηµεν ένα αίώνα πρωτύτερα, άλλ’ έγεννήθηµεν είς καιρόν έπιτηδειότατον είς τό νά έλευθερώσωµεν τήν πατρίδα µας. Ποία µεγαλειτέρα εύχαρίστησις διά ένα άνθρωπον άπό αύτήν! Μήν βραδύνετε λοιπόν, ώ άγαπητοί, τήν ύπόθεσιν. ‘Ας ξεσπαθώσωµεν µίαν φοράν, καί τό πράγµα θέλει έλθει µόνον του είς τό τέλος. Τό όθωµανικόν κράτος, πάλιν σάς τό ξαναλέγω, πρέπει νά πέση έξ άποφάσεως, ή ούτως ή ούτως. ‘Αλλοίµονον λοιπόν είς τό γένος µας, άν κυριευθή άπό έτερογενές βασίλειον. Τότε οί ‘Ελληνες δέν θέλουν µείνει πλέον ‘Ελληνες, άλλά κατ’ όλίγον όλίγον θέλουν διαφθαρή τά ήθη των, καί θέλοµεν µείνει πάλιν δούλοι, καί δούλοι ίσως, πάλιν, άλευθέρωτοι διά πολλούς αίώνας. ∆ιά τήν άγάπην τής τιµής µας, στοχασθήτε το µέ προσοχήν. Μήν σάς πλανήσουν τά ταξίµατα τών έπιτρόπων καί άποστόλων τών ξένων βασιλειών. Αύτοί είναι τόσοι σκλάβοι, καί διά νά µετριάσουν τήν έντροπήν των, προσπαθούν νά αύξήσουν τόν άριθµόν των. Αύτοί δέν προσκυνούσι, είµή τόν βασιλέα των καί τόν χρυσόν. Μήν στοχάζεσθε, ώ άδελφοί µου, ότι κανείς άπό αύτούς θέλει θυσιάσει καί χρυσόν καί στρατιώτας, διά νά διώξη τόν όθωµανόν καί νά µάς άφήση έπειτα έλευθέρους! ‘Ω, κάλλιον ένας σεισµός ή ένας κατακλυσµός νά µάς άφανίση όλους τούς ‘Ελληνας, παρά νά ύποκύψωµεν πλέον είς ξένον σκήπτρον. ∆ιατί, ώ ‘Ελληνες άγαπητοί µου, νά προσµείνωµεν νά µάς δανείση άλλος έκείνο, όπού ήµείς έχοµεν; Χίλιας φοράς περισσότερον αίµα ήθελεν έκχυθή, άν ήθελεν είσέλθει ξένον σπαθί είς τήν ‘Ελλάδα, παρά άν ήθέλαµεν έλευθερωθή µόνοι µας. Μήν σάς δειλιάση πρός τούτοις ή άπειρία µας, άλλ’ ίδατε τούς Σέρβους (1). ‘Ιδατε ένταυτώ τούς νύν ναύτας τού γένους µας, πώς, άγκαλά καί άγράµµατοι, ταξιδεύουν µέ µεγαλωτάτην εύκολίαν είς όλας τάς θαλάσσας, µάλιστα δέ κάµνουσι µόνοι τους τά πλέον ώραιότατα καί ταχύτερα καράβια. Μήν στοχάζεσθε λοιπόν, ότι χρειάζονται αίώνες, διά νά καλλωπισθή τό γένος µας καθώς πρέπει. Ούχί, ώ ‘Ελληνες! Τό νά έλευθερωθή καί νά καλλωπισθή είναι τό αύτό, καί θέλει άκολουθήσει είς τόν ίδιον καιρόν. Μήν σάς φοβίσουν τά µέσα, ό,τι λογής καί άν είναι’ άποβλέψατε µόνον είς τό χρηστόν τέλος. ‘Ο καλός ναύτης ταξιδεύει µέ όλους τούς άνέµους. Ούτως καί ό έλευθερωτής τής ‘Ελλάδος, είς κάθε περίστασιν, όπού τό τυχόν διορίση, ήµπορεί πάντοτε νά διοικήση καλώς, ώσάν όπού ό σκοπός του είναι ένας, έν τό τέλος του, λέγω τό κοινόν όφελος. ‘Η τυραννία τών όθωµανών ηύξησεν τόσον, όπού µόνη της προδεικνύει τόν άφανισµόν της. ‘Η ‘Ελευθερία έπλησίασεν είς τήν προτέραν της κατοικίαν. ‘Ο ήχος τής σάλπιγγος τού ‘Αρεως έξύπνησεν άπό τούς τάφους των τών προγόνων µας τούς ήρωας. ‘Ιδού ό ∆ηµοσθένης, άπό τό έν µέρος, θεωρεί δεύτερον Φίλιππον είς τόν τύραννον τής ‘Ηπείρου. ‘Ιδού ό Λυκούργος βλέπει άλλους Σπαρτιάτας είς τούς Σουλιώτας καί 1. ‘Ο άγαλµατοποιός προτιµεί έν µάρµαρον άκέραιον καί άδούλευτον, παρά έν µισοδουλευµένον. ‘Επειδή µέ τό πρώτον ήµπορεί νά κάµη ό,τι λογής άγαλµα θελήση, άλλά µέ τό δεύτερον πρέπει νά κάµη όχι έκείνο όπού θέλει, άλλ’ έκείνο όπού ήµπορεί νά γίνη. Ούτω καί οί νύν ‘Ελληνες, µήν όντες γενικώς πεπαιδευµένοι είναι εύκολώτερον νά καλοπαιδευθώσιν, παρά άν ήτον κακώς πεπαιδευµένοι. ‘Η έλευθερία είναι σχολείον εύρυχωρότατον καί ή θέλησις ό πλέον έπιτήδειος διδάσκαλος.

Μανιάτας. ‘Ο µέγας Λεωνίδας άκούει τά τύµπανα τής νίκης καί εύφραίνεται. ‘Ο τύραννος τής Συρακούζης ∆ιονύσιος βλέπει καί αύτός µακρόθεν τόν τύραννον τών όθωµανών καί προβλέπει τό τέλος του. ‘Ηγγικεν ή ώρα, ώ ‘Ελληνες, τής έλευθερώσεως τής πατρίδος µας! Τό τέλος τών τυράννων είναι, άδελφοί µου, πασίδηλον! ‘Ολοι άπό τόν θρόνον µετέρχονται είς τόν ‘Αδην µέ βίαιον θάνατον καί δέν µένει άπό αύτούς άλλο, είµή τό βρωµερόν όνοµά των διά κατάραν είς τά στόµατα τών µεταγενεστέρων. ‘Ω ‘Ελληνες! Οί ποταµοί αίµατος τών συγγενών µας καί φίλων µας, όπού έχύθησαν άπό τό όθωµανικόν σπαθί, ζητούσιν έκδίκησιν. Τόσοι άλλοι, όπού µέλλουσι νά χυθή, ζητούν βοήθειαν. ‘Αλλοίµονον λοιπόν είς τά άπρόσεκτα πνεύµατα, καί µακάριοι οί συνδροµηταί! Ναί, άγαπητοί µου άδελφοί, άκόµη µίαν φοράν διά πάντα σάς τό ένθυµώ, ότι καιρός τής δόξης έφθασεν, καί κάθε µικρά άναβολή είναι έπιζήµιος κατα πολλά είς ήµάς. ‘Ας τρέξωµεν λοιπόν όλοι µας, ναί, όλοι µας, πρός κοινήν ώφέλειαν. Καί άµποτες κάγώ, σύν τοίς λοιποίς φιλογενέσι µου, νά άξιωθώ όγλήγορα νά χύσω τό αίµα µου διά τήν σωτηρίαν τής γλυκυτάτης µου πατρίδος καί νά αίσθανθώµεν όλοι µας ή τήν χαράν τού Θεµιστοκλέους ή τού ‘Επαµεινώντα. ‘Ε! πόσον γλυκύ πράγµα είναι νά όµιλή τινάς τήν άλήθειαν! Γλυκύτερον όµως καταπολλά είναι νά έκφέρη είς φώς άληθείας έπωφελείς. Αύτό έγώ έπροσπάθησα, άγαπητοί µου, νά έκτελέσω καί έλπίζω νά έπέτυχον τού σκοπού µου. ‘Αχρηστον ήθελεν είναι είς ένα άρρωστον, άν ό ίατρός, άφίνοντας κατά µέρος τό πάθος του, ήθελε τού όµιλήσει περί άλλων παθών. ∆ιά τούτο κάγώ, γνωρίζοντας τήν άληθή άσθένειαν τής ‘Ελλάδος, περί αύτής µόνον άπεφάσισα καί ώµίλησα τών άδελφών µου ‘Ελλήνων. ‘Απέδειξα τί έστί έλευθερία. ‘Επειτα έφανέρωσα πόσον άναγκαίον άπόκτηµα είναι είς τόν άνθρωπον’ ότι µόνον αύτη τόν άποκαταστεί άξιον τού όνόµατός του, όντας ό δούλος ποταπότερος καί άπό τά ίδια άλογα ζώα. Τά όλίγα παραδείγµατα όπού άνέφερα άπό τήν άναρίθµητον ποσότητα, όπού ή ίστορία µάς διηγείται, άπέδειξαν όπόσων µεγάλων κατορθωµάτων είναι πρόξενος ή έλευθερία. ∆έν έλειψα άπό τό νά σάς ένθυµίσω τό χρέος, όπού ό άνθρωπος έχει νά διαυθεντεύση τήν Πατρίδα του καί τήν ‘Ελευθερίαν του. Τέλος πάντων, άγαπητοί µου, έπροσπάθησα νά σάς άποδείξω, πόσον εύκολος είναι ή έπανόρθωσις τής ‘Ελλάδος. ‘Ο χαρακτήρ µας, ή ποσότης µας, τά ήθη µας, τό γήρας τής τυραννίας, τό πλήθος τών συνδροµητών καί ή φυγή τής άµαθείας, έστάθησαν τά άναντίρρητα δικαιολογήµατά µου. ‘Εν ένί λόγω, έδειξα τού καθενός πού εύρίσκεται ή εύτυχία του. ‘Αµποτες, λοιπόν, όλοι µας νά κινήσωµεν πρός άπάντησίν της, καί νά άξιωθώµεν ταχέως νά δοξάσωµεν τό όνοµα τής ‘Ελλάδος, καί σκιρτίζοντες νά άλαλάξωµεν: Ζήτω ή ‘Ελευθερία τών ‘Ελλήνων είς αίώνας αίώνων! Γένοιτο, γένοιτο!

ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ

Σχόλια
  1. Ο/Η thehumanual λέει:

    ∆ΙΑΛΟΓΟΣ ΑΝΑΜΕΤΑΞΥ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΦΙΛΩΝ ΤΟΥ Σ. ΚΑΙ Κ.

    ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΝΟΜΑΡΧΙΑ , ‘Ητοι Λόγος περί ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ

    ∆ΙΑΛΟΓΟΣ ΑΝΑΜΕΤΑΞΥ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΦΙΛΩΝ ΤΟΥ Σ. ΚΑΙ Κ.
    Ο ΣΥΓ(ΓΡΑΦΕΥ)Σ. ‘Αδελφοί µου, χαίρετε! (τούς άσπάζεται).

    Ο Σ. ∆έν ήξεύρω πότε θέλει άλλάξεις ίδιώµατα. Αύτά τά φιλιά σου!..

    Ο Κ. Τή άληθεία είναι παράξενος’ (λέγει πρός τόν Σ.) Είς όποιον µέρος µέ άπαντήση, εύθύς όρµεί νά µέ φιλήση. ‘Εγώ όµως δέν τόν άφήνω, καί πολλάκις…

    Ο ΣΥΓ. ∆ιατί, άδελφοί µου, σάς κακοφαίνεται; ‘Εσείς γνωρίζετε τήν καρδίαν µου πόσον είναι καταπικραµένη άπό τάς καταδροµάς τής τύχης, καί θέλετε νά µέ ύστερήσητε άκόµη άπό αύτό τό µόνον καλόν όπού µού έµεινε! ‘Εγώ σάς βεβαιώ ότι, όταν σάς φιλώ, αίσθάνοµαι µίαν ήδύτητα άνέκφραστον, καί… ‘Αλλ’ άς άφήσωµεν τά τοιαύτα. Είπέτε µοι, παρακαλώ, άναγνώσατε τό βιβλίον, όπού πρό ήµερών σάς έδωσα;

    Ο Σ. Τό θαυµαστόν πόνηµά σου; (είρωνικώς).

    Ο Κ. Τήν ‘Ελληνικήν Νοµαρχίαν;

    Ο ΣΥΓ. Ναί.

    Ο Σ. Τό άναγνώσαµεν.

    Ο Κ. Ο Σ. Τί λωλαµάδα! ‘Ηθέλησες καί σύ νά δείξης τήν άξιότητά σου, καί, διά νά είπώ έτζι, ή ύπερηφάνειά σου σ’ έτύφλωσε τόσον, όπού µέ τούς ίδίους σου κόπους καί µέ έξοδά σου ήθέλησες νά άποκτήσης βάσανα. Καί ένθυµήσου τούς λόγους µου.

    Ο Κ. Τή άληθεία, άν κανένας άπό έκείνους όπού όνειδίζεις, κατά δυστυχίαν, γνωρίση όποίος είσαι, ήµπορεί νά σέ βλάψη, καί ίσως περισσότερον άπ’ ό,τι φοβείσαι.

    Ο Σ. Καί ποίον άφησε άβριστον; Βασιλείς, άρχιεπισκόπους, εύγενείς, πλουσίους…

    Ο Κ. ‘Ηθέλησες πρός τούτοις, φίλε µου, νά όµιλήσης διά πολλά πράγµατα’ καί είς τόσον µικρόν βιβλίον, βέβαια, δέν ήµπορεί τινάς νά είπή όσα χρειάζονται.

    Ο Σ. ‘Ε, κάψε τα, κάψε τα, άγαπητέ µου, όσα σώµατα καί άν έτύπωσες, κάψε καί τό χειρόγραφον, διά νά µήν εύρης βάσανα.

    Ο ΣΥΓ. Νά τά κάψω! (µέ ένθουσιασµόν καί µεγαλοφώνως). ‘Ω Πατρίς! ‘Ω ‘Ελλάς! ‘Ω ‘Ελληνες! ‘Ω φίλοι µου γλυκύτατοι! (πίπτει λιποθυµισµένος).

    Ο Σ. Πώς έµεινεν άλαλος! (λέγει πρός τόν Κ.).

    Ο Κ. Πώς έκιτρίνισε!

    Ο Σ. Μοί φαίνεται νά δακρύζη.

    (Ο Κ. τόν άνασηκώνει καί µετ’ όλίγου, άναλαµβάνων ό συγγραφεύς, λέγει:)

    Ο ΣΥΓ. ‘Ω Θεέ µου! Είσθε έσείς, όπού µού λέγετε τοιαύτα λόγια; ‘Ε, άδελφοί µου, έσείς βέβαια δέν εύρίσκεσθε είς τάς ίδίας περιστάσεις όπού εύρίσκοµαι έγώ, ούτε αίσθάνεσθε όλον τό βάρος τής τυραννίας καί όλας τάς δυστυχίας τής ‘Ελλάδος όσον έγώ τάς αίσθάνοµαι. ‘Εγώ, ναί! ‘Εγώ δέν ζώ, είµή ώς ‘Ελλην ! ούτε άλλο τι ήµπορεί νά µού κατασήση ποθητήν τήν ζωήν µου, είµή ή ‘Ελλάς. ‘Η καρδία µου εύθύς άρχίζει νά ταράττεται βιαίως, όταν άκούω τό όνοµα τής πατρίδος µου. ‘Ε, φίλοι µου, είναι άδύνατον νά σάς παραστήσω τήν ταλαιπωρίαν τού γένους µας’ ούτε όλοι ύποφέρουσιν έξ ίσου, διά νά ήµπορέσουν νά αίσθανθώσι µέ τήν ίδίαν δύναµιν όλοι οί ‘Ελληνες τά άνυπόφορα κεντήµατα τής άγανακτήσεως έναντίον τών τυράννων τής ‘Ελλάδος. ∆ιά τούτο… (οί φίλοι του θέλουσι νά τόν άντισκόψωσι άπό τήν όµιλίαν, καί ό συγραφεύς έξακολουθεί ούτως:) ‘Εγώ προβλέπω τί θέλετε νά µ’ έρωτήσητε, ώ άγαπητοί µου, καί ίδού όπού σάς προλαµβάνω. ‘Ακούσατε λοιπόν µέ πάσαν είλικρίνειαν τό πώς καί διατί έσύνθεσα αύτόν τόν λόγον µου, καί έλπίζω νά άπολαύσω τήν συγνώµην σας είς τά άκούσια σφάλµατά µου καί τήν εύχαρίστησίν σας είς τό έπιχείρηµά µου. Περιττόν µού φαίνεται νά σάς παραστήσω τόν χαρακτήρα µου, έπειδή ούδείς άλλος καλλιώτερα άπό έσάς µέ γνωρίζει. ∆έν άγνοείτε πρός τούτοις, ότι αί δυστυχίαι τής ‘Ελλάδος άπό τό έν µέρος, καί ή καταδροµή τής τύχης άπό τό άλλον, ηύξησαν τάς κατά µέρος έδικάς µου δυστυχίας είς τό άπειρον. ∆ι’ άρκετούς χρόνους, λοιπόν, έζησα τυραννηµένος άπό µίαν άδιάκοπον άµφιβολίαν, ή όποία µ’ έφύλαττε παντοτινά καταβεβυθισµένον είς θλιβερούς στοχασµούς. Τά ψυχικά πάθη µου σχεδόν είχον νενεκρωθή, καί είς άλλο δεν έτελείωνε κάθε στοχασµός µου, παρά είς τό άδιακόπως παρ’ έµού µελετηµένον τέλος. Ούτε δι’ άλλο τίποτε έστοχάσθην, είµή διά τό πώς νά ήµπορέσουν νά παύσουν αί γενικαί δυστυχίαι τού γένους µας, όπού τή θάλασσα, τή γής καί τή σιγή, πώς νά µπορεί µιά µέρα σάν άντρας πιά νά παύσουν έξακολούθως καί αί έδικαί µου, ούσαι τόσον ένωµέναι άλλήλων των, ώστε άδύνατον είναι νά άναπαυθή ό φίλος σας, έν όσω σώζεται ή τυραννία τής ‘Ελλάδος. ‘Οθεν, µόνον ό έρως τής πατρίδος, µόνον καί µόνον αύτός έκυρίευεν τήν ψυχήν µου’ ούτε άλλη έπιθυµία ήµπορούσε πλέον νά έχη χώραν, αύτού όντος, είµή τό θείον δώρον τής φιλίας. Καί ούτως ή γλυκεία συναναστροφή σας καί ή άνάγνωσις τινών συγραφέων µ’ έπαρηγορούσαν όπωσούν. ‘Αλλά, φεύ! ‘Οταν είς τήν ένθύµησίν µου ήρχετο ό σηµερινός όλεθρος τής ‘Ελλάδος καί τά άνήκουστα καί σχεδόν άπίστευτα βάσανα τής πατρίδος µου, εύθύς ένας παράξενος τρόµος άγανακτήσεως µ’ έκυρίευεν όλον, όπού, σάς βεβαιώ, ώ φίλοι µου, δέν ήµπορούσα ούτε νά γράψω, ούτε νά άναγνώσω, ούτε κάν νά όµιλήσω. Καί µόνος έλεγον είς τόν έαυτόν µου: «’Ε, διατί οί ‘Ελληνες νά είναι δούλοι! ∆ιατί νά µήν έλευθερωθούν µέχρι τής σήµερον! Είναι δυνατόν, είναι εύκολον ή όχι; Καί άν είναι δυνατόν, όποίαι είσίν αί αίτίαι όπού τό έµποδίζουσι;» Καί άνάµεσα είς τόν λαβύρινθον τοσούτων θλιβερών στοχασµών, όλος ένθουσιασµένος έλάµβανα τό κονδύλι καί όλίγον χαρτάκι, καί έγραφα ό,τι ό ένθουσιασµός µου καί ή άλήθεια τού πράγµατος µοί έπαγόρευεν είς έκείνην τήν στιγµήν. ‘Αφού δέ τό έτελείωνα, έρριπτον είς έν κιβώτιον τό γεγραµµένον χαρτίον, καί ούτως άναπαύετο όπωσούν ή ψυχή µου. Τοιουτοτρόπως, ώ άγαπητοί, ήκολούθησα διά πολύν καιρόν, όταν, τέλος πάντων, ή ποσότης τών αύτών χαρτίων µέ κατέστησεν περίεργον νά τά άναγνώσω. ‘Ηρχισα λοιπόν νά άναγινώσκω καί νά τά βάνω είς τάξιν, έπειδή, καθώς εύκόλως ήµπορείτε νά καταλάβητε, δέν είχον τήν παραµικράν εύταξίαν. ‘Αλλα εύρήκα γεγραµµένα ίταλιστί, άλλα γαλλιστί, άλλα είς τήν γλώσσαν µας, καί όλα τόσον κακώς γεγραµµένα, όπού µόλις ήµπορούσα νά τά άναγνώσω. ‘Ενθυµούµαι όπού είς έν κατεβατόν όλόκερον δέν ήτον άλλο τι γεγραµµένον, είµή: «κακέ άνθρωπε καί σκληροτράχηλε τύραννε!». Τέλος πάντων, άπό αύτό τό άσχηµον όλον, έσύναξα καί έσύνθεσα αύτόν τόν λόγον, καί ίδού τό πώς ήκολούθησεν ή σύνθεσίς του.

    Ο Σ. ∆ιά τούτο δέν εύρίσκει τινάς έκείνην τήν άναγκαίαν έξακολούθησιν τών νοηµάτων.

    Ο ΣΥΓ. Βέβαια δέν είναι καθώς έπρεπε νά ήτον.

    Ο Κ. ‘Η συντοµία δέν συµφωνεί ποτέ µέ τά µεγάλα θέµατα.

    Ο ΣΥΓ. ‘Η αύτή συντοµία µέ ύποχρέωσε νά βάλω είς ύποσηµειώσεις πολλά πράγµατα, όπού έπρεπε νά όµιλήση τινάς είς διάφορα ξεχωριστά κεφάλαια δι’ αύτά. Καί ή συντοµία, τέλος πάντων, ύποχρεώνοντάς µε νά ένώσω βιαίως διάφορα θέµατα είς έν, έδωσεν είς µερικά κατεβατά µεγαλην ένέργειαν, καί είς άλλα άκραν ξηρότητα. ‘Αφού λοιπόν, ώ άγαπητοί µου, τόν έσυνθεσα, άκούσατε τό διατί ήθέλησα νά τόν τυπώσω. Πρώτον µέν, διά νά ώφεληθούν µερικοί όπού ήθελε τόν άναγνώσουν µέ έκείνην τήν ίδίαν άγάπην καί διάθεσιν τής ψυχής, µέ τήν όποίαν έγώ τόν έσύνθεσα. ∆εύτερον δέ, διά νά παρακινήσω τούς προκοµµένους τού γένους µας νά συνθέσουν είς τό ίδιον θέµα άξιώτερα πονήµατα.

    Ο Κ. Τή άληθεία, είναι άξιον θαυµασµού, πώς µερικοί όπού διάφορα πονήµατά των έξέδωκαν είς φώς, κανείς σχεδόν δέν ώµίλησε καθώς πρέπει περί τής έλευθερώσεως τής ‘Ελλάδος.

    Ο ΣΥΓ. ‘Ελπίζω, ώ άδελφέ µου, είς τό έξής, καί µάλιστα όγλήγορα, νά πληρωθή ή έπιθυµία µας.

    Ο Σ. Είπέ µας, ώ φίλε, µόνον δύο αίτια σ’ έπαρακίνησαν νά τυπώσης τό πόνηµά σου, ή έχεις καί κανένα άλλο;

    Ο ΣΥΓ. Ναί, ώ φίλοι, έχω καί τό τρίτον καί ύστερον αίτιον, τό…

    Ο Σ. Τό όποίον είναι διά νά ήθέλησες νά δείξης καί σύ τήν άξιότητά σου;

    Ο ΣΥΓ. Ούχί, άδελφέ, διότι ήθελα άποδείξει, τούναντίον, τήν άναξιότητά µου. Μάλιστα βλέπεις ότι δέν έβαλα ούτε τό όνοµά µου είς τόν τίτλον.

    Ο Κ. Μερικοί δέν βάζουν τό όνοµά τους, διά νά άποφύγουν τάς κατακρίσεις όπού τούς τυχαίνουν.

    Ο Σ. Ούχί, ώ Κ. ‘Ο φίλος µας δέν τό έβαλεν, διά τάς αίτίας όπού ήξεύροµεν.

    Ο ΣΥΓ. Σάς βεβαιώ ώς άδελφός, ότι καί αί αίτίαι όπού λέγεις άν δέν ήθελε ήτον, µ’ όλον τούτο δέν ήθελα τό βάλει, ώς µή άναγκαίον. ‘Αν όµως ήθελε γράψει τις έναντίον…

    Ο Σ. ‘Ε, δέν έλπίζω νά εύρεθή ‘Ελλην τις, νά γράψη έναντίον τής ‘Ελλάδος. Είπέ µας τώρα τό τρίτον αίτιον.

    Ο ΣΥΓ. Τό τρίτον είναι, ώ άδελφοί, όπού, άν ό θάνατος κατά δυστυχίαν ήθελεν µ’ έµποδίσει άπό τό νά ώφελήσω είς τί τήν ‘Ελλάδα, κάν οί λόγοι µου νά άποδείξουν τήν πρός αύτήν εύγνωµοσύνην µου. Καί διά τούτο, σάς παρακαλώ, µήν…

    Ο Κ. Είπέ µοι, είπέ µοι, σέ παρακαλώ, διά νά µήν τό άλησµονήσω. ∆ιατί έβαλες είς τόν τίτλον «’Ελληνική Νοµαρχία», όταν καθ’ αύτό δέν είναι άλλο, είµή ένας λόγος…

    Ο Σ. Αύτό, τή άληθεία, είναι σφάλµα άσυγχώρητον. ‘Εγώ άναγινώσκοντας τόν τίτλον, ένόµιζα νά εύρω τόν τρόπον τής συστήσεως αύτής τής διοικήσεως, καί, τούναντίον, εύρήκα άλλα.

    Ο ΣΥΓ. ‘Εχετε δίκαιον είς αύτό, ώ άδελφοί µοι, καί έγώ γνωρίζω τό σφάλµα µου, τό έβαλα όµως διά…

    Ο Κ. Σιωπή, πλησιάζει ό…

    Ο Σ. ‘Ε, νά τόν πάρη ή κατάρα!

    Ο ΣΥΓ. ‘Υποµονή! Αύριον έτοιµασθήτε νά µού δώσητε τήν γνώµην σας είς πολλά ζητήµατά µου. ‘Ερρωσθε.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

WordPress.com Logo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Log Out / Αλλαγή )

Twitter picture

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Log Out / Αλλαγή )

Facebook photo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Log Out / Αλλαγή )

Google+ photo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Log Out / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s