Δημιεύθηκε ΕΔΩ
ΙΣΛΑΜ ΚΑΙ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ Το Πολιτικό Καφενείο αρχίζει τη δημοσίευση σπάνιων κειμένων που δεν έχουν δημοσιευτεί στο Ελληνικό Διαδίκτυο.
Αρχίζουμε με το Κεφάλαιο 2 του βιβλίου ΙΣΛΑΜ ΚΑΙ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ. Πρόκειται για το εκπληκτικό βιβλίο του M. Rodinson ο οποίος ορίζει εδώ τις σχέσεις της ισλαμικής θρησκείας με τις βασικές οικονομικές δομές, συνδυάζοντας την κατάρτιση του εμπειρογνώμονα με την εποπτεία του διαλεκτικού ματεριαλιστή. (Επιμέλεια κειμένων, από τον Παναγιώτη Βήχο) M. Rodinson
Οι εντολές του Ισλάμ
Ο πιο συνηθισμένος τρόπος διαπραγμάτευσης του προβλήματος που εξετάζουμε εδώ είναι ν’ αναρωτιέται κανείς αν οι εντολές της μουσουλμανικής θρησκείας ευνοούν, καταπνίγουν, παρεμποδίζουν, απαγορεύουν την πρακτική που συνιστά τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής) ή, ακόμα, αν είναι αδιάφορες απέναντι σ’ αυτή την πρακτική. Κατά τη γνώμη μου – και θα το δούμε αυτό – το σημαντικότερο ζήτημα δεν είναι αυτό. Πρόκειται ωστόσο για ένα ερώτημα που τίθεται και που έχει το ενδιαφέρον – του στα πλαίσια του όλου προβλήματος. Γι’ αυτό λοιπόν θα το συζητήσω, αρκετά σύντομα.
Το Κοράνι και η Σόννα
Οι εντολές της μουσουλμανικής θρησκείας βρίσκονται κωδικοποιημένες σ’ ένα ακριβές και συγκεκριμένο ντοκουμέντο, το Κοράνι, τον λόγο του Θεού που παραδόθηκε στον προφήτη Μωάμεθ, και σ’ ένα πολύ πλατύ σύνολο από κείμενα με ακαθόριστα όρια, τη Σόννα. Η Σόννα είναι το σύνολο των «παραδόσεων» που εκθέτουν όσα υποτίθεται πως είπε και έκανε ο Προφήτης. Γίνεται δεκτό πως αυτά τα λόγια και πράξεις έχουν κανονιστική αξία για τους μουσουλμάνους, που οφείλουν να μιμούνται τον Μωάμεθ και ν’ ακολουθούν τις οδηγίες του. Δεν είναι περιττό να επιμείνουμε εδώ στο γεγονός πως ο ιστορικός δεν δέχεται ότι οι παραδόσεις αυτές αντιπροσωπεύουν πραγματικά τη σκέψη του Προφήτη παρά μονάχα σε πολύ λίγες περιπτώσεις. Στην πράξη, οι μουσουλμάνοι συγγραφείς, ακόμα και σήμερα, κι ακόμα κι όταν πρόκειται για εκείνους που δεν είναι μουσουλμάνοι παρά μόνο κατ’ όνομα και από περισσότερο ή λιγότερο αναγκαστικό κομφορμισμό, ακόμα κι όταν πρόκειται για εκείνους που παίρνουν θέση καθαρά αθεϊστική ή και αντιθρησκευτική, τις παραθέτουν συχνά σαν αυθεντικά ιστορικά ντοκουμέντα (!). Ωστόσο ξέρουμε πως οι παραδόσεις αυτές δεν καταγράφηκαν παρά δυο ή τρεις αιώνες μετά τον Προφήτη, και υπήρξε μια μεγάλη περίοδος της μουσουλμανικής ιστορίας που οι μουσουλμάνοι δεν έδειχναν μεγάλο ενδιαφέρον και δεν απέδιδαν καμιά αξία σε τέτοιες αφηγήσεις. (2) Είναι αλήθεια πως υποστηρίζεται ότι η αξία τους ως ντοκουμέντων δικαιολογείται από την αλυσίδα (ισναντ) των εγγυητών που πάντοτε τις συνοδεύει.
Ο τελευταίος αφηγητής δηλώνει πως παρέλαβε αυτή την αφήγηση από κάποιον που, διαμέσου πολυάριθμων μεσολαβητών (που όλοι τους αναφέρονται), την παρέλαβε σε τελευταία ανάλυση από έναν σύγχρονο του Μωάμεθ, αυτόπτη και αυτήκοο μάρτυρα. Αλλά είναι αδύνατο να εμπιστευθούμε αυτές τις αλυσίδες, που τίποτα δεν εγγυάται την αυθεντικότητά τους. Πολλές παραδόσεις είναι αντιφατικές, πράγμα που είχε οδηγήσει ήδη τους άραβες συγγραφείς του Μεσαίωνα να απορρίψουν έναν ορισμένο αριθμό από αυτές σαν επινοημένες και, ακολουθώντας διάφορα κριτήρια, να θεωρήσουν άλλες ύποπτες ή αμφίβολες. Αλλά η σύγχρονη ιστορική μέθοδος είναι πολύ πιο ριζοσπαστική στα δίκαια αιτήματά της. Δεν μπορούμε να δεχθούμε πως μια παράδοση έχει πιθανότητες να είναι αυθεντική, παρά μόνον αν πολύ ισχυρά επιχειρήματα αποδείχνουν την πιθανή αυθεντικότητά της. Αυτό το τελευταίο συμβαίνει με μια απειροελάχιστη μειοψηφία, τουλάχιστο σ’ ότι αφορά με μια απειροελάχιστη μειοψηφία, τουλάχιστο σ’ ότι αφορά με μια απειροελάχιστη μειοψηφία, τουλάχιστο σ’ ότι αφορά τις κανονιστικές παραδόσεις. (3) Ωστόσο παραμένουν ντοκουμέντα για την εποχή απ’ την οποία κατάγονται και για τις μεταγενέστερες εποχές. Υποδηλώνουν τι σκέφτονταν ορισμένοι άνθρωποι, τι ήθελαν να επιβάλουν ως κανόνες ορισμένα ρεύματα. Στον βαθμό που οι μουσουλμάνοι συμμορφώθηκαν μ’ αυτές, αντιπροσωπεύουν τον κώδικα συμπεριφοράς των τελευταίων. Πρέπει όμως να θυμόμαστε πάντα πως οι αντιφάσεις τους άφηναν μεγάλα περιθώρια στην πράξη, πολύ περισσότερο αφού δεν υπήρχε καμιά κεντρική εξουσία (όπως στην περίπτωση της καθολικής Εκκλησίας) για να επιβάλει με το κύρος της μια ορισμένη απόφανση σχετικά με την αξία τούτης ή εκείνης της παράδοσης η σχετικά με την ερμηνεία της.
Ας δούμε πρώτα το Κοράνι, τον λόγο του Θεού, άρα καταρχή (αλλά μόνο καταρχή) αυθεντία βασική και αναμφισβήτητη. Φυσικά, δεν πρόκειται για εγχειρίδιο πολιτικής οικονομίας και θα ήταν μάταιο να ψάξουμε για να βρούμε στις σελίδες του κάποια επιδοκιμασία ή αποδοκιμασία του καπιταλισμού καθ’ εαυτού. Μήπως τουλάχιστον υπάρχουν στο Κοράνι εκτιμήσεις που αφορούν τους οικονομικούς εκείνους θεσμούς που θεωρούνται καπιταλιστικής φύσης ή θεμέλια ή στοιχεία του καπιταλιστικού κοινωνικοοικονομικού μορφώματος: Είναι σαφέστατο, πρώτα απ’ όλα, πως το Κοράνι δεν στρέφεται καθόλου κατά της ιδιωτικής ιδιοκτησίας, αφού ρυθμίζει π.χ. τα κληρονομικά. Συνιστά μάλιστα να μη θίγονται οι ανισότητες(4) και περιορίζεται να στιγματίσει τη συνηθισμένη ασέβεια των πλουσίων(5), να υπογραμμίσει πόσο ανώφελη είναι η περιουσία μπροστά στην κρίση του Θεού, και την τάση να παραμελείται η ευσέβεια, τάση που συνεπιφέρει η περιουσία (6). Μήπως κάνει εξαίρεση για την ιδιοκτησία των παραγωγικών μέσων; Εννοείται πως η σκέψη αυτή δεν περνάει ποτέ από το μυαλό του συγγραφέα του Κορανίου.
Η μισθωτή εργασία είναι ένας φυσικός θεσμός, για τον οποίο δεν υπάρχει καμία αντίρρηση. Πάρα πολλές φορές το Κοράνι μιλάει για τον μισθό που παίρνει ο άνθρωπος από τον Θεό. Παρουσιάζει κάποτε τον μιδιανίτη Ιοθώρ διατεθειμένο να προσλάβει τον Μωυσή ως έμμισθο βοσκό(7). Για την επισκευή ενός γκρεμισμένου τοίχου, έχει κανείς δικαίωμα να πληρωθεί(8), όπως έχουν δικαίωμα να ζητήσουν μισθό οι προφήτες και ο ίδιος ο Μωάμεθ, που ωστόσο κηρύττουν δωρεάν(9).
Υπάρχουν θρησκείες, των οποίων τα ιερά κείμενα αποθαρρύνουν γενικά την οικονομική δραστηριότητα, δίνοντας στους πιστούς τους τη συμβουλή να εμπιστεύονται στον Θεό για να έχουν κάθε μέρα τα αναγκαία, ή, πιο συγκεκριμένα, βλέπουν με κακό μάτι την επιδίωξη κέρδους. Σίγουρα αυτό δεν συμβαίνει με το Κοράνι, που αντιμετωπίζει ευνοϊκά την εμπορική δραστηριότητα, και περιορίζεται να καταδικάσει τις δόλιες πρακτικές και ν’ απαιτεί την αποχή από το εμπόριο κατά τη διάρκεια ορισμένων λατρευτικών εκδηλώσεων(10). Το Κοράνι, όπως συνοψίζει με ειλικρίνεια ένας σύγχρονος μουσουλμάνος απολογητής, «δεν λέει μόνο πως δεν πρέπει να ξεχνάει κανείς τη γήινη πλευρά του (28:77), αλλά ακόμα πως μπορεί νόμιμα να συνδυάζει τη λατρεία με την υλική ζωή, να εμπορεύεται ακόμα και τη στιγμή που πάει να προσκυνήσει, φτάνοντας ως το σημείο να απονέμει στα εμπορικά κέρδη τον τίτλο ελέω Θεού»(11) (2: 193-194/197-198, 62: 9-10).
Αλλά πάνω απ’ όλα, το Κοράνι περιέχει ορισμένα εδάφια που χρησιμοποιήθηκαν κατά κόρο, όπως θα δούμε παρακάτω, και που καταδικάζουν μια πρακτική που στα αραβικά ονομάζεται «ρίμπα». Τι ακριβώς ήταν το ρίμπα, δεν το ξέρουμε με βεβαιότητα. Η λέξη σημαίνει κυριολεκτικά «προσαύξηση». Δεν φαίνεται να πρόκειται απλώς για τον τόκο, με την έννοια που χρησιμοποιούμε εμείς αυτή τη λέξη. Φαίνεται μάλλον πως πρόκειται για τον διπλασιασμό του οφειλόμενου ποσού (κεφάλαιο και τόκοι, σε χρήμα ή σε είδος), όταν ο οφειλέτης δεν μπορούσε να πληρώσει κατά τη λήξη της προθεσμίας. Όπως οι περισσότερες εντολές του Κορανίου (και, εξάλλου, όπως πολλές από τις εντολές άλλων θρησκειών), πρόκειται ίσως για ένα περιστασιακό κανόνα, που υιοθετήθηκε για την αντιμετώπιση παροδικών περιστάσεων. Αργότερα όμως του έδωσαν οικουμενική ισχύ, καθώς δεν μπορούσαν να δεχθούν πως ο Θεός νομοθέτησε για συνθήκες τόσο περιορισμένες στον χρόνο και στον χώρο. Τα διάφορα εδάφια του Κορανίου που απαγορεύουν το «ρίμπα» φαίνονται να έχουν για στόχο πότε τους μουσουλμάνους, πότε τους παγανιστές (πρόκειται, λέει, για πρακτική της Μέκκας), πότε τους Εβραίους και τους Χριστιανούς. Οι Εβραίοι, επιπλέον, κατηγορούνται πως παραβιάζουν τους ίδιους τους νόμους τους που απαγορεύουν την τοκογλυφία. Είναι δυνατό, όπως σκέφθηκαν πολλοί, πως ο σκοπός ήταν να στιγματιστούν – σε μια εποχή που η μικρή μουσουλμανική κοινότητα, φτωχή και περιτριγυρισμένη από εχθρούς στη Μεδίνα, προσπαθούσε να μαζέψει κεφάλαια από τους «συμπαθούντες» – αυτοί που αρνούνταν να της δανείσουν με λογικούς όρους. Αλλά αποβλέπει επίσης, σύμφωνα με την έννοια που διαφαίνεται στα κείμενα, στο να παροτρύνει τους μουσουλμάνους να προτιμούν τη «ζακάτ», την ελεημοσύνη προς τους ενδεείς μέσω του ταμείου κοινής ωφέλειας που κρατούσε ο Προφήτης (και το οποίο χρησιμοποιούσε και για άλλους σκοπούς) από μια χρήση πιο ανίερη, αλλά και πιο επικερδή, των χρημάτων τους, δηλαδή τα έντοκα δάνεια(12).
Όπως το Κοράνι, έτσι και η Σόννα δεν αναφέρεται, φυσικά, στον καπιταλισμό! Όσο για την ιδιωτική ιδιοκτησία, δεν θεωρείται ότι εξαρτάται λιγότερο από την αυτόνομη δραστηριότητα του ανθρώπου και περισσότερο από τη θεία θέληση. Βέβαια, η χρήση του ιδιοτικοποιημένου αγαθού περιορίζεται από την απαγόρευση της τοκογλυφίας και την υποχρέωση της θεσμικής ελεημοσύνης. Και πάνω απ’ όλα η ιδιοκτησία μπορεί να είναι αδιαίρετη μέσα σε μια οικογένεια όσο και αυστηρά ιδιωτική, κι από πολλές απόψεις αυτή η αδιαίρετη ιδιοκτησία προστατεύεται από το δίκαιο. Επίσης, υπάρχει στον χώρο του Ισλάμ το έθιμο των συλλογικών γαιών της φυλής ή του χωρίου, που δεν αναγνωρίζονται ως τέτοιες από το θρησκευτικό δίκαιο, αλλά ωστόσο προστατεύονται. Ορισμένα είδη στοιχειωδών αγαθών, όπως το νερό και το χορτάρι, δεν επιτρέπεται να ιδιοποιούνται. Το μουσουλμανικό κράτος έχει, από ορισμένες απόψεις, «κυριαρχικό δικαίωμα» πάνω στις γαίες(13). Το δικαίωμα της ιδιοκτησίας περιορίζεται, επίσης, από ορισμένους συλλογισμούς, όπως το δικαίωμα κάθε ανθρώπου να ζήσει. Ένας άνθρωπος που πεθαίνει της πείνας δικαιολογείται να αρπάξει (με τη βία, αν δεν γίνεται διαφορετικά) ένα ελάχιστο μέρος από την τροφή που προορίζεται να τον θρέψει, σε βάρος του «νόμινου» ιδιοκτήτη της(14). Αλλά περιορισμοί αυτού του είδους προβλέπονται και από τους χριστιανούς θεολόγους και επιβάλλονται από διάφορους τύπους θρησκευτικού και κοσμικού δικαίου. Όλα αυτά δεν εμποδίζουν καθόλου, πρακτικά, τον μουσουλμάνο ατομικό ιδιοκτήτη να φροντίζει να καρποφορούν τα αγαθά του με τον πιο νόμιμο δυνατό καπιταλιστικό τρόπο, χωρίς περισσότερους νομικούς, θρησκευτικούς, ηθικούς ή εθιμικούς περιορισμούς απ’ ότι ο χριστιανός ατομικός ιδιοκτήτης. Δεν υπάρχει, φυσικά, κανένας ειδικός περιορισμός στην ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, από τη σκοπιά του θρησκευτικού δικαίου.
Παρόμοια και η μισθωτή εργασία θεωρείται κάτι το απόλυτα φυσιολογικό. Είναι μια ειδική περίπτωση μίσθωσης. Μισθώνει κανείς την εργατική δύναμη ενός ανθρώπου όπως νοικιάζει ένα σπίτι ή ένα καράβι. Οι περιορισμοί είναι οι συνηθισμένοι περιορισμοί, που οφείλονται σε ηθικούς και θρησκευτικούς συλλογισμούς ή απορρέουν από άλλες αρχές δικανικού τύπου(15). Έχει συχνά τονισθεί ένας ειδικός περιορισμός, που άλλωστε ξεπερνάει τα όρια του ζητήματος της μίσθωσης, κι αυτός είναι η κυβεία (γαραρ). Η παράδοση ανέπτυξε, πράγματι, σε τεράστιο βαθμό την απαγόρευση ενός ορισμένου παιχνιδιού της τύχης (μαϋσιρ), απαγόρευση που διατυπώνει το Κοράνι. Κάθε κέρδος που μπορεί να προέλθει από σύμπτωση, από κάποια αοριστία, απαγορεύεται. Έτσι, θα ήταν αθέμιτο να βάλει κανείς έναν εργάτη να γδάρει ένα ζώο τάζοντάς του για αμοιβή το μισό τομάρι, να τον βάλει ν’ αλέσει στάρι τάζοντάς του τα πίτουρα που χωρίζονται με το άλεσμα, κλπ. Γιατί δεν μπορεί να ξέρει κανείς με βεβαιότητα αν το τομάρι δεν χαλάσει και δεν χάσει την αξία του κατά τη διάρκεια της δουλειάς, ούτε πόσα πίτουρα θα βγούνε(16).
Η οικονομική δραστηριότητα, η επιδίωξη κέρδους, το εμπόριο και, κατά συνέπεια, η παραγωγή για την αγορά αντιμετωπίζονται εξίσου ευνοϊκά από την παράδοση και από το Κοράνι. Βρίσκει μάλιστα κανείς εκεί και διθυραμβικές διατυπώσεις σχετικά με τον έμπορο. Αναφέρεται ότι ο Προφήτης είχε πει: «Ο αξιόπιστος έμπορος θα κάθεται, την ημέρα της Κρίσεως, στον ίσκιο του θρόνου του Θεού», ή ακόμα «οι έμποροι είναι οι ταχυδρόμοι τούτου του κόσμου και οι πιστοί θεράποντες του Θεού πάνω στη γη».(18). Σύμφωνα με την ιερή Παράδοση, το εμπόριο είναι ένας προνομιούχος τρόπος να κερδίζεις το ψωμί σου. «Αν βγάζεις κέρδη από κάτι που επιτρέπεται, η πράξη σου είναι ένα τζιχάντ (Δηλαδή εξομοιώνεται με τον ιερό πόλεμο η με κάθε ρωμαλέα προσπάθεια που γίνεται για την υπόθεση του Θεού) και, αν τα χρησιμοποιείς για την οικογένεια και τους συγγενείς σου, αυτό είναι ένα σαντάκα (δηλαδή μια ευσεβής αγαθοεργή πράξη), και στ’ αλήθεια, ένα ντιρχαμ (δραμή, νόμισμα) που βγαίνει νόμιμα από το εμπόριο αξίζει πιο πολύ από δέκα ντιρχαμ που κερδίζει κανείς με άλλο τρόπο». (19) Με κατάνυξη αναφέρεται η αγάπη για τις εμπορικές υποθέσεις, που χαρακτήριζε τον Προφήτη για τους άγιους χαλίφες, τους πρώτους διαδόχους του. Ο Ομάρ λέγεται ότι είχε πει: «Πουθενά δεν θα μπορούσα να δεχθώ τόσο ευχάριστα τον θάνατο όσο στο μέρος όπου καταγίνομαι με εμπορικές υποθέσεις για χάρη της οικογένειάς μου, αγοράζοντας και πουλώντας». Μια νοσταλγία θεωρούνταν πως είχε κυριέψει αυτές τις σεβάσμιες προσωπικότητες, αντάξιες, σ’ αυτό το σημείο, των αμερικανών μπίζνεσμεν, καθώς σκέφτονταν τον άλλο κόσμο. «Αν ο Θεός επέτρεπε στους κατοίκους του Παράδεισου να εμπορεύονται», λέγεται πως είπε ο Προφήτης «θα άνοιγαν δουλειές με υφάσματα και μπαχαρικά». Ή ακόμα: «Αν υπήρχε εμπόριο στον Παράδεισο, θα διάλεγα το εμπόριο υφασμάτων, γιατί ο Αμπού Μπακρ ο Ειλικρινής, εμπορευόταν με υφάσματα».(20) Ένας σύγχρονος μουσουλμάνος απολογητής, που τον έχουμε ήδη παραθέσει, συνοψίζει τη στάση της Σόννα με λόγια αντάξια του Γκιζό: «Ο Προφήτης εγκωμιάζει εκείνους που, πολύ απέχοντας από το να είναι παράσιτα, πλουτίζουν για να μπορούν έτσι να βοηθήσουν τους απόκληρους»(21). Όπως πάντα, βρίσκει κανείς αντιφατικά κείμενα, αλλά, εκτός από μεμονωμένες περιπτώσεις όπου μπορεί ν’ αντικαθρεφτίζεται μια ασκητική τάση, αυτός που δέχεται κριτική είναι ο ανέντιμος έμπορος, όχι ο εμπορευόμενος ή το εμπόριο καθ’ εαυτό.
Ωστόσο, ορισμένες εμπορικές πρακτικές απαγορεύονται από την Παράδοση. Πρόκειται φυσικά κατά κύριο λόγο για τις δόλιες πρακτικές του ενός ή του άλλου τύπου, καθώς και για το εμπόριο με αντικείμενα που θεωρούνται πως ανήκουν σε όλους: το νερό, το χορτάρι, η φωτιά(22). Υπάρχουν απαγορεύσεις διαφόρων πρακτικών, τέτοιες που θεωρήθηκαν πως παρακωλύουν το ελεύθερο παιχνίδι μιας φιλελεύθερης οικονομίας. Όπως π.χ. κάθε κερδοσκοπία πάνω στα εδώδιμα είδη και, κυρίως, το καπάρωμα. Αλλά προπάντων πρόκειται για την απαγόρευση κάθε πώλησης που έχει ένα στοιχείο αβεβαιότητας. Για παράδειγμα, η πώληση κατά πλειοδοσία, όπου ο πωλητής δεν ξέρει τι τιμή θα πάρει για το αντικείμενο που πουλάει, η πώληση όπου το εμπόρευμα δεν είναι καθορισμένο επακριβώς, αριθμητικά (π.χ. οι καρποί μιας χουρμαδιάς που βρίσκονται ακόμα πάνω στο δένδρο), έστω και αν η τιμή καθορίζεται σαφώς, κλπ. Πολλοί έχουν επιμείνει στην απαγόρευση των κυβευτικών συμφωνιών, κατηγορία στην οποία μπορούν να καταταγούν τα παραδείγματα που μόλις φέραμε. Αλλά ορισμένες παραδόσεις φαίνεται ότι κάνουν την κυβεία (γαραρ) ειδική περίπτωση. Για παράδειγμα, το πούλημα ενός σκλάβου ή ενός ζώου που έχει δραπετεύσει, ενός ζώου που βρίσκεται στην κοιλιά της μάνας του, κλπ. Για έναν που είναι εξοικειωμένος με το θέμα, υπάρχουν πολλές αποκλίσεις μεταξύ των εμπειρογνωμόνων ως προς τις λεπτομέρειες, αλλά όλοι παραδέχονται τη βασική αρχή. Πρέπει να σημειώσουμε πως η κορανική βάση αυτής της απαγόρευσης είναι αρκετά αδύνατη. Δεν μπορεί να στηριχθεί παρά στην απαγόρευση του ρίμπα και του παιχνιδιού της τύχης μαϋσιρ, πράγμα που είναι μια τεχνητή αιτιολόγηση, που προφανώς έγινε εκ των υστέρων. Καθώς η προέλευση αυτής της τάσης στις γνώμες του Προφήτη είναι από τις πιο αμφίβολες, είναι φανερό πως μεταγενέστερες θεωρίες και πρακτικές, των οποίων θα εξετάσουμε την καταγωγή, στηρίχθηκαν σ’ αυτά τα εδάφια και «κανονοποιήθηκαν» από τις πιο ρητές παραδόσεις.
Αντίθετα, η απαγόρευση του ρίμπα υπήρχε, όπως είδαμε, στο Κοράνι και οι μεταγενέστεροι ιερογνώμονες προσπάθησαν να την ερμηνεύσουν και να την ορίσουν. Στην πραγματικότητα δεν ήταν γνωστό τι ακριβώς ήταν το ρίμπα. Μια παράδοση, μάλιστα, έλεγε πως το κορανικό εδάφιο που αναφερόταν σ’ αυτό ήταν το τελευταίο που αποκάλυψε ο Αλλάχ στον Μωάμεθ, έτσι ώστε ο Προφήτης πέθανε πριν προλάβει να το εξηγήσει. Οι ερμηνείες που δόθηκαν στη λέξη και στην εντολή είναι πολυποίκιλες. Στην αρχή, φαίνεται πως με το ρίμπα εννοούσαν κάθε μορφή τόκου σε περιπτώσεις χρηματικών δανείων ή ειδών διατροφής. Ο ορισμός του ρίμπα έγινε ακριβέστερος και λεπτότερος αργότερα, μέσα από μια πολύπλοκη διαδικασία λογικών επαγωγών και εξωτερικών επιδράσεων, των οποίων είναι δύσκολο να καταλάβουμε την ανέλιξη και τα κίνητρα. Όπως και νάχει το πράγμα, τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε δεν δικαιολογούνται, αν δούμε το πράγμα αυστηρά, από το κορανικό κείμενο. Δεν μπόρεσαν να νομιμοποιηθούν παρά με υποτιθέμενες ρήσεις του Προφήτη, των οποίων τίποτα δεν εγγυάται την αυθεντικότητα. Με το ρίμπα κατέληξε να νοείται γενικά κάθε όφελος που αποκόμιζε ένας από τους συμβαλλόμενους σε μια αγοραπωλησία ή μια ανταλλαγή πολύτιμων μετάλλων ή εδώδιμων ειδών. Σε τέτοιου είδους συναλλαγές, μόνο μια τέλεια ισορροπία ανάμεσα σ’ αυτά που προσφέρει η κάθε πλευρά είναι θεμιτή. Οι νομομαθείς προσπάθησαν να εκλεπτύνουν τον ορισμό αυτής της ισορροπίας, δίνοντας ερμηνείες μερικές φορές ολότελα ουτοπικές, πάντα επικαλούμενοι την αυθεντία των υποτιθέμενων παραδόσεων των συντρόφων του Προφήτη. Αντίθετα, άλλοι νομομαθείς ήσαν κατηγορηματικοί μόνο στο ζήτημα του χρόνου, απαγορεύοντας κάθε αγορά που δεν γινόταν τοις μετρητοίς. Η ποικιλία των απόψεων που εκφράζονται στις παραδόσεις είναι αρκετά μεγάλη, στο σύνολό της, και αφήνει αρκετά περιθώρια για αμφιβολίες, ιδιαίτερα όταν δεν πρόκειται ούτε για είδη διατροφής, ούτε για χρυσάφι ούτε για χρήματα.(23).
Θα μπορούσε κανείς ν’ ανακαλύψει ένα εμπόδιο για τον ανταγωνισμό σε ορισμένες παραδόσεις, σπάνιες άλλωστε, που κηρύσσοντας την απόλυτη τιμιότητα στο εμπόριο, ορίζουν να μην υπερεγκωμιάζει κανείς το εμπόρευμά του, να δείχνει τα ελαττώματά του κλπ. (24).
Η ΠΡΟΤΕΣΤΑΝΤΙΚΗ ΗΘΙΚΗ ΚΑΙ ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΟΥ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΥ
Θρήσκευμα και Κοινωνική Στρωμάτωση
Συνεχίζουμε με το Κεφάλαιο 1 του βιβλίου Η ΠΡΟΤΕΣΤΑΝΤΙΚΗ ΗΘΙΚΗ ΚΑΙ ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΟΥ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΥ. Πρόκειται για το εκπληκτικό βιβλίο του Max Weber. O Μαξ Βέμπερ (Max Weber) γεννήθηκε το 1864 σε μια μικρή πόλη της Γερμανίας από αστική οικογένεια. Ο πατέρας του ήταν γραφειοκράτης. Ο Βέμπερ υπήρξε πανεπιστημιακός δάσκαλος και ερευνητής αλλά δεν κατάφερε να εισέλθει στον πολιτικό στίβο όπως ο ίδιος επιθυμούσε. Η σκέψη του επέδρασε καταλυτικά στον ευρωπαϊκό χώρο. (Επιμέλεια κειμένων, από τον Παναγιώτη Βήχο)
Max Weber
Ο Max Weber υπήρξε κάθετα αντίθετος με τον Εμίλ Ντιρκάιμ (στο θέμα της θεμελίωσης της κοινωνιολογίας ως επιστήμης) και με τον Καρλ Μαρξ (στο θέμα των προσδιοριστικών φαινομένων της ιστορικής ανέλιξης). Στην Αμερική έγινε γνωστός μέσω της μετάφρασης του έργου του από τον Τάλκοτ Πάρσονς. Πέθανε το 1920 αφήνοντας ημιτελή την σπουδαιότερη εργασία του Οικονομία και Κοινωνία.
O Weber ασχολήθηκε κυρίως με τη διοίκηση. Συνέλαβε και συστηματοποίησε μέσα σε ένα ιδεότυπο το γραφειοκρατικό πρότυπο οργάνωσης. Το πρότυπο αυτό είναι συνδεδεμένο με τον καπιταλιστικό εξορθολογισμό . Σύμφωνα με το πρότυπο αυτό όλα τα Κράτη σε κάποια στιγμή της ιστορίας τους χρειάζονται ένα πρότυπο οργάνωσης το οποίο θα λειτουργεί σα μια μηχανή και δε θα επηρεάζεται από εξωτερικούς παράγοντες. Δηλαδή ένα σύστημα το οποίο θα πετυχαίνει τους στόχους που θέτει. Με άλλα λόγια το γραφειοκρατικό πρότυπο. Σε αυτό το πρότυπο πρωτεύοντα ρόλο παίζει η δημιουργία σώματος εξειδικευμένων- επαγγελματιών υπαλλήλων.
Για τον Weber η γραφειοκρατία είναι μια πυραμίδα στη βάση της οποίας βρίσκονται οι κατώτεροι υπάλληλοι και στην κορυφή μόνο ένας ηγέτης ο οποίος διευθύνει τους υπόλοιπους που βρίσκονται κάτω από αυτόν. Στο γραφειοκρατικό πρότυπο ο υπάλληλος οποιασδήποτε βαθμίδας διέπεται από το νόμο.
Τα βασικά χαρακτηριστικά του γραφειοκρατικού προτύπου είναι:
Συστηματική διαίρεση εργασίας (αρμοδιότητες, καθήκοντα, υποχρεώσεις, δικαιώματα)
Ύπαρξη κανόνων που δεσμεύουν τον υπάλληλο κάθε βαθμίδας.
Ιεράρχηση λειτουργιών. Κάθε θέση υπό τον έλεγχο μιας ανώτερης βαθμίδας.
Ο υπάλληλος έχει απολαβές (μισθός).
Διάκριση διεύθυνσης και ιδιοκτησίας μέσων διοίκησης. Ο δικαιούχος δεν είναι κύριος της θέσης του.
Οι αρχές αυτές είναι πολύ κοντά στις 14 αρχές διοίκησης του Fayol.
Η κυριότερη κριτική που ασκείται στο γραφειοκρατικό πρότυπο του Max Weber είναι:
Η άσκηση της εξουσίας δε συγκεντρώνεται απλά στην κορυφή αλλά είναι σχετικά διάχυτη.
Η δομή δεν είναι απόλυτα πυραμιδοειδής και ιεραρχική αλλά ετερογενής και κατακερματισμένη (παράλληλες ιεραρχίες).
Οι σχέσεις με τους διοικουμένους δεν είναι μόνον σχέσεις επιβολής, αλλά επίσης είναι άνισες.
Βιβλιογραφία
J. Chevallier, Διοικητική Επιστήμη, Αντ. Ν. Σάκκουλας Αθήνα- Κομοτηνή 1993
Ν.Χ. Τάτσης, Κοινωνιολογία, Ιστορική εισαγωγή και θεωρητικές θεμελιώσεις, Τόμος Α’, Εκδόσεις Οδυσσέας.
Θρησκεία, Κοινωνία κι Επιστήμη για τους Weber και Merton
**********************
Η κλασική κοινωνιολογία οφείλει πολλά στις έρευνες του γερμανού κοινωνιολόγου Max Weber το δεύτερο μισό του δεκάτου ενάτου και τις αρχές του εικοστού αιώνα. Η βασική συνεισφορά του Weber ήταν ότι προσέγγιζε τη σχέση πραγματικότητας και ιδεών με έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο από τις κυρίαρχες φιλοσοφικές τάσεις του δεκάτου ενάτου αιώνα, του εμπειρισμού και του μαρξισμού. Για τον εμπειρισμό, και τα δυο, η πραγματικότητα κι οι ιδέες, υποβιβάζονταν σαν προϊόντα και κατασκευές των ανθρωπίνων αισθήσεων. Από την άλλη μεριά, για τον μαρξισμό, την πρωτεύουσα σημασία είχε η υλική πραγματικότητα, ενώ οι ιδέες αντιμετωπίζονταν υποδεέστερα κι αναγωγικά σαν μέρος ενός εξαρτημένου εποικοδομήματος, που αναπτύσσονταν στο έδαφος της υλικής-οικονομικής βάσης. Σε αντίθεση με τις θεωρήσεις αυτές, ο Weber προσπάθησε να αναδείξει την εξαιρετική σημασία που έχουν τα συστήματα των ιδεών για τις ανθρώπινες υλικές δραστηριότητες.
Ειδικότερα, ο Weber επεχείρησε να δείξει πώς ο καπιταλισμός, ένα δόγμα οικονομικής συμπεριφοράς, μπορεί να θεωρηθεί έκφραση κι επέκταση του ασκητικού προτεσταντισμού, ενός συστήματος ιδεών που εμφορείται από αρχές αντίθετες του καπιταλισμού. Αυτός ήταν ο στόχος του κλασικού έργου του Weber για την Προτεσταντική Ηθική και το Πνεύμα του Καπιταλισμού (που πρωτοεκδόθηκε το 1904-5). Στη μελέτη του αυτή ο Weber ξεκινούσε με την παρατήρηση ότι στην Ευρώπη των χρόνων του, κι ιδιαίτερα στην Γερμανία, οι Προτεστάντες ήταν δυσανάλογα πολλοί μεταξύ των μεγάλων καπιταλιστών, των επιχειρηματιών και των υψηλόβαθμων εξειδικευμένων εργατών. Επίσης, παρατηρούσε ότι στις χώρες με τη μεγαλύτερη ανάπτυξη του καπιταλισμού (όπως η Ολλανδία, η Αγγλία κι οι βορειοανατολικές πολιτείες των ΗΠΑ) ανθούσε ιδιαίτερα ο Προτεσταντισμός. Έτσι, ο Weber προσπάθησε να μελετήσει τη σχέση Προτεσταντισμού και καπιταλισμού βλέποντας τη μεταξύ τους σύγκλιση σαν μια “εκλεκτική συγγένεια,” σύμφωνα με την έκφραση του Goethe.
Ο Weber ισχυριζόταν ότι ο Λουθηρανισμός, μια από τις πρώτες μορφές του Προτεσταντισμού, που πρωτοεμφανίστηκε στην βόρεια Γερμανία και τη Σκανδιναβία, είχε αναπτύξει την πρωταρχική ιδέα, που οδηγούσε στη μεθοδευμένη επιδίωξη του πλούτου, την βασική, δηλαδή, προϋπόθεση του καπιταλισμού. Αυτή η ιδέα ήταν το “κάλεσμα” για την εργασία, που διαμόρφωνε την προσωπική δέσμευση για την εργασία μέσω της καλλιέργειας της κλίσης του επαγγέλματος. Το δεύτερο βήμα προς τον καπιταλισμό το ανελάμβανε, σύμφωνα με τον Weber, ο Καλβινισμός, που διαδόθηκε από τον Ελβετό θεολόγο Jean Calvin κι είχε μεγάλη επιρροή στην Αγγλία, τη Σκοτία και τις Βρετανικές αποικίες του Νέου Κόσμου. Για τον Καλβινισμό, η σωτηρία δεν προερχόταν πια από την εκκλησία και τα ιερά μυστήρια αλλά εξαρτιόταν από τον εσωτερικό κόσμο του πιστού και τον βαθμό ανάπτυξης της πίστης του. Αντίθετα, ο Καθολικισμός δεν απαιτούσε κανέναν ιδιαίτερο βαθμό εσωτερίκευσης της πίστης, αρκεί ο πιστός να πήγαινε στην εκκλησία, να μετείχε των μυστηρίων και να έκανε καλές πράξεις.
Στην πραγματικότητα όμως η εφαρμογή της εσωτερικής κατάστασης χάριτος στο Καλβινιστικό δόγμα σήμαινε ότι ο πιστός, για να δοξάσει τον Θεό, θα έπρεπε να ασχολείται με εγκόσμιες δραστηριότητες, να προσφέρει τις υπηρεσίες του προς την κοινότητα και να δουλεύει σκληρά. Οι καλές πράξεις ήταν τα μέσα, με τα λόγια του Weber, “όχι για την αγορά της σωτηρίας αλλά για την απαλλαγή από τον φόβο της θείας καταδίκης” (1958, σελ. 115). Πέρα από τις καλές πράξεις, ο Καλβινισμός δίδασκε και την αποφυγή των κακών πράξεων, δηλαδή, απαιτούσε υψηλό βαθμό αυτοπειθαρχίας. Για το λόγο αυτό, ένας τυπικός Προτεστάντης έπρεπε να δουλεύει σκληρά αλλά και να είναι ηθικός και λιτοδίαιτος, που σήμαινε, να μην έκανε σπατάλες και να συσσώρευε το κέρδος του. Λόγω της ασκητικής ζωής του, η εργασία του απέφερε περισσότερα από όσα μπορούσε ο ίδιος να καταναλώσει για τις ανάγκες του. Το κέρδος που περίσσευε το επένδυε πάλι στην εργασία του και με τον τρόπο αυτό αναπτυσσόταν η επιχείρησή του. Με άλλα λόγια, πάνω στις αρχές της Προτεσταντικής ηθικής ετίθεντο σε λειτουργία οι βάσεις της καπιταλιστικής συμπεριφοράς.
Έτσι, ο Weber συνέδεε τον ασκητικό Προτεσταντισμό με την ανάπτυξη του καπιταλισμού μέσω των εξής τριών ηθικών κανόνων, που απέρρεαν από την Καλβινιστική διατύπωση του Προτεσταντισμού. Ο πρώτος ήταν ο κανόνας της εργατικότητας και της φιλοπονίας, για να ακολουθήσει ο πιστός το θρησκευτικό κάλεσμα. Ο δεύτερος κανόνας ήταν η απάρνηση των υλικών αγαθών, για να αφοσιωθεί ο πιστός στις καλές πράξεις και την ηθική ζωή. Κι ο τρίτος κανόνας ήταν η εποικοδομητική χρησιμοποίηση του κέρδους, για να μετασχηματισθούν τα υλικά κέρδη σε σύμβολα της δόξας του Θεού. Από τους κανόνες αυτούς, δεν είναι καθόλου δύσκολο να δούμε πώς ευδοκιμούσε ο καπιταλιστής επιχειρηματίας με το να αποφεύγει να κάνει το οικονομικό κέρδος αυτοσκοπό αλλά μόνο μέσο για την αναπαραγωγή κι επέκταση των δραστηριοτήτων της επιχείρησής του.
Ο Weber δεν ήταν ιδιαίτερα αισιόδοξος για την πορεία του συγχρόνου πολιτισμού. Έβλεπε τις κοινωνίες να οργανώνονται σε όλο και περισσότερο ορθολογιστικά πρότυπα, εξ αιτίας των οποίων να διοικούνται όλο και περισσότερο γραφειοκρατικά και να υφίστανται στο εσωτερικό τους αυξανόμενες διαφοροποιήσεις των λειτουργιών τους με βάση όλο και πιο πολύπλοκα συστήματα κανονισμών και διαδικασιών. Με τον τρόπο αυτό, θεωρούσε πως το τελικό αποτέλεσμα του ασκητικού καπιταλισμού ξέφευγε από κάθε έλεγχο, καθώς το “απαλό πέπλο” της Προτεσταντικής ηθικής “η μοίρα αποφάσιζε να το κάνει σιδερένιο κλουβί” (1958, σελ. 182).
Ο Robert Merton, ένας από τους κυριότερους θεμελιωτές της κοινωνιολογίας της επιστήμης στις ΗΠΑ, ανέπτυξε περαιτέρω τις θέσεις του Weber στην διδακτορική του διατριβή του, που δημοσιεύθηκε το 1938 σαν Επιστήμη, Τεχνολογία και Κοινωνία στην Αγγλία του Δεκάτου Εβδόμου Αιώνα (και επανεκδόθηκε το 1970). Ο σκοπός του Merton ήταν να συσχετίσει την επιστημονική πράξη με δυο σχετικά αυτόνομες καταστάσεις, αφενός την κοινωνία κι αφετέρου την κουλτούρα. Η κοινωνία, κατά τον Merton, παρέχει τις αντικειμενικές συνθήκες και δυνατότητες για την ανάπτυξη της επιστήμης μέσω των “αλληλεπιδράσεων μεταξύ των ανθρώπων, ιδίως όταν αυτοί μπορούν να θεωρηθούν σαν το αποτέλεσμα φυσικών δυνάμεων και συνθηκών” (1970, σελ. 208). Η κουλτούρα για τον Merton γίνεται αντιληπτή σαν μια πνευματική κατάσταση, που διαποτίζει το σύνολο των ιδεών που διέπουν τις δραστηριότητες των ανθρώπων και περιλαμβάνει “το συγκρότημα των αξιών, των κανονιστικών αρχών και ιδανικών, που χρησιμεύουν να ορισθεί το καλό και το κακό, το επιτρεπτό και το απαγορευμένο, το όμορφο και το άσχημο, το ιερό και το ανίερο” (σελ. 209). Επιπλέον, το προϊόν της αλληλεπίδρασης κοινωνίας και κουλτούρας είναι για τον Merton ο πολιτισμός, ένα συστατικό στοιχείο του οποίου είναι η επιστήμη.
Μολονότι ο Weber δεν είχε πει πολλά πράγματα για την επιστήμη και την τεχνολογία, είναι σαφές ότι τις θεωρούσε να ανήκουν στην ίδια γενική ιστορική διαδικασία κοινωνικού ορθολογισμού και μοντερνισμού, που ενεργοποιούσε ο ασκητικός Προτεσταντισμός. Σε μια σημείωση της Προτεσταντικής Ηθικής έγραφε ότι για τους Πουριτανούς κι άλλους ασκητικούς Προτεστάντες, “όπως ο Χριστιανός είναι γνωστός με τους καρπούς της πίστης του, η γνώση του Θεού και των σχεδίων Του μπορούν μόνο να επιτευχθούν με την γνώση των έργων Του … Ο εμπειρισμός του δεκάτου εβδόμου αιώνα ήταν το μέσο του ασκητισμού να αναζητήσει τον Θεό στην φύση. Φαινόταν [ο εμπειρισμός] ότι οδηγούσε στον Θεό, ενώ ο φιλοσοφικός διαλογισμός απομάκρυνε από Αυτόν” (1958, σελ. 249, σημ. 145). Κι αλλού ο Weber είχε παρατηρήσει τη ροπή του ασκητικού Προτεσταντισμού προς ένα μαθηματικά εκλογικευμένο εμπειρισμό (Weber, 1958 [1904-5], σελ. 249, σημ. 1, 5).
Ο Merton όμως ήταν αυτός που τόνισε με μεγαλύτερη έμφαση την ιδιαίτερη σχέση των Πουριτανών με τον λόγο, “που βασιζόταν εν μέρει σε μια σύλληψη της ορθολογικότητας ως μηχανισμού χαλιναγώγησης των παθών” κι οδηγούσε στην επιστημονική μέθοδο (1970, σελ. 92 αλλά και 66-68). Επιπλέον, ο Merton επέκτεινε τα σχόλια του Weber για τη σχέση εμπειρισμού και Προτεσταντισμού συνδέοντας την πειραματική μέθοδο με την ωφελιμιστική τάση των Πουριτανών:
Η Πουριτανική επιμονή για τον εμπειρισμό, για την πειραματική προσέγγιση, συνδεόταν στενά με την ταύτιση του διαλογισμού με την οκνηρία, την δαπάνη φυσικής ενέργειας και με την διαχείριση των υλικών αντικειμένων μέσω επιμελούς συστηματικής εργασίας. Το πείραμα ήταν η επιστημονική έκφραση των πρακτικών, ενεργών και μεθοδικών κλίσεων του Πουριτανού. Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι το πείραμα παράχθηκε με οποιαδήποτε έννοια από τον Πουριτανισμό. Αλλά χρησιμεύει να εξηγήσει την παθιασμένη υποστήριξη της νέας πειραματικής επιστήμης από εκείνους που είχαν τα μάτια τους στραμμένα προς τον άλλο κόσμο και τα πόδια τους σταθερά στερεωμένα σ’ αυτόν. (Merton, 1970, σελ. 93)
Έτσι, ο Merton συμπέραινε ότι, αν κι ο Πουριτανισμός δεν είχε καμιά άμεση επίδραση στην ανάπτυξη της επιστημονικής μεθόδου, βοήθησε στη νομιμοποίηση της επιστήμης με το να την κατασκευάσει σαν μια ευγενή δραστηριότητα κι επάγγελμα (σελ. 95-95).
Για το σκοπό αυτό, ο Merton προσπάθησε να αποδείξει πως οι νόρμες κι οι αξίες των επιστημονικών δραστηριοτήτων στην Αγγλία του δεκάτου εβδόμου αιώνα ταυτίζονταν με τις νόρμες κι αξίες του Προτεσταντισμού. Πράγματι, για τον Προτεσταντισμό, η υπέρτατη αξία ήταν η αναζήτηση της θρησκευτικής αλήθειας, μέσω της ορθολογικής σκέψης, στη μελέτη αφενός των λόγων του Θεού (της Βίβλου) κι αφετέρου των έργων Του (της φύσης). Σύμφωνα όμως με τον Merton, η ανάπτυξη της επιστήμης επιτελέσθηκε, όταν ο άνθρωπος προσπάθησε, πέρα από το να ακούει τις εκκλησιαστικές αρχές και να συμμετέχει στις θρησκευτικές τελετουργίες, να χρησιμοποιήσει το λόγο σε πρακτικές δραστηριότητες στον φυσικό κόσμο, για να ανακαλύψει τους νόμους και τις αρχές που προκαθορίσθηκαν από τον Θεό. Ουσιαστικά ο Merton εκτιμούσε τη σημαντική αύξηση της επιστημονικής δραστηριότητας του δεκάτου εβδόμου αιώνα σαν κάποια απρόβλεπτη συνέπεια της επιβαλλόμενης κυριαρχίας του Πουριτανισμού. Με αυτόν τον τρόπο, ο Merton προχώρησε παράλληλα με τον Weber στην κατανόηση των τρόπων ανάπτυξης των διαφόρων πλευρών της κοινωνικής πραγματικότητας με βάση την δύναμη των ιδεών και το πνευματικό περιεχόμενο των κοινωνικών δραστών. Ο Weber απέδιδε στο ασκητικό Προτεσταντικό θρησκευτικό υπόβαθρο την επιμονή του επιχειρηματία να δουλεύει για να παραγάγει περισσότερα από αυτά που χρειάζεται ο ίδιος να καταναλώσει για τις ανάγκες του έτσι ώστε να μπορέσει στη συνέχεια να επανεπενδύσει το κέρδος του για την περαιτέρω ανάπτυξη της επιχείρησής του. Ο Merton, πάνω στο ίδιο θρησκευτικό υπόβαθρο του Πουριτανισμού, έθετε την επιμονή του επιστήμονα να ερευνήσει την φύση, για να ανακαλύψει τους νόμους της σαν ενσαρκώσεις των νόμων του Θεού. Βέβαια, ο Merton δεν περιορίσθηκε στην επισήμανση του ρόλου των βασικών αρχών του ασκητικού Προτεσταντισμού σαν το μοναδικό παράγοντα που προσδιορίζει τις αξίες της επιστημονικής έρευνας. Επιπλέον, ο Merton έκανε λεπτομερείς κοινωνιολογικές αναλύσεις για τους τρόπους με τους οποίους διαμορφώνεται κοινωνικά και πολιτιστικά το κανονιστικό πλαίσιο της δομής και της λειτουργίας της επιστήμης, όπως θα δούμε στις επόμενες παραγράφους αυτού του κεφαλαίου.
Η ΠΡΟΤΕΣΤΑΝΤΙΚΗ ΗΘΙΚΗ ΚΑΙ ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΟΥ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΥ
Θρήσκευμα και Κοινωνική Στρωμάτωση
Μια ματιά στις στατιστικές απασχόλησης μιας οποιασδήποτε χώρας με μικτή θρησκευτική σύνθεση, φέρνει στο φως με αξιοσημείωτη συχνότητα μια κατάσταση που έχει προκαλέσει επανειλημμένα συζητήσεις στον καθολικό Τύπο και φιλολογία, και σε συνέδρια Καθολικών στη Γερμανία: το γεγονός δηλαδή πως οι διευθυντές επιχειρήσεων και οι κεφαλαιούχοι, καθώς και οι εργάτες με το ανώτερο επίπεδο εκπαίδευσης, κι ακόμα περισσότερο το προσωπικό των σύγχρονων επιχειρήσεων με το ανώτερο επίπεδο τεχνικής και εμπορικής εκπαίδευσης, είναι στη μεγάλη πλειοψηφία τους Προτεστάντες. Τούτο δεν ισχύει μόνο για περιπτώσεις όπου η διαφορά θρησκεύματος συμπίπτει με τη διαφορά εθνικότητας, κι επομένως και πολιτιστικής ανάπτυξης, όπως στην Ανατολική Γερμανία μεταξύ Γερμανών και Πολωνών. Το ίδιο δείχνουν οι στατιστικές θρησκεύματος παντού σχεδόν όπου ο καπιταλισμός, στην εποχή της μεγάλης του εξάπλωσης, είχε ελεύθερα τα χέρια του για β’ αλλάξει την κοινωνική δομή του πληθυσμού, σύμφωνα με τις ανάγκες του, και να καθορίσει την επαγγελματική του διάρθρωση.
Όσο περισσότεροι ελευθερία είχε, τόσο καθαρότερα φαίνεται το αποτέλεσμα. Είναι αλήθεια πως η σχετικά μεγαλύτερη συμμετοχή των Προτεσταντών στην κατοχή κεφαλαίου, τη διεύθυνση και τις ανώτερες βαθμίδες της εργασίας στις μεγάλες σύγχρονες βιομηχανικές κι εμπορικές επιχειρήσεις, μπορεί εν μέρει να εξηγηθεί με βάση ιστορικές περιστάσεις που φθάνουν πολύ πίσω στο παρελθόν και στις οποίες το θρήσκευμα δεν είναι η αιτία των οικονομικών συνθηκών, αλλά ως ένα ορισμένο βαθμό φαίνεται πως είναι το αποτέλεσμά τους. Η συμμετοχή στις παραπάνω οικονομικές λειτουργίες προϋποθέτει συνήθως κάποια προηγούμενη κατοχή κεφαλαίου και, γενικά, μια δαπανηρή μόρφωση, συχνά και τα δύο. Αυτές οι δυο προϋποθέσεις εξαρτώνται σήμερα σε μεγάλη κλίμακα από την κατοχή κληρονομημένου πλούτου ή τουλάχιστον από έναν ορισμένο βαθμό υλική ευημερίας. Ένας αριθμός από τις περιοχές εκείνες της παλιάς Αυτοκρατορίας που ήσαν πιο αναπτυγμένες οικονομικά και πιο ευνοημένες από άποψη φυσικών πόρων και γεωγραφικής θέσης, ιδιαίτερα η πλειοψηφία των εύπορων πόλεων, μεταπήδησαν τον 16ον αιώνα στον προτεσταντισμό. Τα αποτελέσματα αυτών των περιστάσεων ευνοούν τους Προτεστάντες ακόμα και σήμερα στον αγώνα τους για την οικονομική ύπαρξη. Προκύπτει έτσι το ιστορικό ερώτημα: γιατί τα διαμερίσματα με τη μεγαλύτερη οικονομική ανάπτυξη στάθηκαν ταυτόχρονα ιδιαίτερα ευνοϊκά απέναντι σε μια εκκλησιαστική επανάσταση; Η απάντηση δεν είναι καθόλου τόσο απλή όσο θα φανταζόταν κανείς.
* * * * * * * *
Η χειραφέτηση από την οικονομική παραδοσιοκρατία φαίνεται αναμφίβολα να είναι ένας παράγοντας που θα ενίσχυε σημαντικά την τάση αμφισβήτησης της ιερότητας της θρησκευτικής παράδοσης, καθώς κι όλων των παραδοσιακών εξουσιών. Αλλά είναι απαραίτητο να σημειώσουμε, πράγμα που συχνά ξεχνιέται, πως η Μεταρρύθμιση δεν σήμαινε τον περιορισμό του ελέγχου της Εκκλησίας πάνω στην καθημερινή ζωή, αλλά μάλλον την αντικατάσταση της προηγούμενης μορφής ελέγχου από μια καινούργια. Σήμαινε την αποκήρυξη ενός ελέγχου που ήταν χαλαρός, εκείνη την εποχή μάλιστα ελάχιστα αισθητός στην πράξη και σχεδόν μόνο τυπικός, για χάρη μιας ρύθμισης του συνόλου της συμπεριφοράς που, εισχωρώντας σ’ όλους τους τομείς της ιδιωτικής και δημόσιας ζωής, ήταν αφάνταστα καταπιεστική και επιβαλλόταν με μεγάλη σοβαρότητα. Η εξουσία της Καθολικής Εκκλησίας, «αμείλικτης προς τον αιρετικό, αλλά επιεικούς προς τον αμαρτωλό», όπως ήταν στο παρελθόν ακόμα περισσότερο απ’ όσο σήμερα, είναι τώρα ανεκτή από λαούς με ολότελα μοντέρνο οικονομικό χαρακτήρα, και γύρω στο έβγα του 15ου αιώνα την αποδέχονταν οι πιο πλούσιοι και οικονομικά πιο προχωρημένοι λαοί της γης. Η εξουσία του καλβινισμού, απ’ την άλλη μεριά, όπως επιβλήθηκε τον 16ο αιώνα στη Γενεύη και τη Σκοτία, στη στροφή του 16ου προς τον 17ο αιώνα σε μεγάλα τμήματα των Κάτω Χωρών, τον 17ο αιώνα σε μεγάλα τμήματα των Κάτω Χωρών, τον 17ο αιώνα στη Νέα Αγγλία και, για ένα διάστημα, στην ίδια την Αγγλία, θα ήταν για μας η πιο αφόρητη μορφή εκκλησιαστικού ελέγχου του ατόμου που θα μπορούσε να φανταστεί κανείς. Αυτό ακριβώς αισθανόταν γι’ αυτήν ένα πολύ μεγάλο μέρος της παλιάς εμπορικής αριστοκρατίας εκείνης της εποχής, τόσο στη Γενεύη όσο και στην Ολλανδία και την Αγγλία. Κι αυτό για το οποίο παραπονιόντουσαν οι μεταρρυθμιστές σ’ αυτές τις περιοχές με τη μεγάλη οικονομική ανάπτυξη δεν ήταν η υπερβολικά αυστηρή επίβλεψη της ζωής από μέρους της Εκκλησίας, αλλά η υπερβολικά χαλαρή. Πώς συμβαίνει τώρα ώστε, εκείνη την εποχή, οι χώρες που ήσαν πιο προχωρημένες οικονομικά και, μέσα σ’ αυτές, οι ανερχόμενες αστικές μεσαίες τάξεις, όχι μόνο απέτυχαν ν’ αντισταθούν σ’ αυτή την πρωτοφανή τυραννία του πουριτανισμού, αλλά ανέπτυξαν κιόλας έναν ηρωισμό σπάνια πριν και πότε μετά από τότε δεν έδειξαν ηρωισμό. Ηταν «ο τελευταίος ηρωϊσμός μας», όπως είπε, όχι αδικαιολόγητα, ο Καρλάυλ.
* * * * * * * * *
Αλλά ας προχωρήσουμε σε κάτι που έχει ιδιαίτερη σημασία: μπορεί, όπως έχουν ισχυρισθεί πολλοί, η μεγαλύτερη συμμετοχή των Προτεστανταστών στην κατοχή κεφαλαίου και στις διευθυντικές θέσεις να εξηγείται σήμερα, τουλάχιστον κατά ένα μέρος, απλούστατα σαν αποτέλεσμα του μεγαλύτερου υλικού πλούτου που κληρονόμησαν. Υπάρχουν όμως ορισμένα άλλα φαινόμενα που δεν μπορούν να εξηγηθούν μ’ αυτό τον τρόπο. Ετσι, για ν’ αναφέρουμε μόνο μερικά παραδείγματα: στη Βάδη, τη Βαβαρία, την Ουγγαρία ανακαλύπτει κανείς μια μεγάλη διαφορά στον τύπο της ανώτερης παιδείας που δίνουν οι καθολικοί γονείς στα παιδιά τους, σ’ αντίθεση με τους προτεστάντες. Το ότι το ποσοστό των Καθολικών ανάμεσα στους σπουδαστές και τους απόφοιτους των ανώτερων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων είναι γενικά μικρότερο απ’ την αναλογία τους στον συνολικό πληθυσμό μπορεί, πράγματι, να ερμηνευθεί σε μεγάλο βαθμό με βάση τις κληρονομημένες διαφορές στον πλούτο. Αλλά ανάμεσα στους ίδιους τους καθολικούς απόφοιτους το ποσοστό εκείνων που αποφοιτούν από ιδρύματα που προετοιμάζουν, ειδικά, τον σπουδαστή για τεχνικές σπουδές και για βιομηχανικά και εμπορικά επαγγέλματα, και γενικά από ιδρύματα που τον προετοιμάζουν για τη χαρακτηριστική επιχειρηματική ζωή της μεσαίας τάξης, υστερεί ακόμα περισσότερο σε σύγκριση με το ποσοστό των Προτεσταντών. Απ’ την άλλη μεριά, οι Καθολικοί προτιμούν το είδος της παιδείας που παρέψει το ουμανιστικό γυμνάσιο. Αυτό είναι ένα φαινόμενο στο οποίο δεν μπορεί να εφαρμοσθεί η παραπάνω εξήγηση, και που είναι, αντίθετα, μια αιτία, γιατί τόσο λίγοι Καθολικοί απασχολούνται σε καπιταλιστικές επιχειρήσεις.
Ακόμα πιο εντυπωσιακό είναι ένα γεγονός που εξηγεί εν μέρει τη μικρότερη αναλογία των Καθολικών μεταξύ των ειδικευμένων εργατών στη σύγχρονη βιομηχανία. Είναι γνωστό πως το εργοστάσιο αντλεί σε μεγάλο βαθμό τους ειδικευμένους εργάτες του από νεαρούς βιοτέχνες. Αλλά αυτό ισχύει πολύ περισσότερο για τους προτεστάντες παρά για τους καθολικούς τεχνίτες. Ανάμεσα στους τεχνίτες, μ’ άλλα λόγια, οι Καθολικοί δείχνουν μια ισχυρότερη τάση να παραμένουν στον βιοτεχνικό τους κλάδο, δηλαδή γίνονται συχνότερα αρχιμάστορες, ενώ οι Προτεστάντες προσελκύονται σε μεγαλύτερο βαθμό από τα εργοστάσια για να συμπληρώσουν τις ανώτερες βαθμίδες της ειδικευμένης εργασίας και των διοικητικών θέσεων. Η εξήγηση αυτών των περιπτώσεων είναι αναμφισβήτητα ότι οι πνευματικές και ψυχικές ιδιαιτερότητες που οφείλονται στο περιβάλλον, εδώ στον τύπο της παιδείας που ευνοεί η θρησκευτική ατμόσφαιρα της γενέτειρας κοινότητας και του πατρικού σπιτιού, καθόρισαν την εκλογή του επαγγέλματος και, κατά συνέπεια, και της επαγγελματικής καριέρας.
Η μικρότερη συμμετοχή των Καθολικών στη σύγχρονη επιχειρηματική ζωή της Γερμανίας είναι ακόμα πιο εκπληκτική επειδή έρχεται σ’ αντίθεση με μια τάση, που έχει παρατηρηθεί σ’ όλες τις εποχές, συμπεριλαμβανομένου και του παρόντος. Οι εθνικές ή θρησκευτικές μειονότητες που βρίσκονται σε υποδεέστερη θέση από μια ομάδα κυρίαρχων είναι πιθανό, εξαιτίας του εκούσιου ή ακούσιου αποκλεισμού τους από θέσεις με πολιτική επιρροή, να στραφούν με ιδιαίτερο ζήλο στην οικονομική δραστηριότητα. Τα ικανότερα μέλη τους επιζητούν να ικανοποιήσουν την επιθυμία τους για αναγνώριση των ικανοτήτων τους σ’ αυτό το πεδίο, αφού δεν υπάρχει καμιά δυνατότητα να υπηρετήσουν το κράτος. Αυτό συμβαίνει χωρίς καμιά αμφιβολία με τους Πολωνούς στη Ρωσία και την Ανατολική Πρωσία, όπου είχαν σίγουρα μια ταχύτερη οικονομική ανάπτυξη παρά στη Γαλικία, όπου επικρατούσαν. Αυτό συνέβαινε σε προγενέστερες εποχές με τους Ουγενότους στη Γαλλία του Λουδοβίκου ΙΔ’, με τους Αντικομφορμιστές και τους Κουάκερους στην Αγγλία και, τελευταίους στη σειρά μα όχι και στη σημασία, τους Εβραίους επί δύο χιλιάδες χρόνια. Ομως οι Καθολικοί στη Γερμανία δεν έδωσαν κανένα φανερό σημάδι για ένα τέτοιο αποτέλεσμα της θέσης τους. Στο παρελθόν, σε αντίθεση με τους Προτεστάντες, δεν γνώρισαν καμιά ιδιαίτερη οικονομική ανάπτυξη σε περιόδους που διώκονταν ή ήσαν απλώς ανεκτοί, στην Ολλανδία ή στην Αγγλία. Απ’ την άλλη μεριά, είναι γεγονός πως οι Προτεστάντες (προπάντων ορισμένα παρακλάδια του προτεσταντικού κινήματος που θα τα εξετάσουμε διεξοδικά αργότερα), τόσο σαν κυρίαρχες τάξεις όσο και σαν κυριαρχούμενες, τόσο σαν πλειοψηφία όσο και σαν μειοψηφία, έδειξαν μια ιδιαίτερη τάση να αναπτύσσουν έναν οικονομικό ορθολογισμό που δεν παρατηρείται στον ίδιο βαθμό ανάμεσα στους Καθολικούς, είτε στη μια θέση είτε στην άλλη. Έτσι, η βασική εξήγηση αυτής της διαφοράς πρέπει να ζητηθεί στον μόνιμο και εγγενή χαρακτήρα των θρησκευτικών τους αντιλήψεων, κι όχι μόνο στην πρόσκαιρη εξωτερική ιστορικοπολιτική τους κατάσταση.
Έργο μας θα είναι να εξετάσουμε τις θρησκείες με σκοπό να βρούμε ποια ιδιαίτερα γνωρίσματα έχουν ή είχαν που μπορεί να έφεραν σαν αποτέλεσμα τη συμπεριφορά που περιγράψαμε. Με μια επιπόλαιη ανάλυση και με βάση ορισμένες τρέχουσες εντυπώσεις, θα έμπαινε κανείς στον πειρασμό να εκφράσει τη διαφορά λέγοντας πως η μεγαλύτερη ενασχόληση του καθολικισμού με τον άλλο κόσμο, ο ασκητικός χαρακτήρας των υψηλότερων ιδανικών του ήταν επόμενο να οδηγήσει τους οπαδούς του σε μια μεγαλύτερη αδιαφορία για τα αγαθά τούτου του κόσμου. Με τέτοια εξήγηση ανταποκρίνεται στην κοινή αντίληψη σχετικά με τις δύο θρησκείες. Στο προτεσταντικό στρατόπεδο χρησιμοποιείται σαν βάση για κριτική αυτών των (πραγματικών ή φανταστικών) ασκητικών ιδεωδών του καθολικού τρόπου ζωής, ενώ οι Καθολικοί απαντούν με την κατηγορία πως το αποτέλεσμα της εγκοσμιοποίησης όλων των ιδανικών απ’ τον προτεσταντισμό είναι ο υλισμός. Ένας σύγχρονος συγγραφέας δοκίμασε να διατυπώσει τη διαφορά στη στάση τους απέναντι στην οικονομική ζωή με τον ακόλουθο τρόπο: «Ο Καθολικός είναι πιο ήσυχος, έχει λιγότερη τάση ν’ αποθησαυρίζει, προτιμάει μια ζωή με τη μεγαλύτερη δυνατή ασφάλεια, έστω και με μικρότερο εισόδημα, από μια ζωή γεμάτη κινδύνους και εντάσεις, έστω κι αν αυτή η ζωή του δίνει την ευκαιρία να κερδίσει τιμές και πλούτη. Η παροιμία λέει χαριτολογώντας “η να τρως καλά ή να κοιμάσαι καλά”. Στην προκειμένη περίπτωση ο Προτεστάντης προτιμάει να τρώει καλά, ο Καθολικός να κοιμάται ήσυχα».
Πραγματικά, αυτή η επιθυμία να τρώνε καλά είναι ίσως ένας σωστός αν και ατελής χαρακτηρισμός των κινήτρων πολλών κατ’ όνομα Προτεσταντών της Γερμανίας στην εποχή μας. Αλλά στο παρελθόν τα πράγματα ήσαν πολύ διαφορετικά: οι Άγγλοι, οι Ολλανδοί κι οι Αμερικανοί Πουριτανοί χαρακτηρίζονταν απ’ το αντίθετο ακριβώς της τάσης για απόλαυση της ζωής – ένα γεγονός που είναι, όπως θα δούμε, σημαντικότατο για τη μελέτη μας αυτή. Εξάλλου, οι γάλοι Προτεστάντες, ανάμεσα σε άλλους, διατήρησαν για μεγάλο χρονικό διάστημα και διατηρούν ως ένα βαθμό μέχρι σήμερα τα χαρακτηριστικά που σημάδεψαν τις καλβινικές εκκλησίες παντού, ιδιαίτερα κάτω από τον σταυρό την εποχή των θρησκευτικών αγώνων. Ωστόσο (ή μήπως, όπως θ’ αναρωτηθούμε αργότερα, ακριβώς γι’ αυτό τον λόγο;) είναι γνωστό πως τα χαρακτηριστικά αυτά ήταν ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες στη βιομηχανική και καπιταλιστική ανάπτυξη της Γαλλίας, και, στην περιορισμένη έκταση που τους επέτρεψε η καταδίωξή τους, έμειναν έτσι. Αν αυτή τη σοβαρότητα και την έντονη επιβολή των θρησκευτικών ενδιαφερόντων σ’ ολόκληρη την εγκόσμια συμπεριφορά την ονομάσουμε «αλλοκοσμισμό», τότε οι γάλλοι Καλβινιστές ήταν και εξακολουθούν να είναι τουλάχιστον τόσο «αλλοκοσμικοί» όσο, λόγου χάρη, οι Καθολικοί της Βόρειας Γερμανίας, για τους οποίους ο καθολικισμός είναι αναντίρρητα το ίδιο ζωτικός όσο είναι η θρησκεία για οποιοδήποτε άλλο λαό του κόσμου. Και οι δύο διαφέρουν απ’ τις κυρίαρχες θρησκευτικές τάσεις στις αντίστοιχες χώρες του κατά τον ίδιο τρόπο.
Οι Καθολικοί της Γαλλίας, στα κατώτερα στρώματα, ενδιαφέρονται ζωηρά για την απόλαυση της ζωής, στα ανώτερα είναι σαφώς εχθρικοί απέναντι στη θρησκεία. Με παρόμοιο τρόπο, οι Προτεστάντες της Γερμανίας είναι σήμερα απορροφημένοι από την εγκόσμια οικονομική ζωή, και τα ανώτερα στρώματά τους είναι τελείως αδιάφορα απέναντι στη θρησκεία. Τίποτα σχεδόν δεν δείχνει τόσο καθαρά όσο αυτός ο παραλληλισμός πως τέτοιες αόριστες ιδέες όπως η υποτιθέμενη αποκλειστική ενασχόληση του καθολικισμού με τον άλλο κόσμο και η υποτιθέμενη υλιστική απόλαυση της ζωής από τον προτεσταντισμό, κι άλλες σαν κι αυτές, δεν μας βοηθούν καθόλου στην ερευνά μας. Με τέτοιους γενικούς όρους η διάκριση μεταξύ Καθολικών και Προτεστάντων δεν ανταποκρίνεται, έστω και κατά προσέγγιση, στα σημερινά δεδομένα, κι οπωσδήποτε όχι στα δεδομένα του παρελθόντος. Αν, παρόλα αυτά, κάποιος θέλει σώνει και καλά να τη χρησιμοποιήσει, τότε εμφανίζονται μονομιάς μερικές άλλες παρατηρήσεις που, σε συνδυασμό με τις παραπάνω διαπιστώσεις, μας κάνουν να υποψιαστούμε πως η υποτιθέμενη αντίθεση ανάμεσα στον «αλλοκοσμισμό», τον ασκητισμό και την εκκλησιαστική ευσέβεια απ’ τη μια μεριά, και τη συμμετοχή σε καπιταλιστικές δραστηριότητες απ’ την άλλη, μπορεί ν’ αποδειχθεί πως είναι μια στενή συγγένεια.
Πραγματικά, είναι σίγουρα αξιοσημείωτο, για ν’ αρχίσουμε με μια πολύ εξωτερική παρατήρηση, πόσο μεγάλος είναι ο αριθμός εκπροσώπων των πιο πνευματικών μορφών της χριστιανικής ευσέβειας που προήλθαν από εμπορικούς κύκλους. Ιδιαίτερα, πολλοί από τους πιο ένθερμους οπαδούς του πιετισμού έχουν τέτοια καταγωγή. Τούτο θα μπορούσε να εξηγηθεί σαν ένα είδος αντίδρασης ενάντια στον μαμωνισμό από μέρους ευαίσθητων φύσεων που δεν κατάφεραν να προσαρμοσθούν στην εμπορική ζωή, και, όπως στην περίπτωση του Φραγκίσκου της Ασίζης, πολλοί Πιετιστές ερμήνευσαν οι ίδιοι τη διαδικασία της μεταστροφής τους μ’ αυτό τον τρόπο. Παρόμοια, το αξιοσημείωτο γεγονός πως τόσο πολλοί απ’ τους μεγαλύτερους καπιταλιστές επιχειρηματίες – μέχρι τον Σέσιλ Ροντς – κατάγονταν από οικογένειες κληρικών θα μπορούσε να εξηγηθεί σαν αντίδραση ενάντια στην ασκητική ανατροφή τους. Αλλά αυτή η μορφή εξήγησης αστοχεί στις περιπτώσεις που μια εξαιρετική αίσθηση για καπιταλιστικές επιχειρήσεις συνυπάρχει στα ίδια πρόσωπα και ομάδες με τις πιο έντονες μορφές ευσέβειας, μιας ευσέβειας που διαπερνάει και εξουσιάζει ολόκληρη τη ζωή τους. Τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι μεμονωμένες, αντίθετα τα γνωρίσματα αυτά χαρακτηρίζουν πολλές απ’ τις σημαντικότερες εκκλησίες και αιρέσεις στην ιστορία του προτεσταντισμού. Ειδικά ο καλβινισμός, παντού όπου εμφανίσθηκε, έδειξε αυτόν τον συνδυασμό. Όσο λίγο κι αν, στον καιρό της διάδοσης της Μεταρρύθμισης, αυτός (ή οποιοσδήποτε άλλο προτεσταντικό δόγμα) ήταν συνδεμένος με κάποια ιδιαίτερη κοινωνική τάξη, είναι χαρακτηριστικό και, με μια ορισμένη έννοια, τυπικό ότι στις γαλλικές ουγενοτικές εκκλησίες οι καλόγεροι και οι επιχειρηματίες (έμποροι, τεχνίτες) ήταν ιδιαίτερα εβάριθμοι ανάμεσα στους προσήλυτους, προπάντων την εποχή των διωγμών. Ακόμα και οι Ισπανοί ήξεραν πως η αίρεση (δηλαδή ο καλβινισμός των Ολλανδών) προωθούσε το εμπόριο, πράγμα που συμπίπτει με τις απόψεις που εξέφρασε ο σερ Ουίλιαμ Πέττυ μελετώντας τους λόγους που ευνόησαν την καπιταλιστική ανάπτυξη στις Κάτω Χώρες. Ο Γκότχαϊν δίκαια χαρακτηρίζει την καλβινιστική διασπορά σαν φυτώριο της καπιταλιστικής οικονομίας. Ακόμα και σ’ αυτή την περίπτωση θα μπορούσε να πει κανείς πως ο αποφασιστικός παράγοντας ήταν η υπεροχή του γαλλικού και του ολλανδικού οικονομικού πολιτισμού, απ’ τον οποίο προήλθαν αυτές οι κοινότητες, ή ίσως η τεράστια επίδραση της ξενιτιάς στην κατάρρευση των παραδοσιακών σχέσεων. Αλλά στη Γαλλία, όπως γνωρίζουμε απ’ τους αγώνες του Κόλμπερ, η κατάσταση ήταν η ίδια ακόμα και στον 17ο αιώνα. Ακόμα και η Αυστρία, για να μη μιλήσουμε για άλλες χώρες, έκανε εισαγωγή προτεσταντών τεχνιτών.
Αλλά δεν φαίνεται να άσκησαν όλα τα προτεσταντικά δόγματα εξίσου μεγάλη επίδραση προς αυτή την κατεύθυνση. Η επίδραση του καλβινισμού, ακόμα και στη Γερμανία, φαίνεται πως ήταν από τις ισχυρότερες, κι η μεταρρυθμισμένη πίστη προώθησε καθώς φαίνεται περισσότερο απ’ όλες την ανάπτυξη του πνεύματος του καπιταλισμού, στο Βούπερταλ όσο και αλλού. Πολύ περισσότερο παρά ο λουθηρανισμός, αν τον συγκρίνουμε με τον καλβινισμό τόσο σε γενικά όσο και σε ειδικά ζητήματα, ιδιαίτερα στο Βούπερταλ. Για τη Σκοτία ο Μπουκλ και, ανάμεσα στους άγγλους ποιητές, ο Κητς τόνισαν τις ίδιες σχέσεις. Ακόμα πιο εντυπωσιακός, και δεν χρειάζεται παρά να τον υπενθυμίσουμε, είναι ο συνδυασμός μιας θρήσκας ζωής με την εντονότατη ανάπτυξη της επιχειρηματικής ευστροφίας ανάμεσα σε αιρέσεις που η προσήλωσή τους στον άλλο κόσμο είναι το ίδιο παροιμιώδης όσο και η υλική τους ευημερία, ιδιαίτερα τους Κουάκερους και τους Μενονίτες. (σ.σ. Θρησκευτική αίρεση που προήλθε από τον αναβαπτισμό κι ονομάστηκε έτσι από το όνομα του ιδρυτή της Μένο Σίμονς (1492-1559) Τον ρόλο που έπαιξαν οι πρώτοι στην Αγγλία και τη Βόρεια Αμερική έπαιξαν οι δεύτεροι στη Γερμανία και τις Κάτω Χώρες. Το ότι στην Ανατολική Πρωσία ο Φρειδερίκος Γουλιέλμος Α΄ έδειχνε ανοχή στους Μενονίτες θεωρώντας τους απαραίτητους για τη βιομηχανία, παρά την απόλυτη άρνησή τους να υπηρετήσουν στον στρατό, δεν είναι παρά μια από τις πολυάριθμες γνωστές περιπτώσεις που υπογραμμίζουν αυτό το γεγονός, έστω κι αν, πάρουμε υπόψη μας τον χαρακτήρα αυτού του μονάρχη, είναι μια από τις πιο εντυπωσιακές. Τέλος, είναι πασίγνωστο πως ο συνδυασμός έντονης ευσέβειας με μια εξίσου έντονη ανάπτυξη της επιχειρηματικής ευστροφίας ήταν επίσης χαρακτηριστικό γνώρισμα των Πιετιστών.
Δεν χρειάζεται παρά να σκεφτούμε τη Ρηνανία και το Καλβ. Σ’ αυτή την καθαρά εισαγωγική έρευνα δεν είναι ανάγκη να απαριθμήσουμε περισσότερα παραδείγματα. Γιατί κι αυτά τα λίγα δείχνουν όλα τους ένα πράγμα: πως το πνεύμα της σκληρής εργασίας, της προόδου ή όπως αλλιώς κι αν το πούμε, που την αφύπνισή του υπάρχει η τάση να την αποδίδουμε στον προτεσταντισμό, δεν πρέπει να το εννοούμε, όπως κάνουν πολλοί, σαν απόλαυση της ζωής, ούτε να πιστεύουμε πως συνδέεται, με οποιαδήποτε έννοια, με τον Διαφωτισμό. Ο παλιός προτεσταντισμός του Λούθηρου, του Καλβίνου, του Νοξ, του Φουτ, ελάχιστη σχέση είχε μ’ αυτό που ονομάζουμε σήμερα πρόοδο. Απέναντι σε ολόκληρες πλευρές της σύγχρονης ζωής, που κι ο πιο φανατικός θρησκοκράτης της δεν θα ήθελε να καταπνίξει σήμερα, ήταν έκδηλα εχθρικός. Αν μπορεί να βρεθεί καμιά εσώτερη σχέση ανάμεσα σ’ ορισμένες εκδηλώσεις του παλιού προτεσταντικού πνεύματος και τον σύγχρονο καπιταλιστικό πολιτισμό, πρέπει να την αναζητήσουμε, καλώς ή κακώς, όχι στην υποτιθέμενη λίγο πολύ υλιστική ή τουλάχιστον αντι-ασκητική απόλαυση της ζωής, όλα στα καθαρά θρησκευτικά του χαρακτηριστικά. Ο Μοντεσκιέ λέει (ESPRIT DES LOIS, βιβλίο ΧΧ, κεφ. 7) για τους Άγγλους πως «έχουν προοδεύσει περισσότερο απ’ όλους τους λαούς του κόσμου σε τρία σπουδαία πράγματα: την ευσέβεια, το εμπόριο και την ελευθερία». Είναι τάχα αδύνατο πως η εμπορική υπεροχή τους και η προσαρμογή τους σε ελεύθερους πολιτικούς θεσμούς συνδέεται κατά κάποιο τρόπο μ’ αυτή την υψηλή επίδοση στην ευσέβεια, που τους αποδίδει ο Μοντεσκιέ;
Αν θέσουμε το ερώτημα μ’ αυτό τον τρόπο, μας έρχεται στο μυαλό ένας μεγάλος αριθμός από δυνατές σχέσεις, σε αόριστη μορφή. Ο σκοπός μας τώρα είναι να διατυπώσουμε όσο γίνεται πιο καθαρά αυτό που περνάει συγκεχυμένα από το μυαλό μας, εξετάζοντας την ανεξάντλητη ποικιλία του ιστορικού υλικού. Αλλά για να το κάνουμε αυτό πρέπει ν’ αφήσουμε κατά μέρος τις αόριστες και γενικές αντιλήψεις με τις οποίες ασχοληθήκαμε ως εδώ, και να προσπαθήσουμε να διεισδύσουμε στις ιδιομορφίες και τις διαφορές ανάμεσα σ’ αυτούς τους μεγάλους κόσμους της θρησκευτικής σκέψης που εμφανίστηκαν ιστορικά με τα διάφορα παρακλάδια του χριστιανισμού.
Αλλά προτού προχωρήσουμε σ’ αυτό, χρειάζονται μερικές παρατηρήσεις, πρώτα σχετικά με τις ιδιομορφίες του φαινόμενου για το οποίο γυρεύουμε μια ιστορική ερμηνεία, κι ύστερα αναφορικά με την έννοια με την οποία είναι δυνατή μια τέτοια ερμηνεία μέσα στα όρια αυτών των ερευνών.
Απάντηση Σεβ. Ναυπάκτου και αγ. Βλασίου Ιεροθέου
Ο Καπιταλισμός ως γέννημα της Δυτικής Μεταφυσικής
Μια τοποθέτηση που λάβαμε από τον Σεβ. Ναυπάκτου και αγ. Βλασίου Ιεροθέου σχετικά με τον Max Weber
Εισαγωγή
Η θεολογική διαφοροποίηση της Δύσεως από την Ανατολή δημιούργησε τεράστια προβλήματα στον δυτικό χώρο και συγκεκριμένα στους ανθρώπους που ζουν εκεί. Η θεολογική αυτή απόκλιση, η αιρετική τοποθέτηση, δεν παρέμεινε μόνον στο θεωρητικό και δογματικό επίπεδο, αλλά έγινε τρόπος ζωής. Δεν είναι επιπόλαιο το να ισχυρισθή κανείς ότι όλα όσα παράδοξα συμβαίνουν στον δυτικό χώρο, ή τουλάχιστον τα περισσότερα από αυτά, οφείλονται στον αντιρωμαίικο τρόπο ζωής.
Στα πλαίσια αυτά πρέπει να ερμηνευθή και ο Καπιταλισμός. Δηλαδή, ο Καπιταλισμός είναι γέννημα της δυτικής μεταφυσικής, της θεολογίας της Δύσεως που αποξενώθηκε από την θεολογία των Πατέρων και συνδέθηκε με τις θεωρίες των φιλοσόφων, την λεγομένη οντολογία και μεταφυσική. Άλλωστε, αυτό δεν είναι άσχετο από το γεγονός ότι όλες οι σύγχρονες φιλοσοφικές τάσεις και σχολές δημιουργήθηκαν στον δυτικό χώρο.
Υπάρχουν δύο βασικές ερμηνείες για την γένεση του Καπιταλισμού. Η μία ότι ο Καπιταλισμός είναι καρπός του Παπισμού με την φεουδαλιστική του νοοτροπία, και η άλλη ότι είναι προϊόν και γέννημα του Προτεσταντισμού με την ιδιαίτερη ηθική που έχει αναπτύξει.
Πέρα από την ύπαρξη των θεωριών αυτών και την προσπάθεια να βρεθή μία αρμόζουσα απάντηση, το γεγονός είναι ότι ο Καπιταλισμός είναι γέννημα της δυτικής μεταφυσικής, όπως βιώθηκε τόσο από τον Παπισμό όσο και από τον Προτεσταντισμό. Ιδιαίτερη και προσεκτική έρευνα μπορεί να αποδείξη ότι και οι δύο αυτές χριστιανικές ομολογίες (Παπισμός – Προτεσταντισμός) στο θεωρητικό και θεολογικό επίπεδο έχουν επηρεασθή από τις θεωρίες του ιερού Αυγουστίνου, κυρίως από τις απόψεις του για τον απόλυτο προορισμό. Πραγματικά, γνωρίζουμε ότι οι Φράγκοι στην προσπάθειά τους να δημιουργήσουν δική τους θεολογία που να αντιπαρατεθή στην θεολογία των Ρωμηών, χρησιμοποίησαν τις απόψεις του ιερού Αυγουστίνου. Δυστυχώς και οι Προτεστάντες, που απομακρύνθηκαν από τις τάξεις του Παπισμού, δεν μπόρεσαν να αποδεσμευθούν από τις δομές της θεολογικής σκέψεως του Αυγουστίνου, αφού κέντρο της θεολογίας τους είναι ο ορθολογισμός.
Επομένως, στην πραγματικότητα η θεολογία του Παπισμού και του Προτεσταντισμού έχει την ίδια αναφορά και προοπτική. Ένα παράδειγμα θα το δείξη αυτό καθαρότερα.
Στην Δύση έγινε μεγάλη συζήτηση για τη διαφορά μεταξύ της analogia entis (αναλογία όντος) και analogia fidei (αναλογία πίστεως). Η λέξη αναλογία δηλώνει την ομοιότητα ή την αντιστοιχία των σχέσεων[i]. Στην ουσία, λοιπόν, η αναλογία συνιστά μια μέθοδο θεολογικής σκέψεως, πρόκειται, δηλαδή, για μια γνωσιολογική μέθοδο προσεγγίσεως του Θεού από τον άνθρωπο.
Η θεολογία του Παπισμού επηρεάζεται και εκφράζεται στην analogia entis, αφού κατ’ αυτήν η μέθοδος γνώσεως του Θεού συνδέεται με την μελέτη της φύσεως. Αυτή η άποψη δεν είναι άσχετη από την οντολογία της μεταφυσικής, βάσει της οποίας ο κόσμος που γνωρίζουμε έχει σχέση με τον κόσμο της πραγματικότητος, που είναι ο κόσμος των ιδεών, αφού προήλθε από αυτόν.
Επίσης, η θεολογία του Προτεσταντισμού εκφράζεται κυρίως από την analogia fidei, αφού θεωρεί ότι η σχέση με τον Θεό συνδέεται με την πίστη. Έτσι, κατά τον Προτεσταντισμό, η γνώση του Θεού επιτυγχάνεται με την αναγέννηση του ανθρώπου, η οποία γίνεται δια της θεωρητικής πίστεως. Η διαλεκτική θεολογία του Karl Barth, που εκφράζεται από την analogia fidei, έκανε ισχυρή κριτική στην θεολογία του Παπισμού, που στηρίζεται κυρίως στην analogia entis[ii].
Η Ορθοδοξία που βασίζεται στην θέωση των Προφητών, Αποστόλων και αγίων, εκφράζεται με την αποκαλυπτική εμπειρία και όχι με την γνωσιολογική μέθοδο του Παπισμού και του Προτεσταντισμού. Κατά τους αγίους Πατέρας της Εκκλησίας δεν ισχύουν όλες οι θεωρίες της στοχαστικής αναλογίας, επειδή δεν υπάρχει καμμία ομοιότητα μεταξύ κτιστού και ακτίστου. Γι’ αυτό και ορθόδοξοι θεολόγοι διακηρύσσουν ότι στον διάλογο με τους Λουθηρανούς, και κατ’ επέκταση με όλες τις Χριστιανικές ομολογίες και τις θρησκευτικές πεποιθήσεις, θα ήταν βοηθητικό και χρήσιμο να γίνη συζήτηση και να επέλθη συμφωνία σχετικά με τους κινδύνους για την θεολογία και τον τρόπο προσεγγίσεως του Θεού, που προϋποθέτουν τόσο η analogia entis, όσο και η analogia fidei[iii].
Ο Καπιταλισμός, όπως θα διαπιστώσουμε στην συνέχεια της αναλύσεως, έχει επηρεασθή πολύ από την μεταφυσική που επικρατούσε στον δυτικό χώρο, αφού διακρίνεται για την μεταφυσική του προοπτική. Αλλά και ο σοσιαλισμός – Μαρξισμός, ο οποίος παρουσιάσθηκε ως αντιμεταφυσικός, στην πραγματικότητα είναι γέννημα της δυτικής μεταφυσικής, αφού δέχεται την ύπαρξη άτεγκτων νόμων, που διευθύνουν την ιστορία και τον κόσμο, και φυσικά καθορίζουν όλα τα κοινωνικά φαινόμενα και τις εξελίξεις στην κοινωνία.
Πέρα από τις θεωρητικές τους ομοιότητες, τόσο ο Καπιταλισμός όσο και ο Μαρξισμός, δεν διαφέρουν μεταξύ τους στο κοινωνιολογικό περιεχόμενο. Αυτό φαίνεται από το γεγονός ότι βάση και των δύο είναι το κεφάλαιο, με την διαφορά ότι στο καπιταλιστικό σύστημα το κεφάλαιο ανήκει στους λίγους, ενώ στο μαρξιστικό ανήκει στο Κράτος. Και στις δύο θεωρίες ο άνθρωπος είναι εξάρτημα των ιδιαιτέρων νόμων που καθορίζουν το κοινωνικό σκηνικό.
Το γεγονός ότι υπάρχουν δύο θεωρίες για την γένεση του Καπιταλισμού έχει μικρότερη σημασία. Το βέβαιο και αναντίρρητο είναι ότι ο Καπιταλισμός είναι γέννημα της μεταφυσικής, όπως βιώθηκε στον δυτικό χώρο. Βασικός εκπρόσωπος της θεωρίας ότι ο Καπιταλισμός συνδέεται στενά με την προτεσταντική ηθική είναι ο διάσημος κοινωνιολόγος Max Weber (Μαξ Βέμπερ). Κλασσικό είναι το έργο του «η προτεσταντική ηθική και το πνεύμα του Καπιταλισμού».
Στην εισαγωγή αυτή πρέπει να υπογραμμισθή ότι είναι σημαντικό το γεγονός ότι η ανάπτυξη των δύο βασικών κοινωνικών συστημάτων (Καπιταλισμού – Μαρξισμού) έχει σχέση με την επικράτηση των Φράγκων στην Δύση και την απόκλιση του δυτικού κόσμου από τα Ρωμαίικα πλαίσια σκέψεως και ζωής, από την εγκαθίδρυση του φεουδαλιστικού συστήματος στην Δύση, το οποίο τα συστήματα αυτά θέλησαν να κλονίσουν.
Στα επόμενα θα επιχειρήσουμε να παρουσιάσουμε, όσο το δυνατόν σαφέστερα, τις βασικές θέσεις του Max Weber για την σύνδεση του πνεύματος του Καπιταλισμού με την προτεσταντική ηθική, και κυρίως θα δούμε την μεταφυσική του Καπιταλισμού, όπως παρουσιάζεται στο βιβλίο του, στο οποίο αναφερόμαστε. Δεν υπάρχει πρόθεση να εξαντλήσουμε το θέμα αυτό και να εκθέσουμε όλες τις απόψεις του, αλλά θα εκτεθή το βασικό πνεύμα του μεγάλου αυτού κοινωνιολόγου.
Ίσως αποτελεί μεγάλο εγχείρημα η παρουσίαση των βασικών θέσεων του Max Weber σε μια μικρή μελέτη, όταν αυτός που το κάνει στερήται ειδικών γνώσεων. Ωστόσο, όμως, ο ίδιος ο Max Weber κάπου ισχυρίζεται ότι «όλες σχεδόν οι επιστήμες οφείλουν κάτι στους ερασιτέχνες, συχνά πάρα πολύ αξιόλογες απόψεις»[iv]. Η μελέτη όμως αυτή δικαιολογείται από την άποψη ότι ασχολήθηκα επισταμένως με την θεολογία της ρωμαίικης παραδόσεως και με την ατμόσφαιρα που επικρατεί στην Δύση, και γι’ αυτό μπορώ να καταλάβω το πνεύμα των απόψεων του Max Weber.
Είναι, άλλωστε, γνωστόν ότι η θεολογία συνδέεται στενώτατα με την ιστορία και την εξέλιξη των διαφόρων κοινωνικών φαινομένων. Όποιος μελετά επισταμένως τις θεολογικές διαφορές μεταξύ των διαφόρων ομολογιών, μπορεί να καταλάβη εύκολα την διαφορά των κοινωνικών γεγονότων. Αυτό υποστηρίζεται από το γεγονός ότι μέσα στα πλαίσια αυτά κάνει την έρευνά του και ο Max Weber.
1. Η αξία του έργου του Max Weber
Ο Max Weber ήταν Γερμανός κοινωνιολόγος (1864-1920), ο οποίος δίδαξε κοινωνιολογία στο Βερολίνο, στο Φρεϊμβούργο (Freiburg), στην Χαϊδελβέργη, στην Βιέννη και στο Μόναχο. Η μεγάλη σημασία, αξία και σπουδαιότητα του Max Weber οφείλεται στο ότι στα συγγράμματά του αναπτύσσει την θέση ότι τα χαρακτηριστικά της οικονομίας προσδιορίζονται από τον θρησκευτικό παράγοντα. Αυτό ακριβώς το γεγονός συνετέλεσε στο να κλονισθούν τα θεμέλια του ιστορικού υλισμού, του Marx και του Engels[v]. Ο Max Weber ήταν νέος όταν ο Marx βρισκόταν προς το τέλος της ζωής του και, όπως ήταν φυσικό, οι θεωρίες του είχαν δημιουργήσει μεγάλη αίσθηση στον δυτικό χώρο.
Ο ιστορικός υλισμός, ως όρος εισήχθη από τον Engels, το δε περιεχόμενο του καθορίστηκε από τον φίλο του Marx. Όπως είναι γνωστόν ο ιστορικός υλισμός προήλθε από τον διαλεκτικό υλισμό, ο δε τελευταίος δημιουργήθηκε ως αντίδραση στον απόλυτο ιδεαλισμό του Hegel (Εγέλου). Φαίνεται, λοιπόν, ότι ο ιδεαλισμός όπως αναπτύχθηκε από τους σχολαστικούς της Δύσεως, δημιούργησε αντίδραση και κατ’ αυτόν τον τρόπο προέκυψε τόσο ο διαλεκτικός όσο και ο ιστορικός υλισμός. Όταν οι δυτικοί αντελήφθησαν ότι δεν υπάρχει ο λεγόμενος κόσμος των ιδεών, πάνω στον οποίο στηριζόταν όλη η μεταφυσική, και ότι οι ιδέες δεν μπορούν να αποδειχθούν επιστημονικώς, τότε οδηγήθηκαν στην άρνηση του ιδεαλισμού και δημιούργησαν τα υλιστικά συστήματα.
Κατά τον Κ. Γεωργούλη βασική θεωρία του ιστορικού υλισμού είναι ότι η κοινωνική, πολιτική και πνευματική πορεία της ζωής καθορίζεται από τον τρόπο παραγωγής της υλικής ζωής. Ο Hegel ισχυριζόταν ότι η ιστορική εξέλιξη και πρόοδος καθορίζεται από την επίδραση των αιωνίων ιδεών της δικαιοσύνης, της ελευθερίας, της ισότητος. Ο μαθητής του Hegel Μπάουερ δίδασκε ότι η πορεία του ιστορικού βίου δεν ρυθμίζεται από τις αιώνιες ιδέες, αλλά από την καθοδήγηση που προέρχεται από την αυτοσυνειδησία και την διανοητική ενέργεια των μεγαλοφυών ιστορικών προσωπικοτήτων. Προχωρώντας αυτές τις σκέψεις ο Marx και ο Engels ισχυρίσθηκαν ότι αυτό που καθορίζει την πορεία της ιστορίας δεν είναι ούτε οι ιδέες, ούτε οι προσωπικότητες, αλλά οι οικονομικές συνθήκες της παραγωγής των αγαθών. Κατ’ αυτόν τον τρόπο εκείνο το στοιχείο που έχει μεγάλη αξία στον κόσμο είναι το υλικό. Συνέπεια και συνέχεια αυτής της θεωρήσεως είναι ότι η υλική υπόσταση καθορίζει την συνείδηση του ανθρώπου, και όχι η συνείδηση την κοινωνική υπόσταση. Πάνω σε αυτήν την θεωρία στηρίχθηκε ο ταξικός κοινωνικός αγώνας[vi].
Ο Max Weber, μεγαλωμένος σ’ ένα τέτοιο υλιστικό περιβάλλον, το οποίο καθόριζε και προσδιόριζε ο ιστορικός υλισμός, είδε το θέμα της γενέσεως του Καπιταλισμού, και γενικώς του κοινωνικού γίγνεσθαι, όχι τόσο στον υλικό παράγοντα όσο στον θρησκευτικό χώρο. Απέδειξε κατά τον καλύτερο τρόπο ότι η θεολογία της Δύσεως συνετέλεσε στην δημιουργία του ιδιαιτέρου πνεύματος του Καπιταλισμού, ο οποίος, βέβαια, δεν διαφέρει σε βασικά σημεία από τον Μαρξισμό. Με αυτές τις απόψεις κλόνισε σοβαρά τα θεμέλια του ιστορικού υλισμού.
Αυτοί είναι οι λόγοι για τους οποίους οι απόψεις του Max Weber θεωρούνται πολύ μοντέρνες. Διάφορες μελέτες που έγιναν, τόσο στην Δύση όσο και στην Ανατολή, απέδειξαν ότι η γενεσιουργός αιτία του Καπιταλισμού και του Μαρξισμού ήταν ο δυτικός Χριστιανισμός με την μεταφυσική του προοπτική, και όχι οι υλικές και οικονομικές συνθήκες της ζωής. Άλλωστε, το πρόσωπο είναι εκείνο που διαμορφώνει τις κοινωνικές συνθήκες και όχι οι κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες το πρόσωπο. Βέβαια, μπορεί ο άνθρωπος να επηρεάζεται και από την περιρρέουσα κοινωνική ατμόσφαιρα, αλλά δεν μπορεί τελείως να υποταγή και να καθορισθή από αυτήν.
Επομένως, οι απόψεις του Max Weber σήμερα θεωρούνται πιο έγκυρες, σύγχρονες και μοντέρνες, εν σχέσει με τις θεωρίες και απόψεις του Marx. Η ανάπτυξη της υπαρξιακής φιλοσοφίας, η διάδοση της ψυχολογίας του βάθους παρουσιάζουν την επικαιρότητα και την εγκυρότητα της θεωρίας του Max Weber.
Κλασσικό είναι το βιβλίο του Max Weber «Η προτεσταντική ηθική και το πνεύμα του Καπιταλισμού» που θα αναλύσουμε πιο κάτω. Ο Βασίλης Φίλιας σε εισαγωγή του στην ελληνική έκδοση του έργου αυτού, το ονομάζει «διάσημο», και μάλιστα ισχυρίζεται ότι «αν εξαιρέση κανείς το κεφάλαιο του Marx» ασφαλώς δεν υπάρχει βιβλίο από την περιοχή των κοινωνικών επιστημών που να προκάλεσε τόσες και τόσο έντονες συζητήσεις και αντιδράσεις όσο το έργο του Μαξ Βέμπερ»[vii].
Ύστερα από τα εισαγωγικά αυτά, που ήταν απαραίτητα για να τονισθή η μεγάλη αξία και προσφορά του Max Weber, αλλά και η επικαιρότητα του έργου του, θα προχωρήσουμε στην συνοπτική παρουσίαση των κεντρικών θέσεων του βιβλίου αυτού.
2. Η οριοθέτηση του Καπιταλισμού
Μελετώντας το θέμα της γένεσης του Καπιταλισμού είναι ανάγκη να δώσουμε έναν ορισμό για το τι ονομάζουμε Καπιταλισμό, όπως ακριβώς το εννοεί ο Max Weber. Άλλωστε, είναι γνωστός ο λόγος του Αριστοτέλους: «αρχή σοφίας ονομάτων επίσκεψις». Ο ορισμός είναι αναγκαίος, γιατί στο σημείο αυτό υπάρχει σύγχυση. Μερικοί ονομάζουν Καπιταλισμό και την επιθυμία εκ μέρους του ανθρώπου για πλουτισμό, ενώ ο Καπιταλισμός ως σύστημα και οργάνωση εκφράζει κάτι διαφορετικό.
Η λέξη Καπιταλισμός προέρχεται από την λέξη capital και δηλώνει το κεφάλαιο. Με τον όρο, λοιπόν, Καπιταλισμό εννοούμε τον κεφαλαιοκρατισμό και με τον όρο καπιταλιστή τον κεφαλαιοκράτη. Πρόκειται για το σύστημα που αξιοποιεί το κεφάλαιο. Και αυτό που λέγεται τώρα δεν είναι απλό, αλλά πρέπει να το δούμε αναφορικά με όσα θα λεχθούν πιο κάτω, όπως τα αναλύει ο Max Weber.
Στην εισαγωγή του βιβλίου του ο Max Weber, που είναι περίληψη των απόψεών του για την κοινωνιολογία της θρησκείας, μας δίνει χαρακτηριστικές και απαραίτητες πληροφορίες. Ξεκινάει από την άποψη ότι σ’ ένα συγκεκριμένο χώρο και χρόνο, δηλαδή στην Μεσαιωνική Δύση, όλες οι επιστήμες και οι τέχνες απέκτησαν έναν ορθολογικό χαρακτήρα και μια ρατσιοναλιστική θεώρηση. Με αυτήν την άποψη προσπαθεί να τεκμηριώση την θεωρία ότι κάτι έγινε στον συγκεκριμένο αυτό χώρο και χρόνο που επηρέασε όλες τις επιστήμες, τις τέχνες και, βέβαια, την καπιταλιστική νοοτροπία.
Δεν έχουμε την πρόθεση να παρουσιάσουμε αναλυτικά αυτές τις απόψεις, αλλά να κάνουμε μερικές αναφορές στα επιχειρήματα του Max Weber. Ισχυρίζεται ότι πάντοτε σε όλες τις εποχές υπήρχε γνώση, παρατήρηση, επιστήμες, αλλά κατά τον Μεσαίωνα στην Δύση όλα αυτά απέκτησαν έναν εντελώς διαφορετικό χαρακτήρα. Από τις αστρονομικές παρατηρήσεις των Βαβυλωνίων λείπει η μαθηματική θεμελίωση, όπως το έκαναν οι Έλληνες, από την γεωμετρία λείπει η απόδειξη, από τις ινδικές φυσικές επιστήμες απουσιάζει η πειραματική μέθοδος. Το ίδιο συμβαίνει με την χημεία και την κινέζικη ιστοριογραφία, από την οποία λείπει η πραγματική μέθοδος του Θουκυδίδη. Η ινδική νομική διδασκαλία δεν διακρίνεται για μια έλλογη νομική επιστήμη, με τις συστηματικές μορφές σκέψης, ενώ «μόνο στην Δύση διαμορφώνεται μια λογική κατασκευή με την μορφή του Κανονικού δικαίου». Όλοι οι λαοί είχαν μουσική παιδεία, αλλά όμως η ορθολογική αρμονική μουσική αναπτύχθηκε από την Αναγέννηση και μετά. Το ίδιο παρατηρείται στην αρχιτεκτονική και την γλυπτική. Παντού υπήρχαν ανώτερα πνευματικά ιδρύματα, «αλλά μια έλλογη, συστηματική και εξειδικευμένη επιδίωξη της επιστήμης, με ασκημένο και ειδικευμένο προσωπικό υπήρξε μόνο στη Δύση». Μελετώντας την ανθρώπινη ιστορία μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι σε όλες τις κοινωνικές μορφές υπήρχε ο υπάλληλος, αλλά μόνο στην Δύση όλοι οι πολιτικοί, τεχνικοί και οικονομικοί όροι ζωής εξαρτώνται ολοκληρωτικά «από μια ειδικά ασκημένη οργάνωση της υπαλληλίας»[viii].
Ο Max Weber παρατηρεί διεξοδικά ότι κατά τον Μεσαίωνα στην Δύση όλες οι επιστήμες και οι τέχνες, ολόκληρος ο τρόπος ζωής αντιμετωπίσθηκαν ορθολογικά, εκλογικεύθηκαν και οργανώθηκαν με βάση το λογικό σύστημα. Αυτό τον βοηθά πολύ στο να αποδώση όλη αυτήν την νοοτροπία στην μεταρρυθμιστική κίνηση που βασίστηκε στον ορθό λόγο και την ορθολογική σχέση του ανθρώπου με τον Θεό, τον πλησίον και την κοινωνία. Ο ορθός λόγος θεωρήθηκε ως το κέντρο της υπάρξεως του ανθρώπου.
Μέσα στα πλαίσια αυτά πρέπει να δούμε και την ύπαρξη του Καπιταλισμού. Πραγματικά, υπήρχε ένας προκαπιταλιστικός Καπιταλισμός. Γι’ αυτό και γίνεται σύγχυση μεταξύ αυτών των πραγμάτων. Αυτό σημαίνει ότι ο Καπιταλισμός δεν συνίσταται στην απεριόριστη επιθυμία για πραγματοποίηση του κέρδους. Το κυνήγι του χρήματος, η επιθυμία του πλουτισμού, η επιθυμία για απόκτηση υλικών αγαθών και κεφαλαίου συνδέεται με τον άνθρωπο και μπορούμε να τα βρούμε σε κάθε φάση της ζωής του. Αν μια τέτοια επιθυμία την θεωρήσουμε Καπιταλισμό, τότε αυτή η αντίληψη «ανήκει στο νηπιαγωγείο της ιστορικής διδασκαλίας».
Η διαφορά είναι ότι στον δυτικό Μεσαίωνα ο Καπιταλισμός προσέλαβε μια ορθολογική οργάνωση. Είναι επιδίωξη του κέρδους «μέσα στο πλαίσιο μια μόνιμης ορθολογικά οργανωμένης καπιταλιστικής επιχείρησης και με κριτήριο την αποδοτικότητα». Σε όλον τον κόσμο και σε όλες τις εποχές υπήρχαν έμποροι και μεγαλέμποροι, αλλά μόνο στην Δύση αναπτύχθηκε ένας Καπιταλισμός «σε τύπους, μορφές και κατευθύνσεις, που δεν προϋπήρξαν πουθενά αλλού». Πραγματικά, στην Δύση αναπτύχθηκε μια ιδιαίτερη μορφή Καπιταλισμού, που συνίσταται «στην ορθολογική καπιταλιστική οργάνωση της (τυπικά) ελεύθερης εργασίας».
Σαφώς, λοιπόν, όταν κάνουμε λόγο για πνεύμα του Καπιταλισμού εννοούμε κυρίως αυτήν την ορθολογική οργάνωση της επιχείρησης, της εργασίας. Αλλά για να επιτευχθή αυτό χρειάζονται απαραίτητα δύο παράγοντες. Ο πρώτος είναι «ο χωρισμός της επιχείρησης από τον οίκο» και ο δεύτερος η «ρατσιοναλιστική λογιστική». Μπορεί να βρη κανείς και στο παρελθόν, σε πολλές χώρες, τον χωρισμό της επιχείρησης από τον οίκο, αλλά όμως δεν υπήρχε προηγουμένως η ορθολογική λογιστική της επιχείρησης «και ο νομικός χωρισμός της επιχειρησιακής από την ατομική ιδιοκτησία».
Αλλά αυτή η νέα τροπή και νέα θεώρηση της ζωής δεν εξαντλείται μόνον στις επιστήμες, τις τέχνες και την οικονομική οργάνωση (Καπιταλισμό). Την συναντούμε σε όλες τις μορφές της ζωής των ανθρώπων. Αυτή, δηλαδή, η ρατσιοναλιστική αντίληψη της ζωής επηρέασε πολύ τον σοσιαλισμό, κατά τον Max Weber. Ο κόσμος σε όλες τις φάσεις της ιστορίας, όπως γνώρισε καπιταλισμούς, έτσι γνώρισε και διαφόρους τύπους και μορφές σοσιαλισμού. Μολονότι πάντοτε υπήρχαν οργανώσεις, συντεχνίες, όμως δεν παρατηρούμε πουθενά αλλού, παρά μόνο στην Δύση, την έννοια του πολίτη και του αστού, το προλεταριάτο σαν τάξη. Αυτό το συναντούμε κυρίως στην Δύση, γιατί υπήρχε η «έλλογη οργάνωση της ελεύθερης εργασίας σαν επιχειρησιακή μονάδα». Και σε παλαιότερους χρόνους υπήρχαν ταξικοί αγώνες μεταξύ δανειστών και οφειλετών, μεταξύ κυρίων και δούλων κλπ., αλλά όμως αυτοί οι αγώνες διέφεραν από τους αγώνες που συνέβησαν κατά τον Μεσαίωνα στην Δύση.
Όπως, δηλαδή, η εκλογίκευση της ζωής και η ορθολογική οργάνωση του βίου στις δυτικές κοινωνίες του Μεσαίωνα επηρέασαν τις επιστήμες, τις τέχνες, τον Καπιταλισμό, έτσι ακριβώς επηρέασαν και τον σοσιαλισμό.
Ο Καπιταλισμός, όπως δημιουργήθηκε στην Δύση, ο λεγόμενος «σύγχρονος έλλογος καπιταλισμός», εκτός από τα μέσα της παραγωγής είχε ανάγκη και από ένα νομικό σύστημα και από μια διοίκηση με σταθερούς κανόνες λειτουργίας. Αυτό ακριβώς επιτεύχθηκε στην Δύση, όπου αναπτύχθηκε αυτός ο έλλογος Καπιταλισμός.
Ο Max Weber στην εισαγωγή του αυτή απλώς θίγει αυτό που θα αναπτύξη σε όλο το βιβλίο του, ότι κατά τον Μεσαίωνα στην Δύση έγινε μια μεγάλη αλλαγή στον τρόπο ζωής των ανθρώπων, και αυτό είναι εκείνο που μας ενδιαφέρει στο σημείο αυτό. Κέντρο της ζωής του ανθρώπου έγινε ο ορθός λόγος και με αυτόν ο άνθρωπος ρύθμιζε όλες τις εκδηλώσεις και τις ενέργειές του. Αυτό θα το αναπτύξη διεξοδικά σε άλλα κεφάλαια του βιβλίου. Το γεγονός είναι ότι στην διαφοροποίηση αυτή συνετέλεσε πολύ ο Προτεσταντισμός με την ρατσιοναλιστική θεώρηση των θεμάτων της ζωής. Οι θρησκευτικές ιδέες και συγκεκριμένα οι ιδέες της Μεταρρυθμίσεως επέδρασαν στην ανάπτυξη ενός οικονομικού πνεύματος[ix].
3. Η μεταφυσική του Καπιταλισμού
Για να είμαστε ακριβείς θα πρέπη να πούμε ότι ο Max Weber δεν χρησιμοποιεί πουθενά στο βιβλίο του τον όρο «μεταφυσική», και, βέβαια, δεν τον συνδέει με τον Καπιταλισμό. Προσπαθώντας να μεταφέρουμε το πνεύμα του Max Weber χρησιμοποιούμε τον όρο αυτόν, αφού, άλλωστε, όπως θα δούμε στην συνέχεια, αυτό που εντοπίζει ο Max Weber μπορεί να αποκληθή μεταφυσική. Ο διάσημος αυτός κοινωνιολόγος συνδέει το πνεύμα του Καπιταλισμού με την προτεσταντική ηθική, αλλά γνωρίζουμε ότι η ηθική του Προτεσταντισμού στηρίχθηκε στην μεταφυσική.
Κάθε ερμηνευτής κατά την ανάπτυξη ενός θέματος θέτει ένα αφετηριακό κείμενο, που αναλύεται διεξοδικά στην συνέχεια. Φαίνεται ότι στον Max Weber η αφετηριακή σκέψη είναι ότι η ορθολογική οργάνωση της εργασίας και των οικονομικών αγαθών συνδέεται στενά με τους Προτεστάντες και όχι τόσο με τους «Καθολικούς», και ακόμη το πνεύμα του Καπιταλισμού φαίνεται σ’ ένα κείμενο του Βενιαμίν Φραγκλίνου, όπου παρουσιάζεται ανάγλυφα η θεωρία για την αναγεννητική ιδιότητα του χρήματος, που, όπως είναι γνωστόν, είναι η βάση του Καπιταλισμού. Θα δούμε τα δύο αυτά σημεία αναλυτικότερα.
Ο Max Weber δίνει μεγάλη σημασία στο γεγονός ότι αν προσέξη κανείς την στατιστική των επαγγελμάτων, σε χώρες όπου υπάρχει μικτή θρησκευτική σύνθεση, θα διαπιστώση ότι η πλειοψηφία των ανθρώπων που είναι κάτοχοι του κεφαλαίου και είναι επιχειρηματίες, όπως επίσης τα ανώτερα στρώματα των ειδικευμένων εργατών και το μορφωμένο προσωπικό των επιχειρήσεων είναι Προτεστάντες. Δηλαδή, εν σχέσει με τους «Καθολικούς», οι Προτεστάντες πλειοψηφούν στις επιχειρήσεις και σε κατοχή κεφαλαίου.
Βέβαια, αυτό πιθανόν να ερμηνεύεται από το ότι αυτή η κατάσταση, και κυρίως όταν εξετάζεται κατά χώρες, οφείλεται σε ιστορικά αίτια, ότι, δηλαδή, τον 16ο αιώνα η πλειονότητα των πλουσίων πόλεων έγιναν Προτεστάντες. Αλλά και σε αυτήν την περίπτωση δεν μπορεί να εξηγηθή πως πλούσιες περιοχές είχαν προδιάθεση για μια εκκλησιαστική επανάσταση, και μάλιστα οι προχωρημένες οικονομικά χώρες, και πως οι ανερχόμενες μεσαίες τάξεις ήταν έτοιμες αφ’ ενός μεν να ανεχθούν την τυραννία του πουριτανισμού, αφ’ ετέρου δε να τον υπερασπίσουν με ηρωισμό.
Ο Max Weber σημειώνει το γεγονός ότι οι Προτεστάντες έχουν μια τάση να προσελκύονται από τα βιομηχανικά εργοτάξια και να καταλαμβάνουν διοικητικές θέσεις και τις ανώτερες βαθμίδες της ειδικευμένης εργασίας, και προς το σημείο αυτό κατευθύνουν τις σπουδές τους, ενώ οι «Καθολικοί» γίνονται χειρόνακτες μικροβιοτέχνες ή απασχολούνται με παραδοσιακά επαγγέλματα. Το γεγονός είναι ότι οι Προτεστάντες έχουν μια τάση να αναπτύσσουν οικονομικό ρατσιοναλισμό, πράγμα το οποίο δεν φαίνεται να κάνουν οι «Καθολικοί». Ο Max Weber καταλήγει στο εξής συμπέρασμα: «ο λόγος λοιπόν της διαφοράς αυτής πρέπει να αναζητηθή στον μόνιμο συμφυή χαρακτήρα της θρησκευτικής τους πίστης και όχι στις παροδικές εξωτερικές ιστορικοπολιτικές τους καταστάσεις»[x].
Στο κεφάλαιο που επιγράφεται «Θρησκευτική πίστη και κοινωνικό στρώμα», ο Max Weber κάνει διάφορες παρατηρήσεις σε χώρες όπου κατοικούν Προτεστάντες και Καθολικοί για να διαπιστώση ότι, πραγματικά, η προτεσταντική ηθική συνδέεται στενώτατα με το πνεύμα του Καπιταλισμού, είναι αυτή που βοήθησε την εξέλιξη του καπιταλιστικού συστήματος, αφού αυτό αναπτύσσεται κυρίως σε χώρες και ανθρώπους, που εμποτίζονται από την ορθολογική οργάνωση της οικονομίας και την θεωρία της αναγεννητικής ιδιότητας του χρήματος.
Το άλλο αφετηριακό κείμενο, που χρησιμοποιεί ο Max Weber, εκφράζει το πουριτανικό πνεύμα το οποίο συνδέεται με το πνεύμα του Καπιταλισμού. Το κείμενο αυτό ουσιαστικά είναι σκέψεις του Βενιαμίν Φραγκλίνου, που διατυπώνονται με την μορφή συμβουλών, για την ορθολογική ανάπτυξη του χρήματος. Δεν θα παρατεθή ολόκληρο, αλλά μερικά αποσπάσματα πολύ ενδεικτικά.
Μια συμβουλή αναφέρεται στην θεώρηση του χρόνου ως χρήματος: «Να θυμάσαι ότι ο χρόνος είναι χρήμα». Η άλλη συμβουλή είναι: «Να θυμάσαι ότι η πίστωση είναι χρήμα». Αυτό συνδέεται αναπόσπαστα με τους τόκους που προέρχονται από τον δανεισμό χρήματος. Χαρακτηριστική θέση του Βενιαμίν Φραγκλίνου είναι: «Να θυμάσαι ότι το χρήμα έχει αναπαραγωγική και καρποφόρα φύση», δηλαδή το χρήμα αναπαραγάγει χρήμα. Επίσης υπενθυμίζεται ότι όποιος αποκτήσει την φήμη ότι κρατά την υπόσχεσή του ως προς την πληρωμή, αποκτά την εμπιστοσύνη του άλλου και μπορεί να επιτύχη ό,τι θέλει. «Να θυμάσαι ότι – κατά το ρητό – ο καλός πληρωτής είναι ο κύριος του πορτοφολιού του άλλου». Γι’ αυτό και δίνεται η συμβουλή: «Μην κρατάτε ποτέ δανεισμένο χρήμα μια ώρα αργότερα από τον χρόνο που υποσχεθήκατε, για να μην η αγανάκτηση κλείσει για πάντα το πορτοφόλι του φίλου σας».
Ο Βενιαμίν Φραγκλίνος στο κείμενο που παραθέτει ο Max Weber αναφέρεται και σε άλλα ζητήματα, που πραγματικά εκφράζουν το πνεύμα του Καπιταλισμού. Αναφέρεται και στην απόκτηση της φήμης του τιμίου ανθρώπου, που επιτυγχάνεται με την εργατικότητα και την προσεκτική χρησιμοποίηση του χρήματος και γενικά των αγαθών. «Να προσέχεις όλα όσα έχεις και σύμφωνα με αυτά να ζεις». Συνιστάται η οικονομία και η αποφυγή των ασήμαντων δαπανών με το να κρατά ο άνθρωπος «έναν ακριβή λογαριασμό για τα έξοδα και τα έσοδά» του.
Είναι χαρακτηριστικά τα λόγια του: «Όποιος ξοδεύει το παραμικρό ποσό ανώφελα ξοδεύει το χρόνο ανώφελα 6 λίρες, που είναι η τιμή για τη χρήση 100 λιρών… Όποιος χάνει πέντε σελίνια, δε χάνει μόνο το ποσό αυτό, αλλά και κάθε πλεονέκτημα που θα μπορούσε να έχει με τη χρησιμοποίησή τους σε επιχείρηση – δεδομένου ότι μέχρις ότου ένας νέος άνθρωπος γίνει γέρος, θα μπορούσε ξεκινώντας από αυτά τα σελίνια να συγκεντρώνει ένα τεράστιο ποσό χρήματος»[xi].
Δεν είναι δυνατόν να κάνη κανείς πλήρη σχολιασμό των σκέψεων του Φραγκλίνου, ούτε, φυσικά, να αναλύση διεξοδικά τις σκέψεις και τις κριτικές – διεισδυτικές παρατηρήσεις του Max Weber, γιατί άλλος είναι ο σκοπός αυτών των αναλύσεων. Το γεγονός είναι ότι στις συμβουλές του Φραγκλίνου φαίνεται καθαρά ότι συνιστάται ένα ιδιαίτερο ήθος, που μπορεί να ονομασθή ήθος του Καπιταλισμού, ή μάλλον ένας ιδιαίτερος τρόπος ζωής, που εκφράζει το πνεύμα του Καπιταλισμού.
Το ιδιαίτερο αυτό ήθος θεωρεί την τιμιότητα πολύ ωφέλιμη και χρήσιμη για τον άνθρωπο και, βέβαια, όλες οι αρετές είναι αρετές στον βαθμό που είναι ωφέλιμες και χρήσιμες. Η φιλαργυρία αποτελεί το ιδεώδες του έντιμου ανθρώπου. Η δίψα για την αύξηση του χρήματος πρέπει να ικανοποιήται, καθώς επίσης η υποχρέωση να αυξάνη κανείς το χρήμα του είναι αυτοσκοπός, μοναδική επιδίωξη του ανθρώπου. Φαίνεται δε ότι η παράβαση αυτού του τρόπου ζωής είναι στην πραγματικότητα παράλειψη καθήκοντος του ανθρώπου.
Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Ferdinand Kürnberger λέγει ότι οι απόψεις αυτές του Φραγκλίνου συνιστούν «την εικόνα του αμερικανικού πολιτισμού». Και μάλιστα χρησιμοποιεί μια πολύ χαρακτηριστική φράση, που συνοψίζει άριστα τον καπιταλιστή και εκφράζει θαυμάσια το πνεύμα του: «Βγάζουν από κτήνη ξύγκι και ανθρώπους χρήμα»[xii].
Πέρα από όσα έχουμε υπογραμμίσει έως τώρα, πρέπει να επιμείνουμε στην παρουσίαση της θεωρίας της αναγεννητικής σημασίας του χρήματος. Οι Καπιταλιστές δίνουν μεγάλη σημασία σε αυτό και, θεωρώντας ότι το χρήμα έχει μαγικές δυνάμεις, δηλώνουν την δυνατότητα της γεννήσεως και παραγωγής του. Ο δε άνθρωπος πρέπει να κάνη τα πάντα προκειμένου να δημιουργηθούν οι πραγματικές προϋποθέσεις γεννήσεως και παραγωγής του χρήματος. Αυτό ακριβώς δείχνει ότι το χρήμα αποκτά υπόσταση και γι’ αυτό γίνεται ορθολογική θεώρηση του πλούτου.
Σύμφωνα με όσα είπαμε προηγουμένως αυτό το ιδιαίτερο ήθος του Καπιταλισμού, η έλλογη χρησιμοποίηση του κεφαλαίου σε μια επιχείρηση, «η ορθολογική επιχειρηματική κεφαλαιική ανακύκλωση και η ορθολογική καπιταλιστική οργάνωση της εργασίας» γεννήθηκαν στην Δύση κατά τον Μεσαίωνα, και στην ανάπτυξή τους σημαντικό ρόλο διαδραμάτισαν οι Προτεστάντες με την ιδιαίτερη ηθική τους. Είναι γεγονός ότι η ανάπτυξη του πνεύματος του Καπιταλισμού είναι μέρος της εξέλιξης του ορθολογισμού[xiii].
Επειδή οι Προτεστάντες συνετέλεσαν στην ορθολογική θεώρηση της ζωής, αφού αυτό συνδέεται και με την ιδιαίτερη μέθοδο θεολογικής σκέψεως, γι’ αυτό είναι ανάγκη στα επόμενα να υπογραμμίσουμε μερικά χαρακτηριστικά σημεία, που δείχνουν την επίδραση της θεολογικής σκέψεως των Προτεσταντών στην δημιουργία του πνεύματος του Καπιταλισμού. Με αυτήν την προοπτική δικαιολογείται και ο τίτλος του κεφαλαίου αυτού, «η μεταφυσική του Καπιταλισμού».
α) Ο απόλυτος προορισμός στην δημιουργία του Καπιταλισμού
Το πνεύμα του Καπιταλισμού, όπως παρουσιάζεται και αναλύεται από τον Max Weber έχει στενή σχέση, και θα μπορούσαμε να πούμε, θεωρητική θεμελίωση στην θεωρία περί του απολύτου προορισμού.
Ο ιερός Αυγουστίνος ανέπτυξε την θεωρία περί του απολύτου προορισμού, σύμφωνα με την οποία όλοι οι άνθρωποι από την φύση τους είναι αμαρτωλοί και ανεπίδεκτοι προόδου. Όμως, ο Θεός εκλέγει αιωνίως μερικούς από αυτούς, οι οποίοι τελικά ως εκλεκτοί του Θεού σώζονται, όχι κατά την δική τους αξία, αλλά κατά την ανεξερεύνητη βουλή του Θεού. Επομένως, ο Θεός δεν στέλλει τη χάρη Του σε όλους τους ανθρώπους, αλλά μόνον στους εκλεκτούς Του, που τους εξέλεξε και τους προόρισε για τα αιώνια αγαθά, και αυτοί δεν είναι γνωστοί από κανέναν άλλο, παρά μόνον από τον Θεό[xiv].
Οι Μεταρρυθμιστές επηρεάσθηκαν σε μεγάλο βαθμό από την θεωρία του ιερού Αυγουστίνου για τον απόλυτο προορισμό του ανθρώπου και, όπως μπορούμε να παρατηρήσουμε, αυτό καθόρισε ολόκληρη την θεολογική σκέψη και την πρακτική ζωή. Ο Max Weber, σε σχετικό κεφάλαιο με τίτλο «οι θρησκευτικές βάσεις του εγκόσμιου ασκητισμού», ο οποίος εγκόσμιος ασκητισμός εκφράζει και διαμορφώνει το λεγόμενο πνεύμα του Καπιταλισμού, ερευνά αυτήν την ουσιώδη και σημαντική πλευρά. Παρατηρεί ότι οι βασικοί φορείς του ασκητικού Προτεσταντισμού, που είναι ο καλβινισμός, ο πιετισμός, ο μεθοδισμός και διάφορες βαπτιστικές αιρέσεις, καίτοι σε μερικά σημεία διαφέρουν μεταξύ τους, εν τούτοις διέπονται από την ίδια προβληματική. Όλες αυτές οι Προτεσταντικές ομάδες διαποτίζονται από την θεωρία του Αυγουστίνου για τον απόλυτο προορισμό του ανθρώπου. Στην συνέχεια θα δούμε τις βασικές θέσεις των Προτεσταντών για τον απόλυτο προορισμό, καθώς επίσης και την σημασία τους στην πρακτική ζωή των ανθρώπων της Δύσεως.
Ο Max Weber παρουσιάζει μερικά κεφάλαια από την «ομολογία του Westminister» του έτους 1647, η οποία ομολογία περιγράφει τις βασικές θέσεις για τον απόλυτο προορισμό. Θα παρατεθή αυτό το κείμενο αυτούσιο γιατί είναι πολύ χαρακτηριστικό και θα βοηθήση στην μετέπειτα ανάλυση.
«Κεφάλαιο 9 (για την ελεύθερη βούληση), άρ. 3: Ο άνθρωπος, με την πτώση του στην κατάσταση της αμαρτίας, έχασε εντελώς κάθε δυνατότητα θέλησης για κάθε πνευματικό αγαθό και την ευδαιμονία που συντροφεύει την απόκτησή του. Έτσι ένας φυσικός άνθρωπος που αποστρέφεται ολότελα το αγαθό και είναι νεκρός στην αμαρτία, δεν είναι ικανός να σωφρονισθεί και να προετοιμάσει τον εαυτό του γι’ αυτό.
Κεφάλαιο 3 (για τις αιώνιες βουλές του Θεού), άρ. 3: Με το θέλημα του Θεού, για την αποκάλυψη της Μεγαλοσύνης Του… μερικοί άνθρωποι προορίζονται για αιώνια ζωή και άλλοι προκαθορίσθηκαν για αιώνιο θάνατο.
Άρ. 5: Εκείνους από το ανθρώπινο γένος, που προορίζονται για ζωή, ο Θεός, πριν βάλει τα θεμέλια του κόσμου, σύμφωνα με την αιώνια και αμετάβλητη πρόθεσή Του και την μυστική βουλή και την καλή διάθεση της θέλησής Του, διάλεξε το Χριστό για αιώνια δόξα, από εντελώς ελεύθερη χάρη και αγάπη, δίχως καμιά προϋπόθεση πίστης ή καλών έργων, ή εγκαρτέρηση σε μια από αυτές, ή για οποιοδήποτε άλλο λόγο στα πλάσματά Του, σαν όρους ή αιτίες, που Τον ώθησαν σ’ αυτό, αλλά όλα για τον ύμνο της ένδοξης χάρης Του.
Άρ. 7. Στο υπόλοιπο από το ανθρώπινο γένος ο Θεός ευαρεστήθηκε σύμφωνα με ανεξερεύνητη απόφαση της θέλησής Του, με την οποία παρέχει ή αποστερεί τη χάρη Του, όπως Του άρεσε, για την δόξα της άπειρης δύναμής Του πάνω στα πλάσματά Του, να αντιπαρέλθει και να τα διατάξει για την ατιμία και την οργή για τις αμαρτίες τους, για τον ύμνο της ένδοξης δικαιοσύνης Του.
Κεφάλαιο 10 (για την αποτελεσματική κλήση), άρ. 1: Όλους εκείνους που ο Θεός προόρισε για ζωή, και μόνο εκείνους, ευαρεστείται ο Θεός στο καθορισμένο απ’ Αυτόν και κατάλληλο χρόνο να καλέσει αποτελεσματική, με το λόγο και το πνεύμα Του, αφαιρώντας την πέτρινη καρδία τους, και δίνοντάς τους την σαρκική καρδιά, ενώ ανανέωσε τις θελήσεις Του και με την πανίσχυρη δύναμή Του αποφάσισε γι’ αυτούς αυτό που είναι καλό.
Κεφάλαιο 5 (για την πρόνοια), άρ. 6: Όσον αφορά τους κακούς και άθεους ανθρώπους, τους οποίους ο Θεός σαν δίκαιος δικαστής για προηγούμενες αμαρτίες τυφλώνει και σκληραίνει, δε τους στερεί μόνο την χάρη Του, με την οποία θα μπορούσαν να φωτισθούν τα μυαλά τους και να συγκινηθεί η καρδιά τους, αλλά καμιά φορά τους στερεί τα χαρίσματα που είχαν και τους φέρνει σε επαφή με τέτοια αντικείμενα, ώστε η διαφθορά τους δίνει μια ευκαιρία στην αμαρτία: και ακόμη τους παραδίνει στις ηδονές τους, στους πειρασμούς του κόσμου και στη δύναμη του σατανά· και έτσι συμβαίνει να σκληρυνθούν, μάλιστα με τα ίδια μέσα που ο Θεός χρησιμοποιεί για το μαλάκωμα άλλων»[xv].
Οι παρατηρήσεις του Max Weber πάνω στο κείμενο αυτό, καθώς αναλύει την διδασκαλία των Προτεσταντικών ομάδων (Καλβινισμού, πιετισμού, μεθοδισμού, βαπτιστικών αιρέσεων), διακρίνονται για μεγάλη διεισδυτικότητα. Παρουσιάζει και μερικές λεπτές διαφορές μεταξύ τους, αλλά ταυτόχρονα δηλώνει και τα βασικά κεντρικά τους σημεία. Μπορούμε να πούμε ότι παρά τις διαφορές τους ουσιαστικά εκφράζουν το ίδιο πνεύμα.
Ο Θεός είναι απόλυτα ελεύθερος, αφού δεν υπάγεται σε κανένα νόμο, και, επομένως, επιλέγει τους εκλεκτούς του, που σώζονται. Κανείς δεν μπορεί να κατηγορήση τον Θεό για την επιλογή αυτή, όπως δεν μπορούν τα ζώα να κατηγορήσουν τον Θεό γιατί δεν γεννήθηκαν άνθρωποι. Ο Θεός καθόρισε την μοίρα του ανθρώπου μέχρι τις τελευταίες λεπτομέρειές του στον κόσμο. Ούτε οι αρετές ούτε τα αμαρτήματα των ανθρώπων μπορούν να συντελέσουν στον προορισμό των ανθρώπων, ακριβώς γιατί κάτι τέτοιο θα σήμαινε ότι οι απόλυτα ελεύθερες βουλές του Θεού υπόκεινται σε μεταβολή. Την Χάρη του Θεού είναι αδύνατον να την χάσουν εκείνοι που την έλαβαν, γιατί αυτό θα είχε αντανάκλαση στην απόλυτη ελεύθερη βουλή του Θεού, καθώς επίσης και όσοι προορίστηκαν να καταδικασθούν δεν μπορούν να το αποφύγουν, όσες αρετές κι αν αποκτήσουν.
Οι εκλεκτοί του Θεού δεν διαφέρουν εξωτερικά από τους άλλους καταδικασμένους, και μη προορισμένους από τον Θεό για την σωτηρία, και μάλιστα αυτοί οι εκλεκτοί αποτελούν την αόρατη Εκκλησία του Θεού. Με τις θεωρίες αυτές εισάγεται στον κόσμο η «αριστοκρατία των εκλεκτών». Επειδή όμως είναι συγκεχυμένα τα όρια εκλεκτών και μη εκλεκτών, γι’ αυτό το ύψιστο αγαθό προς το οποίο οδηγεί η θρησκεία τον άνθρωπο είναι να αποκτήση την βεβαιότητα της σωτηρίας του, την βεβαιότητα ότι ανήκει στην αριστοκρατία των εκλεκτών. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο δόθηκε μεγάλη σημασία στην εξακρίβωση και διαβεβαίωση της Χάρης του Θεού μέσα στον άνθρωπο.
Μέσα στα πλαίσια αυτά εντάσσονται «δύο αλληλοεξαρτώμενοι τύποι ποιμαντικής συμβουλής». Ο ένας, ότι οι εκλεκτοί έπρεπε να αυτοελέγχωνται, ώστε να αποκόπτουν όλες τις αμφιβολίες που προέρχονται από τον διάβολο και δείχνουν έλλειψη αυτοπεποίθησης, η οποία αυτοπεποίθηση προέρχεται από την πίστη. Ο άλλος τύπος ποιμαντικής συμβουλής είναι ότι απαιτείται «ακούραστη επαγγελματική δραστηριότητα», ώστε να αποκτήση ο άνθρωπος την αυτοπεποίθηση που είναι αναγκαία για την ζωή. Αυτό δημιουργούσε ένα μεγάλο πρόβλημα, γιατί ο πιστός έπρεπε κάθε φορά να κάνη συστηματικό αυτοέλεγχο για να διαπιστώνη αν είναι εκλεκτός ή καταδικασμένος. Πάντοτε, λοιπόν, βρισκόταν μέσα σε αυτό το αμείλικτο ερώτημα: «εκλεκτός ή καταδικασμένος»;
Είναι φυσικό ότι μια τέτοια νοοτροπία οδηγούσε στην εκλογίκευση της ηθικής συμπεριφοράς, και γενικά στην ορθολογική θεώρηση της ζωής του ανθρώπου. Και, όπως είδαμε σε άλλα σημεία, αυτός ο ορθολογισμός και η ορθολογική οργάνωση της ζωής είχε συνέπειες συνταρακτικές και στον κοινωνικό χώρο, αφού από αυτόν δημιουργείται το πνεύμα του Καπιταλισμού, όπως το γνωρίζουμε σήμερα. Όπως χαρακτηριστικά τονίζει ο Max Weber και αυτή «η αγιοποίηση της ζωής μπορούσε να πάρει σχεδόν τον χαρακτήρα μιας επιχείρησης».
Ο Max Weber, μιλώντας για τους πιετιστές και γενικά για τις προτεσταντικές αδελφότητες, τονίζει ότι εκτός του ότι ήταν κέντρα αποστολής, ταυτόχρονα ήταν και επιχειρήσεις. Επόμενο ήταν να οδηγήσουν τα μέλη τους στην αναζήτηση καθήκοντος και έπειτα στην προσεκτική και συστηματική εκτέλεσή του.
Το γεγονός είναι ότι η θεωρία του απολύτου προορισμού εκλογίκευσε την ζωή, συστηματοποίησε τις κοινωνικές και επαγγελματικές δραστηριότητες και τοποθέτησε τον άνθρωπο μέσα στο πλαίσιο της εφαρμογής των καθηκόντων που είχε. Ακριβώς δε αυτά τα σημεία συνετέλεσαν στην εξέλιξη του λεγομένου πνεύματος του Καπιταλισμού[xvi].
Το πόσο η θεωρία του απολύτου προορισμού επέδρασε σημαντικά στην καπιταλιστική νοοτροπία του δυτικού ανθρώπου θα φανή από τις συνέπειες αυτής της θεωρίας στην ατομική ζωή, στον ασκητισμό του Προτεσταντισμού και στην ιερότητα του επαγγέλματος, που θα δούμε στην συνέχεια.
β) Ο ευσεβιστικός ατομισμός
Το δόγμα του απολύτου προορισμού «στην παράφορη απανθρωπιά του», όπως χαρακτηριστικά λέγει ο Max Weber, δημιούργησε στους ανθρώπους το «αίσθημα μιας ανήκουστης εσωτερικής μοναξιάς του μεμονωμένου ατόμου». Ευρισκόμενος ο άνθρωπος στην διελκυστίνδα μεταξύ της αβεβαιότητος και της βεβαιότητος για την σωτηρία του, καταλάβαινε πολύ καλά ότι κανείς άλλος δεν μπορούσε να τον βοηθήση. Ούτε κάποιος ιερεύς μπορούσε να βοηθήση, γιατί ο κάθε εκλεκτός μπορεί να καταλάβη τον λόγο του Θεού στην καρδιά του, ούτε τα μυστήρια, γιατί μόνο δια της ατομικής πίστεως μπορεί κανείς να λάβη την Χάρη του Θεού, ούτε η Εκκλησία, αφού σε αυτήν ανήκουν και οι καταδικασμένοι, ούτε κανένας Θεός, γιατί και ο Χριστός πέθανε για τους εκλεκτούς. Ο πουριτανός τα απέρριψε όλα αυτά, ακόμη και κάθε θρησκευτική τελετή στον τάφο, για να μην αναμειχθή η πίστη του με τις δεισιδαιμονίες.
Η υπερβατικότητα του Θεού οδήγησε τον πουριτανό στην πλήρη υπαρξιακή απομόνωση, στην αρνητική στάση απέναντι σε όλα τα συγκινησιακά στοιχεία που υπάρχουν στον πολιτισμό και στην θρησκεία, και απετέλεσε πραγματικά τις ρίζες του πιο απαισιόδοξου ατομισμού. Ακόμη και η επικοινωνία του Καλβινιστού με τον Θεό «γινόταν σε βαθιά πνευματική απομόνωση».
Αυτός ο ατομισμός, που έγινε τρόπος ζωής, συνετέλεσε πολύ στην δημιουργία του πνεύματος του Καπιταλισμού, αφού ο Καπιταλιστής στρέφεται στον εαυτό του, κλείνεται ερμητικά σε αυτόν και δεν βλέπει τους άλλους.
Βέβαια, πρέπει να παρατηρηθή ότι ο καλβινισμός, όπως και όλες σχεδόν οι προτεσταντικές ομάδες, έδωσε μεγάλη σημασία στην εγκόσμια δραστηριότητα. Πως εξηγείται όμως αυτή η δραστηριότητα με τον ατομισμό, την απόσταση του ατόμου από το περιβάλλον του;
Κατά τον Καλβίνο, ο κόσμος υπάρχει μόνον για την δόξα του Θεού. Ο εκλεκτός Χριστιανός υπάρχει στον κόσμο μόνο και μόνο για να συντελή στην αύξηση της δόξας του Θεού. Ο εκλεκτός προσφέρει κοινωνικό έργο, γιατί αυτό απαιτεί ο Θεός για την οργάνωση της κοινωνικής ζωής. Επομένως, οι Καλβινιστές εργάζονται κοινωνικά, εξασκούν επαγγελματική εργασία μόνο για την μέγιστη δόξα του Θεού. Μέσα στα πλαίσια αυτά πρέπει να δούμε και την αγάπη προς τον πλησίον. Η κοινωνική προσφορά και η αγάπη γίνεται για την ωφελιμότητα του ανθρωπίνου γένους. Αυτή η απρόσωπη ωφελιμιστική εργασία και προσφορά συντελεί στην δόξα του Θεού.
Είναι φανερό ότι οι ανθρωπολογικές και πρακτικές συνέπειες του δόγματος του απολύτου προορισμού καλλιεργούν έναν ευσεβιστικό ατομισμό, κατευθύνουν τον άνθρωπο σε μια πνευματική και κοινωνική μοναξιά. Γιατί και όταν η κοινωνική προσφορά είναι απρόσωπη, και τότε στην πραγματικότητα πρόκειται για κοινωνικό ατομισμό. Πιστεύουμε ότι αυτός ο ατομικιστικός τρόπος ζωής αποτελεί έναν από τους βασικούς παράγοντες του πνεύματος του Καπιταλισμού[xvii].
γ) Ο προτεσταντικός ασκητισμός
Όπως κάθε θρησκεία έχει την ασκητική της, το ίδιο παρατηρείται και σε όλες τις χριστιανικές ομολογίες. Βέβαια, στους Προτεστάντες δεν συναντούμε την άσκηση, όπως την διατηρεί η Ορθόδοξη – Ρωμαίικη Παράδοση, αλλά ωστόσο υπάρχει μια διαφοροποιημένη ασκητική ζωή. Όπως θα διαπιστώσουμε στην συνέχεια, αυτός ο ασκητικός τρόπος ζωής συνδέεται και συντονίζεται με το πνεύμα του Καπιταλισμού.
Ο Max Weber σ’ ένα κεφάλαιο του βιβλίου του με τίτλο «ο ασκητισμός και το πνεύμα του Καπιταλισμού» προσπαθεί να δη την σχέση που υπάρχει μεταξύ των ιδεών του ασκητικού προτεσταντισμού και των αξιωμάτων του για την καθημερινή οικονομική συμπεριφορά. Προς τον σκοπό αυτό χρησιμοποιεί πολύ τις απόψεις του Richard Baxter ο οποίος με την πρακτική και ρεαλιστική του τοποθέτηση και με την παγκόσμια αναγνώρισή του «στέκεται πάνω από πολλούς άλλους φιλολογικούς εκπροσώπους της πουριτανικής ηθικής».
Ο Baxter στέκεται κριτικά απέναντι στον πλούτο, που αποτελεί ένα σοβαρό κίνδυνο, γι’ αυτό την επιδίωξή του θεωρεί ανόητη και ύποπτη. Οι απόψεις του αυτές για τον πλούτο διαφοροποιούνται από τις απόψεις του Καλβίνου, σύμφωνα με τις οποίες ο Καλβίνος επέτρεπε στους οπαδούς του να επιδιώκουν τον πλούτο για την αύξηση του γοήτρου του. Κατά τον Baxter η κτήση του πλούτου είναι επικίνδυνη, γιατί ενέχει τον κίνδυνο της χαλάρωσης. Η ανάπαυση και η απόλαυση δεν συντελούν στην δόξα του Θεού. Αυτό επιτυγχάνεται με την δράση. «Η σπατάλη του χρόνου είναι η πρώτη και η σοβαρότερη από όλες τις αμαρτίες». Αφού καθήκον του ανθρώπου είναι να επιβεβαιώση την εκλογή του, ο χρόνος της ζωής είναι πολύ μικρός, και γι’ αυτό δεν πρέπει να κατασπαταλάται στην απόκτηση του πλούτου.
Ο Baxter έδινε προτεραιότητα και μεγάλη σημασία στην αδιάκοπη πνευματική και σωματική εργασία, που την θεωρούσε αυτοσκοπό της ζωής του ανθρώπου. Ακόμη και ο πλούσιος δεν πρέπει να αρκείται στα χρήματα που έχει, αλλά να εργάζεται, γιατί αυτό είναι εντολή του Θεού. Για την εργασία και το επάγγελμα, σαν ασκητική προσπάθεια στον Προτεσταντισμό, δεν θα κάνουμε λόγο εδώ, αλλά θα αναφερθούμε στην επόμενη ενότητα. Εκείνο που πρέπει εδώ να τονισθή είναι ότι ο Θεός απαιτεί την έλλογη εργασία και το ιδιαίτερο επάγγελμα.
Ενώ φαίνεται ότι καταδικάζεται ο πλούτος, η αλήθεια είναι ότι τονίζεται ότι η χρησιμοποίηση του πλούτου εξαρτάται από την κατάσταση του ανθρώπου. Αν, δηλαδή, ο άνθρωπος χρησιμοποιή τον πλούτο για αργία και αμαρτωλή απόλαυσή του, τότε είναι κακός, αλλά αν ο πλούτος είναι καρπός του καθήκοντος του επαγγέλματος, και δεν οδηγή στην αμαρτωλή ζωή, τότε είναι χρήσιμος και επιβεβλημένος. Μάλιστα τονίζεται ότι το να θέλη ο άνθρωπος να είναι πτωχός ισοδυναμεί με το να είναι άρρωστος, γιατί αυτό δεν συντελεί στην δόξα του Θεού.
Φαίνεται εδώ ότι υπάρχει ένας ιδιότυπος ασκητισμός, αφού κακό θεωρείται η αδιαφορία και η αργία του άρχοντα, καθώς επίσης και η επίδειξη του νεόπλουτου. Ο πλουτισμός είναι επιτρεπτός όταν βρίσκεται σε ορισμένα πλαίσια, όταν δηλαδή είναι καρπός του επαγγέλματος και όταν δεν γίνεται αφορμή για αμαρτωλή απόλαυση της ζωής και τεμπελιά.
Στο σημείο αυτό φαίνεται η σύνδεση της ηθικής του πουριτανισμού με την εβραϊκή αντίληψη, σύμφωνα με την οποία η κατοχή πλούτου εθεωρείτο ένδειξη της αγάπης και της εύνοιας του Θεού στους εκλεκτούς του. Γι’ αυτό, όπως λέγει ο Max Weber, έχουν απόλυτο δίκαιο μερικοί συγγραφείς που θεωρούν την πουριτανική ηθική, ιδίως στην Αγγλία, ως «αγγλικό εβραϊσμό». Πραγματικά, ενώ οι Εβραίοι στάθηκαν στο πλευρό του τυχοδιωκτικού Καπιταλισμού, «ο πουριτανισμός πραγματοποίησε το ήθος της ορθολογικής αστικής επιχείρησης και της έλλογης οργάνωσης της εργασίας».
Όλα αυτά που αναφέρθηκαν προηγουμένως δείχνουν την εξάρτηση του Καπιταλισμού από την προτεσταντική ηθική. Αν κανείς εντάξη σε αυτά και την στάση του πουριτανισμού απέναντι σε όλες τις άλλες εκδηλώσεις της ζωής, θα διαπιστώση ότι ο προτεσταντικός ασκητισμός επηρέασε βαθύτατα της εξέλιξη του πνεύματος του Καπιταλισμού.
Οι Πουριτανοί στράφηκαν εναντίον της ψυχαγωγίας και της αυθόρμητης απόλαυσης της ζωής. Είναι γνωστόν ότι οι φεουδαλικές και μοναρχικές δυνάμεις στην Αγγλία προστάτευαν αυτούς που ήθελαν να διασκεδάσουν εναντίον «της ανερχομένης ηθικότητας της μεσαίας τάξης και τις ασκητικές μυστικές συγκεντρώσεις εναντίον της εξουσίας». Οι Πουριτανοί ήταν εναντίον της διασκέδασης, όχι λόγω κατάργησης της αργίας της Κυριακής, αλλά γιατί την θεωρούσαν σκόπιμη εκτροπή από την εργασία και το καθήκον του επαγγέλματος. Ακόμη και τα σπορ τα θεωρούσαν καλά όταν συνέβαλαν στην φυσική αποδοτικότητα του ανθρώπου κατά την διάρκεια της εργασίας.
Οι Πουριτανοί, χωρίς να αρνούνται τον πολιτισμό, αφού, άλλωστε, οι ηγέτες τους είχαν διαποτισθή από την παιδεία της Αναγέννησης, στέκονταν κριτικά και εχθρικά απέναντι στα αγαθά του πολιτισμού, όταν αυτά δεν εξυπηρετούσαν κάποια θρησκευτικά αξία. Μισούσαν το θέατρο, τον καλλωπισμό και το στόλισμα του ανθρώπου με την ενδυμασία. Όταν η στάση τους ήταν ανεκτική απέναντι σε μερικούς τρόπους ψυχαγωγίας έπρεπε οπωσδήποτε να μη κοστίζουν πολύ. Γιατί ο πλούτος που είχαν ήταν δώρο του Θεού, ο άνθρωπος είναι οικονόμος και διαχειριστής αυτού του πλούτου, γι’ αυτό θα λογοδοτήση στον Θεό για τον τρόπο της διαχείρησης. Έτσι, η ιδιοκτησία που έχει ο Πουριτανός είναι εμπιστευμένη από τον Θεό και γι’ αυτό έχει καθήκον να συμπεριφέρεται σωστά. Όσα περισσότερα κατέχει κανείς τόσο και αυξάνεται η ευθύνη του απέναντι στον Θεό.
Βέβαια, όπως σημειώνει ο Max Weber, η πουριτανική ηθική ήταν γεμάτη από αντιθέσεις. Θεωρούσε τον πλούτο ως εύνοια του Θεού, αλλά παράλληλα πολεμούσε την υπερηφάνεια και την πολυτέλεια, που είναι οι πειρασμοί της κατοχής των υλικών αγαθών. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο John Wesley τονίζει το γεγονός ότι όπου αυξάνεται ο πλούτος ελαττώνεται η θρησκεία, αφού αυξανόμενος ο πλούτος δημιουργεί υπερηφάνεια, πάθη και αγάπη των εγκοσμίων. Ωστόσο όμως στο κείμενό του υπάρχουν μερικές αλήθειες, που δείχνουν πως η προτεσταντική ηθική γέννησε τον Καπιταλισμό.
Ο πλούτος είναι αποτέλεσμα της εργασίας και της οικονομίας. «Η θρησκεία πρέπει αναγκαία να οδηγεί σε εργατικότητα και οικονομία και αυτές δεν μπορούν να δημιουργήσουν τίποτε άλλο από πλούτο». Η επιμέλεια και η οικονομία είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα των μεθοδιστών. «Οι μεθοδιστές παντού είναι επιμελείς και οικονόμοι· συνεπώς αυξάνουν τα αγαθά τους». Δεν πρέπει να αποτρέπουν τον λαό από το να είναι οικονόμος: «οφείλουμε να προτρέπουμε όλους τους Χριστιανούς να κερδίζουν όσο μπορούν περισσότερα και να αποταμιεύουν όσο μπορούν περισσότερα, δηλαδή να γίνουν πραγματικά πλούσιοι».
Εδώ συναντά κανείς τα γνωρίσματα του πνεύματος του Καπιταλισμού: εργασία και αποδοτικότητα, οικονομία των αγαθών που προέρχονται από αυτά, αποταμίευσή τους, δηλαδή συγκέντρωση του κεφαλαίου. Επίσης τονίζεται ότι πρέπει να δίνουν όσο μπορούν στους άλλους «ώστε να αυξήσουν την κατάσταση της χάρης τους και να συγκεντρώσουν θησαυρό στον ουρανό».
Ο Max Weber βρίσκει και σε άλλα σημεία την προσφορά του πουριτανικού ασκητισμού στον Καπιταλισμό. Προσέφερε επιμελείς εργάτες που εργάζονταν ενσυνείδητα, γιατί αυτό ήθελε ο Θεός, έδωσε ασφάλεια, αφού η άνιση κατανομή των αγαθών είναι έργο της θείας Προνοίας, επειδή μέσα στην βουλή του Θεού είναι η ύπαρξη πλουσίων και πτωχών, εξασφάλισε την βεβαιότητα ότι η πιστή εργασία με χαμηλούς μισθούς αρέσει πολύ στον Θεό, και βέβαια το επάγγελμα που είναι έργο του Θεού εξασφαλίζει την κατάσταση της Χάρης. Η προτεσταντική αυτή αντίληψη «ερμήνευσε την επιχειρηματική δραστηριότητα του εργοδότη σαν επάγγελμα». Μάλιστα τονίζεται ότι η οικονομική δύναμη της Ολλανδίας κατά τον 17ο αιώνα οφείλεται στο ότι οι Καλβινιστές και Βαπτιστές θεωρούσαν «την εργασία και τη φιλοπονία σαν καθήκον τους απέναντι στο Θεό».
Το χαρακτηριστικό γνώρισμα του πνεύματος του συγχρόνου Καπιταλισμού είναι ο «έλλογος τρόπος ζωής με βάση την ιδέα του επαγγέλματος». Ακριβώς δε αυτό γεννήθηκε «από το πνεύμα του χριστιανικού ασκητισμού». Φυσικά πρέπει να ειπωθή εδώ ότι ο Max Weber έχει υπ’ όψη του τον χριστιανικό ασκητισμό που αναπτύχθηκε στην Δύση και επηρεάσθηκε από τον απόλυτο προορισμό του Αυγουστίνου, και δεν έχει καμμιά σχέση με τον γνήσιο χριστιανικό ασκητισμό, όπως τον βιώνει η Ορθοδοξία. Αυτός ο πουριτανικός ασκητισμός, που στηρίζεται στο άτομο, στην ταύτιση της εργασίας με το επάγγελμα, στην συσσώρευση πλούτου, που θεωρείται ευλογία του Θεού, είναι και αντιφατικός και δημιουργός πολλών προβλημάτων[xviii].
δ) Το καθήκον για το επάγγελμα
Είδαμε προηγουμένως ότι το καθήκον του Προτεστάντη για το επάγγελμα, που το θεωρεί εντολή του Θεού, η ταύτιση της εργασίας με το επάγγελμα, που είναι αυτοσκοπός του ανθρώπου, αποτέλεσε την βάση της εξελίξεως και αναπτύξεως του καπιταλιστικού πνεύματος. Πρέπει στο σημείο αυτό να παρουσιάσουμε τις απόψεις του Max Weber για το επάγγελμα κατά τον πλέον συνοπτικό τρόπο, γιατί δεν είναι δυνατόν να παρουσιασθούν μέσα σ’ ένα μικρό κείμενο.
Στο βιβλίο που μελετάμε ο Max Weber αφιερώνει ένα κεφάλαιο για να μελετήση τις απόψεις του Προτεσταντισμού για το επάγγελμα, που διαμόρφωσαν αυτό που σήμερα ονομάζουμε πνεύμα του Καπιταλισμού. Το κεφάλαιο τιτλοφορείται ως εξής: «η έννοια του επαγγέλματος στο Λούθηρο, καθήκον της έρευνας».
Στην αρχή του κεφαλαίου υπογραμμίζει ότι η λέξη επάγγελμα, η οποία συνδέεται με την αγγλική λέξη calling, που περικλείει την έννοια της αποστολής που δόθηκε από τον Θεό, δεν υπήρχε στους καθολικούς λαούς, ούτε στην κλασσική αρχαιότητα, παρά μόνο στις χώρες εκείνες που πλειοψηφικά ανήκαν στους Προτεστάντες. Αυτό οφείλεται στην μετάφραση της Βίβλου. Και όχι μόνον η λέξη ήταν καινούρια, αλλά και το περιεχόμενό της είναι νέο προϊόν, που οφείλεται στην Μεταρρύθμιση.
Το νέο περιεχόμενο που δόθηκε στην λέξη επάγγελμα είναι το χρέος που έχει ο άνθρωπος στα εγκόσμια επαγγέλματα, που είναι το ύψιστο περιεχόμενο της ηθικής δραστηριότητας.
Στην αρχή ο Λούθηρος θεωρούσε το επάγγελμα, και γενικότερα την δραστηριότητα στον κόσμο, ως υλικό, σαν ένα φυσικό γεγονός, όπως το φαγητό και το ποτό. Αργότερα όμως η εργασία σ’ ένα επάγγελμα φαίνεται στον Λούθηρο ως έκφραση της αδελφικής αγάπης. Τελικά επεκράτησε να θεωρήται ότι είναι ο μοναδικός τρόπος ζωής που είναι υπαρκτός από τον Θεό, είναι «εκπλήρωση των εγκοσμίων υποχρεώσεων».
Όπως σημειώνει ο Max Weber, υπάρχει μια εξελικτική πορεία στην σκέψη του Λουθήρου. Κατ’ αρχάς ήταν προσανατολισμένος στο εσχατολογικό κήρυγμα του Αποστόλου Παύλου, από την άποψη ότι το σύντομο της ζωής δεν μας επιτρέπει να δώσουμε μεγάλη βαρύτητα στην μορφή του επαγγέλματος. Αλλά «με την αυξανόμενη ανάμιξη σε εγκόσμιες υποθέσεις συμβαδίζει χέρι με χέρι η αυξανόμενη εκτίμηση του επαγγέλματος». Έτσι, ο Λούθηρος έβλεπε το επάγγελμα σαν μια ειδική προσταγή του Θεού για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που του επέβαλε ο Ίδιος. Το επάγγελμα ήταν άμεσο αποτέλεσμα του θείου θελήματος. Ο άνθρωπος πρέπει να δέχεται και να μένη στο επάγγελμα που του έδωσε ο Θεός. Με αυτόν τον τρόπο το επάγγελμα είναι για τον άνθρωπο ένα καθήκον που όρισε ο Ίδιος ο Θεός. Μέσα στα πλαίσια αυτά βρίσκεται «η υποταγή στην εξουσία και η παραδοχή των πραγμάτων όπως ήταν».
Βέβαια, ο Λούθηρος δεν είχε κάποια εσωτερική σχέση και συνάφεια με το πνεύμα του Καπιταλισμού, αφού άλλωστε ο ίδιος ήταν και εναντίον της τοκογλυφίας, που είναι μια μορφή του καπιταλιστικού κέρδους. Αλλά όμως οι απόψεις του για το επάγγελμα είναι συνάρτηση των θεωρητικών θέσεων του Προτεσταντισμού για τον απόλυτο προορισμό του ανθρώπου, και φυσικά είναι συνέπειά του[xix].
Σε άλλα σημεία του βιβλίου του ο Max Weber λέγει ότι ο προτεσταντικός ασκητισμός είδε την εργασία ως επάγγελμα, που είναι το ύψιστο καθήκον που όρισε ο Θεός. Αυτή η ταύτιση της εργασίας με το επάγγελμα, και μάλιστα ο σύνδεσμός του με τον απόλυτο προορισμό και τις συνέπειές του, δημιούργησε πολλά προβλήματα και φυσικά είναι το βασικό κίνητρο του Καπιταλισμού. Κατά τον ίδιο τρόπο ερμηνεύεται και η επιχειρηματική δραστηριότητα του εργοδότη, σαν επάγγελμα δοσμένο από τον Θεό[xx].
Η ταύτιση της εργασίας, που είναι, βέβαια, απαραίτητη για τον άνθρωπο, με την εξειδίκευση των επαγγελμάτων, συντελεί κατά τους Προτεστάντας στην επιβεβαίωση της Χάριτος του Θεού μέσα στον άνθρωπο και, βέβαια, στην επίγνωση ότι ανήκει κανείς στους εκλεκτούς του Θεού. Πέρα από αυτήν την μεταφυσική θεώρηση της εξειδίκευσης, το επάγγελμα τίθεται και σε ωφελιμιστικά πλαίσια, τα οποία καλλιεργούν το πνεύμα του Καπιταλισμού. Η δεξιοτεχνία του εργάτη βοηθά στην ποιοτική και ποσοτική βελτίωση της παραγωγής, εξυπηρετείται το γενικό καλό, δημιουργείται η δυνατότητα μεγαλυτέρου κέρδους, κερδίζεται περισσότερος χρόνος. Είναι χαρακτηριστικά τα λόγια του Baxter: «έξω από ένα σταθερό επάγγελμα τα επιτεύγματα της εργασίας ενός ανθρώπου είναι ασταθή και ευκαιριακά και σπαταλιέται περισσότερος χρόνος σε οκνηρία παρά σε εργασία».
Ο ωφελιμισμός που κυριαρχεί κατά την εξάσκηση του επαγγέλματος φαίνεται μόνο σε αυτό (το επάγγελμα) και όχι τόσο στην εργασία. Γιατί «η έλλογη επαγγελματική εργασία είναι αυτό που ο Θεός απαιτεί», και όχι η εργασία. Μέσα στην προοπτική αυτή πρέπει να δούμε και το ότι κάθε άνθρωπος μπορεί να συνδυάζη πολλά επαγγέλματα και ακόμη να αλλάζη επάγγελμα, εάν αυτό είναι πιο αρεστό στον Θεό[xxi].
Φαίνεται, λοιπόν, ότι ο έλλογος επαγγελματισμός προϋποθέτει τον ορθολογικό τρόπο ζωής και συμπεριφοράς και κρίνεται με κριτήρια ωφελιμιστικά. Αυτά ακριβώς τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα συνιστούν το λεγόμενο πνεύμα του Καπιταλισμού. Εκεί στηρίχθηκε όλη η καπιταλιστική νοοτροπία. Και φυσικά αυτά που λέμε για το επάγγελμα πρέπει να συνδεθούν στενά με το περιεχόμενο του προτεσταντικού ηθικισμού, που αναφέρθηκε προηγουμένως.
Τελειώνοντας αυτήν την ανάλυση της συνδέσεως που κάνει ο Max Weber μεταξύ της προτεσταντικής ηθικής και του πνεύματος του Καπιταλισμού, πρέπει να σημειώσουμε κάτι που ο ίδιος ο Max Weber υπογραμμίζει εμφαντικά. Στους μεταρρυθμιστές δεν μπορεί κανείς να βρη ότι σκοπός της ζωής τους ήταν να θεμελιώσουν κοινωνίες με «ηθικό πολιτισμό». Στο κέντρο των ενδιαφερόντων τους δεν ήταν «προγράμματα ηθικοκοινωνικών μεταρρυθμίσεων», αλλά κυρίως ενδιαφέρονταν για την σωτηρία της ψυχής. Δεν μπορεί να υποστηριχθή δογματικά ότι το καπιταλιστικό πνεύμα προέκυψε μόνον από την επίδραση της Μεταρρυθμίσεως, καθώς επίσης ότι «ο καπιταλισμός σαν οικονομικό σύστημα, είναι δημιούργημα της Μεταρρύθμισης». Εκείνο που θέλει να υποστηρίξη είναι ότι οι θρησκευτικές ιδέες επέδρασαν στην ποιοτική διαμόρφωση και την ποσοτική εξάπλωση του πνεύματος του Καπιταλισμού πάνω στον κόσμο[xxii].
4. Οι κρίσεις των δυτικών ερευνητών για τις απόψεις του Max Weber
Οι απόψεις του Max Weber που διατυπώθηκαν μάλιστα σ’ έναν ορισμένο χώρο, δηλαδή στον δυτικό, δημιούργησαν μεγάλη συζήτηση. Υπήρξαν επιστήμονες που ενστερνίσθηκαν αυτές τις απόψεις, ότι, δηλαδή, το πνεύμα του Καπιταλισμού έχει σχέση με την προτεσταντική ηθική, καθώς επίσης υπήρξαν και άλλοι που αρνήθηκαν ότι υπάρχει σχέση μεταξύ αυτών των δύο πραγματικοτήτων. Πέρα από αυτές τις δύο απόψεις διατυπώθηκαν και πολλές άλλες τις οποίες θα προσπαθήσουμε να δούμε σε αυτήν την ενότητα. Το γεγονός είναι ότι το βιβλίο αυτό του Max Weber δημιούργησε μεγάλη συζήτηση, η οποία εξακολουθεί και στις ημέρες μας. Επομένως, πρόκειται για ένα βιβλίο που δημιούργησε ζυμώσεις, γιατί διακρίνεται για πρωτοτυπία.
Στην συνέχεια θα προσπαθήσουμε να δούμε τις κυριότερες κριτικές για την θεωρία του Max Weber, όπως τις παρουσιάζει ο Robert Green[xxiii]. Θα ήθελα από την θέση αυτή να ευχαριστήσω θερμά τον οικονομολόγο Αναστάσιο Φιλιππίδη, για την ουσιαστική του βοήθεια στην ενημέρωσή μου, αλλά και την κατανόηση των απόψεων των διαφόρων επιστημόνων, οι οποίες παρουσιάζονται εδώ. Η συζήτηση μαζί του πάνω στα θέματα αυτά και η προσφορά του στην είσδυση στην συλλογή πηγών του Green με βοήθησαν να τεκμηριώσω τις απόψεις που είχα σχηματίσει από την προσωπική μελέτη του έργου του Max Weber «Η προτεσταντική ηθική και το πνεύμα του Καπιταλισμού».
Πριν όμως προχωρήσουμε στις συγκεκριμένες απόψεις που διατυπώθηκαν για την θεωρία του Max Weber, θα ήταν καλό να δούμε ποιοι σοβαροί μελετητές συνεισέφεραν στον διάλογο που ακολούθησε από την έκδοση του βιβλίου του Max Weber, τους οποίους παρουσιάζει ο Robert Green.
Από τους πρώτους που ασχολήθηκαν με την θεωρία του Max Weber ήταν ο Ernst Troeltsch, Καθηγητής Θεολογίας στα Πανεπιστήμια του Γκαίτινγκεν, της Βόννης, της Χαϊδελβέργης και του Βερολίνου διαδοχικά. Κατά το έτος 1912 εξέδωσε βιβλίο με τίτλο: «Η κοινωνική διδασκαλία των Χριστιανικών Εκκλησιών», το οποίο υποστηρίζει τις απόψεις του Max Weber, γι’ αυτό οι μετέπειτα κριτικοί του Max Weber κρίνουν και ελέγχουν ταυτόχρονα και τον Troeltsch.
Ο Werner Sombart, Καθηγητής των Πανεπιστημίων Μπρατισλάβας και Βερολίνου και πολυγραφότατος συγγραφέας σε θέματα οικονομικής ανάπτυξης της Ευρώπης, δημοσίευσε το 1911 ένα έργο με τίτλο: «Οι Ιουδαίοι και ο σύγχρονος Καπιταλισμός».
Ο R. H. Tawney, ένας από τους γνωστότερους Βρετανούς οικονομικούς ιστορικούς, Καθηγητής στα Πανεπιστήμια της Γλασκώβης, της Οξφόρδης και στο London School of Economics, ασχολήθηκε με τις απόψεις του Max Weber σε βιβλίο του που εκδόθηκε το 1926 με θέμα: «Η Θρησκεία και η άνοδος του Καπιταλισμού».
Ο Winthrop S. Hudson, Καθηγητής της Εκκλησιαστική ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Colgate – Rochester των Η.Π.Α. και για ένα διάστημα πρόεδρος της Αμερικανικής Εταιρείας Εκκλησιαστικής Ιστορίας, δημοσίευσε το 1949 ένα δοκίμιο με τίτλο: « Πουριτανισμός και το πνεύμα του Καπιταλισμού».
Ο Henri Sée, διάσημος για τα έργα του γύρω από την οικονομική ανάπτυξη της Ευρώπης από τον Μεσαίωνα, δημοσίευσε το 1929 μελέτη με τίτλο: «Σε ποιο βαθμό συνεισέφεραν στην ανάπτυξη του σύγχρονου Καπιταλισμού οι Πουριτανοί και οι Εβραίοι;».
Ο H. M. Robertson ασχολήθηκε επισταμένως με τις θεωρίες του Max Weber σε διδακτορική του διατριβή που υπέβαλε το 1929 στο Πανεπιστήμιο του Καίμπριτζ με τίτλο: «Όψεις της ανόδου του οικονομικού ατομικισμού».
Ο Amintore Fanfani, Καθηγητής Οικονομικής ιστορίας στα Πανεπιστήμια του Μιλάνου και της Ρώμης και αργότερα εξέχων πολιτικός και πρωθυπουργός της Ιταλίας, δημοσίευσε το 1935 μελέτη με τίτλο: «Καθολικισμός, Προτεσταντισμός και Καπιταλισμός».
Τέλος, ο Albert Hyma, Ολλανδός ιστορικός και για πολλές δεκαετίες Καθηγητής στο Αμερικανικό Πανεπιστήμιο του Michigan, έκανε συνολική κριτική στις απόψεις του Max Weber σε μελέτη του η οποία δημοσιεύθηκε το 1955 με τίτλο: «Οικονομικές απόψεις των Προτεσταντών Μεταρρυθμιστών».
Όπως φαίνεται και μόνο από τους τίτλους των πιο πάνω βιβλίων των συγκεκριμένων ερευνητών – επιστημόνων, οι απόψεις του Max Weber συζητήθηκαν πάρα πολύ και διατυπώθηκαν διάφορες ερμηνείες, τις οποίες θα δούμε στην συνέχεια αυτών των αναλύσεων. Βέβαια και πολλοί άλλοι ασχολήθηκαν με τις απόψεις του Max Weber, ξένοι και δικοί μας, αλλά όμως θα σταθούμε στους επιστήμονες που αναφέραμε, γιατί οι απόψεις τους είναι πρωτότυπες και αντιπροσωπευτικές, αφού αυτοί προχώρησαν την ουσιαστική συζήτηση για την σχέση μεταξύ του πνεύματος του Καπιταλισμού και της προτεσταντικής ηθικής.
Στην συνέχεια θα υπογραμμίσουμε μερικά κεντρικά σημεία από τα έργα όσων ασχολήθηκαν με την θεωρία του Max Weber, που κατά την γνώμη μου, είναι σημαντικά και αρκετά χαρακτηριστικά.
α) Υπάρχει μια κατηγορία επιστημόνων που δέχονται τις απόψεις του Max Weber για την γένεση του Καπιταλισμού. Μεταξύ των πρώτων υποστηρικτών του είναι ο Ernst Troeltsch, ο οποίος δέχεται ότι η Καλβινιστική ηθική που τόνιζε την αξία της εργασίας και ταυτόχρονα περιόριζε την κατανάλωση, οδηγούσε στην συσσώρευση του πλούτου. Επίσης, το ότι ο Καλβινισμός απέρριψε την απαγόρευση του τόκου που είχε επιβάλει ο Καθολικισμός βοήθησε στην παραγωγική διακίνηση του χρήματος και, βέβαια, στην αύξησή του.
Στις αναλύσεις που είδαμε προηγουμένως διαπιστώθηκε ότι η Καλβινιστική ηθική της κλήσης και της εργασίας, δηλαδή οι απόψεις του Προτεσταντισμού για το επάγγελμα, προσέδωσε την βασική υποδομή για την ανάπτυξη του πνεύματος του Καπιταλισμού. Βέβαια και ο Max Weber και ο Troeltsch υπογραμμίζουν αυτήν την άποψη χωρίς να υποστηρίζουν ότι ο Καπιταλισμός είναι άμεσο προϊόν του Καλβινισμού.
β) Διατυπώθηκε ακόμη η άποψη ότι ο Καπιταλισμός δεν έχει τόσο σχέση με την Προτεσταντική ηθική, αλλά με το πνεύμα του Ιουδαϊσμού. Αυτό υποστηρίχθηκε από τον Werner Sombart, κατά τον οποίο η κυρία πηγή του πνεύματος του Καπιταλισμού ήταν η κοινωνική στάση και η οικονομική πράξη που σχετίζεται με τον Ιουδαϊσμό. Είναι δε γνωστό το επιχειρησιακό πνεύμα του Εβραίου.
Την άποψη του Sombart υποστήριξε και ο Sée κατά τον οποίο το καλύτερο παράδειγμα καπιταλιστικού πνεύματος αποτελεί ο επιδέξιος και πονηρός Εβραίος έμπορος, παρά ο κάπως ανελαστικός Πουριτανός. Βέβαια, αυτά λέγονται για να αντικρουσθούν οι απόψεις του Max Weber, ο οποίος συνέδεε, όπως είδαμε επανειλημμένως, το πνεύμα του Καπιταλισμού με την Προτεσταντική ηθική.
γ) Μερικοί κριτικοί της θεωρίας του Max Weber αμφισβητούν τον συσχετισμό που επιχειρεί μεταξύ του Καπιταλισμού και της Προτεσταντικής ηθικής και το θεωρούν αυθαίρετο και πάντως υπεραπλουστευτικό συμπέρασμα. Το βασικό τους επιχείρημα είναι ότι ο Καπιταλισμός προϋπήρχε του Προτεσταντισμού, αφού τον συναντάμε και πριν ακόμη δημιουργηθούν οι Προτεσταντικές Ομολογίες στην Δύση. Ήδη έχουμε υπογραμμίσει στην εισαγωγή αυτών των αναλύσεων ότι υπάρχουν μερικοί μελετητές που θεωρούν ότι ο Καπιταλισμός συνδέεται στενά με τον Παπισμό, με την όλη θεολογία και ηθική που διαθέτει.
Ο Sombart υποστήριξε την άποψη ότι στην ανάπτυξη του Καπιταλισμού είχε βοηθήσει η Παπική Εκκλησία, ιδίως στην Ιταλία. Είναι γνωστόν ότι στο θεολογικό σύστημα του Θωμά Ακινάτη επιχειρείται η σχολαστικοποίηση και ορθολογικοποίηση της ζωής. Βασικό δόγμα του Θωμά Ακινάτη είναι ότι «αμαρτία στα ανθρώπινα θέμα είναι ό,τι είναι αντίθετο προς τις επιταγές της λογικής». Δεδομένου ότι το πνεύμα του Καπιταλισμού συνδέεται με τον ορθολογισμό σημαίνει ότι άμεση είναι η εξάρτησή του από το θεολογικό σύστημα της Παπικής Εκκλησίας.
Επίσης, ο Θωμάς Ακινάτης απαιτούσε τον έλεγχο του γενετησίου ενστίκτου για την αποφυγή της σπατάλης, γιατί γνώριζε ότι η πολυτέλεια και η σπατάλη συνοδεύονται και από υπερβολές στα θέματα της ερωτικής ζωής. Κατά συνέπεια η εγκράτεια συνετέλεσε στην συσσώρευση του πλούτου.
Το ότι ο Καπιταλισμός αναπτύχθηκε από τον Παπισμό, κατά τον Sombart, φαίνεται από δύο επί πλέον γεγονότα. Πρώτον, από το ότι οι σχολαστικοί δίδασκαν ότι δεν έχει σημασία αν κάποιος είναι πτωχός ή πλούσιος, αλλά τι κάνει με τον πλούτο και την φτώχεια του. Και δεύτερον ότι οι σχολαστικοί και ειδικότερα ο Αντωνίνος της Φλωρεντίας επέτρεπαν τον τόκο, αν τα χρήματα είχαν δανεισθή για παραγωγική επένδυση.
Παράλληλα με όσα παρουσιάσαμε προηγουμένως ο Sombart υποστηρίζει ότι ο Προτεσταντισμός ήταν αντίθετος προς τον Καπιταλισμό και μόνον ακούσια βοήθησε στην ανάπτυξη του Καπιταλισμού, στο βαθμό που εμπνεόταν από τον ορθολογισμό των Σχολαστικών.
Με τις απόψεις του Sombart συμπορεύεται και ο Robertson, κατά τον οποίο το πνεύμα του Καπιταλισμού υπήρχε από την αρχαιότητα, αλλά διάφορες εξωτερικές συνθήκες δεν επέτρεψαν την ανάπτυξη του Καπιταλισμού. Θα μπορούσε δε να συμφωνήση για μια πιθανή ημερομηνία γένεσης του Καπιταλισμού, που είναι το 1202 και συνδέεται με τις σταυροφορίες, γιατί οι σταυροφορίες δεν ήταν «πόλεμοι, αλλά ληστεία και πειρατεία. Ήταν οργανωμένες εμπορικές επιχειρήσεις λεηλασίας και ο εξοπλισμός της πολεμικής ομάδας απαιτούσε τεράστια κεφάλαια, μεγαλύτερα από τα κεφάλαια οποιασδήποτε εμπορικής ή βιομηχανικής επιχείρησης της εποχής. Ακόμη, τα λάφυρα αποτελούσαν ένα τεράστιο πόρο για την πρώιμη αποθησαύριση του κεφαλαίου. Έτσι, η λεηλασία της Ανατολής ήταν σημαντική για την πρώιμη ιστορία του Καπιταλισμού».
Ως παραδείγματα «καπιταλιστών» που αναφέρονται από τον Robertson είναι η αναγεννησιακή Φλωρεντία του 14ου και 15ου αιώνος, όπου υπήρχαν επιχειρηματίες που οργάνωσαν την ζωή τους γύρω από την επιδίωξη του κέρδους, χωρίς να το απολαμβάνουν, και αργότερα οι Ιησουίτες, γιατί αν υπήρχε μια θρησκεία που ευνοούσε τον Καπιταλισμό δεν ήταν ο Καλβινισμός, αλλά η Θρησκεία των Ιησουιτών.
Και ο Hyma υποστηρίζει ότι όλα τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα που ο Max Weber αποδίδει στον Προτεσταντισμό, από τα οποία προήλθε ο Καπιταλισμός, παρατηρούνται και στην Ιταλία του 14ου και 15ου αιώνος, πριν ακόμη εμφανισθή ο Προτεσταντισμός. Αυτά τα γνωρίσματα είναι η υποχρέωση της σκληρής εργασίας, η επιθυμία της αποταμίευσης με σκοπό την ελεημοσύνη, ο καθαγιασμός του επαγγέλματος και η πίστη ότι οι Χριστιανοί μπορούν να αποκτούν περισσότερα αγαθά απ’ όσα χρειάζονται. Επίσης ισχυρίζεται ότι, καίτοι η τοκογλυφία απαγορευόταν από την Παπική Εκκλησία, εν τούτοις οι διασυνδέσεις του παπικού Κλήρου με τον Τραπεζικό οίκο Fuggers στην Ρώμη, έδωσαν αποφασιστική ώθηση στην ραγδαία εξάπλωση της τοκογλυφίας.
Όλα αυτά δείχνουν ότι, κατά τους επιστήμονες αυτούς, το πνεύμα του Καπιταλισμού προϋπήρχε του Προτεσταντισμού, αλλά όμως, όπως παρατηρεί και ο Fanfani, ο Προτεσταντισμός άσκησε θετική επίδραση για την καθιέρωση του Καπιταλισμού και αυτό, βέβαια, παρά την θέληση των Μεταρρυθμιστών. Και ο Tawney, ενώ αποδέχεται την κεντρική ιδέα του Max Weber, για την σχέση μεταξύ του Καπιταλισμού και της Προτεσταντικής ηθικής, εν τούτοις υποστηρίζει ότι ο Καπιταλισμός υπήρχε ήδη στην μεσαιωνική Ιταλία και στην Φλάνδρα, και ήταν οι καθολικές Ισπανία και Πορτογαλία που εντυπωσίαζαν με τον οικονομικό ιμπεριαλισμός τους τον 15ο – 16ο αιώνα και όχι οι προτεσταντικές δυνάμεις.
Γενικά, κατά την κατηγορία αυτή των επιστημόνων δεν είναι αρκετό να υποστηρίζεται ότι η προτεσταντική ηθική γέννησε τον Καπιταλισμό, ακριβώς γιατί προϋπήρχε με την διδασκαλία της Παπικής Εκκλησίας. Ουσιαστικά, αυτές οι αναλύσεις συνδέουν πολύ περισσότερο το πνεύμα του Καπιταλισμού με την Παπική Εκκλησία.
δ) Οι μελετητές της θεωρίας του Max Weber, στράφηκαν και στο κεντρικό σημείο της. Αφού, κατά τον Max Weber, το πνεύμα του Καπιταλισμού συνδέεται με την Προτεσταντική ηθική ενδιατρίβουν περισσότερο στο θέμα της μελέτης του Προτεσταντισμού, που είναι πράγματι ένα μεγάλο φαινόμενο. Θα δούμε μερικές απόψεις των επιστημόνων της κατηγορίας αυτής.
Ο Tawney, υποστηρίζει ότι το καπιταλιστικό πνεύμα προϋπήρχε του Προτεσταντισμού και θεωρεί ανεπαρκή την θέση του Max Weber ότι η προτεσταντική ηθική συνετέλεσε στην ανάπτυξη του Καπιταλισμού, αλλά δέχεται ότι υπήρχε μια γενικότερη σχέση αιτιότητας ανάμεσα στην Προτεσταντική Μεταρρύθμιση και την άνοδο του Καπιταλισμού. Μάλιστα διατυπώνει την άποψη ότι και μεταξύ των Προτεσταντικών ομάδων υπάρχει σαφής διαφορά. Για παράδειγμα ισχυρίζεται ότι, ενώ ο Παπισμός και ο Λουθηρανισμός διακρίνονται για μια συντηρητική στάση, αντίθετα ο Καλβινισμός έφερε μια επανάσταση, από την άποψη ότι απευθυνόταν σε μια ήδη διαφορετική οικονομία από αυτήν του Μεσαίωνα και χρησιμοποιούσε αυτήν ως βάση για την ηθική του θεωρία. Ο Λουθηρανισμός εξιδανίκευσε την αγροτική, παραδοσιακή κοινωνία, ενώ ο Καλβινισμός ήταν ένα κίνημα της πόλης, που δεν έβλεπε καχύποπτα την ενασχόληση με το εμπόριο και την χρηματοδότηση.
Επομένως, σύμφωνα με τον Tawney, στο σύνολό του ο Προτεσταντισμός χωρίς να είναι η αιτία του Καπιταλισμού, εν τούτοις εξελίχθηκε ως ο σημαντικός υπηρέτης της ανάπτυξής του. Αυτό φαίνεται από το ότι ο μεν Καλβινισμός δεν απέρριπτε όλα τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του Καπιταλισμού, όπως τα αναλύει διεξοδικά ο Max Weber, αλλά επέμενε να τα χρησιμοποιή για την δόξα του Θεού, καθώς επίσης ότι απελευθέρωνε την οικονομική δραστηριότητα της μεσαίας τάξης και με αυτόν τον τρόπο δημιούργησε μια νέα κοινωνία, ο δε Πουριτανισμός ερχόταν σε αντίθεση με τον Φεουδαλισμό και το απολυταρχικό Κράτος, έτσι, εμμέσως μπορούμε να κάνουμε λόγο για σχέση μεταξύ του πνεύματος του Καπιταλισμού και της προτεσταντικής ηθικής.
Ο Hudson ισχυρίζεται ότι ο Max Weber έκανε το σοβαρό λάθος να εξισώνη τον Καλβινισμό του 16ου αιώνος με τον Πουριτανισμό του 17ου αιώνος. Μάλιστα, ισχυρίζεται ότι η ερμηνεία που δίνει ο Max Weber στην «κλήση» δεν υπάρχει πουθενά στα γραπτά του Καλβίνου, αφού και αυτός ο ίδιος ο Καλβίνος θα την απέρριπτε. Επίσης, υποστηρίζει ότι ο Max Weber απομόνωσε μερικές απόψεις της διδασκαλίας του Καλβίνου και δεν είδε την όλη θεολογική του σκέψη, αφού ο Καλβίνος ποτέ δεν θα ισχυριζόταν ότι η υπηρεσία του Μαμμωνά ταυτίζεται με την υπηρεσία του Θεού. Μάλιστα, και αυτοί οι Πουριτανοί τοποθετούσαν τον Θεό ως ύψιστο σκοπό της ζωής τους και πίστευαν ότι ο Θεός είναι σημαντικότερος από τις μπίζνες, την τέχνη και την απόλαυση. Υποστηρίζει την άποψη ότι η νίκη του πνεύματος του Καπιταλισμού σήμαινε την ήττα του Πουριτανισμού, αφού οι Πουριτανού κατεδίκασαν τα νέα εμπορικά ήθη της Αγγλίας του 17ου αιώνος ως αντιχριστιανικά. Το ότι οι Πουριτανοί πλούτισαν, αυτό δεν μπορεί να ερμηνευθή ότι το πνεύμα του Καπιταλισμού συνδέεται με την Προτεσταντική ηθική, αλλά απλούστατα ότι τόνιζαν ιδιαίτερα την αξία της εργατικότητος και της αποταμίευσης.
Έχω την γνώμη ότι και με αυτά που τονίζει ο Hudson ουσιαστικά υποστηρίζει ότι εμμέσως και οι Προτεστάντες βοήθησαν στην ανάπτυξη του Καπιταλισμού, χωρίς να έχουν την συνείδηση ότι τον δημιούργησαν.
Μέσα στην ίδια προοπτική εντάσσεται και ο Sée που υποστηρίζει ότι «το πνεύμα του καπιταλισμού δεν ήταν γέννημα του Πουριτανισμού, αλλά ο τελευταίος απετέλεσε το τονωτικό του». Μεταξύ των άλλων υπογραμμίζει ότι ο Καλβινισμός βοήθησε στην ανάπτυξη του πνεύματος του Καπιταλισμού, ακριβώς επειδή έδωσε ώθηση στην εργατικότητα και τον ατομισμό των οπαδών του. Υπογραμμίζει όμως την πιθανότητα να υπάρχη αμφίδρομη σχέση, δηλαδή τα ενεργητικά, δραστήρια και ανεξάρτητα πνεύματα της εποχής εκείνης να αγκάλιασαν τον Καλβινισμό.
Το ότι οι Καλβινιστές τόνιζαν πολύ την εργατικότητα μπορεί να συνετέλεσε στην συσσώρευση του πλούτου και όχι ότι ενσυνείδητα εδραίωναν τον Καπιταλισμό. Ο Robertson υποστηρίζει ότι στην πραγματικότητα οι Πουριτανοί ήταν αντίθετοι προς τους Καπιταλιστές, επειδή τους θεωρούσαν ως τεμπέληδες, αφού κέρδιζαν χρήματα χωρίς να εργάζονται, εκμεταλλευόμενοι την υπεραξία. Ισχυρίζεται όμως ότι από ιστορική άποψη φαίνεται ότι τελικά μπορεί ο Καπιταλισμός να επηρέασε την Προτεσταντική ηθική, αφού το δόγμα για την «κλήση» δεν παρέμεινε το ίδιο από τον 16ο έως τον 18ο αιώνα. Απλούστατα με την πάροδο του χρόνου το δόγμα της κλήσης μετατράπηκε σε ένα δόγμα βολικό για την τάξη των εμπόρων, ως αντίδοτο εναντίον της άπληστης φιλοδοξίας.
Κατά τον Fanfani, γενικά, οι Προτεστάντες τήρησαν μια κριτική στάση απέναντι στον Καπιταλισμό. Οι Προτεστάντες θεολόγοι ήταν αντίθετοι προς τις εκδηλώσεις του Καπιταλισμού, στις οποίες έβλεπαν ενέργειες του Μαμμωνά. Μάλιστα, ο Καλβίνος καυτηρίαζε την Βενετία και την Αμβέρσα, τις οποίες θεωρούσε κέντρα του Μαμμωνά του Καθολικισμού. Μέσα στα πλαίσια αυτά αναφέρει και διαφόρους συνόδους των Μεταρρυθμιστών, οι οποίες απηγόρευσαν τον τόκο, καθώς επίσης και την εργασία, που στερούσε χρόνο και ενέργεια για την υπηρεσία του Θεού. Γενικά, ο Fanfani δέχεται ότι, καίτοι ο Καπιταλισμός προϋπήρχε του Προτεσταντισμού, εν τούτοις ο τελευταίος άσκησε θετική επίδραση στην καθιέρωσή του.
Στην κατηγορία των απόψεων που αρνούνται την άμεση εξάρτηση του Καπιταλισμού από την Προτεσταντική ηθική είναι και ο Hyma, ο οποίος υποστηρίζει ότι τόσο ο Max Weber όσο και ο Troeltsch παρανόησαν την διδασκαλία του Καλβίνου, αφού ο τελευταίος δεν είχε ποτέ ενδιαφερθή για οικονομικές θεωρίες ή τον Καπιταλισμό. Μάλιστα, ο Καλβίνος ήταν αντίθετος στην εκζήτηση τόκου από τους πτωχούς. Αναφέρει και τους πρώτους Καλβινιστές που απηγόρευσαν τον τόκο σε δάνεια σε πτωχούς και επέτρεπαν μόνο 2% – 3% επιτόκιο σε μεγάλα δάνεια. Γενικά, το κίνητρο του Καλβίνου ήταν η φροντίδα για τους συνανθρώπους και όχι η επιταγή για εργασία προς δόξα του Θεού. Όσα ισχυρίζονται ο Max Weber και ο Troeltsch, κατά τον Hyma έχουν ίσως εφαρμογή στους νεοκαλβινιστές της Αγγλίας και της Αμερικής, όχι όμως και στον Καλβινισμό του Καλβίνου.
Τελικά, ο Καλβίνος κατά τον Hyma, ήταν έντονα αντικαπιταλιστής και θα έμενε κατάπληκτος αν του λέγαμε ότι ένας μπίζνεμαν του 20ού αιώνα σαν τον Ροκφέλλερ, αναφέρεται ως παράδειγμα της επίδρασής του στην εξέλιξη της κοινωνίας. Τα ενδιαφέροντα του Καλβίνου ήταν πνευματικά και αυτό φαίνεται από το γεγονός ότι από τριάντα χιλιάδες σελίδες κειμένων του, μόνον οι πενήντα ασχολούνται με οικονομικά προβλήματα. Το ότι κάποιοι Καλβινιστές από τον 17ο αιώνα και μετά παραδόθηκαν στην λατρεία του Μαμμωνά δεν σημαίνει ότι ο Καλβινισμός τους οδήγησε εκεί, αλλά απλώς ότι είχαν πάψει να είναι Χριστιανοί.
Από την παράθεση των απόψεων αυτών που κρίνουν την θεωρία του Max Weber φαίνεται ότι δεν είναι εύκολη υπόθεση να απορρίψη κανείς την άμεση ή έμμεση σχέση που υπάρχει μεταξύ του πνεύματος του Καπιταλισμού και της Προτεσταντική ηθικής. Μπορεί κανείς να έχη διαφορετικές επί μέρους αντιρρήσεις, αλλά εν τούτοις υπάρχει ένας έμμεσος επηρεασμός. Αυτό τουλάχιστον φαίνεται από την μελέτη των απόψεων των πιο πάνω ερευνητών.
ε) Διατυπώθηκε μια ενδιαφέρουσα άποψη, η οποία συμφωνεί και με τις δικές μας θέσεις που εκθέσαμε στην εισαγωγή αυτής της μελέτης και βέβαια θα επαναλάβουμε πιο κάτω, ότι χωρίς αν εξετάζη κανείς την άμεση προέλευση του Καπιταλισμού, αν δηλαδή προήλθε από τον Παπισμό ή τον Προτεσταντισμό, εν τούτοις μπορεί να υποστηριχθή ότι έχει να κάνη με το γενικότερο δυτικό πνεύμα που επικρατούσε στον δυτικό χώρο, με την επίδραση τόσο του Παπισμού όσο και του Προτεσταντισμού. Άλλωστε, είναι γνωστόν ότι στην ουσία όλες οι δυτικές ομολογίες και ο Παπισμός έχουν την ίδια προοπτική και αναφορά. Απλούστατα, οι Προτεστάντες αντέδρασαν σε θέσεις του Παπισμού, ενώ είχαν την ίδια νοοτροπία. Για παράδειγμα να αναφερθή ότι οι Μεταρρυθμιστές πολεμώντας την υπερβολική εξουσία του Κλήρου έφθασαν στην άρνησή του, και σε αντίθεση με την διδασκαλία των Παπικών ότι μόνον οι κληρικοί ερμηνεύουν την Αγία Γραφή απέρριψαν την Παράδοση και προχώρησαν σε δικές τους ερμηνείες. Όμως, αν μελετήσουμε σε βάθος τις διδασκαλίες τους, θα διαπιστώσουμε ότι είχαν την ίδια προοπτική.
Αυτό υπογραμμίζεται εμφαντικά από τον Hyma. Ισχυρίζεται ότι ο Max Weber έδωσε λαθεμένη έμφαση στις διαφορές Καθολικισμού και Προτεσταντισμού, ενώ έχουν ομοιότητες σε πολλά σημεία, κυρίως στα δύο βασικά θέματα του τόκου και της εργασίας. Κοινή βάση και των δύο αυτών μορφών του Χριστιανισμού είναι οι διδασκαλίες του ιερού Αυγουστίνου. Ο Hyma ισχυρίζεται ότι σύγχρονοι Προτεστάντες πιστεύουν ότι ο Καθολικισμός έχει απομακρυνθή από τον Αυγουστίνο. Στην πραγματικότητα όμως μετά από δύο αιώνες σχετικού παραμερισμού, ο Αυγουστίνος επανήλθε σε εξέχουσα θέση στην Καθολική σκέψη κατά τον 16ο αιώνα. Η θεωρία του Αυγουστίνου περί του προορισμού, με την μικρή τροποποίηση που υπέστη από τον Λούθηρο και τον Καλβίνο, έγινε αποδεκτή από πολλούς στην Καθολική Εκκλησία την εποχή εκείνη.
στ) Διατυπώθηκε η άποψη ότι δεν πρέπει να προσπαθούμε να συνδέσουμε αποκλειστικά τον Καπιταλισμό με τον Καθολικισμό ή τον Προτεσταντισμό, αφού το πνεύμα του Καπιταλισμού είναι συνάρτηση του κοσμικού πνεύματος και της νοοτροπίας του ανθρώπου που επιδιώκει το κέρδος. Φαίνεται ότι μια τέτοια άποψη έχει ερείσματα από την πλευρά ότι ο άνθρωπος στην μεταπτωτική ζωή που βρίσκεται, λόγω της εξάψεως των παθών και της ανασφάλειας, επιδιώκει την κατοχύρωση και την συσσώρευση πλούτου. Βέβαια, πρέπει να ομολογηθή ότι αυτό το παραδέχεται εν μέρει ο Max Weber, αλλά επιμένει περισσότερο στην ορθολογιστική αντίληψη του πλούτου και του κέρδους.
Ο Robertson που άσκησε έντονη κριτική στην θεωρία του Max Weber υποστηρίζει ότι ο χαρακτηρισμός «καπιταλιστής» είναι κοσμικός και η επιχειρηματική δραστηριότητα δεν πρέπει να έχη σχέση με την θρησκευτική «κλήση». Ο άνθρωπος δεν χρειάζεται κανενός είδους «κλήση» για να αφοσιωθή στο κυνήγι του πλούτου, μάλιστα δε πιθανόν να μισή την απαίτηση της θρησκείας να είναι παρατηρητής στις καθημερινές ασχολίες του.
Ωστόσο, όμως, η θρησκεία μπορεί να παίξη έναν θετικό ή αρνητικό ρόλο στην κατάχρηση ή την χρήση του πλούτου. Κατά τον Fanfani ο Καπιταλισμός έχει σχέση με διάφορες θρησκείες, οι οποίες μπορούν να τον εξαφανίσουν, να τον θέσουν υπό έλεγχο ή να τον βοηθήσουν να αναπτυχθή, όχι όμως να τον δημιουργήσουν. Και αυτό συμβαίνει γιατί η επιδίωξη του κέρδους με τα ελάχιστα δυνατά μέσα αποτελεί έμφυτο ένστικτο του ανθρώπου.
Σχετικά με τον Προτεσταντισμό, ο Fanfani ισχυρίζεται ότι προσέφερε ουσιαστική βοήθεια από μια αρνητική άποψη. Δηλαδή, τόσο ο Λουθηρανισμός όσο και ο Καλβινισμός δεν συνέδεσαν την σωτηρία του ανθρώπου με τα έργα που πράττει στην γη, αλλά την θεώρησαν ως εκλογή από τον Θεό. Με αυτόν τον τρόπο ώθησαν τον άνθρωπο στην ικανοποίηση όλων των παρορμήσεών του. Έτσι, από αυτήν την αρνητική πλευρά βοήθησε ο Προτεσταντισμός στην συσσώρευση πλούτου και την ανάπτυξη του πνεύματος του Καπιταλισμού. Πράγματι, όταν θεωρήται ότι η σωτηρία του ανθρώπου είναι ανεξάρτητη από τις πράξεις του στην γη, και μάλιστα, όταν θεωρήται ότι η κατοχή του πλούτου είναι εύνοια του Θεού στον σεσωσμένο, τότε δημιουργείται ένα εύκρατο κλίμα για την ανάπτυξη του πνεύματος του Καπιταλισμού.
ζ) Υπάρχουν και αναλυτές που προσπάθησαν να δουν την θεωρία του Max Weber σε σχέση με τις θεωρίες του Marx. Ήδη στην εισαγωγή αυτής της μελέτης είδαμε ότι, πράγματι, όπως εμφανίστηκε η θεωρία του Max Weber, δηλαδή, μετά την ιδεαλιστική και υλιστική αντίληψη των ιστορικών και κοινωνιολογικών γεγονότων, φανερώνει ότι έρχεται σε αντίθεση με τις προηγούμενες θεωρήσεις.
Για παράδειγμα ο Robertson παρατηρεί ότι ο Max Weber προσπάθησε να στοιχειοθετήσει την αντίστροφη σχέση αιτιότητας από αυτήν που έθετε ο Marx στην οικονομική ερμηνεία της ιστορίας. Η ερμηνεία των οικονομικών γεγονότων γι’ αυτόν ήταν ψυχολογική, αφού η άνοδος του Καπιταλισμού οφειλόταν στην ανάπτυξη του «καπιταλιστικού πνεύματος».
Ο Γάλλος οικονομικός ιστορικός Henri Sée μελετώντας την θεωρία του Max Weber διατυπώνει την άποψη ότι παίζει «τον ρόλο του αντίβαρου στο διάσημο δόγμα του ιστορικού υλισμού, όπως αυτό διατυπώθηκε από τον Karl Marx». Και συνεχίζει: «Διανοητές όπως ο Weber, ο Troeltsch, ο Sombart, χωρίς να κάνουν άμεση κριτική στον ιστορικό υλισμό, του επιτίθενται στο προπύργιό του προσπαθώντας να αποδείξουν ότι τα οικονομικά φαινόμενα – τουλάχιστον ο Καπιταλισμός που είναι το ισχυρότερο – είναι σε πολύ μεγάλο βαθμό προϊόντα ενός θρησκευτικού πνεύματος όπως ο Πουριτανισμός ή ο Ιουδαϊσμός».
Υπάρχει και η άποψη, όπως την διατυπώνει και ο Robertson, ότι η θεωρία του Max Weber χρησιμοποιήθηκε στις θρησκευτικές διαμάχες, και με αυτό το πρίσμα την υιοθέτησαν και διάφοροι προπαγανδιστές. Σε αυτό το σημείο οφείλεται και η δημοτικότητα της θεωρίας αυτής. Δηλαδή, μερικοί βρήκαν την κατάλληλη αφορμή για να επιτεθούν εναντίον του Καλβινισμού και άλλων θρησκειών.
Πρέπει να σημειώσουμε και τις απόψεις του Βασίλη Φίλια για την θεωρία του Max Weber. Ισχυρίζεται ότι από πολλούς ερμηνευτές θεωρείται ότι οι θεωρίες του Max Weber βρίσκονται πολύ κοντά στις μαρξιστικές απόψεις. Άλλωστε, ο Max Weber, κατά τον Βασίλη Φίλια, αποφεύγει να δεσμευθή σε μια ιδεαλιστική ή υλιστική τοποθέτηση, αλλά παραμένει σε καθαρά εμπειρική θέση. Υποστηρίζει, μάλιστα, ότι στο έργο του Max Weber «τοποθετείται ο οικονομικός συντελεστής – ακόμα και όταν δεν εμφανίζεται σαν μονοσήμαντα προσδιοριστικό στοιχείο – πάντοτε σαν ο συντελεστής εκείνος που δρα οπωσδήποτε αποφασιστικά έστω και στο προσκήνιο ή σαν υπόγεια συν-καθοριστική δύναμη κεφαλαιώδους σημασίας». Ακόμη ο Φίλιας υποστηρίζει ότι και στην κοινωνιολογία της θρησκείας κυρίως δε στην πρωτογενή περιοχή του Μαγικού «υπάρχει στενή διαπλοκή με τις οικονομικές πραγματικότητες της καθημερινής ζωής, όπου χωρίς αμφιβολία το θρησκευτικό μπαίνει στην υπηρεσία εξωθρησκευτικών – βασικά οικονομικών σκοπών»[xxiv].
Βέβαια, ο Max Weber πουθενά στο έργο του δεν αναφέρει ρητώς ότι συγγενεύει με τις θεωρίες του Marx ούτε και ότι είναι αντίθετος. Μάλιστα, φαίνεται ότι εντάσσει την γένεση του πνεύματος του Καπιταλισμού στον απόλυτο προορισμό, όπως τον διατύπωσε ο Αυγουστίνος και το ζούσαν οι Προτεσταντικές ομάδες της εποχής του. Γι’ αυτό και πολλού μελετητές του θεωρούν ότι δίνει ουσιαστικά άλλη ερμηνεία των κοινωνιολογικών γεγονότων, από αυτήν που έδιναν οι ιδεαλιστές και οι υλιστές.
Είναι γεγονός όμως, όπως υποστηρίζεται από τον Robertson, ότι το έργο του Max Weber εισήγαγε μια επίθεση εναντίον του Καπιταλισμού εξ ίσου ισχυρά με αυτήν του Marx. Η βαθύτερη προσπάθειά του ήταν να δείξη ότι ο σύγχρονος Καπιταλισμός είναι μια τεράστια και επιβλητική υπερδομή, που στηρίζεται στα θεμέλια μεταβαλλόμενων και ξεπερασμένων θρησκευτικών ιδεών.
η) Ύστερα από την παρουσίαση όλων αυτών των απόψεων για την θεωρία του Max Weber και την περιπλάνησή μας στις κυριότερες απόψεις που διατυπώθηκαν γι’ αυτόν, τόσο θετικές όσο και αρνητικές, πρέπει, νομίζω, να παραθέσουμε τις δικές μας παρατηρήσεις.
Πρώτη. Η θεωρία του Max Weber είναι μεγαλειώδης και πρωτότυπη. Στο βιβλίο που μελετάμε φαίνεται καθαρά ότι συνδέει πολύ στενά το πνεύμα του Καπιταλισμού με την Προτεσταντική ηθική. Δεν μπορεί κανείς να παρερμηνεύση αυτήν την άποψή του, άσχετα αν είναι σωστή εκτίμηση ή όχι. βέβαια, όταν κάνη λόγο για Προτεσταντική ηθική, δεν πρέπει να την αποδεσμεύσουμε από την μεταφυσική. Όταν ομιλή για την επιρροή και την επίδραση που έχει ο απόλυτος προορισμός, ο οποίος στην συνέχεια καθορίζει και την συμπεριφορά του ανθρώπου, δείχνει ότι δεν πρόκειται για μια εξωτερική και επίπλαστη ηθική, αλλά για οντολογία.
Δεύτερη. Οι απόψεις του Max Weber προκάλεσαν πολλές συζητήσεις, ακόμη και σήμερα. Διετυπώθησαν πολλές απόψεις σε πολλές περιπτώσεις αντίθετες μεταξύ τους. Άλλοι συμφώνησαν με την θεωρία αυτή και άλλοι διεφώνησαν. Πιθανόν αυτό έχει να κάνη με τις ιδεολογικές πεποιθήσεις κάθε αναλυτού. Το γεγονός είναι ότι και αυτοί που δεν δέχθηκαν την θεωρία του Max Weber σε πολλά σημεία, δεν μπόρεσαν να την απορρίψουν ολοκληρωτικά. Έτσι, λοιπόν, γίνεται μεγάλη συζήτηση, αλλά τελικά δεν απορρίφθηκε η θεωρία ότι το πνεύμα του Καπιταλισμού συνδέεται άμεσα ή έμμεσα με την Προτεσταντική ηθική.
Τρίτη. Πρέπει να προσεχθή ιδιαιτέρως ότι ο Max Weber όταν κάνη λόγο για Καπιταλισμό, δεν εννοεί απλώς την συσσώρευση του κεφαλαίου και την αγάπη προς τον πλούτο, αλλά τον Καπιταλισμό «ως ορθολογική καπιταλιστική οργάνωση της ελεύθερης εργασίας». Πρόκειται σαφώς για μορφή που παρουσιάσθηκε κατά τον μεσαίωνα και έχει να κάνη με το δυτικό πνεύμα. Αν σκεφθή κανείς ότι το λεγόμενο δυτικό πνεύμα είναι η υποδομή τόσο του Καθολικισμού όσο και του Προτεσταντισμού, τότε καταλαβαίνει ότι ο Καπιταλισμός, όπως τον γνωρίζουμε σήμερα, με την δυτική μεταφυσική, που αποτελεί το θεμέλιο του δυτικού Χριστιανισμού, συνιστά τον τρόπο ζωής των δυτικών ανθρώπων.
Ο δυτικός τρόπος ζωής διακρίνεται για την πίστη στην μεταφυσική, τον απόλυτο προορισμό, τον ορθολογισμό, τον ηθικισμό και τον ασκητισμό με έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα. Τελικά, το βαθύτερο πνεύμα του δυτικού Χριστιανισμού είναι ο ατομικισμός. Αυτό ακριβώς δείχνει τον στενό σύνδεσμο του Καπιταλισμού με τον δυτικό τρόπο ζωής.
Προϋπήρχε, βέβαια, αυτό το πνεύμα του Καπιταλισμού και στον Παπισμό, αλλά τελικά οι Προτεστάντες με την βίωση της ελευθερίας και την καλλιέργεια της ελεύθερης σκέψης, το ανέπτυξαν ακόμη περισσότερο. Γενικά, πιστεύουμε ότι ο φιλελευθερισμός έχει στενή σχέση με τον Καπιταλισμό.
Τέταρτη. Οι ερμηνευτές της θεωρίας του Max Weber, που είδαμε προηγουμένως είναι δυτικοί και ζουν μέσα στο ίδιο κλίμα και την ίδια ατμόσφαιρα στην οποία έζησε και μεγάλωσε και ο Max Weber. Χρειάζεται όμως και μια κριτική έξω από το δυτικό πνεύμα. Γι’ αυτό στην συνέχεια θα δούμε λίγο τις απόψεις του Max Weber μέσα από τα Ρωμαίικα πλαίσια. Το θέμα, βέβαια, δεν εξαντλείται σε όσα θα γραφούν, αλλά είναι μια προσπάθεια ορθόδοξης προσέγγισής του.
5. Η Ρωμηοσύνη και το πνεύμα του Καπιταλισμού
Σε προηγούμενες αναλύσεις είδαμε ότι ο Max Weber αναλύει διεξοδικά την σχέση μεταξύ της προτεσταντικής ηθικής και του πνεύματος του Καπιταλισμού. Ιδιαίτερα εξετάζει τον Καλβινισμό, τον πιετισμό, τον μεθοδισμό και τις βαπτιστικές αιρέσεις και αποδεικνύει ότι, παρά τις επί μέρους διαφορές τους, έχουν το ίδιο περιεχόμενο, εμποτίζονται από τον απόλυτο προορισμό, ο οποίος επηρέασε την ατομική και κοινωνική ζωή. Οι συνέπειες της θεωρίας του απολύτου προορισμού στην ατομική και κοινωνική ζωή είναι αυτό που μπορούμε να ονομάσουμε σχέσεις μεταξύ της μεταφυσικής και της κοινωνικής ζωής.
Το ενδιαφέρον είναι ότι ο Max Weber μελετά τις Προτεσταντικές αυτές ομάδες σε σχέση και αναφορά με τον Καθολικισμό. Χρησιμοποιώ τον όρο αυτό (καθολικισμό) εντελώς συγκαταβατικά για να γίνεται συνεννόηση, γιατί αυτούς που χαρακτηρίζουμε ως Καθολικούς στην πραγματικότητα είναι Παπικοί, Λατίνοι, Φράγκοι, ενώ οι μόνοι Καθολικοί είναι οι Ορθόδοξοι, αφού οι όροι Καθολικός και Ορθόδοξος ταυτίζονται εννοιολογικά. Το γεγονός ότι αντιτίθενται οι Προτεστάντες προς τους Καθολικούς έχει και μια άλλη παράμετρο. Οι ελεύθερες αντιλήψεις είναι αντίθετες προς την φεουδαρχία. Είναι δε γνωστόν ότι οι Λατίνοι εξέφραζαν το φεουδαλιστικό σύστημα και νοοτροπία, ενώ οι Προτεστάντες με την καπιταλιστική νοοτροπία κτυπούσαν τον φεουδαλισμό.
Ενώ σε πολλά σημεία του βιβλίου του ο Max Weber υπογραμμίζει τις διαφορές μεταξύ του ασκητισμού των Καθολικών και του ασκητισμού των Προτεσταντών, αφού οι πρώτοι περιόριζαν την άσκηση στα Μοναστήρια, ενώ οι δεύτεροι την μετέφεραν στον κόσμο, δεν κάνει πουθενά λόγο ρητά για την Ορθοδοξία. Μόνον σε ελάχιστα σημεία αναφέρεται «στην αποστολική εποχή»[xxv] και τον «ανατολικό ησυχασμό», που τον συνδέει με μερικά βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης[xxvi].
Δεν ξέρει κανείς τι να υποθέση. Ή δεν γνώριζε την Ορθοδοξία και την διδασκαλία των αγίων Πατέρων για τα θέματα που αναπτύσσει, ή δεν ήθελε να αναφερθή σε αυτήν, πιθανόν λόγω προκαταλήψεων. Αυτό το γεγονός επιβεβαιώνεται από ότι σε μερικά σημεία των γραπτών του δίνει την εντύπωση ότι αποδέχεται ότι οι Καθολικοί εκφράζουν τον γνήσιο Χριστιανισμό.
Πρέπει να υπογραμμισθή ότι η Ορθοδοξία – Ρωμηοσύνη δεν έχει καμμιά σχέση με την προτεσταντική ηθική, όπως ρεαλιστικά την παρουσιάζει ο Max Weber, σε αναφορά με το καπιταλιστικό πνεύμα, αλλά ούτε εκφράζεται από την λατινική θεολογία. Γι’ αυτό στα επόμενα, με κάθε δυνατή συντομία θα δούμε ποιες είναι οι απόψεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας, πάνω στις κεντρικές θέσεις που υπογραμμίζει ο Max Weber. Θα υπογραμμίσουμε πέντε βασικά σημεία, χωρίς να παρατεθούν κείμενα Πατέρων και σχετική βιβλιογραφία, γιατί σε άλλες μελέτες μου υπάρχει άφθονο υλικό.
α) Είναι χαρακτηριστικό ότι το πνεύμα του Καπιταλισμού, δηλαδή ο Καπιταλισμός ως σύστημα, δεν γεννήθηκε στον χώρο της Ανατολής, της Ρωμηοσύνης, αλλά στην Δύση. Αυτό δεν είναι άσχετο από την θεολογία και τον τρόπο ζωής που επικρατούσε στις δύο αυτές περιοχές. Στην Ορθόδοξη Ανατολή δεν υπήρξε ανάγκη να αντικρουσθή το φεουδαλιστικό σύστημα με την ρατσιστική νοοτροπία, όπως επικρατούσε στην Δύση.
Πέρα από αυτό στην Ορθόδοξη Ανατολή κυριαρχούσαν οι διδασκαλίες των Πατέρων της Εκκλησίας για την φιλοθεΐα και την φιλανθρωπία, για την κένωση και την θυσία, για το φιλότιμο και την θυσία των δικαιωμάτων. Με άλλα λόγια υπήρχε ισορροπημένη κοινωνική διδασκαλία, που ήταν καρπός της γνήσιας χριστολογίας, εκκλησιολογίας και ανθρωπολογίας. Η κοινωνική αυτή διδασκαλία δεν δημιουργήθηκε ούτε λειτουργούσε ως σύστημα, αλλά ήταν τρόπος ζωής.
Τα κατ’ εξοχήν κέντρα της Ρωμηοσύνης όπου εφαρμοζόταν η γνήσια κοινωνική διδασκαλία, που ήταν αποτέλεσμα της έλευσης της Χάριτος του Θεού και της πνευματικής αναγεννήσεως του ανθρώπου, ήταν τα Μοναστήρια. Στους χώρους των Μονών λειτουργούσε κατά τον καλύτερο τρόπο η κοινότητα, όπου επικρατούσε αγάπη για τον Θεό και τον πλησίον, όπου η φιλαυτία αποκρουόταν με τον ασκητικό αγώνα. Η ζωή των Μοναστηριών επηρέαζε και τις ρωμαίικες κοινωνίες, ακόμη και αυτά τα ανάκτορα.
Βέβαια, στην Ορθόδοξη Ανατολή δεν γεννήθηκε ούτε και ο σοσιαλισμός. Γιατί, όπως είδαμε προηγουμένως, και το σοσιαλιστικό σύστημα οργανώθηκε με ορθολογικά κριτήρια, υποτάχθηκε στην γραφειοκρατία και την όλη νοοτροπία του ανθρωποκεντρικού συστήματος.
Πράγματι, η Ορθοδοξία διαφέρει ριζικά τόσο από τον Καπιταλισμό, όσο και από τον Σοσιαλισμό, από απόψεως φιλοσοφίας, δομής και οργανώσεως, αφού και τα δύο αυτά συστήματα είναι τέκνα της δυτικής μεταφυσικής. Η κοινωνική διδασκαλία του Σοσιαλισμού συγγενεύει με την κοινωνική διδασκαλία του Χριστιανισμού, αλλά υπάρχουν δύο βασικές διαφορές. Η μία ότι η εφαρμογή της γίνεται με επαναστάσεις και νόμους και όχι με ελευθερία και αγάπη, και η άλλη ότι ο Σοσιαλισμός στις περισσότερες εκφράσεις του συνδέεται με μια συγκεκριμένη κοσμοθεωρία, οπότε είναι αθεϊστική ιδεολογία. Οπωσδήποτε όμως, ενώ η Ορθοδοξία συγγενεύει από την πλευρά της κοινωνικής διδασκαλίας με τον σοσιαλισμό βρίσκεται σε πλήρη διαλεκτική αντίθεση με το πνεύμα του Καπιταλισμού.
Τόσο ο Καπιταλισμός όσο και ο Σοσιαλισμός είναι μεταφερόμενα και εισαγόμενα συστήματα. Και μπορεί κανείς να προσθέση ότι οι σοσιαλιστικές θεωρίες πέρασαν στην Ορθόδοξη Ανατολή, όπου επικρατούσε η Ορθοδοξία, γιατί εδώ ήταν γνωστές από χρόνια απόψεις για την δικαιοσύνη, την ισότητα, την αγάπη κλπ. Ακόμη και σήμερα οι θεωρίες του σοσιαλισμού – μαρξισμού είναι δύσκολο να επικρατήσουν στον δυτικό χώρο, γιατί εκεί κυριαρχεί το άτομο. Και σε αυτές τις ατομοκρατικές αντιλήψεις ευδοκιμεί ο Καπιταλισμός.
Επομένως, ο Καπιταλισμός δεν μπορεί να χωρέση στην διδασκαλία και τον τρόπο ζωής που επικρατεί στην Ρωμηοσύνη. Είναι γέννημα του δυτικού ανθρώπου και είναι προορισμένος γι’ αυτόν.
β) Η Ορθοδοξία δεν συνδέεται με την μεταφυσική. Είδαμε στην προηγούμενη ανάλυση ότι το πνεύμα του Καπιταλισμού, όπως το αναλύει ο Max Weber, συνδέεται πολύ στενά με την θεωρία του απολύτου προορισμού, που είναι ένα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της μεταφυσικής. Βέβαια, ο όρος μεταφυσική περικλείει και πολλές άλλες πλευρές που δεν θα αναλυθούν εδώ.
Μπορούμε να πούμε καλύτερα ότι η Ορθοδοξία είναι αντιμεταφυσική. Το κέντρο της ορθοδόξου ανθρωπολογίας δεν είναι ο ορθός λόγος. Χωρίς να καταργήται η λογική, υπερβαίνεται με την αποκάλυψη του Θεού, που είναι υπέρ λόγον και όχι κατά λόγον.
Η θεωρία του απολύτου προορισμού είναι απόβλητη από την θεολογία των Πατέρων της Εκκλησίας. Ο Θεός δεν παραβιάζει την ελευθερία του ανθρώπου και όσοι θελήσουν μπορούν να γίνουν υιοί του Θεού. Στην Ορθοδοξία δεν υπάρχει «αριστοκρατία των ευσεβών». Όταν ο άνθρωπος ακολουθήση μια συγκεκριμένη μέθοδο θεραπείας, τότε μπορεί να φθάση στην θεοπτία. Έτσι, γνωρίζει τον Θεό, αποκτά ανιδιοτελή αγάπη και αγαπά όλον τον κόσμο. Όπως η ιατρική επιστήμη δεν μπορεί να είναι μεταφυσική, το ίδιο και η ορθόδοξη θεολογία δεν μπορεί να είναι μεταφυσική.
γ) Διαφορετικές είναι οι απόψεις της Ορθοδοξίας για την εργασία και το επάγγελμα από τις απόψεις των Προτεσταντών. Η τεράστια διαφορά βρίσκεται στο ότι οι Προτεστάντες συνδέουν το επάγγελμα με την θεία Πρόνοια, την θεία εντολή, και κυρίως με τον απόλυτο προορισμό. Στην προτεσταντική ηθική το επάγγελμα, καθώς επίσης και το κέρδος που προέρχεται από αυτό, γίνεται μέσα στα πλαίσια των σεσωσμένων από τον Θεό. Στην Ορθοδοξία, εφ’ όσον δεν πιστεύουμε στον απόλυτο προορισμό, είναι επόμενο ότι δεν συνδέουμε το επάγγελμα με την απάνθρωπη αυτή θεωρία.
Έπειτα, η εργασία, καίτοι έχει την αξία της για την ζωή του ανθρώπου σε αυτόν τον βίο και μπορεί να θεωρηθή και ως πνευματικό έργο, όταν γίνεται μέσα στα γνήσια γνωσιολογικά και ησυχαστικά πλαίσια, εν τούτοις δεν ταυτίζεται απόλυτα με το εξειδικευμένο επάγγελμα. Δεν μπορεί, για παράδειγμα, η ιατρική επιστήμη να γίνη επάγγελμα, ούτε ακόμη και άλλες ανθρωπιστικές επιστήμες, αλλά εντάσσονται μέσα στην προοπτική της διακονίας. Όλοι είμαστε διάκονοι. Ο επαγγελματισμός της εργασίας, και το κυριότερο η νοοτροπία του επαγγελματισμού συνδέεται με το κέρδος, την αύξηση της παραγωγής, με οποιονδήποτε τρόπο, την εκμετάλλευση του ανθρώπου και τόσα άλλα φοβερά πράγματα.
Η άποψη ότι το επάγγελμα κάθε ανθρώπου είναι προορισμένο από την θεία Πρόνοια είναι απάνθρωπη, αφού καταργεί την ελευθερία του ανθρώπου ή τον κάνει να αυθαδιάζη ακόμη περισσότερο. Ας φανταστούμε τι μπορεί να συμβή αν ο έμπορος και ο εργοστασιάρχης, ο κάθε επιχειρηματίας σκεφθή ότι η εργασία του αυτή είναι επάγγελμα που καθορίσθηκε από τον Θεό. Σε αυτήν την περίπτωση μπορούν αν δικαιωθούν όλες οι καταχρήσεις, οι αδικίες και εκμεταλλεύσεις.
Γι’ αυτόν τον λόγο η εργασία δεν ταυτίζεται απόλυτα με το επάγγελμα. Άλλωστε, η παράδοση του τόπου μας στις αγροτικές κοινωνίες και τις κοινότητες, στα Μοναστήρια, απέδειξε ότι μπορεί κανείς να εργάζεται και να προσφέρη πολλά, χωρίς να εξασκή ένα συγκεκριμένο επάγγελμα. Αλλά και όταν είναι υποχρεωμένος να εξασκήση ένα εξειδικευμένο επάγγελμα πρέπει να το εκλαμβάνη ως εργασία που θα γίνεται στα πλαίσια της φιλοθεΐας και της φιλανθρωπίας.
Εξ άλλου η εργασία κάθε ανθρώπου δεν είναι αυτοσκοπός στην ζωή του. Είναι χρήσιμη, απαραίτητη για να μη περιπίπτη στην ακηδία, καθώς επίσης και αναγκαία για να τρέφη ο άνθρωπος αυτούς που έχει υπό την προστασία του, αλλά δεν είναι ο μοναδικός του σκοπός. Θεωρείται ότι είναι δώρο Θεού, και πρέπει να εξασκήται ευχαριστιακά. Σκοπός του ανθρώπου δεν είναι η δικαίωση, ούτε η επιβεβαίωση της υπάρχουσας Χάριτος στην καρδιά, αλλά η θέωσή του.
δ) Η ορθόδοξη άσκηση δεν αποβλέπει στην εκπλήρωση των καθηκόντων έναντι του Θεού, ούτε στην επιβεβαίωση ότι ανήκει κανείς στην αριστοκρατία των εκλεκτών, αλλά στην ελευθέρωση του νοός από την υποδούλωσή του στα κτίσματα.
Σε αντίθεση με τον ορθολογισμό, ρατσιοναλισμό, κατά τον οποίο κέντρο του ανθρώπου είναι ο ορθός λόγος, η Ορθοδοξία δέχεται ότι δύο είναι τα κέντρα του ανθρώπου, ο νους και ο λόγος. Ο νους έχει σχέση με τον Θεό και τα θεία, ενώ ο λόγος με τον περιβάλλοντα κόσμο. Όταν ο νους υποδουλώνεται στα κτίσματα, τότε ο άνθρωπος είναι άρρωστος ψυχικά, ψυχολογικά, πνευματικά. Η όλη ασκητική προσπάθεια αποβλέπει στην ελευθέρωση του νου από την υποδούλωσή του στην λογική, τα πάθη και τον περιβάλλοντα κόσμο. Αυτό επιτυγχάνεται με τον ορθόδοξο ησυχασμό.
Μιλώντας για τον ορθόδοξο ησυχασμό πρέπει να τον βλέπουμε μέσα από δύο προοπτικές. Πρώτον, ότι είναι εντολή του Θεού. Με άλλα λόγια, οι εντολές του Θεού δεν αναφέρονται μόνον σε εξωτερικά έργα για την εφαρμογή του καθήκοντος, αλλά και στην εσωτερική καθαρότητα, την νήψη, την ησυχία, κλπ. Δεύτερον, ο ορθόδοξος ησυχασμός δεν γίνεται μέσα στο κλίμα του ατομικισμού. Ο ησυχαστής, επειδή ελευθερώνεται από υπαρξιακές και εσωτερικές τυραννίες, είναι ο κατ’ εξοχήν ελεύθερος, γνήσιος άνθρωπος, που αγαπά όλους τους ανθρώπους αληθινά.
Επομένως, η ορθόδοξη ησυχία συνδέεται στενά με την θεραπεία του ανθρώπου, και από απόψεως μεθοδολογίας ομοιάζει με την σύγχρονη ψυχιατρική. Λέγεται αυτό από απόψεως μεθοδολογίας, γιατί από απόψεως οντολογίας και ανθρωπολογίας υπάρχει μεγάλη διαφορά. Πάντως, κανείς δεν μπορεί να κατηγορήση έναν ψυχαναλυτή ότι με την προσπάθεια που καταβάλλει, με την ψυχοθεραπεία που ασκεί, δεν κάνει κοινωνική δράση, ότι βλέπει τον άνθρωπο απομονωμένο. Αντίθετα μάλιστα τον επαινεί γιατί τον ήδη απόκοσμο και αντικοινωνικό άνθρωπο τον βοηθά ο ψυχαναλυτής να αντιμετωπίζη σωστά τους άλλους ανθρώπους και την κοινωνία, να θεραπεύση την δυσλειτουργική προσωπικότητά του. Το ίδιο και περισσότερο ισχύει για την ορθόδοξη ησυχία. Ο άνθρωπος δια της ησυχίας αποβάλλει την αντικοινωνικότητά του και γίνεται αληθινά κοινωνικός, θεραπεύει τον ατομισμό και έτσι από ιδιοτελή αποκτά ανιδιοτελή αγάπη.
Μέσα σε αυτήν την προοπτική βλέπει και τον πλούτο, τα υλικά αγαθά. Δεν τα αντιμετωπίζει ούτε ειδωλολατρικά ούτε μανιχαϊκά, δηλαδή ούτε τα λατρεύει ούτε τα απορρίπτει. Όταν ο άνθρωπος είναι πνευματικά ολοκληρωμένος και στέκεται σωστά απέναντι σε αυτά, δεν βλέπει στα χρήματα καμμιά αναγεννητική δύναμη και αξία, δεν ενδιαφέρεται για την χρησιμοποίηση μεθόδων και τρόπων με σκοπό την αναπαραγωγή χρημάτων. Γι’ αυτόν μεγαλύτερη αξία έχει η προσφορά, η θυσία, η κένωση, η άρνηση των δικαιωμάτων.
Η ορθόδοξη άσκηση δεν αποβλέπει σε καμμιά ευδαιμονία, είτε ιδεαλιστική είτε υλική. Η ιδεαλιστική ευδαιμονία κυριαρχείται από την επιστροφή της ψυχής στον κόσμο των ιδεών, ενώ η υλιστική ευδαιμονία από την απόλαυση των υλικών αγαθών στην ζωή αυτή. Μάλιστα η ορθόδοξη άσκηση θεραπεύει τον άνθρωπο από τέτοιες ευδαιμονιστικές τάσεις.
Επίσης, στην Ορθοδοξία δεν διακατεχόμαστε από την έμμονη ιδέα της εκπληρώσεως του καθήκοντος. Η δυτική ηθική μας έμαθε να μιλούμε για καθήκοντα προς τον Θεό, τον πλησίον και τον εαυτό μας. Εμείς μάθαμε να μιλούμε για την φυσική πορεία του ανθρώπου. Η αγάπη δεν είναι καθήκον ούτε μπορεί να περικλεισθή μέσα σε αυτήν την έννοια, αλλά φυσική κατάσταση του ανθρώπου. Η έλλειψη της αγάπης είναι παρά φύσιν πορεία των ψυχικών δυνάμεων του ανθρώπου.
ε) Βέβαια, μπορεί να υπάρχουν βαπτισμένοι Ορθόδοξοι, οι οποίοι διακρίνονται στην ζωή τους από την προτεσταντική ηθική και το πνεύμα του Καπιταλισμού, και ανήκουν στην κατηγορία των ανθρώπων που αναλύονται από τον Max Weber. Αυτοί όμως δεν είναι πραγματικά Ορθόδοξοι, δεν διαποτίζονται από την ατμόσφαιρα της Ορθοδόξου Παραδόσεως, δεν είναι Ρωμηοί, αλλά βατικανίζοντες και προτεσταντίζοντες ορθόδοξοι. Το γεγονός είναι ότι όταν θέλουμε να πληροφορηθούμε για την ζωή της Εκκλησίας πρέπει να προσεγγίζουμε αυτούς που αναπνέουν μέσα στην ατμόσφαιρά της, που κολυμπούν μέσα στον ζωήρρυτο ποταμό της και δεν βυθίζονται στα στάσιμα και μολυσμένα νερά, ούτε παραμένουν στις όχθες του ποταμού.
Η Ορθοδοξία δεν έχει καμμιά σχέση με την προτεσταντική ηθική και το πνεύμα του Καπιταλισμού. Έχει μια ολόκληρη ζωή που είναι υπέρβαση όλων των κτιστών πραγματικοτήτων, της φθοράς, ακόμη και αυτού του θανάτου.
6. Συμπέρασμα
Στην ανάλυση που προηγήθηκε έγινε προσπάθεια να παρουσιασθούν μερικές βασικές θέσεις του Max Weber, όπως αναπτύσσονται στο βιβλίο του «η προτεσταντική ηθική και το πνεύμα του Καπιταλισμού». Φυσικά, δεν ήταν στις προθέσεις μου να γίνη κριτική θεώρηση αυτών των απόψεων.
Η σκέψη του Max Weber που περιέχεται στο βιβλίο του είναι δημιουργικά, διεισδυτική, επαναστατική, γι’ αυτό και δημιούργησε πολλές συζητήσεις από τότε που δημοσιεύθηκε μέχρι σήμερα. Ωστόσο, όμως, παρουσιάζει και πολλά άλλα ενδιαφέροντα σημεία, τα οποία δεν εξετάσαμε, που δείχνουν την επίδραση της Μεταρρύθμισης στον ατομικό και κοινωνικό χώρο. Έτσι καταλαβαίνουμε ότι συνδέεται στενά η θεολογία με την ιστορία, οι θεολογικές συζητήσεις με το ιστορικό και κοινωνικό γίγνεσθαι.
Η ανάλυση αυτή δεν είχε σκοπό να εξαντλήση το θέμα, αλλά να οδηγήση τον αναγνώστη στην προσωπική μελέτη του έργου, όπου θα διαπιστώση και άλλες ενδιαφέρουσες πλευρές, καθώς επίσης θα δη πιο αναλυτικά τις απόψεις αυτές που εκθέσαμε συνοπτικά, σε μερικά δε σημεία αποσπασματικά.
Φθάνει όμως να το διαβάση μέσα από την ορθόδοξη προοπτική, και να μη συσχετίζη την προτεσταντική ηθική και την νοοτροπία των «Καθολικών» με την ορθόδοξη ζωή. Εμείς έχουμε δικά μας ρωμαίικα κριτήρια με τα οποία παρατηρούμε, διαβάζουμε και κρίνουμε τον κόσμο. Κυρίως έχουμε δική μας παράδοση, που εκφράζει την ζωή.
Παραπομπές
[i] Χρ. Ανδρούτσου: Λεξικόν φιλοσοφίας, εκδ. Ρηγοπούλου, Θεσσαλονίκη 1965, σελ. 32.
[ii] Θρησκευτική και ηθική εγκυκλοπαίδεια, εκδ. Μαρτίνος, τόμος 2, στ. 516-517.
[iii] John S. Romanides: An Orthodox Progress Report on the Lutheran – Orthodox Dialogue, εις Θεολογία, τόμ. 65, Ιαν.-Μάρτιος 1994, σελ. 28.
[iv] Max Weber: Η Προτεσταντική ηθική και το πνεύμα του Καπιταλισμού, μετάφραση Μ. Γ. Κυπραίου, εκδ. Gutenberg, Αθήνα 1993, σελ. 25.
[v] Θρησκευτική και ηθική εγκυκλοπαίδεια, τόμος 3, στ. 782-783.
[vi] βλ. Κ. Γεωργούλη: Θρησκευτική και ηθική εγκυκλοπαίδεια, τόμος 6, σελ. 1071.
[vii] εις Max Weber ένθ. άνωτ. σελ. 7.
[viii] Max Weber, ένθ. άνωτ. σελ. 11-14.
[ix] ένθ. ανωτ. σελ. 14-24.
[x] ένθ. ανωτ. σελ. 31-35.
[xi] ένθ. ανωτ. σελ. 41-44.
[xii] ένθ. ανωτ. σελ. 44-45.
[xiii] ένθ. ανωτ. σελ. 67.
[xiv] Θρησκευτική και ηθική εγκυκλοπαίδεια, τόμος 10, στ. 633-634.
[xv] Max Weber, ένθ. ανωτ. σελ. 87-88.
[xvi] ένθ. ανωτ. σελ. 83-134.
[xvii] ένθ. ανωτ. σελ. 90 κ.ε.
[xviii] ένθ. ανωτ. σελ. 135 κ.ε.
[xix] ένθ. ανωτ. σελ.69 κ.ε.
[xx] ένθ. ανωτ. σελ. 155-156.
[xxi] ένθ. ανωτ. σελ. 140 κ.ε.
[xxii] ένθ. ανωτ. σελ. 78-80.
[xxiii] βλ. Robert Green: Protestantism and Capitalism – The Weber Thesis and its Critics, D. C. Heath and Co., Lexington, Massachusetts, 1959.
[xxiv] Βασίλη Φίλια: Μαξ Βέμπερ: συστηματική κοινωνιολογία και μεθοδολογία, εκδ. Νέα Σύνορα, σελ. 167 κ.ε.
[xxv] Max Weber, ένθ. ανωτ. σελ. 73.
[xxvi] ένθ. ανωτ. σελ. 143.
Η εξέλιξη του μεσαιωνικού κόσμου
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Το Πολιτικό Καφενείο έχει αρχίσει τη δημοσίευση σπάνιων κειμένων που δεν έχουν δημοσιευτεί στο Ελληνικό Διαδίκτυο. Συνεχίζουμε με τον ΠΡΟΛΟΓΟ του βιβλίου: Η εξέλιξη του μεσαιωνικού κόσμου. Πρόκειται για μια περιεκτική επισκόπηση της μεσαιωνικής Ευρώπης. Θρησκευτική και κοσμική ζωή, λαϊκός πολιτισμός, παιδεία, οικογένεια: τα θέματα που απασχολούν τον συγγραφέα εκτός φυσικά από τις πολιτικές ιδέες και τους μηχανισμούς διακυβέρνησης σε όλα τα επίπεδα. Υπάρχει επίσης εκτενής αναφορά στους ισχυρούς γείτονες, το Βυζάντιο και το Ισλάμ, που άσκησαν σημαντική επιρροή στη Δύση.
(Επιμέλεια κειμένων, από τον Παναγιώτη Βήχο)
David Nicholas
Ο όρος «Μεσαίωνας» επινοήθηκε για να στιγματίσει μια χιλιετία πνευματικής καθυστέρησης και κοινωνικής αδικίας, όπως τη θεωρούσαν κάποτε οι ιστορικοί. Η χιλιετία αυτή χωρίζει την κλασική Αρχαιότητα από τη σύγχρονη «φωτισμένη» εποχή, που αρχίζει είτε με την ιταλική Αναγέννηση είτε με την προτεσταντική εξέγερση. Πολλοί μελετητές της μετά το 1500 ευρωπαϊκής ιστορίας εξακολουθούν να διακρίνουν ένα κατακόρυφο ρήγμα ανάμεσα στον Μεσαίωνα και τη «σύγχρονη» εποχή και αποδίδουν μεσαιωνική προέλευση μόνο σε όποιο στοιχείο των πιο πρόσφατων αιώνων θεωρούν απωθητικό ή αναχρονιστικό. Πολλοί μεσαιωνολόγοι συμπλέουν μαζί τους καθώς αντιλαμβάνονται τον Μεσαίωνα ως μια διακριτή χιλιετή περίοδο της ιστορίας με τα δικά της ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και με σαφή αρχή και τέλος, αλλά διαφέρουν από τους ιστορικούς των νεότερων χρόνων κατά το ότι βρίσκουν τις μεσαιωνικές ιδιοτυπίες αξιέπαινες. Εντούτοις, άλλοι μεσαιωνολόγοι έχουν εντοπίσει σύνθετους κοινωνικούς και πολιτισμικούς δεσμούς ανάμεσα στη Ρώμη και την κελτική και γερμανική Ευρώπη του πρώιμου Μεσαίωνα, όπως και ανάμεσα στον ύστερο Μεσαίωνα και τους νεότερους χρόνους. Αυτοί οι μελετητές βλέπουν την ιστορία ως συνεχή και εξελικτική διαδικασία και όχι ως διαδοχή ασυνεχών σταδίων.
Η δική μου προσέγγιση στη μελέτη της ιστορίας είναι δεδηλωμένη εξελικτική. Μολονότι κάθε συμβάν του παρελθόντος είναι μοναδικό, αναπτύσσονται ωστόσο κάποια πρότυπα που κατά καιρούς επανέρχονται με ανησυχητική κανονικότητα. Προπάντων στα διδακτικά εγχειρίδια, ή μεσαιωνική ιστορία πολύ συχνά γράφεται για να υπογραμμιστούν τα κατά θαυμαστό τρόπο ανεπανάληπτα χαρακτηριστικά της, ιδίως στη θρησκεία, τη λογοτεχνία και τις εικαστικές τέχνες. Οι αενάως εξελισσόμενες διαδικασίες της κοινωνικής ανάπτυξης περνούν συνήθως απαρατήρητες. Ωστόσο, η ιστορία είναι ουσιαστικά η μελέτη των ανθρώπινων όντων και ειδικά των ατόμων στις σχέσεις τους με τις ομάδες, καθώς και των ομάδων μεταξύ τους. Ένας από τους λόγους για τους οποίους έγραψα αυτό το βιβλίο ήταν για να επιχειρήσω να προσφέρω στους αναγνώστες μια συνολική και εμπλουτισμένη με τα πιο πρόσφατα στοιχεία επισκόπηση των κοινωνικών και οικονομικών όψεων του μεσαιωνικού πολιτισμού και της σύνδεσής τους με τις πολιτικές, θεσμικές και πολιτισμικές εξελίξεις.
Οι ιδέες είναι προφανώς τμήμα του συνολικού ανθρώπινου περιβάλλοντος. Το γεγονός ότι τα μεσαιωνικά σχολεία βρίσκονταν υπό την κηδεμονία της χριστιανικής Εκκλησίας, οπότε τα ιερά κείμενα και οι Λατίνοι κλασικοί κυριαρχούσαν στο εκπαιδευτικό πρόγραμμα, σημαίνει ότι οι σπουδαστές αποκτούσαν ορισμένες στοιχειώδεις γνώσεις των βασικών δογμάτων της πίστης τους, έστω και αν αγνοούσαν τις πιο περίτεχνες θεολογικές θεωρίες των συγχρόνων τους. Ο εκκλησιαστικός προσανατολισμός δεν ήταν οικουμενικός και σαφώς ούτε μονολιθικός αλλά, τουλάχιστον πριν από τον 14ο αιώνα, ο χριστιανισμός προσέφερε στους περισσότερους διανοούμενους μια κοινή βιωματική βάση, ανεξάρτητα από την εθνικότητα ή την κοινωνική προέλευσή τους. Στα χρόνια του Μεσαίωνα όμως, όπως και σήμερα, οι περισσότεροι άνθρωποι επιζητούσαν τη μόρφωση περισσότερο ως μέσο για κοινωνική και οικονομική άνοδο παρά για τη μάθηση καθ’ αυτήν. Ενώ η θεολογία και το κανονικό δίκαιο προσέδιδαν στους γνώστες τους κύρος, οι περισσότεροι σπουδαστές προτιμούσαν το αστικό δίκαιο και τις ελευθέριες τέχνες, που είχαν πιο πρακτικό χαρακτήρα και τους παρείχαν καλύτερες δυνατότητες σταδιοδρομίας στον εγκόσμιο στίβο. Επομένως, θα διερευνήσουμε την πρακτική διάσταση της εκπαίδευσης και θα εξετάσουμε τις νέες μορφές απασχόλησης που προέκυψαν από αυτό τον επαγγελματικό προσανατολισμό της.
Εντούτοις, αυτές καθ’ αυτές οι πράξεις των ανθρώπων, οι οποίοι παρακινούνταν από κάποιες ιδέες πιστεύοντας ότι τις κατανοούσαν σωστά, είναι μια πολύ πιο εμφανής κινητήρια δύναμη στην ιστορία απ’ ότι οι ίδιες οι ιδέες. Επιπλέον, στην προσπάθειά μας να δώσουμε μια ρεαλιστική εικόνα του παρελθόντος, θα πρέπει να κάνουμε κάποια διάκριση ανάμεσα στην αντικειμενική βαρύτητα που είχαν οι ιδέες και οι εξελίξεις για το μέλλον και στο πώς οι άνθρωποι του Μεσαίωνα αντιλαμβάνονταν τα γεγονότα της εποχής τους. Τα έργα των χριστιανών, των μουσουλμάνων και των Εβραίων θεολόγων του Μεσαίωνα είναι μνημεία του ανθρώπινου πνεύματος και η διαχρονική σημασία τους ξεπερνά κατά πολύ την επίδραση που άσκησαν στους συγχρόνους τους. Οι χριστιανοί του 20ού αιώνα που κατανοούν τη θεολογία του αγίου Θωμά Ακινάτη (1225-1274) είναι περισσότεροι από τους αντίστοιχους του 13ου αιώνα, η πλειονότητα των οποίων δεν τον είχε καν ακουστά. Οι περισσότεροι Ευρωπαίοι που έζησαν στους μεσαιωνικούς χρόνους ήταν χριστιανοί, τέκνα χριστιανών γονέων. Η χριστιανική πίστη είχε γίνει αποδεκτή επειδή οι πιστοί ποτέ δεν είχαν διανοηθεί να τη θέσουν υπό αμφισβήτηση. Ήταν περισσότερο συναισθηματικό βίωμα παρά εγκεφαλική σύλληψη. Και τότε, όπως και σήμερα, η θρησκεία για τους περισσότερους ανθρώπους είχε μάλλον θαυματουργικό παρά λειτουργικό χαρακτήρα, και μάλλον λειτουργικό παρά θεολογικό. Επίκεντρο της μεσαιωνικής πίστης ήταν τα μυστήρια, τα θαύματα, η λατρεία των τοπικών αγίων και, ιδίως, το προσκύνημα των ιερών τους λειψάνων, οι εορτασμοί και η προσωπική σχέση με τον εφημέριο της ενορίας.
Η τέχνη και η αρχιτεκτονική του Μεσαίωνα, ιδίως η γλυπτική, η ζωγραφική και τα υαλογραφήματα των μεγάλων καθεδρικών ναών, μετέδιδαν την παράδοση της χριστιανοσύνης στους αγράμματους. Οι περισσότεροι θεατές τους όμως ήταν μόνιμοι κάτοικοι των μεγάλων πόλεων ή τακτικοί επισκέπτες τους. Είναι πολύ πιθανό ότι τον 12ο αιώνα οι άνθρωποι αυτοί όχι μόνο είχαν πια μάθει να διαβάζουν την καθομιλουμένη γλώσσα της ιδιαίτερης πατρίδας τους, αλλά γνώριζαν και στοιχειώδη λατινικά καλύτερα απ’ ότι υποθέτουν σήμερα μερικοί. Οι μεγάλοι καθεδρικοί ναοί δεν ήταν μόνο μνημεία της καλλιτεχνικής δημιουργικότητας, αλλά αποτελούσαν και πηγή περηφάνιας για τον πολίτη και συχνή αφορμή για ιλιγγιώδεις δαπάνες των τοπικών ναών και των ενοριτών.
Το ανθρώπινο στοιχείο στην εκπαίδευση, την τέχνη και τη σκέψη αναδύεται επίσης και όταν πραγματευόμαστε την ιστορία της πολιτικής και της διοίκησης. Τα μεγάλα συνταγματικά κείμενα της μεσαιωνικής Ευρώπης, όπως η αγγλική Μεγάλη Χάρτα, μνημονεύονταν ως θεμελιώδεις νόμοι σχεδόν από την πρώτη στιγμή που τέθηκαν σε ισχύ. Οι άνθρωποι όμως που τα συνέταξαν συχνά δρούσαν βασιζόμενοι στην πρακτική σκοπιμότητα, που έφερε το ένδυμα υψηλών αρχών. Οι ιδεώδεις αρχές της συνταγματικής διακυβέρνησης γοήτευαν τις μάζες των άνεργων και δίχως πολιτικά δικαιώματα κατοίκων των πόλεων όπως ελκύουν τους σύγχρονους πολιτικοποιημένους πολίτες, αλλά η βασική έγνοια των περισσότερων ανθρώπων του Μεσαίωνα ήταν κατά πόσον οι φοροσυλλέκτες ήταν έντιμοι και όχι αν ο βασιλιάς που τους έδινε διαταγές κυβερνούσε ελέω Θεού ή αν η εξουσία του περιοριζόταν από την κυριαρχία του νόμου ή αν ήταν αναγκασμένος να συμβουλεύεται κάποιο ευρύτερο όργανο. Συνεπώς, θα εστιάσουμε την προσοχή μας λιγότερο στη μεσαιωνική συνταγματική θεωρία και τις αντίστοιχες ιδέες και περισσότερο στις πρακτικές εφαρμογές τους μέσω της δημόσιας διοίκησης. Όπως θα διαπιστώσουμε, η σύγχρονη κοσμική διοίκηση έχει σημαντικές ρίζες στην τέχνη της διακυβέρνησης του ύστερου Μεσαίωνα.
Το φυσικό περιβάλλον, η τεχνολογία που αναπτύσσει ο άνθρωπος για να επιβιώσει μέσα σ’ αυτό και οι κανόνες που διέπουν την ανταλλαγή των αγαθών, των υπηρεσιών και των δεξιοτήτων – κοντολογίς, οι μηχανισμοί μέσω των οποίων οι περισσότεροι άνθρωποι κερδίζουν τα προς το ζήν και διατηρούνται στη ζωή – αποτελούν το αναγκαίο υπόβαθρο για τα μεγάλα επιτεύγματα κάθε εποχής. Στη διάρκεια του Μεσαίωνα σημειώθηκαν εκπληκτικές πρόοδοι στην τεχνολογία, ιδίως στην εφαρμοσμένη μηχανική. Ο χάρτης των πόλεων της Ευρώπης πήρε τη μορφή που ξέρουμε ως σήμερα. Οι επεμβάσεις στη γη είχαν καθοριστική σημασία, καθώς οι άνθρωποι μετέβαλλαν τη μορφολογία του εδάφους εκτρέποντας τη ροή των ποταμών, ανοίγοντας αρδευτικά κανάλια και εκχερσώνοντας τα δάση για να επεκτείνουν την καλλιεργήσιμη γη.
Πολλοί από τους ανθρώπους των Μέσων Χρόνων οραματίζονταν μια αμετάβλητη, υπερβατική αιωνιότητα. Αλλά σε καμία άλλη περίοδο της ανθρώπινης ιστορίας πριν από τη Βιομηχανική Επανάσταση δεν κατόρθωσε το συχνά ανώνυμο ανθρώπινο πλήθος να θέσει τις βάσεις ώστε να αντιμετωπιστούν οι πρακτικές ανάγκες του υλικού κόσμου στον κοινωνικό, οικονομικό, πολιτικό, αλλά και τον εκπαιδευτικό και επιστημονικό τομέα, και με αποτελέσματα τόσο ουσιαστικά και μόνιμα, όσο κατά τον Μεσαίωνα. Ισορροπώντας ανάμεσα στην κατάκτηση του υλικού κόσμου και στην ενατένιση του αιωνίου, οι άνθρωποι του Μεσαίωνα δημιούργησαν τη βάση του δυτικού πολιτισμού όπως τον γνωρίζουμε σήμερα. Καθήκον μας, λοιπόν, είναι να εξετάσουμε τις διαδικασίες και τα στάδια μέσω των οποίων συντελέστηκε αυτή η εξέλιξη.
Ρίτσαρντ Ντόκινς – Το εγωιστικό γονίδιο
Το έργο του Dawkins παρουσιάζει σε απλή γλώσσα τις σύγχρονες απόψεις για τη φυσική επιλογή, τη συμπεριφορά, τον αλτρουισμό ή τον εγωισμό του ατόμου. ‘Όλες αυτές οι απόψεις μεταφέρονται με ευκολία και σαφήνεια από τη γλώσσα των γονιδίων στη γλώσσα της καθημερινής ζωής. Το 1976 ο Richard Dawkins δημοσίευσε το « Εγωιστικό Γονίδιο» ένα έργο που σηματοδοτεί την είσοδο της βιολογικής προβληματικής στην πολιτισμική ανάλυση. Βάση του εγχειρήματος αποτελεί, όπως είναι φυσικό για έναν βιολόγο, η εξελικτική θεωρία του Charles Darwin. Το εγχείρημα ξεκινά από την βασική θέση ότι η εξέλιξη των έμβιων όντων θα πρέπει να κατανοηθεί ως στρατηγική επιβίωσης, πολλαπλασιασμού και επέκτασης των βασικών συστατικών υποσυνόλων τους, δηλαδή των γονιδίων.
Ρίτσαρντ Ντόκινς (Richard Dawkins)
Ορίζοντας κατ’ αρχήν την ανθρώπινη συμπεριφορά σαν στρατηγική γονιδιακής αναπαραγωγής ο Dawkins αντιλαμβάνεται ότι η συμπεριφορά αυτή δεν υπαγορεύεται αποκλειστικά από εσωτερικές πηγές αλλά και από εξωτερικές. Αναζητεί λοιπόν στο πολιτισμικό πεδίο το ανάλογο του βιολογικού κλωνωτή [replicator] -της κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση αναπαράξιμης οντότητας που συνιστά το γονίδιο [gene]- εισάγοντας για τον σκοπό αυτό την έννοια του «μιμιδίου» [meme]. Το μιμίδιο ορίζεται ως «μονάδα πολιτισμικής μεταβίβασης ή ως μονάδα μίμησης» με την ευρύτερη του όρου έννοια. Περιλαμβάνει μονάδες πληροφοριών που εδράζονται στο ανθρώπινο μυαλό και μπορούν να μεταβιβασθούν ως εννοιολογικά ή συμπεριφορικά αντίγραφα μέσα από περισσότερο ή λιγότερο συνειδητές πρακτικές μίμησης τόσο από την πλευρά του μιμούμενου όσο και από εκείνη του μιμητή. Ως μιμίδια λοιπόν ταξινομούνται αντιλήψεις, πρακτικές αλλά και πάσης φύσεως υλικές κατασκευές που τις αντανακλούν ή/και τις εξυπηρετούν.
Ο Ρίτσαρντ Ντόκινς (Richard Dawkins) (γεν. 26 Μαρτίου 1941, Ναϊρόμπι, Κένυα) συγκαταλέγεται ανάμεσα στους κορυφαίους εξελικτικούς βιολόγους. Ανέπτυξε θεωρίες για να περιγράψει πλευρές που συσχετίζουν τη συμπεριφορά των ζώων (ανταγωνισμός, συνεργασία και επικοινωνία) με τα γονίδια, τις βασικές μονάδες κληρονομικότητας.
http://rapidshare.com/files/42481586/to_egoistiko_gonidio_by_silver.pdf
Το εγωιστικό γονίδιο
1. Γιατί υπάρχουν άνθρωποι;
Η ευφυής ζωή σ’ έναν πλανήτη ωριμάζει από τη στιγμή που αποκαλύπτει την προέλευσή της. Αν επισκέπτονταν τη Γη ανώτερα πλάσματα από το Διάστημα, το πρώτο που θα ρωτούσαν για να εκτιμήσουν το επίπεδο του πολιτισμού μας, είναι αν ανακαλύψαμε ακόμη την εξέλιξη. Ζωντανοί οργανισμοί υπήρχαν στη Γη εδώ και τρία δισεκατομμύρια χρόνια, χωρίς κανείς να ξέρει από πού προέκυψαν, ως τη στιγμή που κάποιος ανακάλυψε την αλήθεια. Το όνομά του είναι Κάρολος Δαρβίνος. Για να είμαστε δίκαιοι, υπήρξαν και άλλοι που είχαν υποψιαστεί την αλήθεια. Πρώτος όμως ο Δαρβίνος έδωσε μια λογική και συνεπή εξήγηση του λόγου της ύπαρξής μας. Ο Δαρβίνος μας έδωσε τη δυνατότητα να ικανοποιούμε την περιέργεια ενός παιδιού δίνοντάς του λογική απάντηση όταν μας θέτει ως ερώτημα την επικεφαλίδα αυτού του κεφαλαίου. Δεν χρειάζεται πλέον να καταφεύγουμε σε δεισιδαιμονίες όταν βρισκόμαστε μπροστά σε βαθιά προβλήματα: «Έχει νόημα η ζωή; Γιατί υπάρχουμε; Τι είναι ο άνθρωπος;». Για το τελευταίο ερώτημα ο διακεκριμένος ζωολόγος G. G. Simpson έκανε την ακόλουθη παρατήρηση: «Θέλω να επισημάνω ότι όσες προσπάθειες έγιναν ως το 1859 για να απαντηθεί αυτό το ερώτημα είναι ανάξιες λόγου, θα ήταν καλύτερο να τις αγνοήσουμε παντελώς».
Σήμερα η θεωρία της εξέλιξης είναι τόσο βέβαιη όσο βέβαιο είναι ότι η Γη κινείται γύρω από τον Ήλιο. Εντούτοις, οι συνέπειες της δαρβινικής επανάστασης δεν έχουν αναγνωριστεί ακόμη σε όλη τους την έκταση. Στα πανεπιστήμια, η Ζωολογία παραμένει θέμα δευτερευούσης σημασίας. Όσοι διαλέγουν αυτόν τον τομέα σπουδών, συχνά το κάνουν δίχως να κατανοούν τη βαθιά φιλοσοφική σημασία του. Η Φιλοσοφία και οι ονομαζόμενες «ανθρωπιστικές» επιστήμες διδάσκονται ακόμη σαν να μην υπήρξε ποτέ ο Δαρβίνος. Αναμφίβολα, αυτό θα αλλάξει με τον καιρό. Εν πάση περιπτώσει, το βιβλίο δεν έχει σκοπό να υπερασπιστεί το δαρβινισμό στο σύνολό του. Προορισμός του είναι να διερευνήσει τις συνέπειες της θεωρίας της εξέλιξης σ’ ένα συγκεκριμένο ζήτημα. Σκοπός μου είναι να εξετάσω τη βιολογία του εγωισμού και του αλτρουισμού.
Το θέμα, εκτός από το ακαδημαϊκό του ενδιαφέρον, έχει προφανή σημασία για τον άνθρωπο επειδή αγγίζει κάθε πλευρά της κοινωνικής ζωής μας: την αγάπη και το μίσος, την αντιπαράθεση και τη συνεργασία, την προσφορά και την κλοπή, την απληστία και τη γενναιοδωρία. Το καθένα απ’ αυτά θα μπορούσε ν’ αποτελέσει αντικείμενο ολόκληρου βιβλίου, όπως γίνεται με τα βιβλία: Επιθετικότητα* του K. Lorenz, Η κοινωνική σύμβαση του Ardery και Αγάπη και μίσος του Eibl-Eibesfekdt. (* Σημ. Σύνταξης: Βρετανοαμερικανός ανθρωπολόγος διάσημος από τα εκλαϊκευτικά έργα του. Η φυσική ανωτερότητα της γυναίκας, Ο πιο επικίνδυνος μύθος του ανθρώπου: η πλάνη της φυλής κ. ά. Υποστήριξε την άποψη ότι ο μύθος της αγριότητας των θηρίων χρησιμοποιήθηκε συμφεροντολογικά από τον δυτικό άνθρωπο επειδή τον εξυπηρέτησε να «εξηγήσει» την προέλευση της επιθετικότητάς του και να απαλλαγεί από την ευθύνη γι’ αυτήν: εφόσον η επιθετικότητα είναι έμφυτη κληρονομημένη από τους πρώτους πιθηκοειδείς προγόνους, ουδείς μπορεί να τον κατηγορήσει γι’ αυτήν)
Το λυπηρό με αυτά τα βιβλία είναι ότι οι συγγραφείς τους τα έγραψαν εντελώς λανθασμένα. Κι αυτό γιατί παρανόησαν τον τρόπο που λειτουργεί η εξέλιξη. Έκαναν την εσφαλμένη υπόθεση ότι το σημαντικό στην εξέλιξη είναι το καλό του είδους (ή της ομάδας), και όχι το καλό του ατόμου (ή του γονιδίου). Αποτελεί ειρωνεία η κριτική του Asley Montagu** (Σημ. Σύνταξης: Σε ελεύθερη απόδοση οι περίφημοι στίχοι του Tennyson έχουν ως εξής:
«Ανθρωπε…
Που πίστεψες πως ο Θεός ήταν πραγματικά αγάπη
Και η αγάπη ο τελικός νόμος της Δημιουργίας—
Αν και η Φύση με τα ματωμένα νύχια και δόντια
των αρπακτικών που κατασπαράζουν τη λεία τους
βοά ενάντια στην πίστη σου»)
ότι ο Lorenz είναι άμεσος συνεχιστής των διανοητών του 19ου αιώνα, οι οποίοι δέχονταν πως η φύση δείχνεται «με ματωμένα νύχια και δόντια»**. Αν καταλαβαίνω καλά την άποψη του Lorenz για την εξέλιξη, η άποψή του συμφωνεί με αυτήν του Montagu, ο οποίος απορρίπτει τις συνέπειες της παραπάνω περίφημης φράσης του Tennyson. Σε αντίθεση και με τους δύο, πιστεύω πως η φράση η Φύση δείχνεται «με ματωμένα νύχια και δόντια» συνοψίζει θαυμάσια τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε σήμερα τη φυσική επιλογή.
Πριν προχωρήσω στο κύριο θέμα μου, θα ήθελα να εξηγήσω εν συντομία τι είναι αυτό το βιβλίο και τι δεν είναι. Αν μας έλεγαν ότι στον κόσμο των «γκάνγκστερ» του Σικάγου έζησε κάποιος πολλά κι ευτυχισμένα χρόνια, θα μπορούσαμε να μαντέψουμε τι είδους άνθρωπος ήταν. Θα περιμέναμε να ήταν σκληρός, γρήγορος στο πιστόλι και ικανός να διαλέγει έμπιστους φίλους. Βέβαια, τα συμπεράσματα αυτά δεν θα ήταν αλάνθαστα. Μπορούμε όμως να κάνουμε ορισμένες υποθέσεις για το χαρακτήρα ενός ατόμου αν έχουμε πληροφορίες για τις συνθήκες στις οποίες ζούσε και ευημερούσε. Το συζητούμενο θέμα σ’ αυτό το βιβλίο είναι ότι εμείς, όπως και τα άλλα ζώα, είμαστε μηχανές δημιουργημένες από τα γονίδιά μας. Όπως οι επιτυχημένοι γκάνγκστερ του Σικάγου, έτσι και τα γονίδιά μας έχουν επιβιώσει (σε μερικές περιπτώσεις για εκατομμύρια χρόνια) σ’ έναν κόσμο έντονα ανταγωνιστικό. Αυτό μας επιτρέπει να μαντέψουμε ορισμένες ιδιότητες των γονιδίων μας. Θα υποστηρίξω ότι η σπουδαιότερη ιδιότητα που πρέπει να περιμένουμε για ένα επιτυχημένο γονίδιο είναι ο σκληρός εγωισμός. Αυτός ο εγωισμός του γονιδίου θα αναπτύξει κατά κανόνα την εγωιστική συμπεριφορά του ατόμου. Εντούτοις, όπως θα δούμε, υπάρχουν ειδικές περιπτώσεις που ένα γονίδιο πετυχαίνει καλύτερα τους εγωιστικούς σκοπούς του αν στο επίπεδο των μεμονωμένων ατόμων υιοθετήσει κάποια περιορισμένη μορφή αλτρουισμού. Στην τελευταία πρόταση, οι λέξεις «ειδικές» και «περιορισμένη», έχουν ιδιαίτερη σημασία. Όσο κι αν θέλουμε να πιστεύουμε το αντίθετο, η οικουμενική αγάπη και η ευημερία των ειδών στο σύνολό τους είναι έννοιες που δεν έχουν κανένα νόημα από την άποψη της εξέλιξης.
Αυτά με οδηγούν στο πρώτο σημείο σχετικά με το τι δεν είναι αυτό το βιβλίο. Δεν υποστηρίζω μια ηθική βασισμένη στην εξέλιξη. Απλώς περιγράφω το πώς εξελίχθηκαν τα πράγματα. Δεν λέω πως πρέπει να συμπεριφέρονται οι άνθρωποι στο ηθικό επίπεδο. Το τονίζω επειδή ξέρω πως υπάρχει κίνδυνος να παρεξηγηθώ από τους ανθρώπους (κι είναι πολλοί αυτοί) που δεν μπορούν να διακρίνουν μια πρόταση που εκφράζει αυτό που νομίζουμε πως συμβαίνει από μιαν άλλη που εκφράζει αυτό που νομίζουμε πως θα έπρεπε να συμβαίνει. Η προσωπική μου άποψη είναι ότι μια ανθρώπινη κοινωνία βασισμένη απλώς στο νόμο του γονιδίου, δηλαδή τον καθολικό σκληρό εγωισμό θα ήταν φρικτή για όλους, δυστυχώς, όσο κι αν θρηνούμε για κάτι, δεν μπορούμε να το κάνουμε να μην είναι αληθινό. Ο κύριος στόχος του βιβλίου είναι να σας κινήσει το ενδιαφέρον, αλλά αν θέλατε να βγάλετε ένα ηθικό δίδαγμα απ’ αυτό, διαβάστε το ως προειδοποίηση. Πρέπει να ξέρετε ότι αν θέλετε, όπως εγώ, να χτίσετε μια κοινωνία στην οποία τα άτομα θα συνεργάζονται με γενναιοφροσύνη και χωρίς εγωισμούς για το κοινό καλό, μην περιμένετε μεγάλη βοήθεια από τη βιολογική φύση των πραγμάτων. Επειδή γεννηθήκαμε εγωιστές πρέπει να προσπαθήσουμε να διδάξουμε τη γενναιοφροσύνη και τον αλτρουισμό. Πρέπει να καταλάβουμε τι θέλουν να κάνουν τα εγωιστικά μας γονίδια γιατί έτσι θα έχουμε τουλάχιστον μια πιθανότητα να ανατρέψουμε τα σχέδιά τους, να κάνουμε δηλαδή κάτι που κανένα άλλο είδος ζώου δεν το φιλοδόξησε ποτέ.
Ένα πόρισμα αυτών των παρατηρήσεων ως προς τη διδασκαλία, είναι το συνηθισμένο σφάλμα να πιστεύουμε ότι τα γενετικά κληρονομούμενα χαρακτηριστικά είναι εξ ορισμού σταθερά και αμετάβλητα. Μπορεί τα γονίδιά μας να μας παραγγέλλουν να είμαστε εγωιστές, όμως δεν είμαστε υποχρεωμένοι να υπακούμε σ’ αυτά τα παραγγέλματα σε όλη μας τη ζωή. Βέβαια, αν είμαστε γενετικά προγραμματισμένοι για αλτρουιστές θα ήταν πολύ ευκολότερο να διδαχτούμε τον αλτρουισμό. Ανάμεσα σε όλα τα ζώα μόνο ο άνθρωπος υπόκειται σε πνευματική καλλιέργεια επιρροών που μαθαίνονται και μεταβιβάζονται. Μερικοί λένε πως η πνευματική καλλιέργεια είναι τόσο σημαντική ώστε τα γονίδια, είτε εγωιστικά είτε όχι, στην πραγματικότητα δεν παίζουν κανένα ρόλο στην κατανόηση της ανθρώπινης φύσης. Άλλοι διαφωνούν. Όλα εξαρτώνται από τη θέση που παίρνει κανείς στη διαμάχη «φύση ή ανατροφή», στο πρόβλημα ποιο από τα δύο καθορίζει τις χαρακτηριστικές ιδιότητες του ανθρώπου. Αυτό με οδηγεί στο δεύτερο σημείο σχετικά με το τι δεν είναι αυτό το βιβλίο: δεν υποστηρίζω καμιά από τις δυο απόψεις της αντίθεσης φύση – ανατροφή. Φυσικά, έχω κι εγώ τη γνώμη μου που όμως δεν πρόκειται να την εκφράσω αλλά μπορεί να υπονοηθεί στο τελευταίο κεφάλαιο, όταν θα μιλήσω για την πολιτιστική καλλιέργεια* (* Σημείωση Σύνταξης: Κουλτούρα, το σύνολο των θεσμών, των τρόπων συμπεριφοράς, ζωής, συνηθειών, εντυπώσεων, πεποιθήσεων, αξιών που χαρακτηρίζουν μια κοινωνία). Αν αποδειχτεί πραγματικά ότι τα γονίδια δεν έχουν καμιά σχέση στον προσδιορισμό της συμπεριφοράς του σύγχρονου ανθρώπου, αν πραγματικά είμαστε μοναδικοί στον κόσμο των ζώων ως προς αυτό, σε τελική ανάλυση είναι ενδιαφέρον να εξετάσουμε τους λόγους για τους οποίους αποτελέσαμε τόσο πρόσφατα την εξαίρεση. Κι αν το είδος μας δεν είναι τόσο εξαιρετικό όσο μας αρέσει να πιστεύουμε, είναι ακόμη πιο σημαντικό να μελετήσουμε τους λόγους.
Το τρίτο πράγμα που δεν είναι αυτό το βιβλίο είναι ότι δεν περιγράφει λεπτομερώς τη συμπεριφορά του ανθρώπου ή κάποιου άλλου συγκεκριμένου ζωικού είδους. Μόνο ως ενδεικτικά παραδείγματα θα χρησιμοποιήσω τεκμηριωμένες λεπτομέρειες. Δεν πρόκειται να πω: «Αν εξετάσετε τη συμπεριφορά των βαβουίνων θα τη βρείτε εγωιστική, συνεπώς υπάρχουν πολλές πιθανότητες να είναι επίσης εγωιστική και η συμπεριφορά του ανθρώπου». Η λογική στο παράδειγμα «ο γκάνγκστερ του Σικάγου» είναι εντελώς διαφορετική. Εγώ σκέφτομαι ως εξής: Οι άνθρωποι και οι βαβουίνοι εξελίχθηκαν με φυσική επιλογή. Αν εξετάσετε τον τρόπο που λειτουργεί η φυσική επιλογή πρέπει να είναι εγωιστικό. Συνεπώς, αν εξετάσουμε τη συμπεριφορά των βαβουίνων, των ανθρώπων και κάθε ζωντανού πλάσματος, πρέπει να τη βρούμε εγωιστική. Αν διαπιστώσουμε ότι η πρόβλεψή μας είναι λαθεμένη, αν βρούμε ότι η ανθρώπινη συμπεριφορά είναι πραγματικά αλτρουιστική, τότε πρόκειται για κάτι το αινιγματικό, για κάτι που χρειάζεται εξήγηση.
Πριν προχωρήσουμε περισσότερο χρειαζόμαστε έναν ορισμό. Λέμε ότι ένα ον, π.χ. ένας βαβουίνος, είναι αλτρουιστικό αν συμπεριφέρεται με τέτοιον τρόπο ώστε να μεγαλώνει την ευημερία ενός άλλου όντος εις βάρος της δικής του ευημερίας. Η εγωιστική συμπεριφορά έχει ακριβώς το αντίθετο αποτέλεσμα. Η ευημερία ορίζεται ως η «πιθανότητα επιβίωσης», έστω κι αν οι επιπτώσεις του αλτρουισμού στην προοπτική ζωής ή θανάτου είναι τόσο μικρές ώστε να φαίνονται αμελητέες. Μια από τις εκπληκτικότερες συνέπειες της σύγχρονης άποψης της δαρβινικής θεωρίας είναι ότι φαινομενικά ασήμαντες, ελάχιστες επιρροές στην πιθανότητα επιβίωσης μπορεί να έχουν μεγάλης κλίμακας επιπτώσεις στην εξέλιξη. Όμως για να γίνουν αντιληπτές τέτοιες επιρροές χρειάζεται να περάσει τεράστιος χρόνος.
Είναι σημαντικό να καταλάβουμε ότι οι παραπάνω ορισμοί του αλτρουισμού και του εγωισμού είναι οι ορισμοί συμπεριφοράς και όχι υποκειμενικοί. Εδώ δεν θα μας απασχολήσει η ψυχολογία των κινήτρων. Δεν πρόκειται να συζητήσω αν οι άνθρωποι που συμπεριφέρονται αλτρουιστικά το κάνουν «πραγματικά» με κρυφά ή υποσυνείδητα εγωιστικά κίνητρα. Μπορεί ναι, μπορεί όχι, και πιθανώς να μη το μάθουμε ποτέ. Οπωσδήποτε, το θέμα δεν αφορά αυτό το βιβλίο. Ο ορισμός μου αναφέρεται μόνο στο αποτέλεσμα μιας πράξης, αν δηλαδή μειώνει ή αυξάνει τις προοπτικές επιβίωσης του ατόμου που ονομάζουμε αλτρουιστική, και εκείνου που θεωρούμε ότι ευεργετείται.
Η εξακρίβωση των αποτελεσμάτων της συμπεριφοράς στις μακροπρόθεσμες προοπτικές επιβίωσης είναι εξαιρετικά περίπλοκη εργασία. Στην πράξη, όταν εφαρμόζουμε τον ορισμό στην αληθινή συμπεριφορά πρέπει να τη χαρακτηρίζουμε με τη λέξη «φαινομενική». Η φαινομενικά αλτρουιστική πράξη είναι αυτή που επιφανειακά φαίνεται ότι τείνει να αυξήσει (έστω και ελάχιστα) τις πιθανότητες θανάτου του αλτρουιστή και επιβίωσης του ευεργετούμενου. Σε λεπτομερέστερη εξέταση, διαπιστώνεται συχνά ότι πράξεις φαινομενικού αλτρουισμού στην πραγματικότητα είναι μεταμφιεσμένος εγωισμός. Για μια φορά ακόμη, δεν ισχυρίζομαι ότι τα βασικά κίνητρα είναι καλυμμένος εγωισμός αλλά ότι τα πραγματικά αποτελέσματα της πράξης στις προοπτικές επιβίωσης είναι αντίθετα απ’ αυτά που υποθέσαμε αρχικά.
Θα δώσω μερικά παραδείγματα φαινομενικά εγωιστικής και φαινομενικά αλτρουιστικής συμπεριφοράς. Είναι δύσκολο να απαλλαγούμε από υποκειμενικές έξεις στον τρόπο που σκεφτόμαστε όταν έχουμε να κάνουμε με ανθρώπους, γι’ αυτό λοιπόν θα χρησιμοποιήσω παραδείγματα από άλλα ζώα. Θα αρχίσω με παραδείγματα εγωιστικής συμπεριφοράς μεμονωμένων ζώων.
Οι μαυροκέφαλοι γλάροι ζουν σε μεγάλες αποικίες όπου οι φωλιές τους είναι πολύ γειτονικές. Όταν εκκολάπτονται οι νεοσσοί είναι πολύ μικροί, ανυπεράσπιστοι, και αποτελούν εύκολη λεία. Είναι συνηθισμένο το φαινόμενο κάποιος γλάρος να καταπιεί ένα νεοσσό του γείτονά του μόλις αυτός απομακρυνθεί από τη φωλιά του αναζητώντας τροφή. Έτσι ο γλάρος εξασφαλίζει ένα καλό θρεπτικό γεύμα χωρίς να μπει στον κόπο να πιάσει ένα ψάρι και χωρίς ν’ αφήσει απροστάτευτη τη φωλιά του.
Πολύ πιο γνωστός είναι ο μακάβριος κανιβαλισμός που εκδηλώνουν οι θηλυκές μάντεις (κν. Αλογάκι της Παναγίας). Οι μάντεις είναι μεγαλόσωμα σαρκοφάγα έντομα. Συνήθως τρέφονται με μικρότερα έντομα, π.χ. με μύγες, αλλά επιτίθενται σχεδόν σε οτιδήποτε κινείται. Για να ζευγαρώσουν, το αρσενικό έρπει προσεχτικά πάνω στο θηλυκό. Το θηλυκό, αν βρει ευκαιρία, τρώει το αρσενικό αρχίζοντας από το κεφάλι του, είτε καθώς πλησιάζει είτε μόλις ανέβει πάνω της, ή μόλις χωρίσουν. Για το θηλυκό θα ήταν λογικότερο να περιμένει να τελειώσει το ζευγάρωμα και ύστερα να επιτεθεί. Εντούτοις, ο αποκεφαλισμός του αρσενικού δεν αποτελεί εμπόδιο στην ερωτική ορμή του υπόλοιπου σώματός του. Μάλιστα, επειδή το κεφάλι είναι η έδρα ορισμένων νευρικών κέντρων αναστολής, είναι πιθανό το θηλυκό τρώγοντας το κεφάλι του αρσενικού να βελτιώνει την ερωτική του επίδοση. Αν είναι έτσι, έχει ένα επιπλέον όφελος. Το βασικό είναι ότι το θηλυκό κερδίζει ένα καλό γεύμα.
Η λέξη «εγωιστής» μπορεί να φαίνεται ήπια για τέτοιες ακραίες περιπτώσεις όπως ο κανιβαλισμός, ταιριάζει όμως καλά σύμφωνα με τον ορισμό μας. Ίσως συμπαθούμε περισσότερο τη δειλή συμπεριφορά των αυτοκρατορικών πιγκουίνων της Ανταρκτικής: Στέκονται στην άκρη του πάγου διστάζοντας να πέσουν στο νερό, μήπως τους φάνε οι φώκιες. Αν βουτούσε ένας μόνο, οι υπόλοιποι θα μάθαιναν αν υπάρχουν φώκιες ή όχι. Φυσικά, κανένας δεν θέλει να γίνει πειραματόζωο, έτσι περιμένουν, και καμιά φορά κάποιος επιχειρεί να σπρώξει τον διπλανό του μέσα στο νερό.
Συνηθέστερα, η εγωιστική συμπεριφορά συνίσταται στην άρνηση διαμοιρασμού ενός πολύτιμου εφοδίου, όπως π.χ. τροφής, επικράτειας ή ερωτικών συντρόφων. Θα δώσουμε τώρα μερικά παραδείγματα φαινομενικά αλτρουιστικής συμπεριφοράς.
Η συμπεριφορά των εργατριών μελισσών να κεντρίζουν όσους θέλουν να κλέψουν το μέλι είναι αποτελεσματικότατη προστασία. Όμως η μέλισσα που κεντρίζει, αυτοκτονεί. Με το κέντρισμα αποσπούνται από το σώμα της εσωτερικά όργανα και πολύ σύντομα πεθαίνει. Με την αυτοκτονία της, διέσωσε τα ζωτικής σημασίας αποθέματα τροφής της κοινότητας αλλά η ίδια δεν θα απολαύσει τα οφέλη. Σύμφωνα με τον ορισμό μας, αυτή είναι πράξη αλτρουιστικής συμπεριφοράς. Θυμηθείτε ότι δεν μιλάμε για συνειδητά κίνητρα. Μπορεί να υπάρχουν ή όχι (όπως και στα παραδείγματα της εγωιστικής συμπεριφοράς), είναι όμως άσχετα με τον ορισμό μας.
Το να θυσιάζει κανείς τη ζωή του για τη ζωή των φίλων του είναι προφανώς αλτρουιστική συμπεριφορά, όμως αλτρουιστική συμπεριφορά είναι επίσης όταν αναλαμβάνει κάποιο μικρό κίνδυνο γι’ αυτούς. Πολλά μικρά πουλιά μόλις αντιληφθούν ένα αρπακτικό, π.χ. ένα γεράκι, εκπέμπουν μια χαρακτηριστική «κραυγή κινδύνου», στο άκουσμα της οποίας όλο το κοπάδι απομακρύνεται. Είναι φανερό ότι το πουλί που δίνει το σήμα κινδύνου εκθέτει τον εαυτό του σε ιδιαίτερο κίνδυνο επειδή προσελκύει πάνω του την προσοχή του αρπακτικού. Ο επιπρόσθετος κίνδυνος είναι βέβαια ελάχιστος, αλλά, οπωσδήποτε, εκ πρώτης όψεως, σύμφωνα με τον ορισμό μας η ενέργεια του μικρού πουλιού χαρακτηρίζεται αλτρουιστική πράξη.
Οι συνηθέστερες και εμφανέστερες πράξεις αλτρουισμού στα ζώα γίνονται από τους γονείς, και ειδικότερα από τις μητέρες, για τα παιδιά τους. Οι μητέρες τα επωάζουν είτε σε φωλιές είτε μέσα στο ίδιο τους το σώμα, τα τρέφουν με τεράστιο τίμημα για τις ίδιες και διακινδυνεύουν τα πάντα για να τα προστατέψουν από τους εχθρούς τους. Αναφέρουμε μόνο ένα παράδειγμα: πολλά πουλιά που έχουν τις φωλιές τους στο έδαφος, όταν αντιληφθούν να πλησιάζει κάποιος εχθρός, λόγου χάρη μια αλεπού, εκτελούν τη λεγόμενη «επίδειξη αντιπερισπασμού». Ο γονιός απομακρύνεται κουτσαίνοντας από τη φωλιά και αφήνει να κρέμεται ένα φτερό του σαν να ήταν σπασμένο. Το αρπακτικό, δελεασμένο από την εικόνα ενός εύκολου θηράματος απομακρύνεται από τη φωλιά όπου βρίσκονται οι νεοσσοί. Τελικά ο γονιός παύει έγκαιρα να προσποιείται και πετά στον αέρα, ξεφεύγοντας από τα δόντια της αλεπούς. Πιθανώς να έσωσε τη ζωή των νεοσσών, αλλά διέτρεξε κάποιο κίνδυνο ο ίδιος.
Δεν προσπαθώ να βγάλω συμπεράσματα λέγοντας ιστορίες. Τα επιλεγμένα παραδείγματα ουδέποτε αποτελούν σοβαρές ενδείξεις για κάποια αξιόλογη γενίκευση. Τα παραδείγματα που χρησιμοποιώ απλώς σκοπεύουν να δείξουν τι εννοώ όταν λέω αλτρουιστική και εγωιστική συμπεριφορά σε επίπεδο ατόμων. Το βιβλίο θα δείξει με ποιο τρόπο ο ατομικός εγωισμός και ο ατομικός αλτρουισμός εξηγούνται από τον θεμελιώδη νόμο που ονομάζω γονιδιακό εγωισμό. Πρώτα όμως θα ασχοληθώ με μια σαφέστατα εσφαλμένη εξήγηση του αλτρουισμού, επειδή είναι ευρύτατα γνωστή και διδάσκεται ακόμη και στα σχολεία.
Αυτή η εξήγηση βασίζεται στην παρανόηση που ήδη αναφέραμε, ότι δηλαδή τα ζώντα πλάσματα εξελίσσονται για να δράσουν «για το καλό του είδους» ή «για το καλό της ομάδας». Είναι εύκολο να δούμε ότι η εν λόγω ιδέα ξεκίνησε από τη βιολογία. Το μεγαλύτερο μέρος της ζωής ενός ζώου αφιερώνεται στην αναπαραγωγή, και οι περισσότερες πράξεις αλτρουιστικής αυτοθυσίας που παρατηρούνται στη φύση γίνονται από τους γονείς για τα παιδιά τους. Η «διαιώνιση του είδους» είναι ένας συνήθης ευφημισμός της αναπαραγωγής, ενώ αναμφισβήτητα είναι συνέπεια της αναπαραγωγής. Δεν χρειάζεται παρά ελάχιστο τέντωμα της λογικής για να συμπεράνουμε ότι το «έργο» της αναπαραγωγής είναι η «διαιώνιση» του είδους. Κατόπιν δεν χρειάζεται παρά ένα μικρό λαθεμένο βήμα για να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι τα ζώα γενικώς συμπεριφέρονται με τέτοιον τρόπο ώστε να ευνοείται η διαιώνιση των ειδών. Ακολουθεί ο αλτρουισμός για τα συντροφικά μέλη του είδους.
Αυτή η συλλογιστική μπορεί να διατυπωθεί αόριστα με δαρβινική ορολογία. Η εξέλιξη λειτουργεί διαμέσου της φυσικής επιλογής, και φυσική επιλογή σημαίνει επιλεκτική επιβίωση του «ικανότερου». Αλλά για ποιο ικανότερο μιλάμε; Το ικανότερο άτομο, την ικανότερη ράτσα, το ικανότερο είδος ή τι άλλο; Σε ορισμένες περιπτώσεις αυτό δεν έχει μεγάλη σημασία, είναι όμως καθοριστικό όταν μιλάμε για αλτρουισμό. Αν πρόκειται για ανταγωνισμό ειδών στον αγώνα που ο Δαρβίνος ονόμασε αγώνα για την επιβίωση, τότε το άτομο πρέπει να θεωρηθεί πιόνι του παιχνιδιού που πρέπει να θυσιαστεί όταν το απαιτεί το γενικότερο συμφέρον του είδους ως συνόλου. Με κάπως σοβαρότερη διατύπωση, μια ομάδα (ένα είδος ή ένας πληθυσμός μέσα σ’ ένα είδος) που τα μεμονωμένα μέλη είναι πρόθυμα να θυσιαστούν για το καλό της, έχει λιγότερες πιθανότητες να εξαφανιστεί από μια ανταγωνιστική ομάδα που τα άτομά της δίνουν προτεραιότητα στα εγωιστικά τους συμφέροντα. Κατά συνέπεια, ο κόσμος θα περιλαμβάνει κυρίως ομάδες αποτελούμενες από άτομα έτοιμα να θυσιαστούν. Αυτή είναι η θεωρία της «επιλογής ομάδων» (Σημ. Σύνταξης, αναφέρεται και ως «ομαδική επιλογή») που δέχονταν για καιρό όσοι βιολόγοι δεν ήταν εξοικειωμένοι με τις λεπτομέρειες της εξελικτικής θεωρίας. Η θεωρία αυτή δημοσιεύτηκε σε ένα διάσημο βιβλίο του V.C. Wynne-Edwards και εκλαϊκεύτηκε από τον Robert Ardrey με το έργο του Η κοινωνική σύμβαση. Η ορθόδοξη αντίθετη άποψη συνήθως ονομάζεται «επιλογή ατόμων» ή «ατομική επιλογή» αν και εγώ προτιμώ να την ονομάζω «γονιδιακή επιλογή».
Στην παραπάνω συλλογιστική, ο υποστηρικτής της «ατομικής επιλογής» ίσως θα έδινε την ακόλουθη απάντηση: Ακόμη και σε μια ομάδα αλτρουιστών είναι σχεδόν σίγουρο ότι θα υπάρχει μια μειονότητα που θα αρνείται να κάνει οποιαδήποτε θυσία. Αν υπάρχει έστω και ένας αντάρτης εγωιστής έτοιμος να εκμεταλλευτεί τον αλτρουισμό των άλλων, τότε, εξ ορισμού, είναι πολύ πιθανό να επιβιώσει και να αποκτήσει απογόνους. Κάθε παιδί του θα έχει την τάση να κληρονομήσει τα εγωιστικά χαρακτηριστικά του γονιού του. Μετά από μερικές γενεές διαμέσου αυτής της φυσικής επιλογής η «αλτρουιστική ομάδα» θα αποτελείται κυρίως από εγωιστικά άτομα και δεν θα διακρίνεται από μια «εγωιστική ομάδα». Ακόμη κι αν δεχτούμε την απίθανη περίπτωση να υπάρχουν αρχικά αμιγώς αλτρουιστικές ομάδες χωρίς κανένα αντάρτη εγωιστή, δεν βλέπουμε το λόγο που θα εμπόδιζε εγωιστικά άτομα γειτονικών εγωιστικών ομάδων να διεισδύσουν, και τα οποία με ενδογαμία να μολύνουν την καθαρότητα των αλτρουιστικών ομάδων.
Ο υποστηρικτής της ατομικής επιλογής θα δεχόταν ότι ομάδες πράγματι μπορεί να εκλείψουν και ότι μια ομάδα, είτε εξαφανιστεί είτε όχι, επηρεάζεται από τη συμπεριφορά των μεμονωμένων ατόμων της. Θα μπορούσε ακόμη να παραδεχτεί ότι αν σε μια ομάδα μόνο τα μεμονωμένα άτομα είχαν το χάρισμα της πρόβλεψης, θα μπορούσαν να δουν το μακροπρόθεσμο συμφέρον τους και να εμποδίσουν την καταστροφή όλης της ομάδας περιορίζοντας την εγωιστική τους απληστία. (Άραγε πόσες φορές τα τελευταία χρόνια ειπώθηκε κάτι τέτοιο στους βρετανούς εργαζόμενους;). Όμως η εξαφάνιση μιας ομάδας είναι αργή διαδικασία συγκριτικά με τους ταχείς διαξιφισμούς του ατομικού ανταγωνισμού. Ακόμη και όταν η ομάδα παίρνει αργά τον αδυσώπητο κατήφορο, τα εγωιστικά άτομα βραχυπρόθεσμα ευημερούν εις βάρος των αλτρουιστών. Μπορεί οι πολίτες της Βρετανίας να έχουν ή όχι το χάρισμα της πρόβλεψης, η εξέλιξη όμως είναι τυφλή ως προς το μέλλον.
Η θεωρία της επιλογής ομάδων ελάχιστα υποστηρίζεται σήμερα από τους ειδικούς βιολόγους που κατανοούν την εξέλιξη, εντούτοις έχει μεγάλη διαισθητική έλξη. Αλλεπάλληλες γενεές σπουδαστών της ζωολογίας ξαφνιάζονταν όταν, βγαίνοντας από το πανεπιστήμιο, διαπίστωναν ότι η επιλογή ομάδων δεν είναι η ορθόδοξη άποψη. Κανείς δεν μπορεί να τους κατηγορήσει γι’ αυτό. Στον οδηγό βιολογίας “Nuffield” (απευθύνεται σε καθηγητές που διδάσκουν στα σχολεία της Βρετανίας βιολογία σε προχωρημένο επίπεδο) διαβάζουμε τα εξής: «Στα ανώτερα ζώα, για να διασφαλιστεί η επιβίωση του είδους, η συμπεριφορά είναι δυνατό να πάρει τη μορφή ατομικής αυτοθυσίας». Ο ανώνυμος συγγραφέας του οδηγού αγνοεί μακαρίως το γεγονός ότι λέει κάτι που αμφισβητείται. Απ’ αυτή την άποψη ανήκει στην παρέα των τιμημένων με βραβείο Νόμπελ* (Σημ. Σύνταξης. Ένας απ’ αυτούς είναι ο K. Lorenz) Ο Konrad Lorenz στο βιβλίο του Επιθετικότητα, μιλά για το «είδος που διαιωνίζει» λειτουργίες επιθετικής συμπεριφοράς, μια από τις οποίες είναι να επιτρέπεται να μεγαλώνουν μόνο τα ικανότερα άτομα. Αυτό είναι αριστούργημα φαύλου κύκλου, όμως εδώ θέλω να τονίσω πως η ιδέα της επιλογής ομάδων είναι τόσο βαθιά ριζωμένη ώστε ο Lorenz όπως και ο συγγραφέας του οδηγού “Nuffield” προφανώς δεν κατάλαβε ότι οι προτάσεις του αντιτίθενται στην ορθόδοξη δαρβινική θεωρία.
Ακουσα πρόσφατα ένα απολαυστικό παράδειγμα γι’ αυτό το θέμα σ’ ένα θαυμάσιο κατά τα άλλα τηλεοπτικό πρόγραμμα του BBC για τις αράχνες της Αυστραλίας. Η «ειδικός» του προγράμματος παρατήρησε ότι η μεγάλη πλειονότητα των μωρών-αραχνών καταλήγει λεία άλλων ειδών και συνέχισε: «Ίσως αυτό να είναι ο πραγματικός σκοπός της ύπαρξής τους, εφόσον για να διατηρηθεί το είδος δεν χρειάζεται παρά να επιβιώσουν μόνο λίγες αράχνες»!
Ο Robert Ardrey στο βιβλίο του Η Κοινωνική σύμβαση χρησιμοποίησε τη θεωρία της επιλογής ομάδων για να εξηγήσει γενικά την κοινωνική τάξη στο σύνολό της. Θεωρεί τον άνθρωπο ως είδος που απομακρύνθηκε σαφώς από το δρόμο της ζωώδους ηθικής. Στο κάτω κάτω ο Ardrey έκανε την επιλογή του. Η απόφασή του να διαφωνήσει με την ορθόδοξη θεωρία ήταν συνειδητή κι αυτό εγγράφεται στο ενεργητικό του.
Μια από τις αιτίες της μεγάλης έλξης που ασκεί η θεωρία της επιλογής ομάδων είναι ίσως ότι συμφωνεί απόλυτα με τις ηθικές και τις πολιτικές ιδέες των περισσοτέρων μας. Μπορεί συχνά να συμπεριφερόμαστε εγωιστικά ως άτομα, όμως στις πιο ιδεαλιστικές στιγμές μας τιμούμε και θαυμάζουμε όσους θέτουν πάνω απ’ όλα το καλό των άλλων. Εντούτοις μπερδευόμαστε λιγάκι όταν θέλουμε να προσδιορίσουμε ποιοι ακριβώς είναι οι «άλλοι». Συχνά ο αλτρουισμός μέσα σε μια ομάδα συμβαδίζει με τον εγωισμό ανάμεσα σε ομάδες. Αυτό αποτελεί βασικό στοιχείο του συνδικαλισμού. Σε άλλο επίπεδο, το έθνος είναι ο μέγας ευεργετούμενος από την αλτουιστική αυτοθυσία μας, και περιμένουμε νέοι άνθρωποι ως μεμονωμένα άτομα να σκοτώνονται για τη δόξα της πατρίδας τους ως συνόλου. Επιπλέον, ως στρατιώτες ενθαρρύνονται να σκοτώνουν άλλους ανθρώπους, που τους είναι εντελώς άγνωστοι, μόνο και μόνο επειδή ανήκουν σε άλλο έθνος. (Είναι πολύ περίεργο που οι εν καιρώ ειρήνης εκκλήσεις να δεχτούν τα μεμονωμένα άτομα να θυσιάσουν κάτι από την καλοπέρασή τους είναι λιγότερο αποτελεσματικές από τις εκκλήσεις να θυσιάσουν την ίδια τη ζωή τους εν καιρώ πολέμου).
Πρόσφατα αναπτύχθηκε ένα κίνημα εναντίον του ρατσισμού και του σοβινισμού, και μια τάση να θεωρηθεί ολόκληρο το ανθρώπινο γένος ως αντικείμενο αδελφικών αισθημάτων. Αυτή η πανανθρώπινη διερεύνηση του αντικειμένου του αλτρουισμού μας έχει την ενδιαφέρουσα συνέπεια ότι φαίνεται να ενισχύει την ιδέα «για το καλό του είδους». Οι φιλελεύθεροι πολιτικοί, που συνήθως είναι οι θερμότεροι συνήγοροι της ηθικής του είδους, συχνά χλευάζουν όσους διεύρυναν λίγο περισσότερο τον αλτρουισμό τους ώστε να συμπεριλάβει και άλλα είδη. Αν ισχυριστώ πως ενδιαφέρομαι περισσότερο να μην εξοντωθούν οι μεγάλες φάλαινες απ’ όσο να βελτιωθούν οι οικιστικές συνθήκες των ανθρώπων, είναι πιθανό να ενοχλήσω μερικούς φίλους μου.
Είναι παλιό και βαθύ το συναίσθημα ότι τα μέλη του είδους μας δικαιούνται ειδικής ηθικής φροντίδας συγκριτικά με τα μέλη άλλων ειδών. Η ανθρωποκτονία εν καιρώ ειρήνης θεωρείται ως το σοβαρότερο από τα διαπραττόμενα εγκλήματα. Η αυστηροτέρα απαγορευόμενη από τον πολιτισμό μας πράξη είναι η ανθρωποφαγία (ακόμη και όταν πρόκειται για πτώματα). Εντούτοις απολαμβάνουμε τρώγοντας μέλη άλλων ειδών. Πολλοί αποστρέφονται την εκτέλεση ακόμη και των χειρότερων κακούργων, ενώ επιδοκιμάζουν με ευχαρίστηση τη χωρίς δίκη θανάτωση εντελώς άκακων ζώων. Φτάνουμε να σκοτώνουμε ακόμη και αβλαβή ζώα άλλων ειδών χάριν αναψυχής ή διασκέδασης. Ένα ανθρώπινο έμβρυο, που τα ανθρώπινα αισθήματά του δεν είναι ανώτερα από μιας αμοιβάδας, απολαμβάνει σεβασμό και νομική προστασία σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από έναν ενήλικο χιμπαντζή. Κι όμως, ο χιμπαντζής αισθάνεται και σκέφτεται, και (σύμφωνα με πρόσφατες πειραματικές μαρτυρίες) μπορεί ακόμη και να μάθει ένα είδος ανθρώπινης γλώσσας. Επειδή το έμβρυο ανήκει στο δικό μας είδος αποκτά αυτομάτως ειδικά προνόμια και δικαιώματα. Δεν ξέρω αν η ηθική του «υπεράνω όλων το είδος», {σπεσισμός (speciesism) είναι ο όρος που πρότεινε ο Richard Ryder}, έχει υγιέστερα λογικά ερείσματα από την ηθική του ρατσισμού. Ξέρω όμως ότι δεν έχει θέση στην εξελικτική βιολογία.
Η σύγχυση που υφίσταται στην ανθρώπινη ηθική σχετικά με το επίπεδο όπου πρέπει να ασκείται ο αλτρουισμός (οικογένεια, έθνος, φυλή, είδος ή το σύνολο των ζωντανών πλασμάτων) αντανακλάται στη βιολογία με μια παράλληλη σύγχυση σχετικά με το επίπεδο όπου περιμένουμε να ασκείται σύμφωνα με την εξελικτική θεωρία ο αλτρουισμός. Ακόμη και ο υποστηρικτής της επιλογής ομάδων δεν θα έπρεπε να εκπλαγεί αν έβρισκε μέλη αντίπαλων ομάδων του ίδιου είδους να συμπεριφέρονται άσχημα μεταξύ τους: για παράδειγμα, οι συνδικαλιστές ή οι στρατιώτες ευνοούν τη δική τους ομάδα στον αγώνα για την απόκτηση ορισμένων αγαθών. Όμως τότε αξίζει να ρωτήσουμε με ποιο τρόπο ο υποστηρικτής της επιλογής ομάδων αποφαίνεται ποιο είναι το σημαντικό επίπεδο. Αν η επιλογή λειτουργεί μεταξύ ομάδων του ίδιου είδους, και μεταξύ ακόμη μεγαλύτερων ομάδων; Τα είδη ομαδοποιούνται σε γένη, τα γένη σε οικογένειες, οι οικογένειες σε τάξεις. Τα λιοντάρια και οι αντιλόπες ανήκουν στην τάξη των θηλαστικών, όπως άλλωστε και εμείς. Δεν πρέπει λοιπόν να περιμένουμε ότι τα λιοντάρια δεν θα σκοτώνουν τις αντιλόπες «για το καλό των θηλαστικών». Βέβαια, για να μην εξαφανιστεί η τάξη θα κυνηγούσαν πουλιά ή ερπετά. Αλλά τότε τι να πούμε για την ανάγκη διαιώνισης όλης της ομοταξίας των σπονδυλωτών;
Είναι πολύ εύκολο να εφαρμόσω τη μέθοδο της εις «άτοπον απαγωγής» και να εντοπίσω τις δυσκολίες που έχει η θεωρία της επιλογής ομάδων, όμως παραμένει το πρόβλημα να εξηγηθεί η φαινομενική ύπαρξη ατομικού αλτρουισμού. Ο Ardrey προχωρεί τόσο ώστε να λέει ότι η επιλογή ομάδων είναι η μόνη πιθανή εξήγηση της συμπεριφοράς, όπως αυτή που δείχνουν τα πηδήματα που κάνουν οι γαζέλες του Thomson. Αυτά τα ζωηρά και ευδιάκριτα πηδήματα μπροστά σ’ ένα αρπακτικό είναι ανάλογα με τις κραυγές κινδύνου των πουλιών επειδή φαίνεται να προειδοποιούν τους συντρόφους τους για τον κίνδυνο, ενώ προφανώς η προσοχή του αρπακτικού στρέφεται στη γαζέλα που χοροπηδά. Πρέπει να εξηγήσουμε με υπευθυνότητα αυτές τις σπασμωδικές κινήσεις και όλα τα παρόμοια φαινόμενα, κι αυτό προτίθεμαι να κάνω σε επόμενα κεφάλαια.
Προηγουμένως, όμως, πρέπει να θεμελιώσω την άποψή μου ότι ο καλύτερος τρόπος για να εξετάσουμε την εξέλιξη είναι να εφαρμόσουμε την ιδέα της επιλογής στο χαμηλότερο δυνατό επίπεδο. Στη διαμόρφωση αυτής της άποψης επηρεάστηκα σε μεγάλο βαθμό από το εξαίρετο βιβλίο του G.C. Williams Προσαρμογή και φυσική επιλογή. Η βασική ιδέα στην οποία θα στηριχτώ πρωτοδιατυπώθηκε στις «προγονιδιακές» μέρες, στην αρχή του αιώνα, από τον A. Weismann – είναι η δοξασία του για τη «συνέχεια του πλάσματος-σπέρματος». Θα υποστηρίξω ότι η θεμελιώδης μονάδα επιλογής, και συνεπώς ατομικού συμφέροντος, δεν είναι το είδος ούτε η ομάδα ούτε ακόμη (με αυστηρή έννοια) το άτομο. Είναι το γονίδιο, η μονάδα κληρονομικότητας. Εκ πρώτης όψεως αυτή η άποψη μπορεί να φανεί ακραία σε μερικούς βιολόγους. Ελπίζω πως όταν αντιληφθούν το νόημα που της δίνω, θα συμφωνήσουν ότι ουσιαστικά αυτή είναι η ορθόδοξη άποψη, έστω κι αν εκφράζεται με ασυνήθιστο τρόπο. Επειδή η επιχειρηματολογία χρειάζεται χρόνο για να αναπτυχθεί, πρέπει να ξεκινήσουμε από την προέλευση της ίδιας της ζωής.
ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ: ΤΟ ΕΓΩΙΣΤΙΚΟ ΓΟΝΙΔΙΟ
DNA: Το γοητευτικό ταξίδι αρχίζει
του Γιάννη Ελαφρού
Η συγκλονιστική ανακάλυψη της αποκωδικοποίησης του ανθρώπινου γονιδιώματος γεννά ελπίδες για το μέλλον της ανθρωπότητας.
Χαρακτηρίστηκε ισοδύναμη με την ανακάλυψη του τροχού. Άλλοι την συνέκριναν με το πρώτο ανθρώπινο βήμα στο φεγγάρι. Κάποιοι πιο μετριοπαθείς, με την εφεύρεση του ηλεκτρονικού υπολογιστή. Η αποκωδικοποίηση του ανθρώπινου γονιδιώματος, ίσως είναι κάτι μεγαλύτερο απ’ όλα αυτά· στον βαθμό βέβαια που αυτή… συμβεί! Στον βαθμό που ολοκληρωθεί.
Γιατί ακόμα, παρά τα ραγδαία βήματα των γενετιστών, δεν έχει ολοκληρωθεί καλά-καλά η καταγραφή των ανθρώπινων γονιδίων. Σύμφωνα με την ταυτόχρονη ανακοίνωση, την περασμένη Δευτέρα, από τα δύο ιδρύματα (το Δημόσιο Πρόγραμμα Ανθρώπινου Γονιδιώματος και την ιδιωτική Celera) αυτά υπολογίζονται από 26.000 έως και 40.000, χωρίς να έχουν συμφωνήσει σε κοινό αριθμό. Η Celera μάλιστα μόλις τον προηγούμενο Ιούνιο μιλούσε για 100.000 ή και 140.000 γονίδια!
Τότε είχαν ανακοινώσει την ανάγνωση του 95% του γονιδιώματος, τώρα σχεδόν την ολοκλήρωσή της. Σίγουρα μέσα στους λίγους μήνες που μεσολάβησαν έγιναν βήματα που άλλοτε θα απαιτούσαν δεκαετίες.
Αλλά όπως γίνεται σχεδόν πάντα με την ανακάλυψη της γνώσης, κάθε βήμα στον ανηφορικό της δρόμο απλώς εξασφαλίζει καλύτερη θέα στα ανεξερεύνητα πεδία, που προκαλούν σε νέα γοητευτικά ταξίδια.
Η συγκλονιστική είσοδος στο άδυτο των άδυτων της ύπαρξης είναι γεμάτη εκπλήξεις.
Οι αποκαλύψεις φέρνουν συνέχεια νέα ερωτήματα. Ο μικρός σχετικά αριθμός των γονιδίων του ανθρώπου, -μόλις μερικές εκατοντάδες παραπάνω από ένα ποντίκι-, δείχνει ότι η συνθετότερη λειτουργία του ανθρώπινου οργανισμού δεν οφείλεται στα πολύ περισσότερα γονίδια, αλλά σε μια ανώτερη συνεργασία τους, η οποία μένει ακόμα να κατανοηθεί. Πολλοί επιστήμονες μίλησαν για «γονίδια-μάνατζερ(!)», δηλαδή γονίδια που αναλαμβάνουν συντονιστικό ρόλο.
Μάλιστα υπογράμμισαν ότι η ανάπτυξη του ανθρώπινου είδους καταγράφεται και σε μεγάλο βαθμό οφείλεται, ακριβώς σε αυτά τα γονίδια πλέι-μέικερ.
Την ίδια στιγμή, άγνωστος παραμένει ο ακριβής ρόλος του 40% περίπου των καταγεγραμμένων γονιδίων. Αλλά κι αυτά ακόμα τα αναγνωρισμένα γονίδια δεν είναι παρά ένα μικρό μέρος του συνολικού ανθρώπινου γονιδιώματος. Λιγότερο από το 1,5% των 3,2 δισεκατομμυρίων Α, C, G και Τ (των «γραμμάτων» του γονιδιακού αλφαβήτου) καταγράφονται στα γονίδια. Και το υπόλοιπο;
Οι επιστήμονες με έκπληξη ανακάλυψαν ότι σχεδόν το 95% του ανθρώπινου γονιδιώματος είναι… σκουπίδια! Παλαιότερα βιάστηκαν να το χαρακτηρίσουν άχρηστο DNA («junk DNA»), με όλη την αμετροέπεια του ημιμαθή. Σήμερα θεωρείται ότι αυτό το σκοτεινό τμήμα του DNA όχι μόνο καταγράφει την εξέλιξη του ανθρώπου, αλλά κρύβει και σημερινές λειτουργίες που πρέπει να εξιχνιαστούν. Τα μυστήρια πληθαίνουν· η αισιοδοξία επίσης. Η ανακοίνωση των δύο Ομίλων συνοδεύτηκε από καταιγισμό υποσχέσεων για νέα φάρμακα και για νέες μορφές θεραπείας που θα βασίζονται στην προσωπική γονιδιακή ανάλυση. Η προοπτική ενός ατομικού τσιπ DNA, που θα περιέχει ολόκληρο τον γενετικό κώδικα του κάθε ξεχωριστού ανθρώπου μέσα σε ένα… DVD -και θα είναι εξίσου εύχρηστο- εμφανίζεται ρεαλιστική.
Στην περίπτωση αυτή θα μπορεί ο γιατρός να ανακαλύψει συγκεκριμένα προβλήματα και αλλοιώσεις σε κάθε ασθενή και να παρέχει θεραπεία και φάρμακα «αλά καρτ». Η γονιδιακή ιατρική υπόσχεται ότι βαρύτατες (και εν πολλοίς ανίκητες) ασθένειες σήμερα, από τον καρκίνο μέχρι το Αλτσχάιμερ, θα μπορούν όχι μόνο να αντιμετωπιστούν στο μέλλον, αλλά και να αποτραπούν αφού ανιχνευθούν έγκαιρα.
Φυσικά, κανείς δεν μιλά για κάτι που μπορεί να γίνει αύριο. Οι πιο αισιόδοξοι, δηλαδή οι εκπρόσωποι των εταιρειών, υποστηρίζουν ότι οι πρώτες γονιδιακές θεραπείες θα εφαρμοστούν τα επόμενα δέκα χρόνια, ενώ η συνολική εμφάνιση αυτών των μεθόδων σε είκοσι.
Παρ’ όλα αυτά το έργο που πρέπει να γίνει ακόμα είναι τεράστιο. Σε αντίθεση με ό,τι αρχικά είχε πιστευτεί, το κάθε γονίδιο αποτελεί μέρος μιας συμφωνικής ορχήστρας. Δεν εκτελεί ένα έργο μόνο του, αλλά σε μια συνδυαστική λειτουργία μαζί με άλλα γονίδια, που δεν έχει ακόμα κατανοηθεί. Τα γονίδια παράγουν πρωτεΐνες, οι οποίες καθορίζουν σε τελική ανάλυση την κυτταρική λειτουργία. Υπολογίζεται ότι τα περίπου 30.000 γονίδια του ανθρώπου δημιουργούν 250.000 πρωτεΐνες, των οποίων η καταγραφή και πάνω απ’ όλα η κατανόηση της λειτουργίας τους αποτελεί τον επόμενο δύσκολο στόχο της επιστήμης. Χωρίς να είναι σίγουρο ότι πρόκειται και για το τελικό κλειδί για την ερμηνεία του μυστήριου της ζωής. Πάντως, χωρίς τις πρωτεΐνες, γονιδιακή θεραπεία και αποτελεσματικά φάρμακα, δεν μπορεί να υπάρξουν.
Χαρακτηριστικό απ’ αυτή την άποψη είναι ότι μέχρι τώρα μόνο 1.778 γονίδια έχουν χαρακτηρισθεί ως πιθανά υπεύθυνα για την ανάπτυξη ή τη θεραπεία κάποιας ασθένειας. Ταυτόχρονα, οι φαρμακευτικές εταιρείες έχουν μόνο 483 «στόχους» στο ανθρώπινο σώμα για την παραγωγή φαρμάκων. Από αυτή την άποψη, είναι βάσιμες οι ανησυχίες επιστημόνων ότι τυχόν βιαστικές παρεμβάσεις σε ένα ξεχωριστό γονίδιο, χωρίς να έχει κατανοηθεί η συνολική ένταξή του στην ορχήστρα του DNA, μπορεί να έχει αρνητικά αποτελέσματα.
Βιοηθική: σεβασμός σε άνθρωπο και φύση
Το «Βιβλίο της Ζωής», εκεί όπου όλοι έχουμε χαραγμένο το αποτύπωμά μας, άνοιξε. Μπροστά στο θαυμαστό αυτό επίτευγμα της σύγχρονης επιστήμης, ορόσημο στην ιστορία αυτού του κόσμου, δεν μπορεί κανείς παρά να σταθεί με δέος. Μετά, έρχεται η σκέψη… Θα καταφέρουμε να διαχειριστούμε καλά αυτή τη γνώση; Θα γίνουμε όλοι κοινωνοί της;
Πρώτο μέλημα, η ανασυγκρότηση των ανά τον κόσμο Επιτροπών Βιοηθικής. «Είναι ανάγκη να εντατικοποιηθούν», τονίζει στην «Κ» ο καθηγητής Γενετικής του τμήματος Βιολογίας του ΑΠΘ και πρόεδρος της Πανελλήνιας Ένωσης Βιολόγων, κ. Ζαχαρίας Σκούρας. «Οι θαυμαστές αυτές ανακαλύψεις πρέπει να μπουν σε ένα κανάλι, ώστε να είναι πράγματι προς όφελος του ανθρώπου». Ο προβληματισμός για τη μελλοντική χρήση των γενετικών δεδομένων εκφράστηκε και κατά την πρόσφατη συνάντηση του πρωθυπουργού, κ. Κ. Σημίτη, με τα μέλη της Εθνικής Επιτροπής Βιοηθικής, ο πρόεδρος της οποίας, ομότιμος καθηγητής του Αστικού Δικαίου του Πανεπιστημίου Αθηνών, κ. Γ. Κουμάντος, είχε επισημάνει την ανάγκη να αποτελεί σημείο αναφοράς «ο σεβασμός της προσωπικότητας του ανθρώπου και της φύσης».
Ο βασικός κίνδυνος που ελλοχεύει στους νέους δρόμους που άνοιξε η αποκωδικοποίηση της γενετικής μας φύσης είναι, βεβαίως, η διάκριση των ανθρώπων βάσει αυτής. Ήδη έχει εκφραστεί ο φόβος ότι οι ασφαλιστικές εταιρείες και οι εργοδότες θα είναι σε θέση να επιλέγουν τους ασφαλισμένους και τους εργαζομένους τους, αντίστοιχα, με βάση την πιο… προσοδοφόρο γενετική τους σύσταση. Μιλώντας στην «Κ», ο καθηγητής Βιολογίας του τμήματος Ιατρικής του Πανεπιστημίου Πατρών και αναπληρωτής πρόεδρος της Εθνικής Επιτροπής Βιοηθικής, κ. Γεώργιος Μανιάτης -έχοντας ήδη επισημάνει ότι «τα γονίδιά μας δεν καθορίζουν την προσωπικότητά μας»- διευκρίνισε ότι δεν συμφωνεί με τις παραπάνω χρήσεις του DNA, αν και, όπως είπε, είναι ασύμφορο για τις ασφαλιστικές εταιρείες να λειτουργούν κατ’ αυτόν τον τρόπο. Η λύση, ωστόσο, λέει ο κ. Μανιάτης, έχει βρεθεί στις ΗΠΑ, όπου απαγορεύεται δια νόμου η εξέταση του γενετικού υλικού των ασφαλισμένων από τις εταιρείες. Η νεοαποκτηθείσα γνώση μάς έφερε επίσης ένα βήμα πιο κοντά στην κλωνοποίηση του ανθρώπου. «Αυτή τη στιγμή», τονίζει ο κ. Μανιάτης, «οι γνώσεις μας είναι ατελείς γύρω από την αναπαραγωγική κλωνοποίηση. Σήμερα, όλοι συμφωνούν ότι δεν πρέπει να γίνει.» «Η κλωνοποίηση αφορά στην παραγωγή “καλών” απογόνων», εξηγεί ο κ. Σκούρας. «Ο καλός απόγονος, όμως, είναι καλός στο συγκεκριμένο περιβάλλον. Και η κοινωνία μας δεν χρειάζεται έναν τύπο ανθρώπου.»
Υπενθυμίζεται ότι στις 3 Μαρτίου η Επιτροπή Βιοηθικής αναμένεται να πάρει θέση για το ζήτημα της χρήσης του DNA για εγκληματολογικούς σκοπούς. Ο κ. Μανιάτης, ενώ θεωρεί ότι η παραπάνω χρήση ίσως έχει νόημα, τονίζει ότι «δεν πρέπει να επιτραπεί στην Αστυνομία να κρατά και βιολογικό δείγμα των υπόπτων». Λίνα Γιάνναρου
Ο «θάνατος» του εγωιστικού γονιδίου
Όταν ο νομπελίστας βιολόγος Τζέιμς Γουάτσον έγραφε πριν από μερικά χρόνια το βιβλίο του «Το εγωιστικό γονίδιο», έδωσε το εναρκτήριο λάκτισμα για την επίθεση του βιολογικού αναγωγισμού, δηλαδή της άποψης που υποστηρίζει ότι τελικά η ανθρώπινη συμπεριφορά καθορίζεται από τα γονίδια. Τα προηγούμενα χρόνια οι σελίδες των εφημερίδων φιλοξενούσαν συχνά ανακοινώσεις, όπου ενοχοποιούνταν γονίδια για μια σειρά ασθένειες ή για διάφορες εξαρτήσεις, όπως ο αλκοολισμός και το κάπνισμα. Οι κοινωνικές συνθήκες ήταν φυσικά απούσες. Μέχρι και γονίδιο υπεύθυνο για τον… πνιγμό είχε «ανακαλυφθεί».
Οι έρευνες των ίδιων των γενετιστών, σύμφωνα και με τις πρόσφατες ανακοινώσεις, καταρρακώνουν αυτές τις αντιλήψεις. Η λειτουργία του ανθρώπινου οργανισμού αποκαλύπτεται εξαιρετικά πολύπλοκη και η συγκεκριμένη συμπεριφορά, αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης του περιβάλλοντος (φυσικού και κοινωνικού) και των όποιων γενετικών τάσεων, με κυρίαρχο τον ρόλο του περιβάλλοντος.
Το περιβάλλον
Μάλιστα, η επίδραση του περιβάλλοντος εισέρχεται και αποτυπώνεται μακροπρόθεσμα και μέσα στο ίδιο το γονιδίωμα. Εκατοντάδες γονίδια, που συμμετέχουν στη δημιουργία τουλάχιστον 223 πρωτεϊνών, φαίνεται να έχουν εισαχθεί απευθείας από βακτήρια, ενώ χιλιάδες άλλα είναι παράγωγα πολλαπλών γονιμοποιήσεων. Το γονιδιακό υλικό του ανθρώπου δεν είναι αιώνιο και απαρασάλευτο. Εξελίσσεται. Το συμπέρασμα όλων αυτών είναι ότι η προσπάθεια βελτίωσης της ανθρώπινης ζωής περνά πρωτίστως μέσω της παρέμβασης και της αλλαγής του περιβάλλοντος.
Δεύτερο μεγάλο θύμα των πρόσφατων ανακοινώσεων είναι ο εγωισμός. Όταν ο χιμπατζής έχει κατά 98% όμοιο γονιδίωμα με τον άνθρωπο, όταν άλλες θεωρούμενες πολύ κατώτερες μορφές ζωής -όπως ένα σκουλήκι- έχουν αριθμό γονιδίων που φτάνει μέχρι και το 50% του ανθρώπου, όταν τελικά η ίδια η εξέλιξη του ανθρώπινου οργανισμού οφείλεται στην αλληλεπίδραση με τη φύση, τότε πώς μπορεί ο άνθρωπος να συμπεριφέρεται σαν θεός, αγνοώντας ακόμα και τις πιο άμεσες συνέπειες των πράξεών του; Κι ακόμα πώς μπορούν να μιλούν κάποιοι για τον υπεράνθρωπο που θα υψωθεί δήθεν πάνω από τις συνθήκες ζωής του, ζώντας σ’ έναν εξ ολοκλήρου κατασκευασμένο κόσμο;
Ρατσισμός
Ιδιαίτερα άσχημα πρέπει να αισθάνθηκαν και οι πάσης φύσεως ρατσιστές. Όσοι αναζητούν διαφορές των ανθρώπων στη βάση της ράτσας, της φυλής, του χρώματος του δέρματος. Όλοι οι άνθρωποι της εποχής μας έχουν κοινή γενετική ταυτότητα κατά 99,8%. Η χαρτογράφηση του γονιδιώματος από τη Celera έγινε με βάση το DNA που πρόσφεραν πέντε ενήλικες εθελοντές. «Χρησιμοποιήσαμε DNA από έναν Ασια-αμερικανό, έναν Αφρο-αμερικανό, έναν Ισπανο-αμερικανό και δύο άλλους και δεν μπορούμε να βγάλουμε άκρη ποιανού είναι το κάθε δείγμα», δήλωσε ο Γκρεγκ Βέντερ.
Οι σημερινές ανακαλύψεις επιβεβαιώνουν τη βασική ιδέα της δαρβίνειας θεωρίας της εξέλιξης, υπογραμμίζοντας την ανάγκη για έναν άνθρωπο λιγότερο εγωιστή, καθόλου ρατσιστή, ενταγμένου στη φύση με αρμονία και μέτρο, κοινωνικά ανήσυχου, έλλογου και σοφού. Κι όμως την ίδια ώρα που ο Δαρβίνος θριαμβεύει, σε πολλές Πολιτείες των ΗΠΑ απαγορεύεται η διδασκαλία του στα σχολεία, γιατί δεν συνάδει με τη θρησκευτική άποψη της δημιουργίας του κόσμου!
Στο περιθώριο της Γενετικής, ο Τρίτος Κόσμος
Τέλος στον καρκίνο και στη νόσο του Αλτσχάιμερ. Πρώιμη διάγνωση και αποτελεσματική θεραπεία με τις επαναστατικές μεθόδους της γονιδιακής Ιατρικής. Νέα γενιά «φαρμάκων αλά καρτ», προσαρμοσμένων στα ιδιαίτερα γενετικά χαρακτηριστικά κάθε ασθενούς. «Έξυπνα φάρμακα» που θα βελτιώνουν τη μνήμη, την ψυχολογική διάθεση ή τα εξωτερικά χαρακτηριστικά μας κατά βούληση. Όνειρα θερινής νυκτός μέχρι χθες, παρόμοιες επαγγελίες εμφανίζονται ως ρεαλιστικές υποσχέσεις, σε ορίζοντα τριών δεκαετιών, χάρη στα επιτεύγματα της Γενετικής και της Μοριακής Βιολογίας. Αλλά όχι για όλους…
Την περασμένη Δευτέρα, ακριβώς την ημέρα που κυκλοφορούσαν σε όλο τον κόσμο τα αισιόδοξα νέα για την αποκωδικοποίηση του ανθρώπινου γονιδιώματος, ο βρετανικός «Γκάρντιαν» αφιέρωνε το πρώτο του θέμα σε μια λιγότερο χαρμόσυνη είδηση. Στην πρωτεύουσα της Νότιας Αφρικής, Πρετόρια, ξεκινούσε μια πολύκροτη δίκη που έφερε σε αντιπαράθεση 42 φαρμακευτικές εταιρείες της Δύσης με την κυβέρνηση της χώρας. Οι δυτικές εταιρείες θέλουν να εμποδίσουν δικαστικά την παραγωγή φτηνών φαρμάκων για το έιτζ από την πλευρά του νοτιοαφρικανικού κράτους, επικαλούμενες τα δικά τους «πνευματικά δικαιώματα» στις πατέντες των σχετικών φαρμάκων – δικαιώματα που τους παρέχει ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου.
Περισσότεροι από 2,5 εκατομμύρια άνθρωποι πεθαίνουν κάθε χρόνο στην Αφρική από το έιτζ. Τα φάρμακα των δυτικών εταιρειών, που θα μπορούσαν να τους κρατήσουν στη ζωή, κοστίζουν σε κάθε ασθενή περίπου 15.000 δολάρια το χρόνο, ενώ τα ετήσια εισοδήματα ενός μέσου Νοτιοαφρικανού εργαζόμενου είναι κάτω των 3.000 δολαρίων. Ακολουθώντας το ιδιαίτερα επιτυχημένο παράδειγμα της Βραζιλίας, η Νότια Αφρική σκοπεύει να αναπτύξει αντίγραφα των δυτικών φαρμάκων με πολύ χαμηλότερο κόστος. Κάτι που οι πολυεθνικές του φαρμάκου απορρίπτουν κατηγορηματικά. Τι κι αν η Αφρική έχει το 80% των θυμάτων του έιτζ σε πλανητική κλίμακα, ενώ της αντιστοιχεί μόλις το 1% των αντίστοιχων φαρμάκων;
Αν αυτά συμβαίνουν με το έιτζ, γιατί δεν θα συμβούν τα ίδια και χειρότερα με τα φάρμακα νέας γενεάς της Γενετικής και της Μοριακής Βιολογίας, για τα οποία οι πολυεθνικές του φαρμάκου έχουν επενδύσει τεράστια κεφάλαια επί σειράν ετών και αδημονούν να τα αποσβέσουν, πουλώντας τα νέα τους προϊόντα σε πανάκριβες τιμές; Π. Γ. Π.
Το χρονικό της μεγάλης ανακάλυψης
Επιμέλεια χρονικού: Μανίνα Ντάνου
1944: Για πρώτη φορά οι επιστήμονες συνδέουν το DNA με την κληρονομικότητα των ιδιαίτερων ανθρώπινων χαρακτηριστικών. Ανακαλύπτουν, δηλαδή, ότι το DNA είναι πληροφοριακό υλικό.
1953: Οι επιστήμονες Τζέιμς Γουότσον και Φράνσις Κρικ ανακαλύπτουν κάτι που θα τους χαρίσει το Νόμπελ εννιά χρόνια αργότερα: την τρισδιάστατη δομή της διπλής έλικας του DNA.
1969: Λαμβάνει χώρα η απομόνωση του πρώτου γονιδίου.
1970: Ανακαλύπτονται τα -λεγόμενα- περιοριστικά ένζυμα, τα «χημικά ψαλίδια» δηλαδή, με τα οποία μπορούμε να κόβουμε το DNA σε συγκεκριμένα σημεία.
1973: Για πρώτη φορά εισάγεται από τους επιστήμονες γενετικό υλικό σε μικροοργανισμούς, γεγονός που ανοίγει πια το δρόμο για την επιστήμη της γενετικής μηχανικής.
1977: Πέντε χρόνια αργότερα, οι επιστήμονες προχωρούν ένα βήμα παρακάτω: επιτυγχάνουν για πρώτη φορά την εισαγωγή τεχνητού γονιδίου σε βακτήριο. Ταυτόχρονα, αποκωδικοποιούνται τα πρώτα γονιδιώματα που αντιστοιχούν σε ιούς.
1978: Η έρευνα καταλήγει στην επίτευξη της γενετικής τροποποίησης βακτηρίων με σκοπό την παραγωγή ινσουλίνης.
1981: Μεταφορά γονιδίου από ένα ζωικό είδος σε ένα άλλο.
1983: Δημιουργία του πρώτου τεχνητού χρωμοσώματος.
1988: Κατοχυρώνεται η πρώτη αμερικανική πατέντα για ένα τρανσεγενετικό σπονδυλωτό, το μεταλλαγμένο ποντίκι «Μικ». Το αρμόδιο γραφείο πατεντών των ΗΠΑ, όμως, αναστέλλει τη χορήγηση διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας για ζωντανούς οργανισμούς μέχρι το 1992.
1990: Ξεκινάει επίσημα το πρόγραμμα για την αποκωδικοποίηση του ανθρώπινου γονιδιώματος με στόχο η αποκωδικοποίηση να επιτευχθεί πλήρως μέσα στα επόμενα 15 χρόνια.
1993: Ερευνητές του γαλλικού εργαστηρίου «Ζενετόν» φτιάχνουν τον πρώτο χάρτη του 21ου χρωμοσώματος, που αντιστοιχεί στο 1,7% του γονιδιώματος.
1996: Αποκρυπτογραφείται το γονιδίωμα του σακχαρομύκητα, του πιο σύνθετου οργανισμού έως τότε.
1997: Πραγματοποιείται η κλωνοποίηση του πρώτου θηλαστικού, του προβάτου Ντόλι, από το Ινστιτούτο Ρόσλιν στη Σκωτία. Με αφορμή τις ραγδαίες εξελίξεις, η ΟΥΝΕΣΚΟ υιοθετεί παγκόσμια διακήρυξη που απαγορεύει την κλωνοποίηση ανθρώπινων εμβρύων.
1998: Αποκρυπτογραφείται το γονιδίωμα του πρώτου πολυκύτταρου οργανισμού, του σκώληκος C. elegans.
Την ίδια χρονιά, Αμερικανοί επιστήμονες δημοσιεύουν ένα χάρτη με σχεδόν τα μισά ανθρώπινα γονίδια και τη θέση τους στα διάφορα χρωμοσώματα. Ταυτόχρονα, ο Κρεγκ Βέντερ, πρώην στέλεχος του Εθνικού Ινστιτούτου Υγείας των ΗΠΑ, που έχει «πέσει στη μάχη» της αποκρυπτογράφησης από το 1992, δημιουργεί μαζί με την επιχείρηση ηλεκτρονικών «Πέρκιν-Ελμερ», την εταιρεία «Σελέρα Τζενόμικς». «Σε τρία χρόνια θα έχουμε αποκωδικοποιήσει το ανθρώπινο γονιδίωμα», δηλώνει. Την ίδια χρονιά και έπειτα από διαμάχη πέντε χρόνων, τα όργανα της Ε.Ε. επιτρέπουν την κατοχύρωση πατέντας για ανθρώπινα όργανα και γονίδια.
1999: Τον Δεκέμβριο, το Πρόγραμμα Ανθρώπινου Γονιδιώματος (HGP) εμφανίζει την πρώτη πλήρη αποκωδικοποίηση ανθρώπινου χρωμοσώματος (χρωμόσωμα 22).
26 Ιουνίου 2000: Το HGP και η εταιρεία «Σελέρα» του Βέντερ παρουσιάζουν ταυτόχρονα τις εργασίες τους, που εμφανίζουν σχεδόν ολοκληρωμένη την αποκωδικοποίηση του ανθρώπινου γονιδιώματος. Το HGP υπολογίζει τα ανθρώπινα γονίδια σε 38.000 περίπου, ενώ ο Βέντερ κάνει λόγο για 100.000.
11 Φεβρουαρίου 2001: Η «Σελέρα» και το HGP -τέσσερα χρόνια νωρίτερα απ’ ό,τι είχε προβλέψει ο Βέντερ- παρουσιάζουν τις «ολοκληρωμένες» εναλλακτικές εκδοχές τους για το ανθρώπινο γονιδίωμα, καταλήγοντας ότι ο αριθμός των ανθρώπινων γονιδίων είναι μεταξύ 26.000 και 40.000.
Η ΜΗΧΑΝΗ ΤΟΥ ΝΟΥ
Με το βιβλίο αυτό ο Colin Blakemore, Kαθηγητής της Nευροφυσιολογίας στο Πανεπιστήμιο της Oξφόρδης, πραγματοποιεί μια εξερεύνηση στον χώρο του ανθρώπινου εγκεφάλου και νου. Πρόκειται για μια ευφυή συνθετική και αναλυτική δουλειά που στηρίζεται στα δεδομένα των νευροεπιστημών, της νευρολογίας, της ψυχιατρικής και της ψυχολογίας. Mέσα από τις σελίδες του βιβλίου ο αναγνώστης οδηγείται στην κατανόηση περίπλοκων λειτουργιών όπως είναι η αντίληψη, η μάθηση και μνήμη, η σκέψη, η τρέλα και η κατάθλιψη, η εξάρτηση, η γλώσσα, οι βιολογικοί ρυθμοί, ο πόνος, η γήρανση κ.λπ. Στο τελευταίο κεφάλαιο, ο Blakemore εξετάζει τη βίαιη συμπεριφορά και αναρωτιέται κατά πόσον η ελευθερία της βούλησης είναι απλώς μια ψευδαίσθηση. H Mηχανή του Nου, αυτό το συναρπαστικό βιβλίο, παρέχει στον μη ειδικό αναγνώστη έναν οδηγό για την κατανόηση των νοητικών λειτουργιών που αποτελούν τη βάση της ανθρώπινης ύπαρξης.
BLAKEMORE COLIN
Η ΑΝΕΛΙΞΗ ΤΟΥ ΝΟΥ
Ο ΑΛΜΠΕΡΤ ΑΪΝΣΤΑΙΝ ΉΤΑΝ ΚΑΠΟΤΕ ένα και μόνο κύτταρο. Το ίδιο και ο Αδόλφος Χίτλερ. Αρχίζουμε όλοι το μακρύ ταξίδι μας προς τη νοημοσύνη ως ελαχιστότατες μονάδες ζωής: ένα γονιμοποιημένο αυγό. Κατά τη γέννηση, ο ανθρώπινος εγκέφαλος διαθέτει περισσότερα κύτταρα από όσα θα έχει ποτέ, αλλά το βρέφος μάλλον δεν έχει ούτε μία συνειδητή εμπειρία. Σε λίγα χρόνια, αυτό το παιδί θα έχει κατακτήσει με τον εγκέφαλό του τη γλώσσα, θα εννοεί τους πολύπλοκους κοινωνικούς κανόνες, θα έχει επίγνωση του κόσμου, του παρελθόντος, του μέλλοντος, και του εαυτού του.
Η ΑΡΧΗ
Ένα ωάριο γονιμοποιείται από ένα σπέρμα. Το καθένα είναι ένας φάκελος που περιέχει ένα ζωτικό μήνυμα – μια γενετική ιστορία γραμμένη στην παράξενη, τετραγράμματη γλώσσα του DNA. H αιώνια ζωή είναι το τελικό έπαθλο όλων των μεγάλων θρησκειών του κόσμου. Ωστόσο, είμαστε όλοι αθάνατοι, με την έννοια ότι το DNA, που μας κάνει αυτό που είμαστε, περνάει από γενιά σε γενιά.
Για λίγες ώρες το γονιμοποιημένο αυγό φαίνεται να είναι σε νάρκη. Ύστερα χωρίζεται. Τα χρωμοσώματά του διχάζονται και αναδιπλασιάζονται πανομοιότυπα για να φτιάξουν ένα σύνολο σαράντα έξι χρωμοσωμάτων για κάθε νέο κύτταρο. Αυτή η τελετουργική διαίρεση επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά. Οχτώ μέρες μετά τη σύλληψη, το έμβρυο είναι μία μάζα μερικών εκατοντάδων κυττάρων. Οποιοδήποτε κύτταρο από την κεντρική συστάδα των κυττάρων που θα αποτελέσουν το καθαυτό έμβρυο, θα μπορούσε να αφαιρεθεί χωρίς να διαταραχθεί η φυσιολογική του ανάπτυξη. Μετά, ξαφνικά, τα κύτταρα του εμβρύου ακολουθούν διαφορετική το καθένα πορεία ανάπτυξης.
Δεκαεννιά ημέρες μετά τη γονιμοποίηση, έχουμε το πρώτο βήμα στον σχηματισμό του εγκεφάλου. Μια ομάδα κυττάρων στην επιφάνεια της στρογγυλής μάζας αντιδρά σε ένα χημικό σήμα που έρχεται από την υποκείμενη στιβάδα. Στην αδελφότητα των κυττάρων που σχηματίζουν αυτή την πλάκα, ένα γονίδιο θα αναλάβει να συνθέσει μια ουσία που συγκολλά τις μεμβράνες τους. Μέσα σε λίγες μέρες αυτή η νευρική πλάκα θα αναδιπλωθεί για να σχηματίσει έναν σωλήνα. Από αυτόν τον μικρό κύλινδρο θα αναπτυχθεί ολόκληρος ο εγκέφαλος και το υπόλοιπο νευρικό σύστημα. Το ένα άκρο του σωλήνα αρχίζει να διογκώνεται: θα εξελιχθεί σε εγκέφαλο. Το άλλο, λεπτότερο άκρο θα γίνει ο νωτιαίος μυελός. Τα κύτταρα του πρωτόγονου εγκέφαλου αρχίζουν να πολλαπλασιάζονται γρήγορα. Μερικά θα γίνουν νευρώνες, τα καθαυτό νευρικά κύτταρα. Τα υπόλοιπα θα γίνουν τα νευρογλοιακά κύτταρα, που στηρίζουν, τρέφουν και καθοδηγούν τους αναπτυσσόμενους νευρώνες.
Η ταχύτητα διαίρεσης των κυττάρων είναι τώρα φρενιτιώδης, ως εάν τα γονίδια να έχουν αποδυθεί σε αγώνα δρόμου για να δημιουργήσουν αστρονομικούς αριθμούς νευρώνων, ώστε να είναι έτοιμοι για τη γέννηση. Το κάθε νέο κύμα νευρικών κυττάρων τρέχει πάνω στον οδηγό των νευρογλοιακών κυττάρων για να φτάσει στον προορισμό του, που είναι ο αναπτυσσόμενος εγκέφαλος. Διαδοχικές γενεές κυττάρων μεταναστεύουν πέρα από τις επιστρώσεις των νευρώνων που γεννήθηκαν νωρίτερα και ήδη ησυχάζουν. Αυτό το παράδοξο σχέδιο αποδημίας ευθύνεται για τη χαρακτηριστική επιστρωματοειδή δομή πολλών μερών του εγκεφάλου. Ευθύς μόλις ένα νευρικό κύτταρο αρχίζει το ταξίδι του, παύει να διαιρείται, και συντονίζεται, με λεπτές και μυστηριώδεις διεργασίες, με τα διαφορετικά χημικά περιβάλλοντα μέσω των οποίων κινείται. Τα γονίδια του κυττάρου αντιδρούν σε αυτά τα σήματα θέτοντας σε λειτουργία νέα χημικά προγράμματα που οδηγούν το κύτταρο στον αναπόδραστο προορισμό του. Η διαφοροποίηση – η διαδικασία με την οποία τα κύτταρα του σώματος, τα οποία περιέχουν όλα το ίδιο γενετικό μήνυμα, ειδικεύονται για να εκτελέσουν το ιδιαίτερο έργο τους στο σώμα – παραμένει ένα από τα βαθύτερα μυστήρια της βιολογίας. Βασίζεται σε μια στεγνή αλληλεπίδραση γονιδίων και περιβάλλοντος, που αντιδρούν το ένα στο άλλο σε τέλειο συγχρονισμό. Οι συνέπειες της διαφοροποίησης δεν είναι πουθενά αλλού τόσο εντυπωσιακές όσο στον αναπτυσσόμενο εγκέφαλο.
ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΚΙΝΔΥΝΟΥ
Την όγδοη εβδομάδα μετά τη σύλληψη, ο ακατάσχετος πολλαπλασιασμός των νευρώνων και των νευρογλοιακών κυττάρων έχει διαμορφώσει, ως δια μαγείας, μία δομή με αναγνωρίσιμο σχήμα. Διακρίνονται πλέον το στέλεχος του εγκεφάλου, η παρεγκεφαλίδα, και τα εγκεφαλικά ημισφαίρια, που εξωθούν το αναπτυσσόμενο κρανίο. Στη διάρκεια αυτής της περιόδου ο εγκέφαλος είναι εξαιρετικά εύτρωτος. Στις 6 και στις 9 Αυγούστου του 1945, ατομικές βόμβες έπεσαν στη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι. Η ραδιενέργεια δεν υπολογίζει τη σάρκα και το αίμα που προστατεύουν ένα αναπτυσσόμενο έμβρυο. Μεταξύ των επιζώντων υπήρξαν περισσότερες από χίλιες έγκυες γυναίκες. Μερικά από τα παιδιά τους, που είναι τώρα στα πενήντα τους χρόνια, γεννήθηκαν με ατέλειες του νευρικού συστήματος και είναι ακόμη διανοητικά καθυστερημένα. Ο William Scull και οι συνεργάτες του στο Ίδρυμα Ερευνών Ακτινοβολίας και Φύλου της Χιροσίμα, διαπίστωσαν ότι οι μητέρες όλων των σοβαρά προσβεβλημένων παιδιών ήσαν, όταν οι βόμβες εξερράγησαν, μεταξύ της όγδοης και της δέκατης έκτης εβδομάδας εγκυμοσύνης. Τα παιδιά των μητέρων που ήσαν σε πιο προχωρημένη εγκυμοσύνη, ή λιγότερο από δύο μήνες έγκυοι, είναι λιγότερο καθυστερημένα ή και καθόλου. Η ραδιενέργεια είχε ιδιαίτερα σοβαρές επιπτώσεις μεταξύ όγδοης και δέκατης έκτης εβδομάδας ανάπτυξης του εμβρύου, όταν ο εγκέφαλος είναι εξαιρετικά εύτρωτος. Αυτή η περίοδος ευπάθειας συμπίπτει με την περίοδο της ταχύτερης δημιουργίας των νευρικών κυττάρων – μέχρι 250.000 το λεπτό – και της αθρόας εισβολής τους στον αναπτυσσόμενο εγκεφαλικό φλοιό. Διότι, για να λειτουργήσει ο εγκέφαλος σωστά, οι νευρώνες πρέπει να βρίσκονται στη σωστή θέση για να σχηματίσουν τις σωστές συνάψεις και να εκτελέσουν το προδιαγεγραμμένο έργο τους. Η ακτινοβολία πιθανότατα επηρεάζει όχι μόνο την παραγωγή των νευρικών κυττάρων αλλά και την πορεία τους στο δίκτυο των νευρογλοιακών ινών, αναγκάζοντάς τα να σταματήσουν προτού φτάσουν στον τελικό τους προορισμό.
Το 1970 η Christy Uland, ιατρός στο Παιδιατρικό Τμήμα του Νοσοκομείου Παίδων του Σηάτλ της Ουάσινγκτον, παρατήρησε μια περίεργη ομοιότητα σε μερικά από τα νήπια που μελετούσε. Ήσαν μικρόσωμα για την ηλικία τους, είχαν πεπλατυσμένα πρόσωπα, και ήσαν όλα διανοητικά καθυστερημένα. Έμοιαζαν σαν να ανήκαν στην ίδια οικογένεια, χωρίς να έχουν όμως συγγενική σχέση. Το μόνο που είχαν κοινό ήταν το ότι οι μητέρες ήσαν αλκοολικές. Ο Kenneth Jones και ο David Smith του Κέντρου Παιδικής Ανάπτυξης και Διανοητικής Καθυστέρησης του Σηάτλ ονόμασαν αυτό το πλέγμα συμπτωμάτων Εμβρυακό Αλκοολικό Σύνδρομο. Γνωρίζουμε σήμερα ότι είναι η Τρίτη σε συχνότητα μορφή συγγενούς ανωμαλίας μετά το Σύνδρομο του Ντάουν και τις ανωμαλίες των νευρικών σωλήνων, όπως η διφυής άκανθα (spina difida).
Ο Sterling Clarren του Πανεπιστημίου του Σηάτλ μελετά επί μακρόν πιθήκους σε νηπιακή ηλικία, προσπαθώντας να καταλάβει πότε και πώς το αλκοόλ – που περνά εύκολα τον πλακούντα και μπαίνει στο αίμα του εμβρύου – επηρεάζει τον αναπτυσσόμενο εγκέφαλο. Τα πιθηκάκια είναι από φυσικού τους περίεργα, αλλά, αν δοθεί αλκοόλ στις μητέρες τους κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, παρουσιάζουν υπερκινητικότητα και διαταραγμένη συμπεριφορά, περίπου όπως τα ανθρώπινα μωρά με Εμβρυακό Αλκοολικό Σύνδρομο. Ο Clarren διαπίστωσε ότι το αλκοόλ επηρεάζει τον αναπτυσσόμενο εγκέφαλο σε όλη τη διάρκεια της κύησης, αλλά οι συνέπειες στα πρώτα στάδια είναι πολύ πιο καταστρεπτικές. Για άλλη μια φορά οι μαρτυρίες δείχνουν ότι η κρίσιμη αρχική περίοδος, όταν το έμβρυο είναι περίπου δύο μηνών, είναι η περίοδος της μεγαλύτερης ευπάθειας.
Η πιθανή αιτία των διανοητικών ανωμαλιών έγινε προφανής όταν ο Sterling Clarren είχε την ευκαιρία να εξετάσει ανατομικά ένα μωρό που είχε την ασθένεια και πέθανε. Ο εγκέφαλός του ήταν πολύ μικρός, αλλά δεν ήταν αυτό η μόνη ατέλεια. Σε έναν φυσιολογικό ανθρώπινο εγκέφαλο η επιφάνεια των εγκεφαλικών ημισφαιρίων έχει βαθιές πτυχώσεις, ώστε να χωρέσει ο τεράστιος όγκος του εγκεφαλικού φλοιού στον θόλο που σχηματίζει το κρανίο. Αλλά στον εγκέφαλο που έχει υποστεί βλάβες από το αλκοόλ, οι γεμάτες υγρό κοιλίες που βρίσκονται μέσα στον εγκέφαλο είναι υπερβολικά μεγάλες, η στιβάδα των νευρικών ινών (λευκή ουσία) που βρίσκεται κάτω από τον φλοιό είναι αφύσικα λεπτή, και οι πτυχώσεις του ίδιου του φλοιού είναι αβαθείς. Έτσι, όχι μόνο ο ολικός όγκος του φλοιού αλλά και οι συνάψεις του έχουν μειωθεί.
Το μικροσκόπιο μας δίνει και άλλες μαρτυρίες καταστροφής και αποδιοργάνωσης. Οι στιβάδες του φλοιού είναι παραμορφωμένες, σαν να μην υπήρξε σήμα να πει στους αποδημούντες νευρώνες πότε να σταματήσουν. Πολλοί από αυτούς συνέχισαν την πορεία τους πέρα από την προκαθορισμένη τους θέση, ωσότου διέρρηξαν την επιφάνεια και χύθηκαν έξω, σχηματίζοντας ένα μπερδεμένο κουβάρι.
ΘΑΝΑΤΟΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ
Βρισκόμαστε στο μέσον της κύησης. Σε πολλά μέρη του εγκεφάλου τα κύματα της αποδημίας σταμάτησαν. Ο εγκέφαλος αρχίζει να σταθεροποιείται. Τα ανώριμα, αδιαμόρφωτα νευρικά κύτταρα έχουν φτάσει στον προορισμό τους και έχουν αρχίσει να διαφοροποιούνται. Θα ποικίλουν κατά το μέγεθος, το σχήμα, τις χημικές ουσίες που παράγουν και χρησιμοποιούν για τη μετάδοση σημάτων. Πάνω απ΄όλα, θα διαφέρουν στις συνάψεις τους με άλλα νευρικά κύτταρα. Αν υπάρχει μια διαδικασία που ευθύνεται για τη γένεση του νου, είναι ο σχηματισμός των συνάψεων στον εγκέφαλο. Στο μέσον της κύησης, η διαδικασία αυτή είναι ταχύτατη, φρενιτιώδης. Αλλά ο σχηματισμός και η απόρριψη των συνάψεων συνεχίζεται, όχι μόνο μέχρι τη γέννηση, αλλά και στην παιδική ηλικία και, πιο περίπλοκα, σε όλη τη ζωή.
Ο κάθε διαφοροποιούμενος νευρώνας βγάζει ένα λεπτό “δάχτυλο” που χώνεται γρήγορα σε άγνωστη περιοχή, ψαύοντας το χημικό περιβάλλον. Αυτή η απόφυση θα γίνει ο άξονας ή η ίνα του νευρικού κυττάρου. Στο ένα του άκρο, που αναπτύσσεται, μικροσκοπικά τριχίδια ερευνούν την πρόσω περιοχή, αναζητώντας κύτταρα που έχουν την κατάλληλη «γεύση» στη μεμβράνη τους, σπρώχνοντας τον άξονα προς τον στόχο του. Οι άξονες ορισμένων κυττάρων, οι κινητικοί νευρώνες στον νωτιαίο μυελό και στο στέλεχος του εγκεφάλου, ανοίγουν δρόμο μέσα στο σώμα, γυρεύοντας τους μυς που τελικά θα ελέγξουν. Όταν γίνουν αυτές οι συνάψεις και οι κινητικοί νευρώνες αρχίζουν, αυθόρμητα, να μεταδίδουν ώσεις, το έμβρυο αρχίζει να συσπάται, να κλοτσάει, και τελικά να αναπνέει – αναρροφώντας το υγρό που το περιβάλλει στα πνευμόνια του, ασκούμενο και προετοιμαζόμενο, μήνες πριν, για τη στιγμή που θα πάρει την πρώτη του αναπνοή αέρος.
Μέσα στον καθαυτό εγκέφαλο οι νευρώνες συνάπτονται με νευρώνες, κι αυτοί με άλλους, κ.ο.κ., για να σχηματίσουν δίκτυα ασύλληπτης πολυπλοκότητας. Τα αισθητήρια όργανα – τα μάτια, τα αυτιά και το πλήθος των ευαίσθητων κυττάρων παντού στο σώμα – οδηγούν τις ίνες τους στο κεντρικό νευρικό σύστημα. Στις αισθητηριακές διόδους εντός του εγκεφάλου, η ανάπτυξη γίνεται κλιμακωτά, από την περιφέρεια προς το κέντρο. Οι εισερχόμενες αισθητηριακές ίνες βρίσκουν τον κεντρικό στόχο τους, συμπλέγματα νευρικών κυττάρων που παρεμβάλλονται στην άνοδο προς τον εγκεφαλικό φλοιό. Σε κάθε επίπεδο, οι εισβάλλοντες νευράξονες εναύουν μία φάση ανάπτυξης στη δομή στην οποία εισδύουν. Όταν σε κάθε οπτικό νεύρο, που συνδέει το μάτι με τον εγκέφαλο, οι ίνες φτάσουν στον πρώτο τους προορισμό, το καλούμενο πλάγιο γονατώδες σώμα, αυτός δεν είναι παρά μία ομοιογενής μάζα κυττάρων. Περισσότερες από τις μισές ίνες του οπτικού νεύρου περνούν στην αντίθετη πλευρά του εγκεφάλου, με αποτέλεσμα το κάθε πλάγιο γονατώδες σώμα να λαμβάνει ένα μίγμα ινών από τα δύο μάτια. Η άφιξή τους διεγείρει την αδιαμόρφωτη μάζα και εγκαινιάζει μια νέα φάση ανάπτυξης. Τα κύτταρά της διαφοροποιούνται και ανακατανέμονται για να σχηματίσουν στιβάδες. Η κάθε στιβάδα λαμβάνει ίνες μόνο από ένα μάτι. Αυτή η απόλυτα συγχρονισμένη διαδικασία – η άφιξη των ινών και ο επακόλουθος σχηματισμός των στιβάδων – δεν είναι καθόλου τυχαία. Οι ίδιοι οι εισβάλλοντες νευράξονες διεγείρουν το πλάγιο γονατώδες σώμα για να μπει σε αυτή τη νέα φάση ανατομικής ανάπτυξης. Ο εγκέφαλος αυτοδραστηριοποιείται για να αυτοοικοδομηθεί.
Μία από τις εκπληκτικότερες νεότερες ανακαλύψεις είναι το ότι ο θάνατος, σε μαζική κλίμακα, παίζει κρίσιμο ρόλο στην ανάπτυξη του εγκεφάλου, προτού γεννηθεί το παιδί. Μερικές εβδομάδες πριν από τη γέννηση, υπάρχουν στον εγκέφαλο πολύ περισσότερα κύτταρα από όσα θα έχει το νεογέννητο παιδί, και το δίκτυο των συνάψεων είναι επίσης πολύ πιο εκτεταμένο. Ο θάνατος των νευρικών κυττάρων και η απόρριψη των συνάψεων είναι ζωτικής σημασίας για την ολοκλήρωση του εγκεφάλου. Το γενετικό πρόγραμμα που ενορχηστρώνει την κατασκευή του νευρικού συστήματος φαίνεται ότι εξασφαλίζεται δημιουργώντας απόθεμα κυττάρων και ενθαρρύνοντας τους ανώριμους νευρώνες να σχηματίσουν διερευνητικές συνάψεις σε απομακρυσμένα μέρη του νευρικού συστήματος. Μόλις ο εγκέφαλος φτάσει στην πλήρη ολοκλήρωσή του, τα περιττά κύτταρα και οι ανεπιθύμητες συνάψεις απορρίπτονται.
Οι παράγοντες που ρυθμίζουν τον θάνατο των κυττάρων και την επαναδιάταξη των συνάψεων είναι πολυάριθμοι. Ορισμένες αλλαγές φαίνεται ότι είναι γραμμένες στο πρόγραμμα του γενετικού κώδικα – κώδικα που μπορεί εξίσου να φονεύσει όσο και να δημιουργήσει. Άλλες όμως εξαρτώνται από τη συγκεκριμένη ατομική μάχη που δίνει κάθε αναπτυσσόμενη ίνα για να εξασφαλίσει χώρο σε έναν υπερπλήρη εγκέφαλο. Το οπτικό νεύρο ενός πιθήκου, μερικές εβδομάδες πριν από τη γέννηση, περιέχει περισσότερες από 2 εκατομμύρια ίνες – το διπλάσιο από όσο θα έχει ως ενήλικας. Αν ένα μάτι χαθεί σε αυτό το στάδιο, το μάτι που απομένει διατηρεί περισσότερα νευρικά κύτταρα και οπτικές νευρικές ίνες απ’ ότι συνήθως. Μπορούμε να υποθέσουμε ότι ίνες από τα δύο μάτια μάχονται η μία την άλλη για τον ζωτικό τους χώρο στα κύτταρα του εγκεφάλου – ένας αδυσώπητος αγώνας ζωής και θανάτου.
Ο κυριολεκτικός θάνατος των νευρώνων δεν είναι ο μόνος μηχανισμός που χρησιμοποιεί ο αναπτυσσόμενος εγκέφαλος για να καταργήσει ανεπιθύμητες συνάψεις. Ορισμένα κύτταρα, ιδιαίτερα στον εγκεφαλικό φλοιό, στέλνουν τις ίνες τους σε ασυνήθιστους στόχους, και αργότερα, σε κάποιο συγκεκριμένο στάδιο της ανάπτυξης, καταργούν τις συνάψεις και αντ’ αυτών δημιουργούν νέες, χωρίς να πεθάνουν τα ίδια. Ο Giorgio Innocenti, του Ινστιτούτου Ανατομίας της Λωζάνης, ανακάλυψε ότι αυτή η διαδικασία αλλαγής των συνάψεων παίζει μεγάλο ρόλο στον σχηματισμό του στελέχους του μεσολοβίου (το τεράστιο παλαμάρι εκατομμυρίων ινών που συνδέει τα ημισφαίρια του εγκεφάλου). Στα τρωκτικά, στις γάτες, στους πιθήκους και στους ανθρώπους, το στέλεχος του μεσολοβίου του εγκεφάλου του εμβρύου περιέχει ένα τεράστιο πλεόνασμα νευρικών ινών, που συνδέουν μέρη των δύο εγκεφαλικών ημισφαιρίων τα οποία δεν παραμένουν συνδεδεμένα στον ενήλικο.
Αυτή η καταστροφή κυττάρων και αξόνων δεν συνιστά απώλεια, όπως εκ πρώτης όψεως φαίνεται. Είναι ένα έξυπνο τέχνασμα της Φύσης για να μοντάρει, από υπερπληθώρα κυττάρων και περίσσεια αλληλοσυνδέσεων, την τέλεια νευρωνική μηχανή.
Η ΖΩΗ ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΗ ΓΕΝΝΗΣΗ
Γέννηση είναι η ανάδυση ενός μωρού από το συνεχές σκότος της μήτρας σε ένα σύμπαν διαφορετικό, έναν κόσμο αισθητηριακών εμπειριών, τον οποίο ο William James χαρακτήρισε «ανθηρή, βουερή σύγχυση». Τα πρόβατα, τα πουλάρια και τα μοσχάρια βαδίζουν και τρέχουν ευθύς ως γεννηθούν. Τα γατιά και τα κουτάβια χειραφετούνται από τη μητέρα τους μέσα σε λίγες βδομάδες. Ακόμη και οι πίθηκοι μπορούν να φροντίσουν τον εαυτό τους προτού κλείσει χρόνος από τη γέννησή τους. Αλλά τα μωρά των ανθρώπων φαίνεται ότι παρασιτούν στους γονείς τους για χρόνια. Κανένα άλλο είδος δεν επενδύει τόσο χρόνο στην ανατροφή των επογόνων. Κανένα άλλο είδος δεν χρειάζεται τόσο χρόνο για να μάθει να είναι ανεξάρτητο άτομο. Αλλά αυτή η «μακρά παιδική ηλικία», καθώς τη χαρακτηρίζει ο Jacob Bronowski, δεν είναι βιολογικό λάθος ούτε σπατάλη χρόνου. Είναι περίοδος ωρίμανσης του εγκεφάλου και του νου – μιας διαδικασίας που υπερβαίνει κατά πολύ οποιοδήποτε άλλο συμβάν ή ανάγκη του ζωικού βασιλείου. Αν υπάρχει ένα και μόνο χαρακτηριστικό που διακρίνει τον άνθρωπο από τα ζώα, τούτο δεν είναι παρά η παρατεταμένη περίοδος ανάπτυξης του εγκεφάλου.
Αλλά είναι πράγματι ένα νεογέννητο ανήμπορο; Είχε δίκιο ο μπιχεβιοριστής ψυχολόγος J. B. Watson όταν είπε ότι «Το μόνο που χρειαζόμαστε για να φτιάξουμε ένα ανθρώπινο πλάσμα είναι ένα κομμάτι σφριγηλή σάρκα»; Το να κρίνουμε ένα μωρό με κριτήρια ενηλίκου είναι τόσο ανόητο όσο και το να εκτιμήσουμε τη νοημοσύνη ενός σαλίγκαρου συγκρίνοντάς τον με έναν σκύλο. Οι ενέργειες ενός μωρού είναι τέλεια προσαρμοσμένες στις άμεσες ανάγκες του, όχι στη μελλοντική του ζωή. Μέχρι πριν από λίγα χρόνια, οι ψυχολόγοι που μελετούν τον τρόπο που τα παιδιά κατανοούν τον κόσμο, δεν ασχολούνταν με τον πρώτο ή και τον δεύτερο χρόνο της ζωής. Βαθμιαία όμως άρχισαν να ερευνούν τον νου του παιδιού που δεν έχει ακόμη μιλήσει.
Σε ηλικία ολίγων λεπτών, ένα μωρό θα στρέψει το κεφάλι του προς ένα αντικείμενο που αγγίζει το μάγουλό του, θα το φέρει στο στόμα του και θα αρχίσει να το βυζαίνει. Οι συντονισμένες κινήσεις του κεφαλιού και του λαιμού, που αποτελούν ανταποκρίσεις σε αισθητηριακές πληροφορίες, σε συνδυασμό με τις ανάλογες αντιδράσεις της αναπνοής, του βυζάγματος και της κατάποσης, γίνονται όλες χωρίς λάθος από την πρώτη στιγμή. Η παρόρμηση να αναζητήσει και να βυζάξει είναι, βέβαια, μια προγραμματισμένη αντίδραση – μια αντανακλαστική ενέργεια – με σκοπό να βοηθήσει το μωρό να βρει τη θηλή. Αυτό που βυζαίνει το νεογέννητο από τη μητέρα τους τις τρεις πρώτες μέρες είναι πρωτόγαλα (κολάστρα), ένα κιτρινωπό γάλα, πλούσιο σε πρωτεΐνες, ορισμένες από τις οποίες ενισχύουν το ανοσιοποιητικό του σύστημα. Αλλά το όφελος λειτουργεί και αντίστροφα. Το βύζαγμα του μωρού αποδεσμεύει στο σώμα της μητέρας μια ορμόνη, την οκυτοκίνη, η οποία συστέλλει τη μήτρα και ως εκ τούτου βοηθεί στην αποβολή του ύστερου. Και αυτή η άμεση παρόρμηση για θηλασμό μπορεί να συμβάλει στον αρχικό ψυχικό δεσμό μεταξύ μητέρας και παιδιού. Άλλωστε, πολλά από όσα κάνουν τα νεογέννητα, ανταποκρινόμενα σε σήματα του περιβάλλοντος, μπορούν να ερμηνευθούν ως ενίσχυση ή τροποποίηση της σχέσης μεταξύ νηπίου και γονέων.
Πότε αυτά τα συμπεριφορικά προγράμματα επιβίωσης πρωτοεμφανίζονται στο αναπτυσσόμενο έμβρυο; Η Cecilia McCarton, της Μονάδας Εντατικής Θεραπείας Αρτιγέννητων του Νοσοκομείου Άλμπερτ Αϊνστάιν στο Μπρονξ, μελετά μωρά που επέζησαν μολονότι γεννήθηκαν μέχρι και δεκαπέντε εβδομάδες πρόωρα. Η μεγάλη τεχνολογική πρόοδος που έχει σημειωθεί στην εντατική θεραπεία καθιστά δυνατή την επιβίωση ανώριμων βρεφών, δίνοντας στον ψυχολόγο την ευκαιρία να μελετήσει το στάδιο ανάπτυξης ενός εμβρύου που είναι έτοιμο για γέννηση μόνο κατά τα δύο τρίτα. Ακόμη και την εικοστή ένατη εβδομάδα της κύησης, δέκα ολόκληρες εβδομάδες προ της φυσιολογικής γέννησης, ένα πρόωρο βρέφος αντιδρά στον ήχο και το φως, μπορεί να στραφεί για να εντοπίσει την πηγή ενός ήχου, μπορεί να ακολουθήσει με τα μάτια ένα κινούμενο παιχνίδι (μολονότι δεν είναι σαφές αν χρησιμοποιεί για όλες αυτές τις ενέργειες τον εγκεφαλικό του φλοιό). Ένα πρόωρο βρέφος μπαίνει στη ζωή λίγο νωρίς, αλλά ο εγκέφαλός του είναι ήδη έτοιμος να αντιμετωπίσει μερικές τουλάχιστον όψεις της «ανθηρής, βουερής σύγχυσης».
ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΝΟΥ ΕΝΟΣ ΠΑΙΔΙΟΥ
Ότι γνωρίζουμε για την αντίληψη, τις σκέψεις και τα αισθήματα των άλλων ανθρώπων προέρχεται βασικά από όσα μας λένε οι ίδιοι. Το ότι ένα μωρό δεν μπορεί να πει τι βλέπει ή να εκφράσει τις σκέψεις του, δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να σκεφθεί ή να αντιληφθεί. Αλλά πώς μπορούμε να μάθουμε τι γνωρίζει ένα μωρό; Η πρόοδος που έχει σημειωθεί στην ψυχολογία της ανάπτυξης τα τελευταία χρόνια οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην επινόηση επιτήδειων μεθόδων επικοινωνίας με βρέφη που δεν μπορούν ακόμη να μιλήσουν.
Φυσικά, η γλώσσα δεν είναι το μόνο μέσον δια του οποίου ο νους μπορεί να υπερβεί τα όρια του εγκεφάλου. Η δραστηριότητα των ζώων μπορεί να γεμίσει τόμους για τον χαρακτήρα των αισθήσεών τους, τη μνήμη τους και τις σκέψεις τους. Η μεγάλη πρόοδος της αναπτυξιακής ψυχολογίας επιτεύχθηκε με τον εντοπισμό και την ερμηνεία ενεργειών που τα βράφη μπορούν να εκτελέσουν. Ένα πράγμα που τα μωρά εκτελούν πολύ καλά είναι το θήλασμα: ρυθμίζουν τη δύναμη με την οποία βυζαίνουν, ανάλογα με την προφανή ηδονή ή πρωτοτυπία της κατάστασης στην οποία βρίσκονται. Μια δυνατή, τραχιά φωνή θα κάνει ένα μωρό να σταματήσει το βύζαγμα, ενώ μια φωνή μαλακή και οικεία θα το κάνει να βυζαίνει γρηγορότερα και δυνατότερα.
Ο William Fifer του Πρεσβυτεριανού Νοσοκομείου του Κολούμπια στη Νέα Υόρκη μετράει πόσο δυνατά βυζαίνει ένα βρέφος από μια τεχνητή θηλή, ενώ ακούει φωνές από μαγνητόφωνο. Οι έρευνές του δείχνουν ότι το μωρό, ευθύς μόλις γεννηθεί, όχι μόνο βυζαίνει πιο δυνατά όταν ακούει τη φωνή γυναίκας μάλλον παρά άντρα, αλλά και προτιμά τη φωνή της μητέρας του από άλλων γυναικών. Όταν ένα μικροσκοπικό μικρόφωνο τοποθετήθηκε στη μήτρα μιας εγκύου, το έμβρυο άκουγε τη φωνή της μητέρας του, αν και «πνιγμένη» από τα στρώματα των ιστών που ο ήχος είχε να διαπεράσει. Είναι φανερό ότι όχι μόνο άκουγε μέσα στη μήτρα, αλλά και έμαθε να αναγνωρίζει την παραμορφωμένη φωνή που άκουγε πιο πολύ. Πράγματι, ως νεογέννητο προτιμούσε να ακούει τη φωνή της μητέρας του μαγνητοφωνημένη, επεξεργασμένη ηλεκτρονικά ώστε να έχει παρόμοια παραμόρφωση. Πήρε τρεις εβδομάδες μετά τη γέννηση, για να μάθει το βρέφος να προτιμά την καθαρή, πραγματική φωνή της μητέρας του!
Το νεογέννητο έχει επίσης μια καλώς ανεπτυγμένη, αν και απλή, ικανότητα όρασης. Η Jan Atkinson και ο Oliver Braddick του Πανεπιστημίου του Κέιμπριτζ, καθώς και άλλοι ερευνητές σε όλο τον κόσμο, μελετούν τον οπτικό κόσμο των βρεφών. Έχει αποδειχθεί ότι ακόμη και ένα νεογέννητο έχει φυσικές προτιμήσεις. Αν προβάλουμε δύο διαφάνειες σε μια λευκή οθόνη, το μωρό θα στρέψει το βλέμμα του σε αυτή που έχει πλουσιότερο σχέδιο, περισσότερες γραμμές και ακμές. Αν η μία διαφάνεια αποτελείται από μαύρες και λευκές γραμμές και η άλλη είναι ένα σκέτο γκρίζο, το μωρό θα κοιτάζει την πρώτη. Αν αρχίσουμε να λεπτύνουμε τις λωρίδες, το μωρό θα σταματήσει σε κάποια στιγμή να τις κοιτάζει – και τούτο μας δίνει ένα μέτρο της οξυδέρκειας των πολύ νεαρών νηπίων, προτού μπορέσουν να διαβάσουν τον δοκιμαστικό πίνακα του οφθαλμίατρου. Η οπτική οξύτητα ενός νεογέννητου, όπως συνάγεται από αυτές τις μετρήσεις, είναι χειρότερη από αυτήν ενός ανεπτυγμένου αρουραίου και πενήντα φορές μικρότερη αυτής ενός ενηλίκου ανθρώπου. Αλλά ακόμη και αυτή η φτωχή όραση καθιστά το βρέφος ικανό να ανταποκριθεί στις ανάγκες του δικού του μικρού κόσμου – του μικρόκοσμου που εκτείνεται μεταξύ των ματιών του και του προσώπου της μητέρας του, που το κρατεί αγκαλιά. Υπάρχουν ενδείξεις ότι πολύ νεαρά βρέφη προτιμούν να κοιτάζουν πρόχειρα σκίτσα προσώπων παρά μπερδεμένες παραλλαγές του ίδιου πάντα σχήματος. Η ενστικτώδης προσήλωση του βλέμματος σε πρόσωπα είναι πιθανόν να εξυπηρετεί τη ζωτική λειτουργία του δεσμού του γονέα με το παιδί.
Αλλά ένα μωρό δεν είναι απλώς βιολογικά προγραμματισμένο να αποσπάσει αντιδράσεις από τη μητέρα. Είναι εφοδιασμένο με έναν φιλοπράγμονα εγκέφαλο, που δομήθηκε για να ανακαλύψει νέα πράγματα στον γύρω κόσμο. Ο Eric Courchesne, του Ερευνητικού Κέντρου του Νοσοκομείου Παίδων στο Σαν Ντιέγκο της Καλιφόρνιας, καταγράφει εγκεφαλικά κύματα με ηλεκτρόδια τοποθετημένα στο τριχωτό μέρος της κεφαλής βρεφών. Προσπαθεί έτσι να καταλάβει τον τρόπο που ο εγκέφαλος του μωρού αναγνωρίζει καινούργια πράγματα στο περιβάλλον του. Ακόμη και ο γαλήνιος κόσμος ενός ήρεμου μωρού είναι γεμάτος από ήχους και σχήματα που αλλάζουν συνεχώς. Ο Courchesne απλοποιεί αυτόν τον κόσμο προβάλλοντας μία σειρά εικόνων μπροστά από τα μάτια του βρέφους, ενώ καταγράφει το δυναμικό που κάθε εικόνα παράγει – την ακολουθία των εγκεφαλικών κυμάτων που ανταποκρίνονται στη σειρά των συμβάντων που τελούνται στον εγκέφαλο κατά την επεξεργασία των εισερχόμενων αισθητηριακών μηνυμάτων.
Η εικόνα είναι ένα ανθρώπινο πρόσωπο που προβάλλεται ξανά και ξανά – το ίδιο κάθε φορά. Έπειτα, ξαφνικά, προβάλλεται ένα νέο πρόσωπο – τόσο διαφορετικό, ώστε να εκπλήξει έναν ενήλικο. Ορισμένα στοιχεία του παραγόμενου δυναμικού, που εκλύεται σε ένα τρίτο περίπου του δευτερολέπτου μετά την εμφάνιση του ερεθίσματος, μεταβάλλονται δραματικά σε έναν ενήλικο που θα δει ξαφνικά μια διαφορετική εικόνα μετά την επαναληπτική προβολή της ίδιας εικόνας. Αυτή η αποκαλυπτική αλλαγή των εγκεφαλικών κυμάτων (που υποδηλώνει την αναγνώριση μιας νέας εικόνας) απαντάται και σε μωρά τριών μηνών. Αλλά δεν υπάρχουν βάσιμες ενδείξεις ότι ο εγκέφαλος μπορεί να ξεχωρίσει πρόσωπα σε μικρότερη ηλικία. Στην ηλικία των τριών μηνών ο εγκεφαλικός φλοιός έχει μόλις ολοκληρώσει την ταχύτερη φάση σχηματισμού συνάψεων μεταξύ των νευρικών κυττάρων. Ο εγκέφαλος χρησιμοποιεί τώρα τα κυκλώματα που έχει σχηματίσει για να μάθει τη φύση του κόσμου. Η μάθηση θα ήταν αδύνατη χωρίς την ικανότητα αντίληψης της διαφοράς και της αλλαγής.
Οι νέες ικανότητες του βρεφικού εγκεφάλου, που εμφανίζονται μεταξύ δύο και τριών μηνών, είναι φανερές και στη συμπεριφορά του. Ο Leslie Cohen, του Ερευνητικού Εργαστηρίου Παίδων του Πανεπιστημίου του Τέξας στο Ώστιν, καταγράφει τις θηλαστικές αντιδράσεις ενός βρέφους κατά την προβολή σχεδίων μπροστά στα μάτια του. Ενδιαφέρεται να μάθει πώς τα βρέφη αναγνωρίζουν και ταξινομούν τα απλούστερα στοιχεία σχημάτων – ζεύγη ευθειών γραμμών. Αν ένα σχέδιο αποδειχθεί επανειλημμένα, χωρίς αλλαγή, το μωρό μοιάζει να βαριέται: θηλάζει όλο και λιγότερο δυνατά. Όποτε αλλάζει το σχέδιο, και η αλλαγή αυτή αναγνωρίζεται από το μωρό, διεγείρεται το ενδιαφέρον του και έχουμε ένταση του θηλασμού. Ο Cohen προβάλλει ένα ζεύγος γραμμών που σχηματίζουν οξεία γωνία – ένα V. Το σχήμα προβάλλεται επανειλημμένα και το μωρό «εξοικειώνεται» και σταματάει να βυζαίνει. Τότε δίνεται ένα καινούργιο ερέθισμα: είτε η ίδια γωνία V αλλά στραμμένη σε διαφορετική κατεύθυνση, είτε οι ίδιες γραμμές αλλά σε σχηματισμό αμβλείας γωνίας. Τούτο το τελευταίο ερέθισμα είναι μια εντελώς διαφορετική γωνία, που αποτελείται όμως από τις ίδιες γραμμές. Ένα βρέφος έξι εβδομάδων δεν αντιλαμβάνεται την αλλαγή από την οξεία γωνία στην αμβλεία – δεν εντείνει τον θηλασμό. Είναι σαν να μην έχει αίσθηση της γωνίας, σαν να βλέπει μόνο τις γραμμές. Στην ηλικία των τριών μηνών το μωρό αντιδρά ισχυρά στην αλλαγή από την οξεία γωνία στην αμβλεία, αλλά πλήττει όταν το V αλλάζει απλώς κατεύθυνση. Είναι φανερό ότι στην ηλικία αυτή τα μωρά αντιλαμβάνονται τις γωνίες, και τούτο μπορεί να είναι ένα κρίσιμο βήμα στην κατανόηση των αντικειμένων που βλέπουν.
Οι ψυχολόγοι πίστευαν παλαιότερα ότι τα ανθρώπινα όντα ταξινομούν τα πράγματα που βλέπουν χρησιμοποιώντας τη γλώσσα για να τα βάλουν σε ομάδες. Ένα τετράγωνο είναι διαφορετικό από ένα διαμάντι, απλώς επειδή έχει διαφορετικό όνομα. Ο Leslie Conen πιστεύει ότι τα πειράματά του, όπως και τα πειράματα άλλων ψυχολόγων που μελέτησαν την «κατηγοριοποίηση» σε νήπια και σε ζώα, δείχνουν καθαρά ότι η γλώσσα δεν είναι αναγκαία για αυτό το είδος ταξινόμησης. Ο Cohen μας ζητάει να φανταστούμε ένα βρέφος τριών μηνών, που δεν μπορεί να σχηματίσει απλές έννοιες και κατηγορίες με τις οποίες να εννοήσει τον κόσμο, διότι δεν γνωρίζει γλώσσα: «Κάθε φορά που το νήπιο θα βλέπει ένα πρόσωπο από διαφορετική γωνία, το πρόσωπο τούτο θα είναι εντελώς διαφορετικό. Αυτό το παιδί δεν θα μπορέσει να επιβιώσει σε αυτό τον κόσμο. Ο κόσμος θα είναι χαώδης».
Δεν ξέρουμε πολλά για το πώς ο εγκέφαλος αναδιοργανώνεται σε κάθε στάδιο της νευρολογικής ανάπτυξης, αλλά είναι πολύ πιθανόν τα σήματα που έρχονται δια των νεύρων από τα αισθητήρια όργανα να συμβάλλουν στην ανασυγκρότηση και τελειοποίηση των κυκλωμάτων του, με αποτέλεσμα να αναπτύσσονται μηχανισμοί αναγνώρισης των συνήθων συνδέσεων απλών σχημάτων και ήχων. Ο κόσμος δεν αποτελείται από μεμονωμένες γραμμές. Αποτελείται από γραμμές που συνδέονται για να σχηματίσουν γωνίες, οι οποίες είναι τα όρια των πραγματικών αντικειμένων στον χώρο. Ίσως η συνεχής εμφάνιση γραμμών που σχηματίζουν γωνίες στο είδωλο του αμφιβληστροειδούς να επιτρέπει στο βρέφος, κατά τον τρίτο μήνα της ζωής του, να αναπτύξει τον μηχανισμό που χρειάζεται για να αναγνωρίζει τις γωνίες ως γωνίες και όχι ως μεμονωμένες γραμμές. Αυτή η αναγνώριση συνήθων συνδυασμών ερεθισμάτων στον κόσμο είναι πιθανόν να αποτελεί τη βάση των πολυπλοκότερων εκείνων ταξινομήσεων που μας επιτρέπουν να διακρίνουμε ένα σκυλί από μία γάτα, ένα πρόσωπο από ένα άλλο.
ΤΟ ΜΑΘΗΜΑ ΑΠΟ ΤΑ ΜΟΥΣΤΑΚΙΑ ΕΝΟΣ ΠΟΝΤΙΚΟΥ
Ο αείμνηστος Hendrik Van Der Loos, του Ινστιτούτου Ανατομίας της Λωζάνης, μελέτησε τα μουστάκια των ποντικών και την περιοχή των εγκεφαλικών ημισφαιρίων που αφορά αυτά τα σπουδαία αισθητηριακά όργανα. Ο Van der Loos θεώρησε ότι τα μουστάκια αποτελούν μια «έκτη αίσθηση». Το ωεύρο που ξεκινάει από το ρύγχος του ποντικού και μεταφέρει τα αισθητηριακά μηνύματα που στέλνουν τα μουστάκια, είναι αρκετές φορές χοντρότερο από το οπτικό νεύρο! Καθώς ο ποντικός ανιχνεύει το περιβάλλον του, χρησιμοποιεί συνεχώς τα μουστάκια του σαν δάχτυλα για να αναγνωρίσει τα αντικείμενα. Δεν είναι λοιπόν απορίας άξιον το ότι ένα μεγάλο μέρος του εγκεφαλικού φλοιού καταγίνεται στην ανάλυση των σημάτων που έρχονται από τα μουστάκια.
Ένας φυσιολογικός ποντικός διαθέτει τριάντα τρία μεγάλα μουστάκια σε κάθε πλευρά του ρύγχους και υπάρχει μια αξιοσημείωτη αντιστοιχία μεταξύ της δομής της περιοχής των μουστακιών στο άνω χείλος του. Όταν ο Van der Loos και οι συνεργάτες του εξέτασαν στο μικροσκόπιο τομές των μεσαίων στιβάδων του εγκεφαλικού φλοιού (εκεί που καταλήγουν οι αισθητηριακές ίνες που μεταφέρουν τα μηνύματα στον φλοιό), είδαν μία εκπληκτική διάταξη νευρικών κυττάρων, που σχημάτιζαν δακτύλιους ή, ακριβέστερα, δομές που έμοιαζαν με «βαρέλια» ή κυλίνδρους. Οι νευρώνες του φλοιού σχημάτιζαν τα τοιχώματα του κυλίνδρου, ενώ το εσωτερικό ήταν γεμάτο από νευρικές ίνες που μεταφέρουν τα μηνύματα από τα μουστάκια. Η αντιστοιχία μεταξύ κυλίνδρων και μουστακιών ήταν φανερή: υπήρχαν τριάντα τρεις κύλινδροι σε κάθε πλευρά του εγκεφάλου, σε διάταξη που αντιστοιχούσε ακριβώς στη διάταξη των μουστακιών στην αντίθετη πλευρά του ρύγχους. Έτσι, οι νευροφυσιολόγοι, χρησιμοποιώντας μικροσκοπικά ηλεκτρόδια για να καταγράψουν τη δραστηριότητα σε αυτή την περιοχή του εγκεφάλου, επιβεβαίωσαν το γεγονός ότι τα περισσότερα των κυττάρων που είναι συγκεντρωμένα στα τοιχώματα ενός κυλίνδρου, λαμβάνουν πληροφορίες από ένα μόνο μουστάκι.
Πώς δημιουργήθηκε αυτή η εκπληκτική ανταπόκριση μεταξύ της δομής του εγκεφάλου και της δομής των αισθητηρίων οργάνων; Και οι δύο ανατομικές δομές – τα μουστάκια και οι κύλινδροι – θα μπορούσαν, βέβαια, να είναι προκαθορισμένες βάσει οδηγιών στον γενετικό κώδικα. Αλλά, επίσης, οι νευρικές ίνες που αναπτύσσονται στον φλοιό και μεταφέρουν σήματα από τα μουστάκια, θα μπορούσαν κατά κάποιον τρόπο να επιφέρουν τον σχηματισμό των κυλίνδρων στον φλοιό. Όταν ο Van der Loos εξέτασε τον εγκέφαλο ενός νεογέννητου ποντικιού, δεν είδε κυλίνδρους. Αρχίζουν να εμφανίζονται λίγες μέρες μετά τη γέννηση. Σε ένα κρίσιμο πείραμα που διενήργησε, αφήρεσε μία σειρά μουστακιών από τη μία πλευρά του ρύγχους ενός νεογέννητου ποντικού και περίμενε ωσότου ο φλοιός ολοκληρώσει τη φάση του σχηματισμού των κυλίνδρων. Όταν τελικά εξέτασε στο μικροσκόπιο τομές του φλοιού, διαπίστωσε ότι μία σειρά κυλίνδρων, αυτή που αντιστοιχούσε στα μουστάκια που αφαιρέθηκαν, δεν είχε καθόλου αναπτυχθεί.
Πιο πρόσφατα, ο Van der Loos εξέτασε τον εγκέφαλο διασταυρωμένων, μεταλλαγμένων ποντικών, με ένα ή και περισσότερα πρόσθετα μουστάκια. Σε όλες τις περιπτώσεις, η διάταξη των κυλίνδρων στον εγκέφαλο αντιστοιχούσε στον αριθμό και στη διάταξη των μουστακιών. Είναι αδιανόητο μία και μόνη γενετική μεταλλαγή να δημιουργεί και πρόσθετο μουστάκι και πρόσθετο κύλινδρο. Το συμπέρασμα είναι προφανές: κατά κάποιο τρόπο, τα νεύρα, που μεταφέρουν μηνύματα από κάθε μουστάκι, αναγκάζουν τον εγκεφαλικό φλοιό να αναδιευθετήσει τα νευρικά του κύτταρα και να σχηματίσει έναν κύλινδρο για την παραλαβή των εισερχόμενων μηνυμάτων.
Τούτο είναι ένα πολύ συγκεκριμένο παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο τα αισθητήρια όργανα και τα μηνύματα που μεταδίδουν επηρεάζουν τη διαμόρφωση του αναπτυσσόμενου εγκέφαλου. Αλλά είναι πολύ πιθανόν ότι και ο εγκέφαλος των βρεφών, ιδιαίτερα στους πρώτους μήνες, διαπλάθεται και τροποποιείται με διάφορους τρόπους από τα αισθητηριακά σήματα που λαμβάνει. Η εμπειρία κρατάει ημερολόγιο στα μεταβαλλόμενα κυκλώματα του εγκέφαλου του παιδιού.
ΚΥΚΛΟΙ ΕΥΑΙΣΘΗΣΙΑΣ
Στα πειράματα του Hendrik Van der Loos, οι κύλινδροι στον εγκέφαλο δεν αναπτύσσονται μόνον εφ’ όσον τα αντίστοιχα μουστάκια αφαιρεθούν λίγες μέρες μετά τη γέννηση. Αν αφαιρέσουμε τα μουστάκια από ένα μεγαλύτερο στην ηλικία ποντίκι, δεν έχουμε αποτελέσματα. Αυτό είναι ένα μόνο παράδειγμα μιας συγκεκριμένης ευαίσθητης περιόδου στην ανάπτυξη του εγκεφάλου. Η επίδραση του αλκοόλ και της ακτινοβολίας στο ανθρώπινο έμβρυο των οκτώ μηνών είναι άλλο ένα εντυπωσιακό παράδειγμα ευαισθησίας του εγκεφάλου σε ένα συγκεκριμένο στάδιο της ανάπτυξης. Δεν είναι λίγες οι φορές που ο αναπτυσσόμενος εγκέφαλος περνά σύντομες περιόδους ευαισθησίας, στη διάρκεια των οποίων πρέπει να εκτίθεται στα σωστά χημικά σήματα ή στις κατάλληλες εμπειρίες, έτσι ώστε η ωρίμανση να γίνει φυσιολογικά.
Σε αυτές τις ευαίσθητες περιόδους ο εγκέφαλος είναι ιδιαίτερα ευπαθής και επηρεάζεται από διαταραχές των σημάτων που έρχονται από τα αισθητήρια όργανα. Η οπτική περιοχή του εγκεφαλικού φλοιού ενός αναπτυσσόμενου γατιού ή πιθήκου περνά τέτοιες ευαίσθητες περιόδους κατά τη διάρκεια των πρώτων εβδομάδων της ζωής. Μερικές εβδομάδες πριν από τη γέννηση του πιθήκου, νευράξονες που αναπτύχθηκαν από κύτταρα του πλάγιου γονατώδους σώματος αρχίζουν να εισβάλλουν στην εν μέρει μόνο διαμορφωμένη περιοχή του εγκεφαλικού φλοιού στο οπίσθιο μέρος των ημισφαιρίων, που μέλλει να γίνει ο οπτικός φλοιός. Αυτές οι ίνες, που θα μεταφέρουν μηνύματα από τα μάτια στον φλοιό, εξακολουθούν να φτάνουν και μετά τη γέννηση. Η δραστηριότητα που φτάνει στον εγκέφαλο από τα δύο μάτια φαίνεται ότι χρησιμοποιείται κατά κάποιο τρόπο για να ελέγξει τον σχηματισμό των συνάψεων. Κανονικά, με την ισοδύναμη οπτική διέγερση των δύο οφθαλμών, οι οπτικές ίνες του αριστερού και του δεξιού ματιού εγκαθιστούν τις συνάψεις τους σε πυκνές λωρίδες πάχους 0,3 χιλιοστομέτρων, σχηματίζοντας παράλληλες διατάξεις των τερματικών του αριστερού και του δεξιού ματιού, που διασχίζουν ολόκληρο τον οπτικό φλοιό και εξασφαλίζουν μιαν απολύτως ισοζυγιασμένη εισροή δεδομένων στον εγκέφαλο και από τα δύο μάτια.
Όπως και με τους κυλίνδρους των μουστακιών του ποντικιού, κάθε διαταραχή στην εισροή των αισθητηριακών δεδομένων κατά τη διάρκεια αυτής της κρίσιμης φάσης, αποδιοργανώνει τον σχηματισμό και οδηγεί σε μία εξαιρετικά ανώμαλη διάταξη των λωρίδων. Για παράδειγμα, αν σκεπάσουμε το μάτι μιας γάτας ή ενός ποντικού, ακόμη και για σύντομο χρονικό διάστημα, στη διάρκεια των πρώτων εβδομάδων της ζωής, οι ίνες που μεταφέρουν μηνύματα από εκείνο το μάτι δεν σχηματίζουν φυσιολογικές τερματικές λωρίδες, αλλά μικρές ανομοιογενείς νησίδες σε μια θάλασσα εισροών από το άλλο, το φυσιολογικό μάτι. Έτσι, η σύνδεση του ματιού με τον εγκέφαλο προσδιορίζεται εντέλει από το τι βλέπουν τα μάτια στην αρχή της ζωής.
Είναι πολύ πιθανόν να ακολουθείται παρόμοια διαδικασία στον οπτικό φλοιό του ανθρώπινου βρέφους στην ηλικία μεταξύ τριών μηνών και ενός έτους. Αν υπάρχει κάποιου είδους ανισορροπία μεταξύ των οφθαλμών ενός παιδιού στα αρχικά στάδια της ανάπτυξής του (για παράδειγμα, εξαιτίας καταρράκτη στον κρυσταλλοειδή φακό ή άτονου, κρεμάμενου βλεφάρου του ενός ματιού), το παιδί θα έχει τελικά πολύ φτωχή όραση από το συγκεκριμένο μάτι, ακόμη και αν το αρχικό πρόβλημα θεραπευθεί πλήρως.
Οι οπτικές εμπειρίες ενός βρέφους στις αρχές της ζωής του επηρεάζουν τον σχηματισμό των νευρικών συνάψεων στον εγκέφαλό του, οι οποίες με τη σειρά τους επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο ο εγκέφαλος επεξεργάζεται τις οπτικές πληροφορίες. Η ικανότητα του εγκεφάλου να αυτορυθμίζεται, βάσει των εμπειριών του, απελευθερώνει το άτομο από τις αλυσίδες του δικού του DNA. Ειδάλλως, το μυαλό διαφορετικών ανθρώπων θα ήταν παραπλήσιο, τόσο όσο και οι μύες τους ή τα στομάχια τους.
Η έννοια των περιόδων ευαισθησίας, που προέκυψε από απλά πειράματα σχετικά με τη δομή και τη λειτουργία του αναπτυσσόμενου εγκεφάλου, είχε μεγάλο αντίκτυπο στον χώρο της ψυχολογίας της ανάπτυξης. Τα ανθρώπινα όντα, ακόμη και για πολλά χρόνια μετά τη γέννηση, περνούν ορισμένες περιόδους «γνωστικής ευαισθησίας», όταν το στάδιο ωρίμανσης του εγκεφάλου επιτρέπει στο παιδί να σχηματίσει νέες διανοητικές ικανότητες και έννοιες. Πάρτε, για παράδειγμα, τη γλώσσα. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι κάθε φυσιολογικό μωρό γεννιέται με την έμφυτη ικανότητα να μάθει να μιλάει μια γλώσσα – οποιαδήποτε γλώσσα. Είναι σαφές ότι κατά κάποιο τρόπο μία εν γένει ικανότητα θα μεταμορφωθεί σε μία ειδική επιδεξιότητα. Η Janet Werker του Πανεπιστημίου της Βρετανικής Κολομβίας μελετά Ινδιάνους του Βορείου Καναδά με σκοπό να ανακαλύψει τον τρόπο που τα παιδιά τους μαθαίνουν την τοπική διάλεκτο – τη γλώσσα Τόμσον ή Ινσλάτσετιν. Για να μάθει ένα μωρό μια γλώσσα, το πρώτο που απαιτείται είναι να αναγνωρίζει τους χαρακτηριστικούς ήχους της συγκεκριμένης γλώσσας. Αλλά δεν χρησιμοποιούν όλες οι γλώσσες το ίδιο σύνολο βασικών δομικών ήχων. Η Janet Werker ανακάλυψε ότι τα μωρά, καθώς αρχίζουν να μαθαίνουν μία διέλεκτο, χάνουν την ικανότητα να αναγνωρίζουν όλους τους δυνατούς ήχους των γλωσσών.
Η γλώσσα Τόμσον έχει μία σειρά συμφώνων που δεν χρησιμοποιούνται στην αγγλική, και τα οποία ένας αγγλόφωνος δεν μπορεί να διακρίνει – όπως οι πρώτες συλλαβές των λέξεων «Κάχρεμ» (τηγάνισμα) και «Κάχερεμ» (ασφαλίζω). Η Werker έχει μάθει στο μωρό ότι όποτε αλλάζει ένας ήχος, θα του δείχνει πολλά παιχνίδια. Του μωρού του αρέσει να βλέπει τα παιχνίδια και γυρίζει το κεφάλι του να κοιτάξει όποτε αναμένεται να εμφανιστούν. Αυτή η αντίδραση του παιδιού – η στροφή του κεφαλιού – είναι μια ένδειξη ότι έχει αναγνωρίσει μιαν αλλαγή στους ήχους που παραδίδονται. Η Werker μεταδίδει μαγνητοφωνημένους ήχους της γλώσσας Τόμσον, για να διαπιστώσει αν τα μωρά μπορούν να διακρίνουν την αλλαγή από έναν ήχο σε έναν άλλο (όπως από το κα του «Κάχρεμ» στο κα του «Κάχερεμ») – αλλαγές που ένας αγγλόφωνος ενήλικας δεν μπορεί να συλλάβει. Ένα μωρό οκτώ μηνών, οποιασδήποτε εθνικότητας, εντοπίζει αμέσως την αλλαγή και στρέφεται με αδημονία να δει τα παιχνίδια. Αλλά στην ηλικία του ενός έτους, το παιδί που δεν έχει εκτεθεί συστηματικά στη γλώσσα Τόμσον, δεν μπορεί να αναγνωρίσει πια τις λεπτές ηχητικές αλλαγές. Καθώς παρατηρεί η Janet Werker: «Το παιδί γεννιέται έτοιμο να μάθει οποιαδήποτε γλώσσα. Ακολούθως η εμπειρία περιορίζει το ευρύ φάσμα των δυνατοτήτων του…στη συγκεκριμένη γλώσσα που μαθαίνει.».
Φαίνεται αυτονόητο ότι τα βρέφη και τα παιδιά περνούν από καθορισμένες φάσεις διανοητικής ανάπτυξης, αλλά η αντίληψη αυτή είναι σχετικά πρόσφατη. Γύρω στο 1900, ο αμερικανός ειδικός στην πειραματική ψυχολογία G. Stanley Hall άρχισε να ερευνά τις γνώμες, τις γνώσεις, τη μνήμη και τις σκέψεις μικρών παιδιών, υποβάλλοντάς τους απλές ερωτήσεις του τύπου «Τι κάνει ο ήλιος όταν δύει;». Τα αποτελέσματα των ερευνών του Hall θεωρήθηκαν εκείνη την εποχή εκπληκτικά. Ανακάλυψε ότι τα παιδιά δεν κατανοούν πολλές από τις έννοιες που οι ενήλικες θεωρούν δεδομένες. Συγκρίνοντας παιδιά διαφορετικών ηλικιών, ο Hall άρχισε να διαμορφώνει ιδέες για το πώς αντιλαμβάνονται τα παιδιά τον κόσμο.
Αλλά εκείνος που το όνομά του συνδέεται περισσότερο με τη μελέτη των κρίσιμων φάσεων της παιδικής ανάπτυξης είναι ο Jean Piaget (1896-1980), ο επιφανής Ελβετός ψυχολόγος που εξερεύνησε τον γνωστικό κόσμο του παιδιού με ερωτηματολόγια και τεστ. Ένα από τα πιο γνωστά τεστ που χρησιμοποίησε είναι εκείνο όπου χύνουμε νερό από ένα κοντό και χοντρό ποτήρι σε ένα ψηλό και λεπτό και ρωτάμε το παιδί ποιο από τα δύο περιέχει περισσότερο νερό. Τα μικρά παιδιά θα απαντήσουν ανεξαιρέτως ότι το ψηλό ποτήρι έχει περισσότερο, ακόμη και όταν βλέπουν το ίδιο το νερό να μεταγγίζεται από το ένα ποτήρι στο άλλο.
Ο Piaget διέκρινε στην ανάπτυξη του παιδιού τέσσερα στάδια. Από τη γέννηση μέχρι δύο ετών έχουμε το Αισθητηριακό-Κινητικό Στάδιο, όταν το νήπιο συλλαμβάνει τον κόσμο μόνο μέσω των άμεσων αισθητηριακών εντυπώσεών του. Όταν του δείξουμε ένα παιχνίδι, θα το ακολουθήσει με τα μάτια και θα δοκιμάσει να το πιάσει ωσότου χαθεί από το οπτικό του πεδίο. Αμέσως μετά το παιδί συμπεριφέρεται ως εάν το παιχνίδι να έχει παύσει να υφίσταται. Σύμφωνα με τον Piaget, το επόμενο στάδιο, της Προενεργητικής Νόησης, διαρκεί από την ηλικία των δύο περίπου ετών μέχρι τα επτά. Το παιδί σε αυτό το στάδιο κατανοεί τη γλώσσα και τα σύμβολα, αλλά δεν μπορεί ακόμη να σκεφτεί λογικά και δεν μπορεί να καταλάβει ότι ένα άλλο πρόσωπο μπορεί να έχει διαφορετική άποψη. Δύο νήπια στην ηλικία των δύο περίπου ετών, που παίζουν στο ίδιο δωμάτιο, δεν παίζουν μαζί – παίζουν με τα παιχνίδια τους και το καθένα μονολογεί τον δικό του μονόλογο. Κατά τον Piaget, το παιδί σε αυτό το στάδιο έχει μια εγωκεντρική άποψη του κόσμου.
Από την ηλικία των επτά ετών περίπου μέχρι τα έντεκα έχουμε το Στάδιο των Συγκεκριμένων Νοητικών Πράξεων, όταν το παιδί δεν ξεγελιέται πια με το υγρό που χύνεται από ένα δοχείο σε άλλο διαφορετικού σχήματος. Αρχίζει να αναπτύσσει μιαν έμφυτη αντίληψη της στατιστικής, μαθαίνοντας να κρίνει τον κόσμο με τους όρους της πιθανότητας μάλλον ή της δυνατότητας των όσων συμβαίνουν, παρά της βεβαιότητας. Στα έντεκα περίπου χρόνια αρχίζει η Ηλικία των Τυπικών Νοητικών Πράξεων και το παιδί διαθέτει πλέον όλα τα διανοητικά εργαλεία που χρειάζεται για την ενήλικη ζωή. Στο εξής, η περαιτέρω ανάπτυξη είναι απλώς θέμα πρόσκτησης γνώσεων.
Μολονότι οι κατά το μάλλον ή ήττον δογματικές απόψεις του Piaget έχουν αμφισβητηθεί εν μέρει από πολλούς ψυχολόγους της ανάπτυξης, (ιδιαίτερα όσον αφορά τον χρόνο και τη διάρκεια των σταδίων), η αντίληψη ότι υπάρχουν μεγάλα ορόσημα στη γνωστική ανάπτυξη είναι σήμερα εδραιωμένη. Είναι δελεαστική η υπόθεση ότι αντιπροσωπεύουν στάδια ευαισθησίας του εγκεφάλου, όταν τα κυκλώματα των νευρικών κυττάρων υφίστανται κρίσιμες τροποποιήσεις και βελτιώσεις.
Η ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΤΟΥ ΝΟΥ
Μπορούμε να διακρίνουμε στη συμπεριφορά ενός μωρού κανένα σημάδι που να δείχνει την εμφάνιση της έννοιας του εγώ; Η συνείδηση – η συνειδητοποίηση του κόσμου, των προθέσεων και του εαυτού – εμφανίζεται αργά και βαθμιαία; Μήπως αρχίζει ήδη στην ενδομήτριο ζωή; Ή υπάρχει μια κρίσιμη περίοδος ανάπτυξής της, αντίστοιχη με τη δόμηση των κυλίνδρων στον εγκέφαλο του ποντικιού ή των συνδέσεων από τα δύο μάτια στον οπτικό φλοιό; Ο Jerome Kagan, του Τμήματος Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ, πιστεύει ότι υπάρχει ένα συγκεκριμένο στάδιο, μεταξύ δεκαοχτώ και εικοσιτεσσάρων μηνών μετά τη γέννηση, όταν ένα φυσιολογικό παιδί συνειδητοποιεί για πρώτη φορά ότι έχει προθέσεις και αισθήματα, ότι μπορεί να δράσει. Αυτό το «μπα!» της εμπειρίας, όπως το ονομάζει, «προϋποθέτει την αλληλενέργεια του εγκέφαλου… με τους άλλους ανθρώπους. Ωστόσο, όλες οι αλληλεπιδράσεις του κόσμου δεν θα οδηγήσουν στη συνείδηση του εγώ, γιατί ο εγκέφαλος δεν είναι ακόμη ώριμος. Τούτο θα επιτευχθεί στα μέσα του δεύτερου έτους».
Κάνετε ένα σημαδάκι με ρουζ στη μύτη ενός μωρού τριών μηνών. Ύστερα βάλτε το μωρό μπροστά σε έναν καθρέφτη. Θα κοιτάξει το είδωλό του αλλά δεν θα αγγίξει τη μύτη του, γιατί δεν αναγνωρίζει το πρόσωπο που βλέπει για δικό του. Ακόμη και στην ηλικία των εννέα ή των δέκα μηνών, τα παιδιά δεν μπορούν να καταλάβουν το νόημα του ειδώλου σε έναν καθρέφτη. Αλλά στους δεκαοχτώ ή στους είκοσι μήνες, ίσως διότι η συνείδηση του εγώ έχει ωριμάσει, το παιδί που έχει λίγο ρουζ στη μύτη του και κοιταχτεί στον καθρέφτη, θα σηκώσει το χέρι του να το αγγίξει.
Ο Jerome Kagan βλέπει και άλλα σημάδια αυτής της αυξανόμενης συνειδητοποίησης του εγώ σε αυτή περίπου την ηλικία: το παιδί αρχίζει να χρησιμοποιεί λέξεις που σχετίζονται με την ατομικότητα, όπως «εγώ», «εμένα», και «δικό μου». Η Laura Petito, του Πανεπιστημίου Μακγκίλ του Μόντρεαλ, ανακάλυψε ότι ακόμη και τα κωφά παιδιά κωφών γονέων, που μαθαίνουν να επικοινωνούν με τη γλώσσα των κωφαλάλων, χρησιμοποιούν τη χειρονομία που σημαίνει «εγώ» στην ίδια περίπου ηλικία με τα παιδιά που λένε τη λέξη «εγώ» στην ίδια περίπου ηλικία με τα παιδιά που λένε τη λέξη «εγώ» (στην ηλικία που σκοτίζουν το ρουζ από τη μύτη τους).
Τον ίδιο περίπου καιρό εμφανίζεται άλλο ένα χαρακτηριστικό ανθρώπινο γνώρισμα. Σύμφωνα με τον Kagan, το παιδί αρχίζει να αναπτύσσει το ηθικό συναίσθημα. Στους δώδεκα μήνες κανένα νήπιο δεν θα ανησυχήσει όταν δει μια σπασμένη κούκλα, ένα κατεστραμμένο αυτοκινητάκι, ή έναν τοίχο που η μπογιά του έχει ξεφλουδίσει. Λίγο αργότερα όμως αναγνωρίζει πως εδώ υπάρχει ένα λάθος. Αυτά τα πράγματα αποκαλούνται «σπασμένα», «βρόμικα» ή «κακά». Η ερμηνεία που δίνει ο Kagan είναι ότι «το παιδί κατανοεί τώρα με πρωτόγονο τρόπο ότι υπάρχει μια ακεραιότητα στα πράγματα και ότι αν αυτή η ακεραιότητα θιγεί, τούτο σημαίνει ότι κάποιος, κάποιο ζωντανό πράγμα, έκανε κάτι κακό».
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η συνειδητοποίηση του εγώ και η αίσθηση του σωστού και του λάθους είναι θεμελιώδεις συνθήκες στη ζωή του ανθρώπου. Την εμφάνισή τους κατά την ανάπτυξη του παιδιού θα πρέπει να τη θεωρούμε επίτευγμα όχι μικρότερο από τη μάθηση της ομιλίας ή της εργασίας. Το «φοβερό δεύτερο» {έτος} δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως περίοδος παράλογων αντιδράσεων και επιθετικότητας, αλλά ως το στάδιο εκείνο κατά το οποίο το παιδί προσπαθεί να εδραιώσει στη συνείδησή του το σωστό και το λάθος – να μάθει τους κανόνες με τους οποίους ζούμε.
Οι θεωρητικοί του δέκατου ένατου και των αρχών του εικοστού αιώνα, με εξέχοντα τον Φρόιντ, είχαν την άποψη ότι η ανάπτυξη των πρωτογενών συναισθημάτων αποτελούσε τη βάση για την ωρίμανση της νόησης και της ηθικής. Για τον Φρόιντ, το id προηγείται του εγώ. Οι σημερινές απόψεις είναι διαφορετικές και θεωρούν τα πρώτα στάδια στη ζωή ενός παιδιού ως αγώνα για να κατακτηθεί η γνωστική ικανότητα.
Ο πασίγνωστος φόβος για τους ξένους, που εμφανίζεται σε όλα τα παιδιά στην ηλικία μεταξύ οχτώ και δώδεκα μηνών, δεν θα παρουσιαζόταν αν το παιδί ήταν τόσο ώριμο ώστε να μπορεί να αναγνωρίσει τα διαφορετικά πρόσωπα και να θυμηθεί το παρελθόν. Το άγχος που συνδέεται με το πρόσωπο ενός ξένου εξαρτάται από την πρόοδο που έχει σημειώσει το παιδί στην ανάπτυξη των αντιληπτικών και γνωστικών του ικανοτήτων. Προ της ηλικίας των οχτώ μηνών, χαμογελούν συχνά σε οποιοδήποτε πρόσωπο. Αυτή η δυναμική αντίδραση δεν μπορεί να δηλώνει αναγνώριση ή ίσως και συναίσθημα του παιδιού. Το πιθανότερο είναι ότι αποτελεί έναν ακόμη αυτοματικό, αντανακλαστικό μηχανισμό που τοποθέτησε η Φύση στο παιδί για να ενθαρρύνει τις προστατευτικές αντιδράσεις των ενηλίκων απέναντί του και να συσφίξει τη σχέση. Αλλά, προς το τέλος του πρώτου έτους, καθώς εμφανίζονται η ικανότητα για αναγνώριση και το άγχος του ξένου, το χαμόγελο δεν είναι πια μια ασυνείδητη απαίτηση για προστασία, αλλά γνήσια ένδειξη των αισθημάτων του παιδιού. Ίσως το πρώτο χαμόγελο αληθινής ευχαρίστησης να σηματοδοτεί την ίδια τη γέννηση ενός νέου νου.
Όταν το παιδί αρχίζει να περπατάει, του ανοίγεται ένας νέος κόσμος ευκαιριών για εξερεύνηση και ο νους είναι έτοιμος τώρα για αυτές τις νέες αλληλεπιδράσεις. Το παιδί αποκτά επιδεξιότητα στο περπάτημα και ακολούθως στην ομιλία. Η μνήμη και η ικανότητα για μάθηση βελτιώνονται και το παιδί προσαρμόζεται εύκολα σε νέες καταστάσεις, νέες απαιτήσεις. Μεταξύ δύο και έξι ετών οι περιορισμένοι ορίζοντες της νηπιακής ηλικίας δεν υπάρχουν πια. Το λεξιλόγιο εκρήγνυται. Οι γνώσεις πληθαίνουν. Η κοινωνικότητα ανθεί. Δεν είναι να απορούμε που όλοι οι πολιτισμοί θεώρησαν πάντα αυτή την περίοδο κατάλληλη για να εξερευνήσουν το δυναμικό του παιδιού – για να αρχίσει η βασική εκπαίδευση. Το παιδί αναπτύσσει την ικανότητα να συνδυάζει τις έννοιες, να συσχετίζει την έννοια του εγώ με την έννοια των γεγονότων του έξω κόσμου. Είναι δυνατόν να φανταστεί αφηρημένα πράγματα. Τα παιδιά των τεσσάρων ετών φοβούνται συγκεκριμένες εμπειρίες οι οποίες μπορεί να τους τύχουν στην καθημερινή τους ζωή – σκοτάδι, κλέφτες, αράχνες, μεγάλα σκυλιά. Μετά τα έξι, οι φόβοι και οι ανησυχίες μερικές φορές αφορούν πράγματα αφηρημένα, μακρινά ή μυστηριώδη. Λένε στη μητέρα τους ότι φοβούνται τον πυρηνικό πόλεμο, μην έχουν καρκίνο ή μήπως τα απαγάγουν.
Από το γονιμοποιημένο αυγό μέχρι το αναπτυσσόμενο έμβρυο, από τον σχηματισμό και την αποδημία των νευρώνων μέχρι την ανάπτυξη της προσωπικότητας, οι αλλαγές είναι πάγκοινες. Σιγά σιγά, αναπόφευκτα, κατά στάδια που παρατηρούνται σε κάθε κοινωνία και κάθε πολιτισμό, ο νους του παιδιού αναδύεται. Από το κουκούλι της μήτρας, από τη φωλιά της οικογένειας, στον έξω κόσμο. Κατά τη διατύπωση του Jerome Kagan, «Τα ανθρώπινα όντα είναι έτσι φτιαγμένα ώστε να αναζητούν πάντα νέες πληροφορίες, να μαθαίνουν από αυτές, να εδραιώνουν αυτή τη γνώση και να συνεχίζουν».
ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΟΝΤΟΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ
Ο Θωμάς Ακινάτης είναι μια κορυφαία φυσιογνωμία του Μεσαίωνα. Εχει συγγράψει μια σειρά από θεμελιώδη θεολογικά και φιλοσοφικά βιβλία, ανάμεσα στα οποία μια ιδιαίτερη θέση κατέχει το νεανικό φιλοσοφικό του πόνημα: ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΟΝΤΟΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ. Πρόκειται για ένα εγχειρίδιο Μεταφυσικής, που χρησίμευε ως πανεπιστημιακό βοήθημα για τους δομηνικανούς μοναχούς που σπούδαζαν στο Παρίσι. Αλλά είναι τόση η πυκνότητα και η ωριμότητα του λόγου, ώστε αυτό το μικρό έργο δεν έχει να ζηλέψει τίποτα από τα κατοπινά κύρια έργα του Ακινάτη. (Επιμέλεια: Παν. Βήχος)
Θωμάς Ακινάτης
Άγιος Θωμάς Ακινάτης [Θωμάς του Ακουΐν, ή Ακουΐνο] (περ. 1225 – 7 Μαρτίου 1274) ήταν ένας Ιταλός φιλόσοφος και θεολόγος της σχολής του σχολαστικισμού, γνωστός ως Doctor Angelicus, Doctor Universalis. Είναι ο σημαντικότερος υποστηρικτής της φυσικής θεολογίας, και ο πατέρας της Θομιστικής σχολής φιλοσοφίας, η οποία αποτέλεσε για καιρό τη κύρια φιλοσοφική προσέγγιση της Καθολικής Εκκλησίας. Ένας από τους τριάντα τρεις Διδασκάλους της Εκκλησίας, θεωρείται από πολλούς καθολικούς ως ο μεγαλύτερος θεολόγος της Εκκλησίας. Αυτό έχει ως συνέπεια ένας μεγάλος αριθμός εκπαιδευτικών ιδρυμάτων να φέρουν το όνομά του.
Γεννήθηκε στον πύργο Roccasicca μεταξύ Ρώμης και Νάπολης, τελευταίο από 6 παιδιά. Οι γονείς του ήταν αριστοκρατικής καταγωγής. Ήδη στα 5 χρόνια του παραδόθηκε στο μοναστήρι Βενεδικτίνων στο Monte Cassino. Στη συνέχεια μετέβη για σπουδές στη Νάπολη. Ή εποχή εκείνη χαρακτηρίζεται από αντιδικίες και συγκρούσεις μεταξύ του πάπα και του αυτοκράτορα.
Ο Θωμάς Ακινάτης βγαίνει από ένα μεσαιωνικό μοναστήρι και συναντάει στην πόλη την καθημερινή ζωή, για την οποία δεν είχε ιδέα και στο Πανεπιστήμιο τον Αριστοτέλη. Έκτοτε εργάζεται για να προσαρμόσει τη φιλοσοφία του μεγάλου Έλληνα φιλοσόφου στη χριστιανική πίστη. Γράφει σχόλια σε όλα τα έργα του Αριστοτέλη, τα οποία εκδίδει σε 5 τόμους. Αυτή η επίδραση της αριστοτελικής φιλοσοφίας στην καθολική εκκλησία συνεχίζεται μέχρι σήμερα.
Ο Θωμάς προσχωρεί στο τάγμα των Δομινικανών και γίνεται ιεροκήρυκας και ιερωμένος αυτού του τάγματος επαιτίας. Σπουδαιότερο κίνητρό του ήταν να ζήσει με τα ιδανικά της φτώχιας και ταπεινότητας όπως την πρωτοχριστιανική εποχή. Ταυτόχρονα διατυπώνει όμως σκληρούς κανόνες για την αντιμετώπιση ανθρώπων που «παραστρατούν» θρησκευτικά – προσαρμόζοντας και βελτιώνοντας απόψεις του Αυγουστίνου: «Η αποδοχή της πίστης είναι προαιρετική, αλλά η διατήρησή της είναι απαραίτητη» =(Accipere fidem est voluntatis, sed tenere fidem iam acceptam est necessitatis). Απαιτεί δε για τους «αιρετικούς» τις ποινές του αφορισμού και του θανάτου. Αυτές οι απόψεις του Ακινάτη αποτέλεσαν το θεωρητικό υπόβαθρο για τη λειτουργία του «’Αγιου δικαστηρίου ενάντια στην αιρετική κακία» που λειτουργούσε ήδη από το έτος 1232 υπό τον έλεγχο των Δομινικανών και μετονομάστηκε μετά από περίπου 300 χρόνια (1542) σε «Ιερά Εξέταση».
Το 1245 αποστέλλεται ο Θωμάς Ακινάτης στο Παρίσι, όπου λειτουργεί ένα από τα σημαντικότερα Πανεπιστήμια της Ευρώπης και μελετάει θεολογικά και φιλοσοφικά κείμενα. Εδώ γνωρίζεται και με τον διάσημο Albertus Magnus, του οποίου γίνεται μαθητής και με τον οποίο πηγαίνει στην Κολωνία για να σπουδάσει. Στη Γερμανία γνωρίζει τη φιλοσοφία του νεοπλατωνισμού. Παρεμβάλλεται μια περίοδος περιπλανήσεων και διδασκαλιών και, τελικά, καταλήγει ο Θωμάς στη Σορβόνη ως διδάσκων πλέον. Τα συγγράμματά του χαρακτηρίζονται από την αναζήτηση της αλήθειας, περιέχουν δε και πολεμικά κείμενα για επίκαιρα θέματα της εποχής. Πέθανε σε ηλικία 50 ετών.
Ο λόγος και η πίστη
ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΒΩΚΟΣ
Η πνευματική ζωή στον Μεσαίωνα καλύπτει πάνω από 11 αιώνες ιστορίας: από τον 1ο ως τον 14ο αιώνα μ.Χ. Στη μακρά αυτή περίοδο η φιλοσοφία προσπαθεί, ακόμη και σήμερα, να κερδίσει την ιστορία της. Το παράδοξο αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η πνευματική ιστορία στον Μεσαίωνα φαίνεται να κυριαρχείται από τη σύγκρουση του Λόγου με την Πίστη. Η σύγκρουση αυτή, προφανώς σχηματική αλλά χρήσιμη σε μια απόπειρα να παρουσιαστεί το σύνολο της μεσαιωνικής φιλοσοφίας σε περιορισμένο χώρο, μπορεί να αποτελέσει την αφετηρία για να τεθούν πιο συγκεκριμένες ερωτήσεις: Μπορούμε να μιλήσουμε για φιλοσοφία στον Μεσαίωνα; Η μεσαιωνική φιλοσοφία, αν υποθέσουμε ότι κάτι τέτοιο υπάρχει, διακρίνεται άραγε από τη θεολογία ή μήπως δεν είναι άλλο πράγμα από ένα είδος θεολογίας με φιλοσοφικό λεξιλόγιο και φιλοσοφική σκευή; Τέλος, μπορούμε να ισχυριστούμε ότι η μεσαιωνική φιλοσοφία συνέβαλε στην επεξεργασία και στην ανάπτυξη της φιλοσοφικής σκέψης;
Η παραδοσιακή χρονολόγηση της περιόδου που μας ενδιαφέρει, με όλα τα προβλήματα και τις αντιρρήσεις που εγείρουν αυτές οι ταξινομήσεις, διακρίνει πέντε μεγάλες ενότητες: Από τον 1ο ως τον 5ο αιώνα, όπου ορίζονται η χριστιανική πίστη και τα δόγματα μέσα από τη σύγκρουση εναντίον των αιρέσεων και της Γνώσης. Από τον 6ο ως τον 10ο αιώνα, διάρκεια που χαρακτηρίζεται από τη συντήρηση και τη μετάδοση του ελληνολατινικού πολιτισμού. Η τρίτη ενότητα συμπεριλαμβάνει τον 11ο και τον 12ο αιώνα, στους οποίους δεσπόζουν τα έργα του Ανσελμου και του Αβελάρδου. Τον 13ο αιώνα, με την εκ νέου ανακάλυψη του Αριστοτέλη μέσω των Αράβων, συγκροτείται η Σχολαστική, με κορυφή το έργο του Θωμά Ακινάτη. Τον 14ο αιώνα, τέλος, όλες οι φιλοσοφικές συζητήσεις έχουν σημείο αναφοράς τη φιλοσοφία του Θωμά και, ακόμη και στην περίπτωση που στρέφονται εναντίον της, συμβάλλουν στην εμφάνιση μιας κριτικής προοπτικής, η οποία αναγγέλλει τον νατουραλισμό της Αναγέννησης.
Ξεκινώντας από τη δεύτερη ενότητα, μπορούμε να σταθούμε στη συστηματική προσπάθεια της Εκκλησίας να διασώσει τον κλασικό πολιτισμό μέσω των σχολών και τον μονών που διαθέτει. Η μορφή που φαίνεται να δεσπόζει είναι ο Εριγένης, ο ορθολογιστής ιρλανδός μοναχός που ανακάλυψε για λογαριασμό της Δύσης τη θεολογία του Ωριγένη και τη σημασία της θεολογίας του Αυγουστίνου. Ταυτοχρόνως ο Εριγένης, στο έργο του Περί διαιρέσεως της Φύσεως, προτείνει μια συγκροτημένη φιλοσοφική ερμηνεία της Γραφής.
Για τη μεγάλη πλειονότητα των ιστορικών της φιλοσοφίας ο 11ος αιώνας θεωρείται η ημερομηνία γέννησης της μεσαιωνικής φιλοσοφίας, τουλάχιστον στη λατινόφωνη εκδοχή της. Οπως το υποστηρίζει ενεργητικότερα ο Alain de Libera, ίσως ο σημαντικότερος ιστορικός της φιλοσοφίας του Μεσαίωνα σήμερα, πρόκειται για «τη στιγμή όπου ο φιλοσοφικός στοχασμός παίρνει οριστικά τη μορφή την οποία θα εγκαταλείψει μόνο με τη Μεταρρύθμιση και την Αναγέννηση». Η λαμπρή ομάδα των διαλεκτικών, όπως καθιερώθηκαν, φιλοσόφων, υποστηρίζει και προβάλλει με τρόπο υπερβολικό και προκλητικό την ανωτερότητα της τυπικής λογικής και ιδιαίτερα του συλλογισμού σε σχέση με τις αλήθειες της πίστης. Η αντίδραση εκ μέρους των θεολόγων είναι εξίσου βίαιη και συνοψίζεται στην έκρηξη του Pierre Damien (1007-1072), για τον οποίο η σωτηρία βρίσκεται αποκλειστικά στον μοναστικό βίο ενώ η φιλοσοφία και η γραμματική είναι επινοήσεις του Σατανά. Ταυτοχρόνως ο Damien είναι πεπεισμένος ότι οι επιστήμες της φύσης αποτελούν περιορισμό της παντοδυναμίας του Θεού. Γιατί το πρόβλημα πράγματι που διατυπώνει η εποχή και θα αποτελέσει εφεξής θεμελιώδες ερώτημα του φιλοσοφικού στοχασμού, και συνεπώς πεδίο σύγκρουσης των αντίπαλων τάσεων στη φιλοσοφία, είναι αυτό της θεϊκής παντοδυναμίας: Μπορεί ο Θεός να πράξει με τρόπο ώστε αυτό που συνέβη να μην έχει συμβεί; Η αρνητική απάντηση περιορίζει τη θεϊκή παντοδυναμία· η θετική απάντηση καθιστά εύθραυστη την οντολογική θεμελίωση της πραγματικότητας και ανοίγει τον δρόμο στον σκεπτικισμό. Αλλά το ερώτημα της θεϊκής παντοδυναμίας δεν είναι μόνο οντολογικό· οδηγεί και στο καίριο ερώτημα της βούλησης τόσο του Θεού όσο και του ανθρώπου: Πώς ορίζεται η ανθρώπινη πράξη; Ποια είναι τα όρια της ανθρώπινης βούλησης; Είναι ή όχι ελεύθερη; Δημιουργείται έτσι ένα πλέγμα ερωτήσεων και οι απαντήσεις θα οδηγήσουν στην εμφάνιση του νομιναλισμού, που θα ισχυριστεί ότι οι γενικές ιδέες δεν υπάρχουν πέραν του αισθητού κόσμου: αποτελούν μόνο ονόματα.
Την ίδια εποχή, τέλος, εμφανίζονται και οι αποδείξεις της ύπαρξης του Θεού, συγκυρία που δηλώνει ότι η έννοια του θεού δεν είναι αυτονόητη αλλά χρειάζεται λογική επεξεργασία, ώστε να ανταποκρίνεται, χωρίς αντιφάσεις, στα κατηγορήματα που της αποδίδει η χριστιανική πίστη. Στην προοπτική αυτή, εξαιρετική σημασία έχει η περίφημη απόδειξη του Ανσελμου (1033-1109), γνωστή ως οντολογική απόδειξη της ύπαρξης του Θεού, όπως τη βάφτισε για την ιστορία της φιλοσοφίας ο Καντ. Απλοποιημένος, ο συλλογισμός του Ανσελμου είναι ο ακόλουθος: ο Θεός είναι τέλειος· άρα του ανήκουν όλα τα θετικά κατηγορήματα· συνεπώς και αυτό της ύπαρξης. Αρα ο Θεός υπάρχει. Η σημασία της απόδειξης αυτής, για την ανατροπή της οποίας ο Καντ θα χρειαστεί ολόκληρο το οικοδόμημα της κριτικής φιλοσοφίας, ενώ θα την αναστήσει ο Χέγκελ, βρίσκεται στο γεγονός ότι αναγκάζει τον Ανσελμο να επινοήσει τη γλώσσα που θα προσδώσει φιλοσοφική διάσταση στη θεολογική σκέψη. Από τη σκοπιά αυτή ο Alain de Libera δεν διστάζει να υποστηρίξει ότι ο λατινόφωνος χριστιανικός κόσμος βρίσκει την πνευματική του ταυτότητα στον Ανσελμο.
Ο 12ος αιώνας βαδίζει στα ίχνη του προκατόχου του με δύο βασικές καινοτομίες: αφενός με την εμφάνιση των πρώτων μεταφράσεων του Αριστοτέλη και των αράβων φιλοσόφων από φιλολόγους και στοχαστές της Σχολής του Τολέδου· αφετέρου με την ίδρυση των πανεπιστημίων. Το έργο του Αριστοτέλη και οι ερμηνείες του οδηγούν στις πρώτες συγκρούσεις ανάμεσα στην αραβική φιλοσοφία και στη χριστιανική θεολογία. Με την ίδρυση των πανεπιστημίων επιχειρείται η συστηματική διδασκαλία της φιλοσοφίας και ειδικά της αριστοτελικής μεταφυσικής. Η προσπάθεια αυτή ανακόπτεται με την παρέμβαση του Βατικανού, το οποίο τέσσερις φορές στη διάρκεια του αιώνα απαγορεύει τη διδασκαλία της φιλοσοφίας του Σταγιρίτη. Οι απαγορεύσεις αυτές τελικά ατονούν και ο Αριστοτέλης θα κυριαρχήσει με τον τίτλο του φιλοσόφου. Σημαντικό όνομα της εποχής ο γνωστός από τις περιπέτειες του βίου του Αβελάρδος (1079-1142). Με το έργο του ανακαινίζει την αριστοτελική λογική και ανανεώνει τη μορφή της ηθικής, προβάλλοντας την πρωτοκαθεδρία της πρόθεσης σε σχέση με την πράξη. Ξακουστός δάσκαλος στο Παρίσι, που είναι η αδιαφιλονίκητη πρωτεύουσα των θεολογικών σπουδών, ο Αβελάρδος ανοίγει, σε μια εποχή βίαιων συγκρούσεων και ιδεολογικής μισαλλοδοξίας, τον διαπολιτισμικό διάλογο με ένα βιβλίο του οποίου ο τίτλος φαίνεται να διατηρεί την επικαιρότητά του: Διάλογος ενός φιλοσόφου, ενός εβραίου και ενός χριστιανού.
Ο 13ος αιώνας αποτελεί τη μεγάλη εποχή της μεσαιωνικής φιλοσοφίας, που εκμεταλλεύεται τον πλούτο της αριστοτελικής σκέψης, την οποία θέτει στην υπηρεσία της χριστιανικής θεολογίας. Από την πληθώρα των στοχαστών ξεχωρίζει, χωρίς αμφιβολία, ο Θωμάς Ακινάτης (1225-1274). Η φιλοσοφία του, που επιβλήθηκε ως σταθμός με την ονομασία «θωμισμός», βασίζεται στη θεωρία του όντος. Για τον Θωμά, το ον είναι το πραγματικό θεμέλιο της αλήθειας και του αγαθού, ενώ η πραγματικότητα ως σύνολο νοείται ως αυστηρή ιεραρχία ενεργεία και δυνάμει όντων, που συνδέονται μεταξύ τους με την καθολική έννοια της αιτιότητας. Το πρόβλημα για τον άνθρωπο συνίσταται συνεπώς στην ανακάλυψη της τάξης και της ιεραρχίας του κόσμου, οι οποίες προϋποθέτουν ότι κάθε πράγμα στο Σύμπαν έχει τη θέση του. Η ανθρώπινη νόηση, εφορμώντας από την αντιληπτική γνώση, μπορεί να κατακτήσει το νοητό με τη διαμεσολάβηση των απαραίτητων γενικεύσεων. Φιλοδοξία της θωμιστικής φιλοσοφίας είναι να εκφράσει σε ορθολογική γλώσσα την ανθρώπινη μοίρα, υπενθυμίζοντας ωστόσο συνεχώς στους ανθρώπους ότι βρίσκονται στα χέρια του Θεού. Αλλά η εμπιστοσύνη με την οποία ο Θωμάς περιβάλλει τη λογική του ανθρώπου ανοίγει τον δρόμο στην πεποίθηση ότι ο φυσικός κόσμος μπορεί να γίνει αντικείμενο γνώσης και δράσης και ότι, κατά συνέπεια, οι άνθρωποι μπορούν να ρυθμίσουν την επίγεια ζωή τους.
Ο νατουραλιστικός ανθρωπισμός και η «κοσμική» διαλεκτική του Θωμά θα βρουν έναν αποφασισμένο και αποφασιστικό αντίπαλο στη φιλοσοφία του Duns Scott (1265-1308), η σκέψη του οποίου χαρακτηρίζεται από την καχυποψία ως προς την ιδέα της φυσικής τάξης. Πράγματι στα μάτια του Duns Scott η αποδοχή μιας αναγκαίας τάξης στη φύση οδηγεί στην υπονόμευση, αν όχι στην κατάργηση, της παντοδυναμίας του Θεού. Γιατί οι θιασώτες της φυσικής τάξης υποχρεώνουν τελικά τον Θεό να την ακολουθήσει. Αλλά τότε ο Θεός υποτάσσεται στη φύση, σε αυτό το είδωλο που είναι κατασκευασμένο με τα μέτρα του ανθρώπινου λόγου. Η φιλοσοφία του Duns Scott θεμελιώνει την ιδέα ενός θεού απολύτως παντοδύναμου, ελεύθερου, ο οποίος δεν δεσμεύεται από τίποτε, ούτε από τον ίδιο τον λόγο, καθώς ως δημιουργός του παντός είναι και δημιουργός του λόγου. Ακόμη και η ηθική τάξη είναι αποδεσμευμένη από τους αυστηρούς νόμους, στους οποίους επιχείρησαν να την εγκλωβίσουν ο Αριστοτέλης και ο Θωμάς. Οι επιταγές της ηθικής ούτε φυσικές είναι ούτε έχουν καθολική ισχύ: υπάγονται στην παντοδύναμη βούληση του Θεού, ο οποίος μπορεί να ιδρύσει μια άλλη ηθική τάξη, όπου το έγκλημα, η μοιχεία ή η κλοπή θα έπαυαν να αποτελούν αμαρτίες.
Από την προηγούμενη ταχύρρυθμη και προφανώς εν μέρει ελλιπή παρουσίαση της φιλοσοφίας στον Μεσαίωνα ελλιπή καθώς ολόκληρα μέρη της, όπως η φιλοσοφία στο Βυζάντιο, η φιλοσοφία στο Ισλάμ αλλά και η εβραϊκή φιλοσοφία, απουσιάζουν μπορούμε να σταθούμε, τελειώνοντας, στην ιδέα της παντοδυναμίας του Θεού. Ισως στην ιδέα αυτή βρίσκεται η προσφορότερη λαβή για να εκτιμήσει κανείς τη σημασία της μεσαιωνικής φιλοσοφίας, όταν μάλιστα στραφεί στον Καρτέσιο, που είναι ο γεννήτορας της νεότερης φιλοσοφίας. Σε αυτόν συγκεντρώνεται τις περισσότερες φορές ο θαυμασμός μας και ο Σπινόζα δεν παραλείπει να τον επαινέσει γιατί μας απάλλαξε από τη φλυαρία των σχολαστικών. Η κρίση είναι απότομη και αυστηρή. Ενδέχεται όμως να μετριαστεί αισθητά αν παρατηρήσουμε ότι το καρτεσιανό σύστημα κρέμεται ολόκληρο από την ιδέα ενός παντοδύναμου θεού, που αυτοδημιουργείται, που δημιουργεί τις αιώνιες αλήθειες στις οποίες συμπεριλαμβάνονται οι μαθηματικές προτάσεις , που δημιουργεί τον κόσμο εκ του μηδενός και τον συντηρεί στην ύπαρξη με ένα είδος συνεχούς δημιουργίας, χωρίς την οποία τα πράγματα θα αφανίζονταν στο τίποτα από το οποίο τα ανέσυρε η βούλησή του. Ολες ιδέες που επεξεργάστηκε εις βάθος η μεσαιωνική φιλοσοφία στη μακραίωνη ιστορία της.
Ο κ. Γεράσιμος Βώκος είναι καθηγητής Φιλοσοφίας στη Φιλοσοφική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.
ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΟΝΤΟΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ
Θωμάς Ακινάτης
ΠΡΟΟΙΜΙΟ
Ένα μικρό λάθος στην αρχή γίνεται στο τέλος μεγάλο σύμφωνα με τον φιλόσοφο στο 1ο βιβλίο του Περί του ουρανού και του κόσμου, αλλά το ον και η ουσία είναι αυτά που συλλαμβάνονται ολόπρωτα από τη νόησή μας, όπως λέει ο Αβικέννα στην αρχή της Μεταφυσικής του. Άρα, για να μην κάνουμε {κάποιο μεγάλο} λάθος από την άγνοια ετούτων και για ν’ αποκαλυφθεί η δυσκολία που ενυπάρχει σ’ αυτά, οφείλουμε να εξηγήσουμε τι σημαίνουν οι λέξεις «ουσία» και «ον», πώς συναντώνται σε διαφορετικές περιοχές, και πώς σχετίζονται με τις λογικές έννοιες, δηλαδή με το γένος, το είδος και την ειδοποιό διαφορά.
Επειδή όμως πρέπει να αποκτούμε τη γνώση των απλών από τη γνώση των σύνθετων, και να φθάνουμε στα πρωτύτερα ξεκινώντας από τα ύστερα, ώστε ξεκινώντας από τα ευκολότερα να προβούμε πιο ταιριαστά στη μάθηση, πρέπει να προχωρήσουμε από τη σημασία του όντος στη σημασία της ουσίας.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1
Τι εννοείται γενικά με τις λέξεις «ουσία» και «ον»
Πρέπει λοιπόν να ξέρουμε ότι, όπως λέει ο Φιλόσοφος στο 5ο βιβλίο της Μεταφυσικής, (σ.σ. Εδώ ξεκινά η διερεύνηση του όντος σύμφωνα με την αναλυτική μέθοδο. Το ερώτημα που πρωτοτίθεται, έχει ήδη παραπάνω διατυπωθεί: Τι σημαίνει η λέξη «ον»; Ο Ακινάτης προσφεύγει αμέσως στον Αριστοτέλη, ο οποίος έχει διακρίνει τις λεκτικές σημασίες του όντος (Μεταφυσ. Δ7, 1017 a7-b9) σε δύο κύριες περιοχές: Στο ον κατά συμβεβηκός και στο ον καθ’ εαυτό) το ον σαν τέτοιο λέγεται κατά δύο τρόπους: κατά έναν τρόπο έτσι ώστε διαιρείται σε δέκα κατηγορίες {= γένη}, κατά έναν άλλο τρόπο έτσι ώστε σημαίνει την αλήθεια των προτάσεων. Η διαφορά ανάμεσά τους είναι ότι κατά τον δεύτερο τρόπο κάθε τι, για το οποίο μπορεί να σχηματισθεί μια καταφατική πρόταση, μπορεί να ονομασθεί ον, ακόμα και αν αυτό δεν θέτει κάτι πραγματικό. Έτσι οι στερητικές και οι αρνητικές εκφράσεις λέγονται όντα: διότι λέμε ότι η κατάφαση «είναι» αντίθετη προς την άρνηση και ότι η τυφλότητα «είναι» μέσα στο μάτι. Αλλά κατά τον πρώτο τρόπο, μόνο ότι θέτει κάτι πραγματικό μπορεί να ονομασθεί «ον». Γι’ αυτό η τυφλότητα και τα παρόμοια δεν είναι όντα κατά τον πρώτο τρόπο.
Η λέξη «ουσία», τώρα, δεν συνάγεται από το ον, έτσι όπως αυτό λέγεται κατά τον δεύτερο τρόπο, διότι με αυτόν τον τρόπο ονομάζονται «όντα» πολλά, που δεν έχουν καμιά ουσία, όπως είναι φανερό στην περίπτωση των στερητικών εκφράσεων. Αλλά η ουσία συνάγεται από το ον, έτσι όπως αυτό λέγεται κατά τον πρώτο τρόπο. Γι’ αυτό ο Σχολιαστής λέει στο ίδιο χωρίο, ότι το ον που λέγεται κατά τον πρώτο τρόπο, είναι εκείνο που σημαίνει την ουσία ενός πράγματος.
Επειδή, τώρα, όπως ειπώθηκε, τα όντα που λέγονται κατά τον πρώτο τρόπο διαιρούνται σε δέκα κατηγορίες {=γένη}, η ουσία πρέπει να σημαίνει κάτι κοινό σε όλες τις φύσεις, βάσει των οποίων τα διάφορα όντα υπάγονται σε διάφορα γένη και είδη, όπως π.χ. η ανθρωπιά είναι η ουσία του ανθρώπου, και παρόμοια όσον αφορά τα υπόλοιπα.
Κι επειδή εκείνα, βάσει των οποίων ένα πράγμα εντάσσεται στο γένος του ή στο είδος του, είναι εκείνα που σημαίνονται μέσω του ορισμού, ο οποίος δηλώνει τι είναι αυτό το πράγμα, η λέξη «ουσία» μεταποιείται από τους φιλοσόφους στη λέξη «τι Είναι». Αυτό είναι εκείνο που συχνά ο Φιλόσοφος ονομάζει το – τι ήταν; Είναι, δηλαδή εκείνο, μέσω του οποίου κάτι έχει τι – Είναι. Η ουσία ονομάζεται επίσης μορφή, επειδή μέσω της μορφής σημαίνεται ο πλήρης προσδιορισμός κάθε πράγματος, όπως λέει ο Αβικέννα στο 2ο βιβλίο της Μεταφυσικής του.
Η ουσία ονομάζεται και με ένα άλλο όνομα: φύση, όταν η φύση εκλαμβάνεται σύμφωνα με τον πρώτο από εκείνους τους τέσσερις τρόπους, τους οποίους αναφέρει ο Βοήθιος στο βιβλίο Περί των δύο φύσεων. Σύμφωνα με αυτόν {τον τρόπο} ονομάζονται φύση όλα εκείνα που μπορούν με κάποιον τρόπο να συλληφθούν από τη νόηση. Ένα πράγμα δεν είναι δα νοητό παρά μέσω του ορισμού του και της ουσίας του. Έτσι και ο Φιλόσοφος λέει στο 5ο βιβλίο της Μεταφυσικής ότι κάθε υπόσταση είναι φύση.
Όταν όμως η λέξη «φύση» εκλαμβάνεται κατ’ αυτό τον τρόπο, φαίνεται να σημαίνει την ουσία ενός πράγματος, επειδή αυτή {δηλαδή η λέξη «φύση»} αναφέρεται στην ιδιαίτερη δραστηριότητα του πράγματος, και κανένα πράγμα δεν στερείται μιας ιδιαίτερης δραστηριότητας. Αντίθετα η λέξη «τι Είναι» συνάγεται από αυτό που σημαίνεται μέσω του ορισμού. Αλλά ονομάζεται ουσία, επειδή μέσω αυτής και μέσα σ’ αυτήν ένα ον έχει Είναι. Επειδή το ον χωρίς περιορισμό {=»απόλυτα»} και κατά προτεραιότητα λέγεται για υποστάσεις, ενώ κατά δεύτερο λόγο και από κάποια άποψη λέγεται για συμβεβηκότα, γι’ αυτό η ουσία είναι κυρίως και αληθινά μέσα σε υποστάσεις, ενώ μέσα σε συμβεβηκότα είναι κατά κάποιον τρόπο και ως προς κάποια άποψη. Από τις υποστάσεις μερικές είναι απλές και μερικές σύνθετες, μα και στις δύο υπάρχει ουσία, αλλά μέσα στις απλές με αληθινότερο και ανώτερο {=»ευγενέστερο»} τρόπο, διότι αυτές έχουν και ανώτερο Είναι: αυτές είναι δα – ή τουλάχιστον η πρώτη απλή υπόσταση, που είναι ο Θεός – η αιτία των σύνθετων.
Αλλά επειδή οι ουσίες εκείνων {των απλών} υποστάσεων είναι πιο κρυφές για εμάς, γι’ αυτό πρέπει να ξεκινήσουμε από τις ουσίες των σύνθετων, υποστάσεων, ώστε βάσει του ευκολότερου να γίνει η έρευνα ταιριαστότερη.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2
Πώς συναντάται η ουσία στις σύνθετες υποστάσεις, και τι περιέχει σ’ αυτές η λέξη «ουσία»
Όσον αφορά τις σύνθετες υποστάσεις μας είναι γνωστές η μορφή και η ύλη, όπως π.χ. όσον αφορά τον άνθρωπο η ψυχή και το σώμα. Αλλά δεν μπορεί κανείς να πει ότι μόνο το ένα από αυτά τα δύο είναι ουσία. Ότι μόνο η ύλη ενός πράγματος δεν είναι ουσία, είναι σαφές, διότι ένα πράγμα μέσω της ουσίας του είναι και γνώριμο και εντάσσεται σε ένα είδος ή γένος. Αλλά ούτε είναι η ύλη αρχή {=θεμέλιο} της γνώσης, ούτε εντάσσεται κάτι βάσει αυτής σε ένα γένος ή είδος, αλλά βάσει εκείνου, μέσω του οποίου κάτι είναι ενεργεία.
Αλλά ούτε μόνο η μορφή μιας σύνθετης υπόστασης μπορεί να ονομασθεί ουσία, μολονότι μερικοί επιχειρούν να ισχυρισθούν κάτι τέτοιο. Από όσα ειπώθηκαν είναι φανερό ότι η ουσία είναι εκείνο, που σημαίνεται μέσω του ορισμού ενός πράγματος. Ο ορισμός των φυσικών υποστάσεων δεν περιλαμβάνει όμως μόνο τη μορφή, αλλά και την ύλη, αλλιώς δεν θα διέφεραν μεταξύ τους οι φυσικοί και οι μαθηματικοί ορισμοί.
Δεν μπορεί κανείς να πει ότι μέσα στον ορισμό μιας φυσικής υπόστασης η ύλη αναφέρεται σαν κάτι πρόσθετο στην ουσία αυτής της υπόστασης ή σαν κάτι που είναι έξω από την ουσία αυτής της υπόστασης, διότι αυτός ο τρόπος των ορισμών είναι χαρακτηριστικός για τα συμβεβηκότα, τα οποία δεν έχουν μια τέλεια ουσία. Γι’ αυτό τα συμβεβηκότα οφείλουν να προσλαμβάνουν μέσα στον ορισμό τους ένα υπόστρωμα {subiectum}, το οποίο στέκεται έξω από το γένος τους. Είναι λοιπόν φανερό, ότι η ουσία συμπεριλαμβάνει και την ύλη και τη μορφή.
Ούτε μπορεί κανείς να πει ότι η ουσία σημαίνει μια σχέση μεταξύ ύλης και μορφής ή κάτι πρόσθετο σ’ αυτές, διότι αυτό θα ήταν κατ’ ανάγκην ένα συμβεβηκός ή κάτι εξωτερικό προς ένα πράγμα, και δεν θα μπορούσε το πράγμα να γνωσθεί μέσω αυτής της ουσίας. Όλα αυτά επιπροστίθενται στην ουσία. Διότι μέσω της μορφής, η οποία είναι η ενεργητικότητα της ύλης, η ύλη μεταβάλλεται σε ένα ενεργεία ον και στο τάδε Κάτι {=άτομο}. Γι’ αυτό εκείνο που επιπροστίθεται, δεν δανείζει στην ύλη κανένα απόλυτα ενεργεία Είναι, αλλά ένα κατά τον τάδε τρόπο σχηματισμένο ενεργεία Είναι, όπως το παρέχουν και τα συμβεβηκότα, π.χ. η λευκότητα καθιστά κάτι ενεργεία λευκό. Γι’ αυτό και όταν αποκτάται μια τέτοια {=κατά συμβεβηκός} μορφή, αυτό δεν ονομάζεται απλώς γίγνεσθαι, αλλά γίγνεσθαι ως προς κάποια άποψη.
Απομένει λοιπόν να σημαίνει η λέξη «ουσία» όσον αφορά τις σύνθετες υποστάσεις εκείνο που είναι σύνθετο από ύλη και μορφή. Με αυτό συμφωνεί ο Βοήθιος μέσα στα σχόλιά του στις Κατηγορίες, όπου λέει ότι η ουσία σημαίνει το σύνθετο. Η ουσία είναι για τους Έλληνες το ίδιο που είναι για εμάς η essential, όπως λέει ο ίδιος {δηλ. ο Βοήθιος} στο βιβλίο Περί των δύο φύσεων. Και ο Αβικέννα λέει ότι το τι-Είναι των σύνθετων υποστάσεων είναι ακριβώς η σύνθεση μορφής και ύλης. Παρόμοια και ο Σχολιαστής λέει στο 7ο βιβλίο της Μεταφυσικής. «Η φύση, την οποία έχουν τα είδη όσον αφορά τα γιγνόμενα πράγματα, είναι κάτι ενδιάμεσο, δηλαδή κάτι σύνθετο από ύλη και μορφή».
Με αυτό συμφωνεί και το επιχείρημα ότι το Είναι της σύνθετης υπόστασης δεν ανήκει μόνο στη μορφή και ούτε μόνο στην ύλη, αλλά σ’ αυτό τούτο το σύνθετο. Αλλά εξαιτίας της ουσίας λέγεται για ένα πράγμα, ότι αυτό είναι. Γι’ αυτό η ουσία, βάσει της οποίας ένα πράγμα ονομάζεται ον, δεν μπορεί να είναι μόνο η μορφή και ούτε μόνο η ύλη, αλλά και τα δύο, μολονότι μόνο η μορφή κατά τον τρόπο της είναι αιτία ενός τέτοιου Είναι.
Έτσι βλέπουμε και σε άλλα όντα, που έχουν συντεθεί από περισσότερες αρχές {=συνθετικά στοιχεία}, ότι αυτά τα όντα δεν παίρνουν το όνομά τους βάσει μόνο μιας από εκείνες τις αρχές, αλλά βάσει εκείνου το οποίο συμπεριλαμβάνει και τις δύο αρχές, όπως αυτό είναι φανερό στην περίπτωση των γεύσεων: Η γλυκύτητα π.χ. προκαλείται από τη δραστηριότητα του θερμού, το οποίο διαλύει το υγρό, και μολονότι κατ’ αυτό τον τρόπο η θερμότητα είναι η αιτία της γλυκύτητας, εντούτοις ένα σώμα δεν ονομάζεται γλυκό εξαιτίας της θερμότητας, αλλά εξαιτίας της γεύσης, η οποία συμπεριλαμβάνει το θερμό και το υγρό.
Αλλά η ύλη είναι η αρχή {= η αιτία} της εξατομίκευσης. Απ’ αυτό θα μπορούσε ίσως, όπως φαίνεται, να συμπεραθεί ότι η ουσία, η οποία συμπεριλαμβάνει μέσα της και ύλη και μορφή, είναι κάτι επιμέρους και όχι κάτι γενικό. Αυτό θα συνεπαγόταν ότι το γενικό δεν έχει τάχα κανέναν ορισμό, εάν η ουσία είναι δα αυτό που σημαίνεται μέσω του ορισμού.
Γι’ αυτό πρέπει να ξέρουμε ότι αρχή της εξατομίκευσης δεν είναι η κατά οποιονδήποτε τρόπο κατανοούμενη ύλη, αλλά μόνο η σημαινόμενη ύλη. Ονομάζω σημαινόμενη εκείνη την ύλη, η οποία παρατηρείται κάτω από ορισμένες διαστάσεις. Αυτή η ύλη δεν δηλώνεται μέσα στον ορισμό του ανθρώπου καθόσον αυτός είναι άνθρωπος, εντούτοις θα μπορούσε να δηλωθεί μέσα στον ορισμό του Σωκράτη, εάν υπήρχε ένας ορισμός του Σωκράτη. Αλλά μέσα στον ορισμό του ανθρώπου δηλώνεται η μη σημαινόμενη ύλη: διότι μέσα στον ορισμό του ανθρώπου δεν δηλώνονται τα τάδε οστά και η τάδε σάρκα, αλλά τα οστά και η σάρκα γενικά {=απόλυτα}, τα οποία είναι η μη σημαινόμενη ύλη του ανθρώπου.
Είναι λοιπόν φανερό ότι η ουσία του ανθρώπου και η ουσία του Σωκράτη διαφέρουν μεταξύ τους μόνο κατά το σημαινόμενο της Μεταφυσικής: «Ο Σωκράτης δεν είναι τίποτε άλλο παρά ζωικότητα και λογικότητα, οι οποίες είναι το τι-Είναι του».
Έτσι και η ουσία του γένους διαφέρει από την ουσία του είδους κατά το σημαινόμενο και το μη σημαινόμενο, μολονότι σε κάθε μια από τις δύο είναι άλλος ο τρόπος της σήμανσης: η σήμανση του ατόμου έναντι του είδους γίνεται μέσω της ύλης, η οποία έχει προσδιορισθεί μέσω των διαστάσεων, αλλά η σήμανση του είδους έναντι του γένους γίνεται μέσω της συγκροτητικής {=ειδοποιού} διαφοράς, η οποία συνάγεται από τη μορφή του πράγματος.
Αυτός ο προσδιορισμός ή η σήμανση, που υπάρχει μέσα στο είδος έναντι του γένους, δεν συμβαίνει μέσω κάτι υπαρκτού μέσα στην ουσία του είδους, το οποίο τάχα δεν υπάρχει κατά κανέναν τρόπο μέσα στην ουσία του γένους. Αντίθετα οτιδήποτε υπάρχει {εκάστοτε} μέσα στο είδος, υπάρχει και μέσα στο γένος, αλλά ως κάτι μη προσδιορισμένο. Διότι εάν {π.χ.} το ζώο δεν ήταν το όλον που είναι ο άνθρωπος, αλλά μόνο ένα μέρος του, δεν θα απεδίδετο σ’ αυτόν, μιας και δεν θα μπορούσε να αποδοθεί στο όλον του ένα συστατικό μέρος.
Αλλά πώς συμβαίνει τούτο, θα μπορέσει κανείς να ιδεί, εάν διερευνήσει το πώς διαφέρουν μεταξύ τους το σώμα, καθόσον εκλαμβάνεται ως μέρος του ζώου, και το σώμα, καθόσον εκλαμβάνεται ως γένος. Διότι το σώμα δεν μπορεί να είναι γένος με τον ίδιο τρόπο που είναι ένα συστατικό μέρος.
Η λέξη «σώμα» μπορεί να κατανοηθεί με πολλούς τρόπους. Σώμα, καθόσον εμπίπτει στο γένος της υπόστασης, ονομάζεται κάτι, επειδή έχει μια τέτοια φύση, ώστε μέσα του μπορούν να σημανθούν τρεις διαστάσεις, αυτές τούτες οι τρεις σημαινόμενες διαστάσεις είναι σώμα, το οποίο εμπίπτει στην κατηγορία της ποσότητας. Αλλά με τα πράγματα συμβαίνει το εξής: κάτι που έχει μια τελειότητα, οδηγείται και σε μιαν άλλη τελειότητα, όπως αυτό είναι φανερό στην περίπτωση του ανθρώπου, ο οποίος έχει μια φύση αισθητηριακή και επιπλέον νοητική. Παρόμοια, και εκτός από την τελειότητα που έχει μια τέτοια μορφή, ώστε μέσα της να μπορούν να σημανθούν τρεις διαστάσεις, μπορεί να προστεθεί και μια άλλη τέτοια τελειότητα, π.χ. η ζωή.
Η λέξη «σώμα» μπορεί λοιπόν να σημαίνει ένα πράγμα που έχει μια τέτοια μορφή, από την οποία προκύπτει μέσα της η δυνατότητα σήμανσης τριων διαστάσεων, και μάλιστα με τέτοιο αποκλειστικό τρόπο, ώστε από εκείνη τη μορφή να μην επακολουθεί καμιά άλλη τελειότητα, αλλά όταν επιπροστίθεται και κάτι άλλο, αυτό να κείτεται έξω από τη σημασία του έτσι νοούμενου σώματος. Και κατ’ αυτό τον τρόπο θα είναι το σώμα ένα συστατικό και υλικό μέρος του ζώου: διότι έτσι η ψυχή θα είναι έξω από αυτό που σημάνθηκε με τη λέξη «σώμα», και θα επιπροστίθεται στο σώμα, έτσι ώστε από αυτά τα δύο, δηλαδή από την ψυχή και το σώμα ως μέρος του, θα συγκροτείται το ζώο.
Η λέξη «σώμα» μπορεί να κατανοηθεί {όπως είπαμε} και κατά τέτοιον τρόπο, ώστε να σημαίνει ένα πράγμα που έχει μια τέτοια μορφή, βάσει της οποίας μπορούν μέσα σ’ αυτό να σημανθούν τρεις διαστάσεις, οποιαδήποτε μορφή και αν είναι εκείνη, είτε μπορεί απ’ αυτήν να προκύψει κάποια περαιτέρω τελειότητα είτε όχι. Και κατ’ αυτό τον τρόπο το σώμα θα είναι γένος του ζώου, διότι μέσα στο ζώο δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό τίποτα, που να μην περιέχεται ενδιάθετα μέσα στο σώμα. Η ψυχή δηλαδή δεν είναι μια άλλη μορφή, παρά εκείνη μέσω της οποίας μπόρεσαν μέσα σ’ εκείνο το πράγμα να σημανθούν τρεις διαστάσεις. Γι’ αυτό όταν είπαμε ότι «σώμα είναι ότι έχει μια τέτοια μορφή, βάσει της οποίας μπορούν να σημανθούν μέσα σ’ αυτό τρεις διαστάσεις», τούτο αναφερόταν σε οποιαδήποτε μορφή, είτε αυτή είναι η φύση του ζώου είτε της πέτρας είτε οποιαδήποτε άλλη. Έτσι και η μορφή του ζώου περιέχεται ενδιάθετα μέσα στη μορφή του σώματος, καθόσον το σώμα είναι γένος του ζώου.
Τέτοιο χαρακτήρα έχει και η σχέση του ζώου προς τον άνθρωπο. Εάν δηλαδή με αποκλεισμό κάποιας άλλης τελειότητας η λέξη «ζώο» κατονόμαζε μόνο ένα πράγμα που έχει μια τέτοια τελειότητα, ώστε βάσει μιας μέσα του υπαρκτής δύναμης μπορεί να αισθάνεται και να κινείται, οποιαδήποτε περαιτέρω τελειότητα και αν προσετίθετο θα σχετιζόταν προς το ζώο όπως ένα {συστατικό} μέρος και όχι ως ενδιάθετη μέσα στην έννοια του ζώου, κατ’ αυτό τον τρόπο το ζώο δεν θα ήταν γένος. Αλλά τούτο είναι γένος, καθόσον σημαίνει ένα πράγμα, από τη μορφή του οποίου μπορεί να προκύψει αίσθηση και κίνηση, οποιαδήποτε μορφή και αν είναι εκείνη, είτε είναι μόνο η αισθητηριακή ψυχή, είτε η αισθητηριακή και συνάμα λογική. Έτσι λοιπόν το γένος σημαίνει απροσδιόριστα όλα όσα είναι μέσα στο είδος, και δεν σημαίνει μόνο την ύλη.
Παρόμοια και η ειδοποιός διαφορά σημαίνει το όλον {= ολόκληρο το ον} και δεν σημαίνει μόνο τη μορφή, το ίδιο και ο ορισμός σημαίνει το όλον, το ίδιο και το είδος. Αλλά κατά διαφορετικό τρόπο: διότι το γένος σημαίνει το όλον ως μια ονομασία, η οποία προσδιορίζει αυτό που είναι υλικό μέσα σ’ ένα πράγμα χωρίς προσδιορισμό της ιδιαίτερης μορφής. Γι’ αυτό και το γένος παραλαμβάνεται από την ύλη – μολονότι αυτό δεν είναι ύλη -, όπως είναι φανερό ότι το σώμα ονομάζεται έτσι, επειδή έχει μια τέτοια τελειότητα, ώστε μέσα του μπορούν να σημαίνονται τρεις διαστάσεις: τελειότητα που ως ύλη σχετίζεται ασφαλώς προς μια περαιτέρω τελειότητα.
Αντίθετα η ειδοποιός διαφορά είναι μια ονομασία που έχει αντληθεί από μια ορισμένη μορφή, ανεξάρτητα από το ότι στην πρώτη της σημασία ανήκει μια ορισμένη ύλη. Τούτο είναι φανερό, όταν κάποιος λέει «έμψυχο», δηλαδή αυτό που έχει ψυχή, διότι δεν προσδιορίζεται τι είναι αυτό, αν είναι σώμα ή κάτι άλλο. Γι’ αυτό λέει ο Αβικέννα ότι το γένος στην περίπτωση της ειδοποιού διαφοράς δεν νοείται ως ένα μέρος της ουσίας της, αλλά μόνο ως ένα ον έξω από την ουσία, έτσι όπως είναι και το υπόστρωμα {subiectum} σε σχέση προς τις ιδιότητές του. Γι’ αυτό και το γένος δεν αποδίδεται στην ειδοποιό διαφορά καθ’ εαυτήν, όπως λέει ο Φιλόσοφος στο 3ο βιβλίο της Μεταφυσικής και στο 4ο βιβλίο των Τοπικών, εκτός ίσως έτσι όπως αποδίδεται το υπόστρωμα {subiectum}στην ιδιότητα. Αλλά ο ορισμός ή το είδος συμπεριλαμβάνουν και τα δύο, δηλαδή την προσδιορισμένη ύλη, την οποία σημαίνει η λέξη «γένος» και την προσδιορισμένη μορφή, την οποία σημαίνει η λέξη «διαφορά».
Απ’ αυτό γίνεται φανερό, γιατί το γένος, το είδος και η ειδοποιός διαφορά αντιστοιχούν προς την ύλη, τη μρφή και το σύνθετο μέσα στη φύση, μολονότι δεν ταυτίζονται με αυτά, διότι ούτε το γένος είναι ύλη, αλλά συνάγεται από την ύλη ως κάτι που σημαίνει το όλον, ούτε η ειδοποιός διαφορά είναι μορφή, αλλά συνάγεται από τη μορφή ως κάτι που σημαίνει το όλον. Γι΄αυτό λέμε ότι ο άνθρωπος είναι ένα λογικό ζώον, και όχι ότι είναι από ζώο και λογικό, όπως λέμε ότι είναι από ψυχή και σώμα, ως ένα τρίτο πράγμα συντιθέμενο από δύο πράγματα, το οποίο δεν είναι κανένα από εκείνα τα δύο. Ο άνθρωπος δηλαδή δεν είναι ούτε ψυχή ούτε σώμα.
Αλλά εάν λέγεται για τον άνθρωπο ότι κατά κάποιον τρόπο συνίσταται από ζώο και λογικό, τότε σίγουρα όχι έτσι όπως ένα τρίτο πράγμα συνίσταται από δύο πράγματα, αλλά έτσι όπως μια Τρίτη έννοια συνίσταται από δύο έννοιες. Διότι η έννοια «ζώο» δεν προσδιορίζει τη μορφή του είδους, εκφράζει τη φύση του πράγματος, βάσει αυτού που είναι το υλικό στοιχείο σε σχέση προς την έσχατη τελειότητα. Αλλά η έννοια της ειδοποιού διαφοράς, του λογικού, συνίσταται στον προσδιορισμό της μορφής του είδους. Από αυτές τις δύο έννοιες συγκροτείται η έννοια του είδους ή του ορισμού. Και γι’ αυτό, έτσι όπως ένα πράγμα συντιθέμενο από κάποια άλλα δεν επιδέχεται την κατηγόρηση εκείνων των πραγμάτων, από τα οποία αυτό συντίθεται, έτσι και μια έννοια δεν επιδέχεται την κατηγόρηση των εννοιών, από τις οποίες αυτό συγκροτείται. Δεν λέμε δηλαδή ότι ο ορισμός {μιας έννοιας} είναι το γένος ή η ειδοποιός διαφορά {αυτής της έννοιας}.
Μολονότι το γένος σημαίνει ολόκληρη την ουσία του είδους, εντούτοις από τα διαφορετικά είδη που ανήκουν στο ίδιο γένος δεν πρέπει να υπάρχει μόνο μια ουσία. Διότι η ενότητα του γένους προκύπτει από αυτή τούτη την απροσδιοριστία ή τη μη διαφοροποίηση. Όχι όμως έτσι, ώστε εκείνο που σημαίνεται μέσω του γένους, να είναι αριθμητικά μόνο μια φύση στα διαφορετικά είδη, στην οποία προστίθεται ένα άλλο πράγμα, που είναι η ειδοποιός διαφορά που προσδιορίζει το γένος, έτσι όπως η μορφή προσδιορίζει την ύλη όντας αριθμητικά μόνο μία. Αλλά το γένος σημαίνει μια μορφή – όχι όμως με προσδιορισμένο τρόπο ετούτη ή εκείνη -, την οποία με ορισμένο τρόπο εκφράζει η ειδοποιός διαφορά. Αυτή η μορφή δεν είναι καμιά άλλη από εκείνη που σημάνθηκε με απροσδιόριστο τρόπο μέσω του γένους. Γι’ αυτό ο Σχολιαστής λέει στο 11ο βιβλίο της Μεταφυσικής, ότι η πρώτη ύλη ονομάζεται μία, επειδή παραμερίζονται όλες οι μορφές, ενώ το γένος ονομάζεται ένα, επειδή συνενώνονται οι σημαινόμενες μορφές. Απ’ αυτό είναι φανερό, ότι όταν μέσω της προσθήκης της ειδοποιού διαφοράς έχει παραμερισθεί εκείνη η απροσδιοριστία που ήταν η αιτία της ενότητας του γένους, παραμένουν τα κατ’ ουσίαν διαφορετικά είδη.
Όπως ειπώθηκε, η φύση του είδους είναι απροσδιόριστη σε σχέση προς το άτομο, όπως και η φύση του γένους σε σχέση προς το είδος. Εξαιτίας τούτου, όπως αυτό που είναι γένος, καθόσον λέγεται για το είδος, περιλαμβάνει μέσα στη σημασία του, μολονότι αδιάκριτα, όλα όσα υπάρχουν με προσδιορισμένο τρόπο μέσα στο είδος, άρα ακόμα και αυτό που είναι είδος, καθόσον λέγεται για το άτομο, οφείλει να σημαίνει όλα όσα υπάρχουν ουσιωδώς μέσα στο άτομο, έστω και αν τα σημαίνει αδιάκριτα. Και κατ’ αυτό τον τρόπο σημαίνεται η ουσία του είδους μέσω της λέξης «άνθρωπος», γι’ αυτό ο Σωκράτης λέγεται άνθρωπος.
Όταν όμως σημαίνεται η φύση του είδους με αποκλεισμό της σημαινόμενης ύλης, η οποία είναι η αρχή {= η αιτία} της εξατομίκευσης, τότε αυτή θα συμπεριφέρεται κατά τον τρόπο ενός μέρους. Και κατ’ αυτό τον τρόπο σημαίνεται η φύση του είδους μέσω της λέξης «ανθρωπιά», διότι η ανθρωπιά σημαίνει αυτό, εξαιτίας του οποίου ο άνθρωπος είναι άνθρωπος. Αλλά η σημαινόμενη ύλη δεν είναι αυτό, εξαιτίας του οποίου ο άνθρωπος είναι άνθρωπος, γι’ αυτό η σημαινόμενη ύλη δεν συμπεριλαμβάνεται κατά κανένα τρόπο ανάμεσα σ’ εκείνα, εξαιτίας των οποίων ο άνθρωπος είναι άνθρωπος. Αφού λοιπόν η ανθρωπιά συμπεριλαμβάνει μέσα στην έννοιά της μόνο αυτά, εξαιτίας των οποίων ο άνθρωπος είναι άνθρωπος, είναι φανερό ότι η σημαινόμενη ύλη έχει αποκλεισθεί ή αποκοπεί από τη σημασία «ανθρωπιά».
Κι επειδή το μέρος δεν λέγεται για το όλο, προκύπτει ότι η ανθρωπιά δεν λέγεται ούτε για τον άνθρωπο ούτε για τον Σωκράτη. Γι’ αυτό λέει ο Αβικέννα ότι το τι-Είναι μολονότι και το ίδιο το τι-Είναι είναι σύνθετο. Η ανθρωπιά π.χ. έστω και αν είναι σύνθετη, δεν είναι άνθρωπος, αντίθετα αυτή οφείλει να έχει προσληφθεί μέσα σε κάτι, το οποίο είναι η σημαινόμενη ύλη.
Όπως ειπώθηκε, η σήμανση του ατόμου έναντι του είδους γίνεται μέσω της ύλης. Γι’ αυτό η λέξη, που – με αποκλεισμό της προσδιορισμένης μορφής, η οποία τελειοποιεί το είδος – σημαίνει αυτό από το οποίο συνάγεται η φύση του γένους, οφείλει να σημαίνει το υλικό μέρος του όλου, όπως π.χ. το σώμα είναι το υλικό μέρος του ανθρώπου. Αλλά η λέξη, που – με αποκλεισμό της σημαινόμενης ύλης – σημαίνει αυτό από το οποίο συνάγεται η φύση του είδους, σημαίνει το μορφικό μέρος. Γι’ αυτό η ανθρωπιά σημαίνεται ως μορφή και λέγεται μορφή του όλου, όχι βέβαια σαν να προσετίθετο στα ουσιώδη μέρη, δηλαδή στη μορφή και την ύλη, όπως π.χ, προστίθεται η μορφή του σπιτιού στα συστατικά του μέρη. Αλλά αυτή είναι μια μορφή που είναι το όλον. Συμπεριλαμβάνει δηλαδή τη μορφή και την ύλη, αλλά με αποκλεισμό εκείνων των πραγμάτων, βάσει των οποίων η ύλη μπορεί να σημαίνεται κατά φύσιν.
Είναι λοιπόν φανερό ότι η λέξη «άνθρωπος» και η λέξη «ανθρωπιά» σημαίνουν την ουσία του ανθρώπου, αλλά κατά διαφορετικό τρόπο, όπως ειπώθηκε: Η λέξη «άνθρωπος» την σημαίνει ως ένα όλον. Δηλαδή καθόσον η λέξη δεν αποκλείει τη σήμανση της ύλης, αλλά την περιέχει ενδιάθετα και απροσδιόριστα, έτσι όπως ειπώθηκε ότι το γένος περιέχει την ειδοποιό διαφορά, γι’ αυτό η λέξη «άνθρωπος» λέγεται για τα άτομα. Αλλά η λέξη «ανθρωπιά» σημαίνει την ουσία του ανθρώπου ως μέρος, διότι μέσα στη σημασία της αυτή η λέξη περιέχει μόνο αυτό που ανήκει στον άνθρωπο, καθόσον αυτός είναι άνθρωπος, και παραβλέπει κάθε σήμανση της ύλης. Γι’ αυτό η λέξη «ανθρωπιά» δεν λέγεται για τα ανθρώπινα άτομα. Κι εξαιτίας τούτου βρίσκουμε συχνά τη λέξη «ουσία» να λέγεται για ένα πράγμα. Λέμε δηλαδή ότι ο Σωκράτης είναι μια ουσία. Συχνά όμως αυτό το αρνούμαστε, όπως όταν λέμε ότι η ουσία του Σωκράτη δεν είναι ο Σωκράτης.
Η ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ ΤΗΣ ΖΩΗΣ
To πρόβλημα της προέλευσης της ζωής, της εμφάνισης πάνω στη γη των πρώτων ζωντανών όντων, είναι ένα από τα πιο μεγάλα, τα πιο βασικά προβλήματα της φυσιογνωσίας. Κάθε άνθρωπος, σ’ όποιο επίπεδο ανάπτυξης κι αν βρίσκεται βάζει στον εαυτό του, συνειδητά ή ασυνείδητα, αυτό το ερώτημα και δείνει μιαν απάντηση, γιατί χωρίς την απάντηση αυτή, ανεξάρτητα αν είναι σωστή ή λαθεμένη, δε μπορεί να δημιουργηθεί καμιά, ακόμα και η πιο πρωτόγονη, κοσμοθεωρία. (Επιμέλεια: Παν. Βήχος)
Α. Ι. ΟΠΑΡΙΝ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1ον
ΟΙ ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΥΤΟΓΕΝΝΗΣΗ ΤΗΣ ΖΩΗΣ
Στη διάρκεια πολλών αιώνων οι άνθρωποι θεωρούσαν ότι η γη είναι επίπεδη και ακίνητη και ότι ο ήλιος στρέφεται γύρω απ’ αυτή, βγαίνει στην ανατολή και χάνεται στη δύση, μέσα στη θάλασσα ή πίσω απ’ τα βουνά. Αυτή η λαθεμένη πεποίθηση στηριζόταν στην άμεση, τη χωρίς κριτική επεξεργασία παρατήρηση των φαινομένων της φύσης που μας περιβάλλει. Τέτοιου είδους παρατηρήσεις, όχι σπάνια γεννούσαν την αντίληψη, ότι διάφορα ζωντανά όντα, όπως π.χ., τα έντομα, τα σκουλήκια και μερικές φορές ακόμα και τα ψάρια, τα πουλιά και τα ποντίκια, μπορούσαν όχι μόνο να γεννηθούν από όμοιά τους, αλλά και άμεσα να εμφανιστούν από μόνα τους, ν’ αυτογεννηθούν από τη λάσπη, την κοπριά, το χώμα και άλλες μορφές της νεκρής ύλης.
Την πίστη ότι οι ζωντανοί οργανισμοί μπορούσαν να γεννηθούν αυτόματα, τη βρίσκουμε σ’ όλους τους λαούς και σ’ όλες τις εποχές, από τη βαθιά αρχαιότητα ως τις μέρες μας. Και σήμερα ακόμα, σε περίοδο άνθησης της θετικής φυσιογνωσίας, σε πρωτοπόρες, πολιτισμένες χώρες, όχι σπάνια ο απλός άνθρωπος είναι πεπεισμένος, ότι τα σκουλήκια γεννιόνται από την κοπριά και το χαλασμένο κρέας, και τα διάφορα οικιακά παράσιτα δημιουργούνται μόνα τους από τα’ απορρίμματα, τη λέρα και τις ακαθαρσίες, επειδή βλέπει τα πράγματα επιφανειακά και του ξεφεύγει το γεγονός ότι η ακαθαρσία και τα απορρίμματα είναι μόνο ο τόπος όπου τα παράσιτα εναποθέτουν τα’ αυγά τους, από τα οποία αναπτύσσονται νέες γενιές ζωντανών οργανισμών.
Εύκολα καταλαβαίνουμε τον τεράστιο ρόλο που έπαιξαν αυτές οι καθημερινές, χωρίς κριτική επεξεργασία παρατηρήσεις στη δημιουργία των αντιλήψεων των αρχαίων λαών, τότε που η φύση δε μελετιόταν ακόμα στις λεπτομέρειές της, δεν αναλύονταν και δεν ανατέμνονταν, αλλά εξετάζονταν σαν σύνολο, με άμεση, αισθητηριακή παρατήρηση.
Στο βιβλίο του «Η αρχική γέννηση και η ζωική δύναμη», ο Ε. Λίπμαν, (E. Lippman), δίνει άφθονο υλικό, που δείχνει, πόσο πλατειά ήταν διαδομένη η πίστη στην αυτογέννηση κατά τη διάρκεια όλης της ιστορίας της ανθρωπότητας. Έτσι, π.χ. στην Κίνα, από την αρχαιότητα κιόλας υπήρχε η πίστη ότι τα ζωύφια αυτογεννιώνται στα μπαμπού, όταν οι παραφυάδες τους μεταφυτεύονται με θερμό και υγρό καιρό. Στα ιερά βιβλία των Ινδιών υπάρχουν υποδείξεις για την ξαφνική εμφάνιση διαφόρων παρασίτων, μυγών και κανθάρων απ’ τον ιδρώτα και την κοπριά. Στις βαβυλωνιακές σφηνοειδείς γραφές μπορούμε να διαβάσουμε ότι από τη λάσπη των καναλιών σχηματίζονται σκουλήκια κι άλλα ζώα.
Στην αρχαία Αίγυπτο κυριαρχούσε η πεποίθηση, ότι το στρώμα της ιλύος που αφήνει ο Νείλος με το πλημμύρισμά του, μπορεί, όταν το θερμάνει ο ήλιος, να γεννήσει ζωντανά όντα. Έτσι γεννιόνται οι βάτραχοι, οι φρύνοι, τα φίδια, τα ποντίκια. Γι’ αυτό μπορούσε κανείς, όπως έλεγαν, να πειστεί εύκολα, αν παρατηρούσε ότι, το μπροστινό τμήμα αυτών των ζώων είναι τάχα διαπλασμένο και ζωντανό, ενώ το πισινό είναι ακόμα υγρό χώμα που δεν έχει υποστεί τις αναγκαίες μεταβολές. Το παραμύθι αυτό το βρίσκουμε και στους αρχαίους Έλληνες (π.χ. στον Διογένη τον Απολλώνιο) και στα έργα του διάσημου Ρωμαίου σοφού Πλίνιου. Πλατειά διαδομένο ήταν και στην Ανατολή και στη Δύση, τόσο στο Μεσαίωνα, όσο και στα κατοπινά χρόνια. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός, ότι ακόμα και στην τραγωδία του Σαίξπηρ «Αντώνιος και Κλεοπάτρα» ο Λέπιντ βεβαιώνει, ότι στην Αίγυπτο οι κροκόδειλοι δημιουργούνται από τη λάσπη του Νείλου κάτω από την επίδραση του μεσημβρινού, ζεστού ήλιου.
Για την ιστορία γενικά του προβλήματος της αυτογέννησης, είναι πολύ χαρακτηριστικό το ότι στους πιο διάφορους λαούς, που έζησαν σε διαφορετική εποχή και βρίσκονταν σε διαφορετικές βαθμίδες πολιτισμού, βρίσκουμε υποδείξεις για την αυτόματη εμφάνιση σχεδόν πάντα των ίδιων οργανισμών, όπως τα σκουλήκια που γεννιόνται στην κοπριά και το χαλασμένο κρέας, οι ψείρες, που σχηματίζονται από τον ανθρώπινο ιδρώτα, οι πυγολαμπίδες που γεννιόνται από τις σπίθες της φωτιάς, τέλος οι βάτραχοι και οι ποντικοί, που εμφανίζονται από τη δροσιά και το υγρό χώμα. Παντού, όταν ο άνθρωπος βρέθηκε αντιμέτωπος με την ξαφνική και μαζική εμφάνιση ζωντανών όντων, τη θεώρησε σαν αυτογέννηση της ζωής. Γι’ αυτό η πίστη των αρχαίων λαών στην αυτογέννηση δεν ήταν συμπέρασμα που βγήκε από τούτη ή εκείνη την κοσμοαντίληψη. Η αυτογέννηση των ζωντανών όντων ήταν γι’ αυτούς ένα ολοφάνερο, εμπειρικά διαπιστωμένο γεγονός που αργότερα θεμελιώθηκε και θεωρητικά με τον άλφα ή βήτα τρόπο.
Οι αρχαίες διδασκαλίες των Ινδιών, της Βαβυλώνας, της Αιγύπτου, συνέδεαν την προέλευση της ζωής με διάφορες θρησκευτικές παραδόσεις, και δοξασίες. Απ’ αυτή την άποψη και η αυτογέννηση ζωντανών όντων θεωρούνταν μόνο σαν μια ιδιαίτερη περίπτωση εκδήλωσης της δημιουργικής θέλησης των θεών ή των δαιμόνων. Αλλά στις ίδιες κιόλας τις πηγές του δικού μας, του Ευρωπαϊκού πολιτισμού, στην Αρχαία Ελλάδα, σε αντικατάσταση της Θεογονίας, σαν μυθολογικής εξήγησης της φύσης, έρχεται η κοσμογονία, σαν αρχή της επιστημονικής έρευνας.
Αν και όλοι οι Έλληνες φιλόσοφοι, από τους Μιλήσιους ως τον Επίκουρο και τους Στωικούς, αναγνώριζαν την αυτογέννηση των ζωντανών όντων σαν αναμφίβολο γεγονός, η φιλοσοφική ερμηνεία που έδιναν σ’ αυτό το «γεγονός» αποτελούσε σημαντική πρόοδο σε σχέση με τις προηγούμενες μυστικιστικές ιδέες. Η ερμηνεία αυτή είχε μέσα της, σε εμβρυώδικη μορφή, όλες εκείνες τις αντιλήψεις που αναπτύχθηκαν κατοπινά πάνω στο πρόβλημα της προέλευσης της ζωής.
Ο αρχαιότερος κιόλας Έλληνας, φιλόσοφος, ο Θαλής, που έζησε περίπου το 624-547 π.Χ., αντιμετώπισε το πρόβλημα της ουσίας και της προέλευσης της ζωής από αυθόρμητη υλιστική θέση. Βασική αρχή του Θαλή, καθώς και των άλλων φιλοσόφων της Σχολής της Μιλήτου (Αναξίμανδρου και Αναξιμένη), είναι η αναγνώριση της αντικειμενικής ύπαρξης της ύλης, που αποτελεί την αιώνια ζωντανή, αιώνια μεταβαλλόμενη πρώτη αρχή. Η ζωή είναι σύμφυτη με την ύλη. Γι’ αυτό, αν και οι Μιλήσιοι πίστευαν στην αυτογέννηση των ζωντανών όντων από την ιλύ, το βόρβορο, κλπ., ωστόσο εξηγούσαν αυτό το φαινόμενο μόνο σαν αυτοσχηματισμό ξεχωριστών οργανισμών, που δεν απαιτούσε την επέμβαση οποιωνδήποτε ιδιαίτερων, μυστικιστικών δυνάμεων. Την ίδια αυτή άποψη την ανέπτυξε αργότερα ο Εμπεδοκλής (485-425 π.Χ.), σύμφωνα με τον οποίον τα φυτά και τα ζώα σχηματίζονται από ανόργανες, αλλά ήδη ζωντανές ουσίες, ή με τη γέννηση από «όμοιά τους» ή από «όχι όμοιά τους», δηλαδή με την αυτογέννηση. Αλλά η ιδέα του αυτοσχηματισμού των ζωντανών όντων διατυπώθηκε με ιδιαίτερα λαμπρό τρόπο στη διδασκαλία του Δημόκριτου (460-370 π.Χ.). Σ’ αυτή τη διδασκαλία ο αρχαιοελληνικός υλισμός έφτασε στο αποκορύφωμα της ανάπτυξής του, αν και απέκτησε κιόλας έναν κάπως μηχανιστικό χαρακτήρα. Σύμφωνα με τις απόψεις του Δημόκριτου, βάση του σύμπαντος είναι η ύλη, που αποτελείται από πλήθος μικρά σωματίδια (άτομα), που βρίσκονται σε αιώνια κίνηση και χωρίζονται από κενά διαστήματα. Αυτή η αξεχώριστη από την ύλη μηχανική κίνηση των ατόμων καθορίζει τη διαδικασία του σχηματισμού όλων των ξεχωριστών πραγμάτων. Επίσης και η ζωή δεν είναι έργο θεϊκής δημιουργίας, αλλά αποτέλεσμα των μηχανικών δυνάμεων της ίδιας της φύσης. Η αρχική εμφάνιση των ζωντανών όντων ή η αυτογέννησή τους από το νερό και τη λάσπη, συντελείται κατά το Δημόκριτο σαν συνέπεια συμπτωματικού, αλλά ολότελα καθορισμένου συνδυασμού ατόμων στη μηχανική τους κίνηση, όταν μικρότατα σωματίδια υγρού χώματος συναντιόνται και ενώνονται με άτομα φωτιάς.
Στις ίδιες φιλοσοφικές θέσεις στάθηκε, ύστερα από εκατό χρόνια και ο άλλος έξοχος διανοητής της αρχαίας Ελλάδας, ο Επίκουρος (342-271 π.Χ.). Έκθεση των απόψεών του βρίσκουμε στο περίφημο ποίημα του Λουκρίτιου «Για τη φύση των πραγμάτων». Σύμφωνα με αυτή την πηγή, ο Επίκουρος δίδασκε, ότι σαν συνέπεια της υγρής θερμότητας του ήλιου και της βροχής ξεπετιούνται από το χώμα ή την κοπριά σκουλήκια και άλλα πολυάριθμα ζωντανά όντα. Αλλά αυτό γίνεται χωρίς τη συμμετοχή καμιάς πνευματικής δύναμης. Ψυχή σαν άυλη δύναμη, κατά τον Επίκουρο, δεν υπάρχει. Η ψυχή είναι υλική και αποτελείται από μικρότατα, λεπτότατα και λεία άτομα. Ο μηχανικός συνδυασμός των ατόμων στο κενό διάστημα οδηγεί στην εμφάνιση πολύμορφων πραγμάτων και ειδικά ζωντανών όντων. Ταυτόχρονα, η αιτία της κίνησης των ατόμων συνδέεται με την ύλη, βρίσκεται στην ίδια την ύλη και δεν εξαρτάται από καμιά «αρχική ώθηση» ή άλλη ανάμιξη Θεών στην υπόθεση του κόσμου.
Έτσι, εκατοντάδες χρόνια π.Χ., πολλές φιλοσοφικές σχολές εξηγούσαν κιόλας το φαινόμενο της αυτογέννησης υλιστικά, σαν φυσική διαδικασία αυτοδιαμόρφωσης των ζωντανών όντων, χωρίς τη συμμετοχή οποιονδήποτε πνευματικών δυνάμεων. Αλλά ιστορικά το ζήτημα διαμορφώθηκε έτσι, ώστε η μεταγενέστερη ανάπτυξη της ιδέας της αυτογέννησης, συνδέθηκε βασικά όχι με την υλιστική «γραμμή του Δημόκριτου», αλλά με την αντίθετή της, την ιδεαλιστική «γραμμή του Πλάτωνα».
Ο ίδιος ο Πλάτων (427-347 π.Χ.) σχεδόν δεν απασχολήθηκε άμεσα με το πρόβλημα της αυτογέννησης. Στο «Φαίδωνα» μόνο έθεσε μόλις το ζήτημα για τη δυνατότητα εμφάνισης ζωντανών όντων κάτω από την επίδραση της θερμότητας και της αποσύνθεσης. Ωστόσο ο Πλάτων βεβαίωνε, σε πλήρη αρμονία με τις γενικές φιλοσοφικές θέσεις του, ότι η φυτική και ζωική ύλη αυτή καθ’ εαυτή δεν είναι ζωντανή, αλλά μπορεί να ζωντανεύει μόνο με το εγκαθιστάμενο μέσα σ’ αυτή αθάνατο πνεύμα, την ψυχή.
Αυτή η ιδέα του Πλάτωνα έπαιξε τεράστιο ρόλο στην κατοπινή εξέλιξη του προβλήματος που μας ενδιαφέρει. Σ’ ένα ορισμένο βαθμό, αντανακλάται και στη διδασκαλία του Αριστοτέλη, η οποία σε συνέχεια έγινε η βάση του μεσαιωνικού επιστημονικού πολιτισμού και κυριάρχησε σχεδόν 2000 χρόνια στη σκέψη των λαών.
Ο Αριστοτέλης (384-322 π.Χ.) έδωσε στην ανθρωπότητα την πιο πλατειά σύνθεση των επιτευγμάτων της αρχαίας επιστήμης, που περιελάμβανε όλα τα συσσωρευμένα σε κείνα τα χρόνια επιστημονικά δεδομένα. Την αντίληψή του για την εμφάνιση της ζωής την ανέπτυξε σε μια σειρά βιολογικά έργα «Περί ζώων ιστορίας», «Περί ζώων γενέσεως», «Περί ζώων μορίων». Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, πλάι στη γέννηση των ζωντανών όντων από όμοιά τους, συντελείται και πάντα συντελούνταν η αυτογέννησή τους από τη νεκρή ύλη. «Έτσι, όλα – έγραφε – δεν προέρχονται από ζευγάρωμα των ζώων, αλλά και από τη σαπισμένη γη ή απ’ τα εκκρίματα…». «Και στα φυτά γίνεται το ίδιο πράγμα: άλλα προέρχονται από τους σπόρους, άλλα εμφανίζονται κατά κάποιο τρόπο αυτόματα, χάρη στη φύση, δηλαδή απ’ το σάπισμα της γης ή από ορισμένα μέρη των φυτών».
Τα συνήθη σκουλήκια, οι προνύμφες της μέλισσας και της σφήκας, καθώς και τα τσιμπούρια, οι πυγολαμπίδες και διάφορα άλλα έντομα, γεννιόνται κατά τον Αριστοτέλη, από τη δροσιά, κατά το σάπισμα της λάσπης και της κοπριάς, από το ξερό ξύλο, τις τρίχες, τον ιδρώτα και το κρέας. Τα κάθε λογής σκουλήκια και οι ταινίες των εντέρων γεννιόνται από τα αποσυνθετόμενα μέρη του σώματος και τα περιττώματα. Τα κουνούπια, οι μύγες, οι σκώροι, τα εφήμερα, οι κοπροκάνθαροι, οι κανθαρίδες, οι ψύλλοι, οι κοριοί και οι ψείρες (μερικά σε τέλεια μορφή, μερικά σαν προνύμφες) προέρχονται από τη λάσπη των πηγαδιών, των ποταμών και της θάλασσας, απ’ το φυτόχωμα, απ’ τη μούχλα, την κοπριά, απ’ τα σαπισμένα ξύλα και τους σάπιους καρπούς, απ’ τις ακαθαρσίες των ζώων και από κάθε είδους βρώμα, απ’ τα ξυνισμένα κατακάθια και ακόμα απ’ τα πολυκαιρικά μαλλιά. Αλλά όχι μόνο τα έντομα και τα σκουλήκια, αλλά και άλλα ζωντανά όντα μπορούν κατά τον Αριστοτέλη να αυτογεννηθούν. Έτσι οι καραβίδες, τα διάφορα μαλάκια γεννιόνται απ’ το υγρό χώμα και τη σαπισμένη λάσπη, τα χέλια και μερικά άλλα ψάρια από την ιλύ της θάλασσας, την άμμο και τα σαπισμένα φύκια. Ακόμα οι βάτραχοι και κάτω από ορισμένες συνθήκες, οι σαλαμάνδρες, μπορούν να σχηματισθούν από τον πηλό. Τα ποντίκια γεννιόνται από το υγρό χώμα. Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο γεννιόνται και μερικά ανώτερα όντα, που αρχικά εμφανίζονται με τη μορφή σκουληκιών. «Γι’ αυτό και για τον άνθρωπο και για τα τετράποδα – έγραφε ο Αριστοτέλης – αν κάποτε γεννήθηκαν από το χώμα όπως βεβαιώνουν μερικοί, μπορούμε να υποθέσουμε δυο τρόπους εμφάνισής τους: ή απ’ το σκουλήκι που ήταν η πρώτη τους μορφή, ή από το αυγό».
Αλλά στα έργα του ο Αριστοτέλης, δεν περιέγραψε μόνο τις διάφορες περιπτώσεις αυτογέννησης. Ιδιαίτερη σημασία έχει ότι έδωσε σ’ αυτό το φαινόμενο μια θεωρητική θεμελίωση, ότι δημιούργησε τη δικιά του θεωρία για την αυτογέννηση. Με το πέρασμα του χρόνου, όπως φαίνεται οι απόψεις του άλλαξαν κάμποσο, αλλά σε τελευταία ανάλυση αποτέλεσαν τη βάση των ιδεαλιστικών αντιλήψεων για την προέλευση της ζωής.
Ο Αριστοτέλης θεωρούσε ότι τα ζωντανά όντα, όπως και τα’ άλλα συγκεκριμένα πράγματα («ουσίες»), σχηματίζονται σαν αποτέλεσμα της συνένωσης κάποιας παθητικής αρχής της «ύλης» (μ’ αυτή τη λέξη ο Αριστοτέλης, προφανώς, καθόριζε αυτό που εμείς τώρα ονομάζουμε υλικό), με μια ενεργητική αρχή, τη «μορφή». Μορφή των ζωντανών όντων είναι η «ενδελέχεια του σώματος», η ψυχή. Αυτή μορφοποιεί το σώμα και το κινεί. Έτσι, η ύλη δεν έχει ζωή, αλλά περιβάλλεται απ’ αυτή, μορφοποιείται ορθολογικά, οργανώνεται με τη βοήθεια της δύναμης της ψυχής, της οποίας η σταθερά κατευθυνόμενη, προς ένα σκοπό, εσωτερική ουσία (η ενδελέχεια), οδηγεί την ύλη στη ζωή και τη διατηρεί ζωντανή. Αλλά η ψυχή είναι σύμφυτη και με τα πιο πρωταρχικά στοιχεία, απ’ τα οποία σχηματίζονται τα ζωντανά όντα. Σε μικρότερο βαθμό είναι σύμφυτη με το χώμα και σε μεγαλύτερο με το νερό, με τον αέρα και με τη φωτιά. Γι’ αυτό ότι μορφοποιείται απ’ την ψυχή, ουσιαστικά εξαρτιέται απ’ την επικράτηση τούτου ή του άλλου στοιχείου. Το χώμα δημιουργεί κυρίως τα φυτά, το νερό τα υδρόβια ζώα, ο αέρας τα ζωντανά όντα της ξηράς και η φωτιά τα υποτιθέμενα ζωντανά όντα των ουρανίων σωμάτων, π.χ., του φεγγαριού. Η μορφή των ζωντανών όντων όταν γεννιόνται «από όμοιά τους», εξαρτιέται από τη «ζωική θερμότητα» και όταν αυτογεννιόνται απ’ την ανόργανη ύλη, από την «ηλιακή θερμότητα». Γι’ αυτό, κατά την αυτογέννηση, οι σάπιες ύλες δεν παράγουν μόνες τους τη ζωή, αλλά οι ίδιες ζωογονούνται χάρη στην επίδραση του ηλιακού φωτός, που οδηγεί στην «ψυχική θερμότητα».
Οι απόψεις του Αριστοτέλη άσκησαν τεράστια επίδραση σ’ όλη την κατοπινή ιστορία του προβλήματος της προέλευσης της ζωής. Με το αδιαμφισβήτητο κύρος του επεκύρωσε τα δεδομένα των άμεσων, αφελών παρατηρήσεων και για πολλούς αιώνες προκαθόρισε την παραπέρα τύχη της θεωρίας της αυτογέννησης. Όλες οι κατοπινές φιλοσοφικές σχολές, τόσο οι ελληνικές όσο και οι ρωμαϊκές, συμμερίζονταν απόλυτα την άποψη του Αριστοτέλη για τη δυνατότητα της αυτόματης γέννησης ζωντανών όντων. Ταυτόχρονα, η θεωρητική θεμελίωση αυτού του «φαινομένου» με το πέρασμα του χρόνου, αποκτούσε όλο και πιο ιδεαλιστικό και μάλιστα μυστικιστικό χαρακτήρα.
Σειρά έργων που αναφέρονται στον 3ο και 2ο αιώνα π. Χ., περιέχουν πολυάριθμους θρύλους και «ιστορίες θαυμάτων» για την «επιδημία ψείρας», όπου οι χυμοί του ανθρώπινου σώματος μετατρέπονται σε παράσιτα, για τη γέννηση των σκουληκιών και των εντόμων από σάπιες ύλες, των κορκόδειλων από την υλύ του Νείλου, κλπ. Ταυτόχρονα, η φιλοσοφική σχολή που την εποχή εκείνη είχε το μεγαλύτερο κύρος, δηλαδή η σχολή των στωικών, δίδασκε ότι η εμφάνιση των ζώων και των φυτών είναι αποτέλεσμα της δράσης της ζωογόνας δύναμης, που κατέχει το «πνεύμα».
******************************
Οι δυο θεωρίες για την προέλευση της ζωής από την ανόργανη ύλη
Του Σταύρου ΞΕΝΙΚΟΥΔΑΚΗ
Η προέλευση της ζωής από την ανόργανη ύλη, χωρίς καμία θεϊκή ή άλλη υπερφυσική παρέμβαση έχει αποδειχτεί τόσο από τα ευρήματα της παλαιοντολογίας που οδηγούν πηγαίνοντας πίσω στο χρόνο σε όλο και απλούστερες μορφές ζωής, όσο και από πειράματα όπως το περίφημο πείραμα Μίλερ – Ούρεϊ, κατά το οποίο σε ένα περιβάλλον με χημική σύνθεση παρόμοια με της αρχέγονης γης, μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα παράχθηκαν απλές οργανικές ουσίες, μέχρι και αμινοξέα, μόνο με την επίδραση ηλεκτρικών εκκενώσεων (ανάλογων με τους κεραυνούς). Αργότερα, αμινοξέα βρέθηκαν ακόμα και σε μετεωρίτες.
Όμως, οι λεπτομέρειες της διαδικασίας μετάβασης από τον ανόργανο στον πολύπλοκο οργανικό ζωντανό κόσμο δεν έχουν διευκρινιστεί ακόμα. Ανεξάρτητα αν βρεθεί το ακριβές μονοπάτι που οδήγησε στη συγκεκριμένη μορφή ζωής στη Γη, η ανακάλυψη κάποιων φυσικοχημικών διεργασιών που από ανόργανα υλικά οδηγούν σε μια πρωτόλεια μορφή ζωής, θα βάλει οριστικό τέλος σε οποιαδήποτε αμφισβήτηση. Επιπλέον, ανάλογα με την πιθανότητα εμφάνισης αυτών των διεργασιών σε έναν πλανήτη όπως η Γη, θα μπορέσει να προσδιοριστεί αν η ζωή είναι ένα σπάνιο φαινόμενο, ή κάτι τόσο φυσικό όσο οι βράχοι και το νερό σε ουράνια σώματα με αυτά τα χαρακτηριστικά.
Εν αρχή ην το RNA, ή μήπως όχι;
Οι επιστήμονες στο σύνολό τους συμφωνούν ότι η ζωή όπως τη γνωρίζουμε σήμερα, εξελίχτηκε από ένα μόριο σαν το RNA (ριβοζονουκλεϊνικό οξύ), που μπορεί να θεωρηθεί μια απλούστερη εκδοχή του DNA (δεσοξυριβοζονουκλεϊνικό οξύ). Η αρχική θεωρία, που θεωρούσε το DNA ως την αρχή της ζωής εγκαταλείφθηκε όταν διαπιστώθηκε ότι οδηγούσε σε ένα πρόβλημα ανάλογο με το αν εμφανίστηκε πρώτα το αυγό ή η κότα. Το DNA για να σχηματιστεί χρειάζεται τις πρωτεΐνες, αλλά και οι πρωτεΐνες για να σχηματιστούν χρειάζονται το DNA. Αντίθετα, το RNA μπορεί να πάρει τη μορφή του DNA (διπλής αλυσίδας) ή τη μορφή μονής αλυσίδας όπως οι πρωτεΐνες (στις οποίες ανήκουν και τα ένζυμα) και μπορεί να λειτουργήσει ως ένα βαθμό και όπως λειτουργεί το DNA και όπως λειτουργούν οι πρωτεΐνες στους ζωντανούς οργανισμούς.
Έτσι, στη δεκαετία του 1980 κυριάρχησε η άποψη ότι η ζωή εμφανίστηκε όταν σχηματίστηκε από τυχαίους λόγους το πρώτο μόριο RNA. To RNA σχηματίζεται από νουκλεοτίδια και νουκλεοτίδια δεν έχουν παρασκευαστεί ακόμα με πειράματα όπως του Μίλερ. Βέβαια, στο πέρασμα εκατομμυρίων ετών μπορούν να παραχθούν πολύ πιο πολύπλοκες ουσίες απ’ ό,τι σε ένα πείραμα διάρκειας μερικών ημερών ή μηνών. Επιπλέον, το φυσικό περιβάλλον είναι πολύ πιο πολύπλοκο απ’ ό,τι μια εργαστηριακή συσκευή. Ετσι, ενώ μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν απίθανο να παρασκευαστεί με τρόπο που να μην αποσυντεθεί σύντομα ένα από τα συστατικά του RNA, η ριβόζη, διαπιστώθηκε τελικά ότι αν αναμειχθούν οργανικές ουσίες που συναντώνται σε μετεωρίτες με ορυκτά πλούσια σε οξείδιο του βορίου και θερμανθούν μέσω ηλεκτρικών εκκενώσεων, τότε παράγεται ριβόζη που παραμένει σταθερή ακριβώς εξαιτίας της ύπαρξης του οξειδίου του βορίου.
Όμως, τον τελευταίο μισό αιώνα παρέμενε στην αφάνεια μια άλλη θεωρία που απομακρύνει τη σχετική απιθανότητα του απευθείας περάσματος από την ανόργανη ύλη σε ένα τόσο πολύπλοκο μόριο όπως το RNA και υποδείχνει (προς το παρόν σε επίπεδο γενικού μηχανισμού) τις φυσικές και χημικές διεργασίες που μπορεί να οδήγησαν στο RNA. Πρόκειται για τη θεωρία που βασίζεται στις ιδέες του Σοβιετικού βιοχημικού Αλεξάντερ Οπάριν και σήμερα συνεχίζει να διερευνάται από επιστήμονες όπως ο Ρόμπερτ Σαπίρο, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης.
Η θεωρία του Οπάριν
Ενώ οι θεωρίες που βασίζονται στο DNA και το RNA ως αρχή της ζωής κατατάσσονται σε αυτές που προϋποθέτουν ως θεμελιώδη την εμφάνιση του αυτοαντιγραφόμενου μορίου, οι θεωρίες που βασίζονται στις ιδέες του Οπάριν κατατάσσονται σε αυτές που προϋποθέτουν ως θεμελιώδη την εμφάνιση του μεταβολισμού. Οι πρώτες ορίζουν τη ζωή ως ένα αυτοσυντηρούμενο χημικό σύστημα ικανό να ακολουθήσει δαρβινική εξέλιξη. Οι δεύτερες χρησιμοποιούν έναν ευρύτερο ορισμό, χαρακτηρίζοντας ως ζωή μια εντοπισμένη περιοχή στην οποία αυξάνεται η τάξη (μειώνεται η εντροπία) μέσω ενός κύκλου οδηγούμενου από μια ροή ενέργειας.
Σύμφωνα με τις θεωρίες της προτεραιότητας του μεταβολισμού υπάρχουν πέντε προϋποθέσεις για να εμφανιστεί ζωή, καμία από τις οποίες δεν απαιτεί κάποιο σύνθετο μόριο ή κάποιες ιδιαίτερες συνθήκες. Καταρχήν χρειάζεται ένα όριο ανάμεσα στο ζωντανό και το μη ζωντανό, όπως μια μεμβράνη, σαν αυτές που βρίσκονται σε μετεωρίτες, ή σαν τις μεμβράνες σουλφιδίων του σιδήρου. Μικρές λίμνες, σταγονίδια, ακόμα και κάποιες επιφάνειες βράχων μπορεί να λειτουργήσουν ως μεμβράνες, λόγω ηλεκτροστατικών αλληλεπιδράσεων ικανών να διαχωρίσουν ορισμένα είδη μορίων από το περιβάλλον τους. Δεύτερη απαίτηση είναι μια ενεργειακή πηγή που θα τροφοδοτεί τη διεργασία αυτοοργάνωσης. Οι οργανισμοί των σημερινών σύνθετων ζωντανών οργανισμών οξειδώνουν υδατάνθρακες και λίπη, αλλά ακόμα και σημερινοί μικροοργανισμοί χρησιμοποιούν οξειδοαναγωγικές αντιδράσεις ανόργανων ουσιών. Οι διαφορές στην οξύτητα, απότομες μεταβολές θερμοκρασίας ακόμα και η ραδιενέργεια αποτελούν πηγές ενέργειας για ορισμένα είδη ζωής.
Τρίτη απαίτηση είναι ένας μηχανισμός που να συνδέει την απελευθέρωση ενέργειας μέσω της οξειδοαναγωγικής αντίδρασης με τη σειρά αντιδράσεων που χαρακτηρίζουν και απαιτούνται για να διατηρήσει την οργάνωσή του ο ζωντανός οργανισμός. Εχουν προταθεί πολλοί τέτοιοι μηχανισμοί που χρησιμοποιούν ανόργανους καταλύτες διαδεδομένους στη φύση. Τέταρτη απαίτηση είναι ένα δίκτυο χημικών αντιδράσεων που να επιτρέπει την προσαρμογή στις αλλαγές του περιβάλλοντος και την εξέλιξη. Στο πλαίσιο αυτού του δικτύου αντιδράσεων μπορεί να παράγονται και να καταναλώνονται διάφορες χημικές ουσίες και όταν εξαιτίας κάποιου εξωτερικού παράγοντα εμποδίζεται μια από τις χημικές αντιδράσεις, το σύστημα να μπορεί να εξερευνά το χημικό «ανάγλυφο», ψάχνοντας να βρει νέους δρόμους, όπως το νερό ψάχνει να βρει νέο δρόμο προς τη θάλασσα όταν συναντήσει κάποιο εμπόδιο.
Από το απλό στο σύνθετο με εντελώς φυσικό τρόπο
Η πέμπτη απαίτηση είναι το δίκτυο χημικών αντιδράσεων να μπορεί να μεγαλώνει και να αναπαράγεται. Για να γίνεται αυτό πρέπει να μπορεί να συγκεντρώνει υλικά πιο γρήγορα απ’ ό,τι χάνει. Αν το δίκτυο παράγει πολλά αέρια ή ιζήματα που βγαίνουν από τον χημικό κύκλο, τότε θα αποτύχει, όπως και αν εξαντληθεί το εξωτερικό καύσιμο. Στην πρωτόγονη Γη πολλά τέτοια δίκτυα θα απέτυχαν, μέχρι την εμφάνιση κάποιου πιο ανθεκτικού. Αν το δίκτυο αυτό περιβαλλόταν από μεμβράνη λιπιδίων, όπως τα σημερινά κύτταρα, τότε οι φυσικοί νόμοι θα το έκαναν να διαιρεθεί μόλις περνούσε κάποιο μέγεθος. Ομως ακόμα και ένα δίκτυο που φιλοξενούνταν στην επιφάνεια ενός βράχου θα μπορούσε να υπερχειλίσει σε διπλανό διαμέρισμα.
Ο πολλαπλασιασμός θα μείωνε την πιθανότητα κάποιος φυσικός παράγοντας να εξαλείψει το δίκτυο. Από τη στιγμή που αναπτύχθηκαν ανεξάρτητες μονάδες θα μπορούσαν να εξελιχθούν προς διαφορετικές κατευθύνσεις και να ανταγωνιστούν για τους φυσικούς πόρους. Ετσι θα είχαμε περάσει από τη ζωή που εμφανίζεται από την ανόργανη ύλη μέσω της επίδρασης μιας κατάλληλης ενεργειακής πηγής, στη ζωή που προσαρμόζεται στο περιβάλλον μέσω της δαρβινικής εξέλιξης.
Η επιστήμη δεν έχει καταλήξει ακόμα αν για την εμφάνιση της ζωής πρωτεύον είναι το αυτοαντιγραφόμενο μόριο ή ο μεταβολισμός (άλλωστε ελάχιστα χρήματα πηγαίνουν σήμερα σε έρευνες που δεν έχουν κάποιο άμεσο οικονομικό ή στρατιωτικό αντίκρισμα). Η όποια κατάληξη δε θα αλλάξει το γεγονός ότι η ζωή εμφανίστηκε αυθόρμητα από την ύλη, ως μια ανώτερη μορφή ύπαρξής της.
Επιμέλεια: Σταύρος ΞΕΝΙΚΟΥΔΑΚΗΣ
Πηγή: «Scientific American»
H ΕΠΟΧΗ ΤΩΝ ΑΚΡΩΝ
Ο Σύντομος Εικοστός Αιώνας (1914-1991)
Πώς γράφει την ιστορία της ζωής του ένας άνθρωπος που έχει γράψει την παγκόσμια ιστορία από τα τέλη του 18ου αιώνα ως το 1914 και ακολούθως έχει γράψει την ιστορία του 20ού αιώνα με τον τίτλο Εποχή των άκρων. Ο σύντομος εικοστός αιώνας. Κατά κάποιον τρόπο, η αυτοβιογραφία του – όπως σημειώνει ο ίδιος στο προοίμιό του – «αποτελεί την άλλη όψη της Εποχής των άκρων: δεν πρόκειται τόσο για παγκόσμια ιστορία διανθισμένη με τις εμπειρίες ενός προσώπου, αλλά για παγκόσμια ιστορία που διαπλάθει την εν λόγω εμπειρία ή, μάλλον, που προσφέρει ένα μεταβαλλόμενο μεν πλην όμως πάντοτε περιορισμένο σύνολο επιλογών». Το ταλέντο του Χόμπσμπάουμ ως ιστορικού έχει εξυμνηθεί κατ’ επανάληψιν. «Αν τελικά τίθεται θέμα καθαρής ευφυΐας και στην ιστορία, τότε κανείς στο επάγγελμα δεν μπορεί να συγκριθεί με τον Hobsbawm» είχε αναφέρει ο Sir Keith Thomas στην παρουσίαση των βραβείων Wolfson στην Ιστορία. (Επιμέλεια Παν. Βήχος) Eric Hobsbawm
Από την επιτάχυνση της Ιστορίας στα όρια της Ευρώπης
Ο επιφανής ιστορικός μιλάει για το κράτος, τη βία και τον νέο ρόλο που παίζουν οι ιδεολογίες
ΑΝΤΩΝΗΣ ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΙΔΗΣ
Στην Ελλάδα, για να ανακηρυχθεί επίτιμος διδάκτωρ του Τμήματος Οικονομικών Επιστημών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, ο μεγάλος ιστορικός Ερικ Χόμπσμπαουμ (ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου του Λονδίνου και της New School for Social Research της Νέας Υόρκης) είχε όπως πάντα μαζί – στις αποσκευές του – τη ριζοσπαστική προσέγγισή του στην ιστορία των μακρών περιόδων και των βαθύτερων οικονομικών και κοινωνικών εξελίξεων. Ο άνθρωπος που – μετά την Εποχή των Επαναστάσεων, την Εποχή του Κεφαλαίου και την Εποχή των Αυτοκρατοριών – ανέλυσε τον 20ό αιώνα ως μια σύντομη (από τη Ρωσική Επανάσταση ως την πτώση του Τείχους του Βερολίνου) αλλά πυκνότατη Εποχή των Ακρων, ο άνθρωπος που και πανεπιστημιακά αλλά και ως μαχόμενος διανοούμενος παρακολούθησε την εξέλιξη των κομμουνιστικών και σοσιαλιστικών κινημάτων τη μεταπολεμική περίοδο με την εμπειρία των ιστορικών καταβολών τους, βλέπει τώρα την επιτάχυνση των τεχνολογιών και κοινωνικών αλλαγών να μεταβάλλει το υπόβαθρο της ανθρώπινης εμπειρίας. Και, ουσιαστικά, τον τρόπο με τον οποίο βιώνεται η Ιστορία.
Συζητήσαμε μαζί του, με ανοιχτή agenda, στη Θεσσαλονίκη.
- Είχαμε – μιλήσατε άλλωστε με τα βιβλία σας για αυτό – την Εποχή των Επαναστάσεων, ύστερα την Εποχή του Κεφαλαίου, ύστερα την Εποχή των Αυτοκρατοριών. Τώρα, για τι να μιλούμε; Για την εποχή της τεχνολογίας; Για την εποχή των ληστών και της βίας; Για την εποχή της νέας, της μίας αυτοκρατορίας;
«Ξέρετε, είχα συναντήσει δυσκολία για να δώσω έναν χαρακτηρισμό στον ήδη παρελθόντα εικοστό αιώνα, με όλα τα πολλαπλά και συχνά αντικρουόμενα χαρακτηριστικά που είχε. Γι’ αυτό τον ονόμασα “Εποχή των Ακρων”. Αν όμως έπρεπε να δώσω, τώρα, έναν – το κύριο, το βασικό χαρακτηριστικό εκείνου που ζούμε και που μας αφορά όλους, σε πλανητική κλίμακα – είναι η εκπληκτική και χωρίς προηγούμενο, ή σύγκριση, επιτάχυνση. Και της τεχνολογίας, που ήδη την μνημονεύσατε. Και των οικονομικών φαινομένων που περνούν μπροστά από τα μάτια μας σαν ταινία στο fast forward. Και των κοινωνικών μεταβολών που συσσωρεύονται…».
- Βέβαια, εκείνο που με εντυπωσιάζει περισσότερο είναι η έκταση και το ανεπιφύλακτο της αποδοχής παρόμοιων μεταβολών. Και αυτό όχι μόνο σε κάποιες πλευρές ή γωνιές του κόσμου, αλλά παντού. H πλανητική αποδοχή της αστραπιαίας αλλαγής…
«Ωραία φόρμουλα! Έχει όντως σημασία και για τον ρυθμό της αλλαγής, αλλά και για την ομοιογένεια της διάχυσής της, η εύκολη αποδοχή της από τις κοινωνίες. Πάντως για μένα, το κεντρικό είναι η ίδια η επιτάχυνση των πραγμάτων: για να το πω αλλιώς, όσον αφορά την ενημέρωση σχετικά με το τι συμβαίνει, ο χρόνος έχει σχεδόν καταργηθεί. Αυτό είναι κάτι που ποτέ δεν γνώρισε η ανθρώπινη ιστορία. Και εμποτίζει ολόκληρη την ανθρώπινη εμπειρία. Πάρτε το φαινόμενο εκείνο που ονομάσαμε, τελικά, παγκοσμιοποίηση. Το έχουμε δει και σε άλλες ιστορικές φάσεις, ασφαλώς το ζήσαμε καθ’ όλη τη μεταπολεμική περίοδο: τώρα όμως ο ρυθμός κινείται με ασύγκριτα μεγαλύτερες ταχύτητες. Και έτσι αλλάζει, από τα θεμέλιά της, την εικόνα και τη ζωή οικονομιών και κοινωνιών. Και, εν τέλει, των ίδιων των πολιτικών συστημάτων».
- Και αυτή η ταχύτητα, η βίαιη αλλαγή στους ρυθμούς της ιστορίας, πώς λειτουργεί για εσάς; Θετικά ή αρνητικά; Ή για να το πω λιγότερο ευθύγραμμα και απλοϊκά, τι υπερέχει: το προωθητικό ή το ξεθεμελιωτικό στοιχείο της αλλαγής;
«Και τα δύο, ας μην αυταπατώμεθα, συνυπάρχουν. H δυνατότητά μας να επηρεάσουμε αρνητικά, ακόμη και καταστρεπτικά, τις εξελίξεις γύρω μας είναι σήμερα εξαιρετικά μεγάλη: το είδαμε άλλωστε με τους πολέμους, με τις ανακατατάξεις των σχέσεων ισχύος. Που αλλάζουν τη φύση της ζωής των λαών, που προσδιορίζουν τη μοίρα εκατομμυρίων ανθρώπων.
- Πάντως, την ίδια στιγμή βλέπουμε άλλες δυνάμεις που θεωρούσαμε ότι ανήκουν στο παρελθόν να αναδύονται και πάλι. H βία, για να δώσω το πιο εμφανές και αναπόδραστο παράδειγμα. Ζούμε, θα ζήσουμε πάλι dark ages, χρόνια σκοτεινά, όπου η αδιαλλαξία και οι σύγχρονες εκδοχές της βίας – αν και οι αποκεφαλισμοί ομήρων δεν είναι τόσο σύγχρονη εμπειρία! – θα οδηγούν την ιστορία;
«Ποσοτικά, βέβαια, υπήρξε μεγαλύτερη έκταση της βίας τον εικοστό αιώνα. Στα χρόνια μας ασφαλώς επικρατεί πάλι μεγαλύτερη βία γιατί υπάρχουν περισσότεροι άνθρωποι στον πλανήτη μας – αλλά υπάρχει και μεγαλύτερη επίγνωση της βίας επειδή έχουμε την ευχερέστερη ροή της πληροφόρησης. Που φθάνει σε κάθε άνθρωπο, παντού. Ξέρουμε όλοι τι γίνεται σε κάθε γωνιά του κόσμου. Για μένα το πιο σημαντικό είναι άλλο: στην Ευρώπη, πριν από διακόσια χρόνια, σε άλλα μέρη της υφηλίου τα τελευταία εκατό χρόνια, υπήρχε κατά κάποιον τρόπο ένα θεμελιώδες πλαίσιο για τη διακυβέρνηση και την οργάνωση της δημόσιας τάξης. Ενα πλαίσιο που το παρείχε το σε εδαφική βάση οργανωμένο σύγχρονο κράτος. Με σπάνιες εξαιρέσεις, αυτό το πλαίσιο οργάνωσης βασιζόταν σε εκείνο που ζήσαμε ως μονοπώλιο της βίας από το κράτος».
- Ή από παράγοντες που συνδέονται με το κράτος ή που τους ανέχεται να ασκούν τμήματα της βίας στο ίδιο το κράτος…
«Όντως, δεν ήταν παντού και πάντα μονολιθικό το μονοπώλιο της κρατικής βίας. Αυτή όμως ήταν η κεντρική ρυθμιστική δύναμη. Τώρα, τι ζούμε; Ζούμε μια βαθμιαία υποχώρηση της ικανότητας του κράτους να ασκήσει αυτήν τη λειτουργία του, πράγμα που αλλάζει βαθύτερα τα πράγματα».
- Ζούμε όμως και μια άρνηση εκ μέρους των ανθρώπων, των πολιτών – όπως τους ονομάζουμε – αυτής της κρατικής κυριαρχίας.
«Ακριβώς! Είναι και αυτή σημαντική διάσταση. Υπάρχει εσωτερική αμφισβήτηση αυτού του θεμελιώδους οργανωτικού πλαισίου, που αποτέλεσε το κράτος, ουσιαστικά από τα χρόνια της Γαλλικής Επανάστασης. Οι λόγοι είναι ποικίλοι. Πρώτα πρώτα, το κράτος και οι συνδεόμενοι με αυτό φορείς έχασαν το μονοπώλιο της φυσικής ισχύος. Στα τέλη του 20ού αιώνα, πάντως μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, η υφήλιος κατακλύστηκε από ευρύτατα διαθέσιμα, από εξαιρετικά επικίνδυνα αλλά και ιδιαίτερα φθηνά όπλα. Τεχνολογικά προηγμένα, πολύ αποτελεσματικά – ξέρετε τι δύναμη πυρός έχει ένας Stinger ή το ισοδύναμό του – και σαφώς μέσα στις οικονομικές δυνατότητες μικρών ομάδων ή και ατόμων.
Ύστερα η παγκοσμιοποιημένη οικονομία δημιούργησε πελώριες συσσωρεύσεις κεφαλαίου. Θα μου πείτε ότι αυτό δεν είναι πρωτόγνωρο στην ιστορία, αλλά και εδώ η κλίμακα και η γενικότητα του φαινομένου στην υφήλιο είναι μοναδικές. Εχουμε σήμερα ομάδες ανθρώπων, εταιρείες ή και άτομα, που αποκτούν υπέρογκους οικονομικούς πόρους. Υπάρχουν άτομα που κερδίζουν περισσότερα, που διαφεντεύουν περισσότερους οικονομικούς πόρους από ό,τι πολλά κράτη».
- Βέβαια, αυτοί οι πόροι δεν τους δίνουν πρόσβαση στο κρατικό μονοπώλιο της βίας, μάλλον επιρροή/leverage τους δίνουν…
«Τους δίνουν επιρροή, που μεταφράζεται μέχρις ενός σημείου σε ισχύ. Προσθέστε σε αυτό ότι δεν είναι πλέον κατά κυριολεξία πολίτες, δεν έχουν αποκλειστική βάση μέσα σε ένα από τα εθνικά κράτη που γνωρίζουμε ως τέτοια – τα ξεπερνούν. Αυτός είναι ένας από τους λόγους που υπονομεύουν εκείνο που ήδη μνημονεύσατε: δηλαδή την υποχώρηση της ικανότητας των κρατών να ζητούν – και να εξασφαλίζουν – την αποδοχή των πολιτών τους, κερδίζοντας έτσι την ουσιαστική νομιμοποίησή τους. Ζούμε μια άρνηση των λαών να αναγνωρίσουν και να νομιμοποιήσουν την εξουσία».
- Αλήθεια, γιατί; Γιατί πλέον δεν αποδεχόμαστε το κράτος; Γιατί έχει χαθεί το ηθικό κύρος του κράτους, με ό,τι αυτό σημαίνει σε αποδοχή της επιβολής του; Σε δημοκρατίες και αυταρχικά καθεστώτα, δε…
«Εδώ ακριβώς, σε αυτό το τελευταίο, υπάρχει κάτι πολύ αξιοσημείωτο: η αποδοχή του κράτους μειώνεται σε Δύση και Ανατολή, σε φιλελεύθερα, σε αυταρχικά καθεστώτα, ως και σε δικτατορίες ακόμη. Το είδαμε το φαινόμενο σε φασιστικά κράτη και σε κομμουνιστικά κράτη – στη Λατινική Αμερική και στην Ανατολική Ευρώπη. Το βλέπουμε, σε μιαν άλλη εκδοχή, και στις ΗΠΑ. Γιατί; ρωτάτε. Δύσκολο να το περιγράψεις. Στη Δύση, τουλάχιστον, έχουμε μια κοινωνία της αφθονίας που επιτρέπει στα άτομα πράγματα που παλαιότερα δεν μπορούσαν να τα έχουν παρά μόνο μέσω συλλογικής δράσης ή με τη μεσολάβηση του κράτους. Έχουμε επίσης – μας το επισημαίνουν με φορτικότητα οι κοινωνιολόγοι αυτό – μιαν εκτεταμένη ιδιωτικοποίηση. Οχι μόνο των μέσων παραγωγής ή της παραγωγικής διαδικασίας, αλλά του ίδιου του τρόπου ζωής».
- Δηλαδή;
«Δηλαδή έχει υποχωρήσει πλέον αισθητά η ανάγκη του να ζουν οι άνθρωποι σε κάτι σαν κοινωνική δομή. Από δίπλα, αναπτύσσεται εκείνο που λέμε “αποπολιτικοποίηση”. Στο γυμνάσιο, στα χρόνια που μαθαίναμε πως για τους Αρχαίους “ιδιώτης”-άνθρωπος – που ζούσε εκτός της “πόλεως”, αργότερα έξω από το πλαίσιο που αποτελεί το εθνικό κράτος – είναι κάτι κακό, αφύσικο: μπορούσες να είσαι κοσμοπολίτης, αλλά μόνο περιθωριακές φιγούρες ζούσαν ως “ιδιώτες”.
Το κράτος τα κατάφερε και έφθασε στο παράλογο – στη reductio ad absurdum του εαυτού του – στον 20ό αιώνα. Και έτσι οδήγησε το ίδιο στην απονομιμοποίησή του».
- Υπερβάλλοντας στην άσκηση της εξουσίας του;
«Καθήστε και σκεφθείτε μια στιγμή πώς ζητήθηκε από τους ανθρώπους να πολεμήσουν και να πεθάνουν – εκατομμύρια, δεκάδες εκατομμυρίων σε διάστημα δύο γενεών – μόνο και μόνο από αίσθηση υποχρέωσης προς ό,τι αντιπροσώπευε το κράτος. Ξεχύνονταν κατά μυριάδες από τα χαρακώματα και βάδιζαν προς τον θάνατο στον A´ Παγκόσμιο Πόλεμο. Εκατομμύρια Γερμανοί και Ρώσοι στον B’ Παγκόσμιο Πόλεμο σκότωσαν και σκοτώθηκαν. Γιατί πίστεψαν. Οπως και αν το κάνουμε, υπήρχαν όρια στο τι μπορούσε να απαιτήσει από τους ανθρώπους το κράτος – και τα όρια αυτά τα έφθασε στον 20ό αιώνα».
- Κακό ή καλό, αυτό; Ότι φθάσαμε στα όρια, εννοώ.
«Δεν μιλάω αξιολογικά. Περιγράφω τι συνέβη. Και αυτό ήταν που συνέβη: απομακρύνθηκαν οι πολίτες από το κράτος, αποστασιοποιήθηκαν από τη συλλογική δράση. Και αυτό είναι επικίνδυνο πράγμα».
- Γιατί;
«Διότι ανοίγει τον δρόμο είτε προς την αναρχία είτε προς αυταρχισμούς και δικτατορίες – πάντως προς αρνητικές πολιτικές εξελίξεις».
- Ταυτόχρονα όμως βρήκαμε αποτελεσματικότερους, χειρουργικούς, σχεδόν αναίμακτους τρόπους να σκοτώνουμε και να επιβάλλουμε τη βούλησή μας. Οι Αμερικανοί διαπρέπουν σε αυτήν την εκδοχή επιβολής της ισχύος: Ιράκ, Αφγανιστάν, πάλι τώρα Ιράκ. Νέα μορφή κρατικής ισχύος, νέα αυτοκρατορία;
«Να αμφισβητήσω πρώτα το αναίμακτο. Είναι αλήθεια πως σε απόλυτους αριθμούς οι σφαγές έχουν υποχωρήσει σε σχέση με του 20ού αιώνα. Μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου, μπορεί να είχαμε “μικρούς” μόνο πολέμους, πολέμους μεταξύ μεγάλων και μικρών με περιορισμένο αριθμό νεκρών και τοπικά περιορισμένη καταστροφή – αλλά στο κλείσιμο του αιώνα ζήσαμε και γενοκτονίες και μαζικές μετακινήσεις πληθυσμών. Στην Αφρική, ακόμη και στην Ευρώπη. Διάβαζα τα στοιχεία της Υπάτης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους πρόσφυγες: το έτος 2000, ξέρετε με πόσους πρόσφυγες ασχολούνταν;».
- Πέντε εκατομμύρια;
«Είκοσι τρία εκατομμύρια! Αν λοιπόν προσθέσω τη διαταραχή των ανά την υφήλιο τοπικών πολέμων, φθάνουμε σε μια κλίμακα απολύτως συγκρίσιμη με ό,τι συνέβαινε στην Ευρώπη το 1945. Διάλυση της ζωής εκατομμυρίων ανθρώπων – και αυτό χωρίς να υπάρχει ούτε η απόσταση ούτε η άγνοια ούτε η σιωπή παλαιότερων εποχών».
- Και τι γίνεται με τις ιδεολογίες; Κάποια στιγμή υπήρξε η προσδοκία ότι θα σταματούσαν – αν μη τι άλλο – να παίζουν τον ρόλο του προσανάμματος στις φωτιές του πολέμου και της καταστροφής. Τώρα, τι βλέπουμε; Ιδεολογίες ακόμη και με θρησκευτικό/αρχέγονο υπόστρωμα έρχονται στην επιφάνεια με εκρηκτικό τρόπο…
«Ασφαλώς, έχουμε τις ιδεολογίες στο προσκήνιο, και μάλιστα ιδεολογίες με θρησκευτικές ρίζες. Και δεν αναφέρομαι μόνο στο ισλαμιστικό φαινόμενο, καθώς ανάλογα μας έρχονται και από τις ΗΠΑ. Μπορεί να μην αναγνωρίζουμε το κλίμα που επικρατεί εκεί ως ιδεολογία θρησκευτική, επειδή στη σκέψη μας έχει επικρατήσει ένα διαφορετικό, κοσμικό/secular πνεύμα: εκατομμύρια όμως Αμερικανών πιστεύουν βαθύτερα πως φθάνει η ώρα του Αρμαγεδδώνα, λειτουργούν σε ομάδες θρησκευτικού φανατισμού με πολιτικό “παρών”. Πρόκειται για επικίνδυνη κατάσταση. Χωρίς αντίβαρο, αυτή τη στιγμή. Δεν είναι μόνο η δύση του κομμουνιστικού συστήματος, είναι προπαντός η εξασθένηση όλων των ιδεολογιών που προήλθαν από τον Διαφωτισμό του 18ου αιώνα.
Ας παρακολουθήσουμε, προσεκτικά, τι συμβαίνει στις Ηνωμένες Πολιτείες. Εκεί, τι αναδύθηκε; Όλο και περισσότεροι άνθρωποι ψηφίζουν για κάτι που ουσιαστικά θεωρούν “αρνητική ουτοπία”. Οι πιο φανατικοί οπαδοί του προέδρου Μπους νιώθουν σαν χαμένοι, οι losers της σύγχρονης κοινωνίας, αισθάνονται να έχουν μείνει “απ’ έξω”. Και προσβλέπουν στην επιστροφή σε μια ουτοπία του παρελθόντος. Αυτήν την ταυτίζουν με την πίστη στον Θεό και, παράλληλα, με κάποια περίεργη επιστροφή στο πνεύμα της Αμερικανικής Επανάστασης».
- Οι χαμένοι της κοινωνίας, οι χαμένοι της σύγχρονης εποχής…
«Αναπτύσσουν μια σειρά αρνητικά αντανακλαστικά, εναντίον των πλουσίων, εναντίον των ξένων. Μέσα από λογικές απελπισίας καταλήγουν σε φανατική υποστήριξη ακραίων πολιτικών στάσεων και τοποθετήσεων έναντι του διεθνούς συστήματος, όπως εκείνες που αναδύονται με την πολιτική Μπους».
- Και τι θα λέγατε για τους άλλους, μεγάλους χαμένους της Ιστορίας; Θα σας την έχουν απευθύνει συχνά την ερώτηση: «Πέθανε πλέον ο Μαρξισμός;». Πέρασε πλέον η εποχή όπου χτίζονταν σε τέτοια βάση συλλογικότητες;
«Είναι πια φανερό ότι η λογική του 19ου και του 20ού αιώνα, οπότε οικοδομούνταν μαζικά κινήματα αφοσιωμένα στον συνδυασμό δημοκρατίας και σοσιαλισμού, η εποχή των μαζικών κομμάτων, σίγουρα η εποχή του κομμουνιστικού κινήματος, έχουν σβήσει. Οχι παντού στον κόσμο: δείτε τι συμβαίνει στη Βραζιλία, είναι κάτι πολύ κοντινό με εκείνο που γνώρισε η Ευρώπη στα τέλη του 19ου αιώνα. Ενα μαζικό, λαϊκό κίνημα, με κοινωνικές διεκδικήσεις που στηρίζουν τη δημοκρατία: μην ξεχνούμε ότι, στη Βρετανία, η μόνη φορά που υπήρξε γενική απεργία ήταν για την ψήφο – για την καθολική ψηφοφορία.
Από την άλλη, η σοσιαλδημοκρατία συνολικά διατήρησε την εμβέλειά της αποτελεσματικότερα. Πρώτα πρώτα, λόγω του κοινωνικού κράτους, το οποίο οι άνθρωποι αισθάνονται ότι χρειάζονται. Ύστερα – τουλάχιστον στην Ευρώπη – εκτός από τη σοσιαλιστική φύτρα, υπάρχει και η χριστιανική κοινωνική παράδοση, που την είδαμε για παράδειγμα να αναμορφώνει τη μεταπολεμική/μεταναζιστική Γερμανία.
Μένουν, λοιπόν, στοιχεία κοινωνικά όσο και αν η παγκοσμιοποίηση της ελεύθερης αγοράς τα απωθεί. Κατά τη γνώμη μου, οι κοινωνίες δεν θα αγνοήσουν εύκολα ότι η οικονομία δεν μπορεί να είναι ο μόνος στόχος του ανθρώπου».
- Αλήθεια, στη δική σας σκέψη υπάρχει εκείνο που λέμε «Ευρώπη»;
«H Ευρώπη είναι μια πραγματικότητα. Ανεξάρτητα από το πώς δημιουργήθηκε, αποτελεί πλέον ουσιαστικό οικονομικό συντελεστή σε πλανητικό επίπεδο. Δεν πιστεύω όμως πως έχει να παίξει κάποιον πολιτικό ρόλο, δεν έχει σχηματίσει κάποιου είδους πολιτική ή στρατιωτική ενότητα. Αυτό δεν πρέπει να μας αποκρύπτει την ύπαρξη στενής οικονομικής ενοποίησης, η οποία μάλιστα συνοδεύεται και συμπληρώνεται από μιαν ενιαία, έννομη τάξη με ιδιαίτερη σημασία. Ως εδώ, όμως. Δεν πιστεύω ότι θα υπάρξει αξιοσημείωτη εξέλιξη προς την κατεύθυνση εκείνου που, με διάφορες μορφές, χαρακτηρίζεται ως πολιτική ενοποίηση».
- Και τι θα λέγατε σχετικά με τα σύνορα της Ευρώπης; Εχει σύνορα, όρια το ευρωπαϊκό εγχείρημα; Πού χαράσσονται – σκέφτομαι ιδίως την υπόθεση της Τουρκίας.
«Είναι παράλογο να μιλούμε για μιαν Ευρώπη που θα ανοίξει σε σημείο να περιλάβει την Τουρκία, αλλά δεν έχει ανοίξει για τη Ρωσία. Δεν υπάρχει λογική – ούτε πολιτιστική ούτε ιστορική ούτε πολιτική – που να ενσωματώνει στην Ευρώπη την Άγκυρα και να αφήνει έξω τη Μόσχα! Τα πράγματα είναι εν τέλει απλά».
- Τελικά, η πολιτιστική εγγύτητα παίζει για εσάς μεγαλύτερο ρόλο από τις οικονομικές δυνάμεις ή τις πολιτικές ισορροπίες;
«Όσον αφορά τις πολιτικές ισορροπίες, στην Ευρώπη στηρίχτηκαν σε ένα σύστημα εθνικών κρατών: αυτό πλέον έχει υποχωρήσει. Οι μεταπολεμικές δεκαετίες και η οικοδόμηση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, τώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, άλλαξαν αυτή την πραγματικότητα».
- Και τι, εν τέλει, δημιούργησαν πολιτικά;
«Θα έλεγα, ένα αντίβαρο. Ένα αντίβαρο στην παρουσία των Ηνωμένων Πολιτειών στο παγκόσμιο σύστημα. Όχι όμως μιαν αντίθετη ηγεμονία: η ηγεμονία δεν ταιριάζει στην Ευρώπη! Πάντως, όλα αυτά που συζητούμε έχουν τελικά μικρότερη σημασία, αν ιδωθούν μέσω της ιστορικής προοπτικής, από όσο η μαζική μετατόπιση του κέντρου βάρους από τη Δύση στην Ανατολή. Σύμφωνα με τα στοιχεία που κατέχω, νωρίτερα από το 2050 η Κίνα θα έχει ακαθάριστο εγχώριο προϊόν μεγαλύτερο από των Ηνωμένων Πολιτειών…».
- Καλό ή κακό, κάτι τέτοιο;
«Πέρα από το καλό και το κακό! Απλώς, ας συνειδητοποιήσουμε – μιαν ακόμη φορά, στην ανθρώπινη ιστορία – ότι όσα θεωρούμε κοινωνικές και οικονομικές σταθερές πάντα αλλάζουν».
(Από συνέντευξή του στο ΒΗΜΑ στις 17/10/2004)
«Θα γίνουν και άλλες επαναστάσεις»
Συνέντευξη του Βρετανού ιστορικού Έρικ Χόμπσμπωμ, ομότιμου καθηγητή του Πανεπιστημίου του Λονδίνου και του Νew School for Social Research της Νέας Υόρκης
Νατάσα Μπαστέα Τα Νέα, 07/11/2007
Τον έχουν χαρακτηρίσει ως τον σημαντικότερο ιστορικό της εποχής μας. Ο Έρικ Χόμπσμπωμ γεννήθηκε κι αυτός το 1917, λίγους μήνες πριν από την Οκτωβριανή Επανάσταση η οποία άρχισε σαν σήμερα πριν από 90 χρόνια.
Ανέλυσε την «Εποχή των Αυτοκρατοριών», την «Εποχή του Κεφαλαίου» και την «Εποχή των Επαναστάσεων», για να φτάσει στην «Εποχή των Άκρων», αυτή που ξεκίνησε με την επανάσταση των Μπολσεβίκων και νομίζαμε ότι είχε τελειώσει με την πτώση του Τείχους του Βερολίνου. «Δεν έχει τελειώσει ακόμα», προειδοποιεί. Και παρ΄ ότι θεωρεί ότι ακόμα είναι νωρίς για να κρίνουμε την Οκτωβριανή Επανάσταση, τονίζει ότι η σφραγίδα της σήμερα παραμένει ιδιαίτερα έντονη, σε όλο τον κόσμο.
Πριν από μερικά χρόνια σε μια ομιλία σας είχατε πει: «Ο κομμουνισμός, η παγκόσμια επανάσταση, ξεκίνησε με την Οκτωβριανή Επανάσταση, εξαπλώθηκε στο 1/3 του παγκόσμιου πληθυσμού σε λιγότερο από 30 χρόνια από τη στιγμή που ο Λένιν έφθασε με το τρένο στην πόλη που σήμερα λέγεται Αγία Πετρούπολη.
Πού είναι τώρα;». Δεδομένων των συνθηκών, πιστεύεται ότι η επανάσταση των Μπολσεβίκων είχε πιθανότητες να μετασχηματισθεί σε βιώσιμο πολιτικό σύστημα;
Θα μπορούσε η Οκτωβριανή Επανάσταση να έχει προκαλέσει μια παγκόσμια επανάσταση, όπως ήλπιζαν οι Μπολσεβίκοι; Με δεδομένη την έλλειψη προεπαναστατικών συνθηκών στα ανεπτυγμένα καπιταλιστικά μέρη του κόσμου, μπορούμε τώρα να κατανοήσουμε ότι δεν ήταν πιθανό. Από την άλλη, οι αναταράξεις στο παγκόσμιο σύστημα από το 1905 έως τα τέλη της δεκαετίας του ΄40 ήταν τόσο έντονες ώστε η προοπτική αυτή δεν ήταν και εντελώς αβάσιμη, ιδιαίτερα το φθινόπωρο 1917-18 όταν οι τέσσερις μεγάλες αυτοκρατορίες- Ρωσία, Γερμανία, Αυστροουγγαρία και Οθωμανική- βρίσκονταν σε ταυτόχρονη διάλυση. Μάλιστα, αυτό εξηγεί την εντυπωσιακή επιτυχία του κομμουνισμού να επεκταθεί στο 1/3 της ανθρωπότητας μεταξύ 1917 και 1949.
Η αποτυχία της γερμανικής επανάστασης το 1918, όμως, ήταν αποφασιστικής σημασίας. Όπως αναγνώρισε ο Λένιν και άλλοι σοβαροί μαρξιστές, χωρίς αυτήν οι πιθανότητες να εγκαταστήσει η ρωσική επανάσταση μια βιώσιμη μορφή σοσιαλιστικής ανάπτυξης ακόμα και μέσα στη Σοβιετική Ρωσία ήταν ελάχιστες. Το ενδεχόμενο ανθεκτικού «σοσιαλισμού σε μια χώρα», και μάλιστα τόσο οπισθοδρομική όσο η ΕΣΣΔ, ήταν μηδαμινό. Μπορούμε μόνο να εικάσουμε για τη φύση των πιθανών σοσιαλιστικών επιτευγμάτων εάν η Οκτωβριανή Επανάσταση είχε συνεπάρει και τη Γερμανία. Ήδη από το 1920 ήταν προφανές ότι η ΕΣΣΔ θα παρέμενε απομονωμένη στην Ευρώπη και οι προσδοκίες του Οκτώβρη του ΄17 δεν υφίσταντο πλέον.
Θα μπορούσε η Επανάσταση να γίνει με άλλον τρόπο, όχι με αυτόν που ήθελε ο Λένιν; Υπήρχαν σημαντικά στελέχη του κόμματος των Μπολσεβίκων που αντιτίθεντο στη λενινιστική μορφή της επανάστασης, τα οποία προτιμούσαν μια κυβέρνηση συνεργασίας μεταξύ Μπολσεβίκων, Αριστερών Κοινωνικών Επαναστατών και άλλων, που αντιπροσώπευαν την πολιτική πλειοψηφία των Ρώσων. Και σ΄ αυτή την περίπτωση, βέβαια, δεν ξέρουμε τι θα είχε επακολουθήσει. Μόνο ένα πράγμα φαίνεται σίγουρο. Είναι απίθανο οποιαδήποτε άλλη κυβέρνηση στη Ρωσία μετά τον Οκτώβρη να είχε κατορθώσει να εμποδίσει τη διάλυση του πολυεθνικού ρωσικού κράτους, όπως συνέβη με την Αυστροουγγαρία και την Οθωμανική Αυτοκρατορία οι οποίες συνεθλίβησαν μεταξύ ξένων εχθρών και εμφυλίου πολέμου. Όπως γνωρίζουμε, αυτό δεν συνέβη στη Ρωσία παρά μετά την κατάρρευση του κομμουνισμού.
Ποια είναι σήμερα η κληρονομιά της Οκτωβριανής Επανάστασης;
Θα απαντήσω όπως υποτίθεται ότι είχε απαντήσει ο Τσου Εν-Λάι στην ερώτηση για τη Γαλλική Επανάσταση: «Είναι πολύ νωρίς για να το κρίνουμε». Η σφραγίδα της Οκτωβριανής Επανάστασης στον κόσμο το 2007 παραμένει ιδιαίτερα έντονη, ακόμα και μετά την κατάρρευση σχεδόν όλων των κρατικών σοσιαλιστικών συστημάτων, το τέλος της Σοβιετικής Ένωσης και το Λενινιστικό μοντέλο της επαναστατικής οργάνωσης και στρατηγικής. Ας πάρουμε μερικά προφανή παραδείγματα: ο καπιταλισμός στη μεγαλύτερη και πιο δυναμική οικονομία του κόσμου- την Κίνα- αναπτύσσεται υπό τον έλεγχο του Κ.Κ. Η πολιτική που καθορίζει τη ζωή ενός δισεκατομμυρίου Ινδών εξαρτάται από την υποστήριξη των τοπικών κομμουνιστικών κομμάτων που σήμερα είναι πιο ισχυρά από οποιαδήποτε άλλη στιγμή από την εποχή της ανεξαρτησίας. Στη Δύση μια πολιτική που προήλθε από την περίοδο της ιδεολογικής αντιπαράθεσης με τη Σοβιετική Ένωση, ακόμα κυριαρχεί στις διεθνείς σχέσεις. Θα ήταν παράλογο να υποθέσουμε ότι, 15 χρόνια μετά το τέλος της ΕΣΣΔ, οι εμπειρίες σχεδόν 80 σοβιετικών ετών δεν επηρέασαν σημαντικά τις ζωές, τους θεσμούς, τις διαδικασίες και τις ιδέες των πολιτών της, αλλά και των υπολοίπων. Θα ήθελα η ίδια ερώτηση να τεθεί και πάλι στο μέλλον, ίσως σε 25 χρόνια.
«Ο Πούτιν έδωσε σταθερότητα στη Ρωσία»
Πώς βλέπετε τη Ρωσία σήμερα; Η Ρωσία σήμερα έχει περιοριστεί σχεδόν στο μέγεθος που είχε πριν από τον Μεγάλο Πέτρο αλλά, χάρη στην τεράστια έκτασή της, τις ανεξάντλητες φυσικές πηγές της, τα σημαντικά εκπαιδευτικά επιτεύγματα της σοβιετικής περιόδου και το γεγονός ότι διατηρεί το δεύτερο πιο σημαντικό πυρηνικό οπλοστάσιο, παραμένει και θα παραμείνει σημαντικός παράγοντας στη διεθνή σκηνή. Οι μεγάλες αδυναμίες της βρίσκονται στη δημογραφική ύφεση, στην κατάρρευση της βιομηχανικής οικονομίας στη δεκαετία του 1990, στη διάλυση του κράτους και στην ενίσχυση μιας διεφθαρμένης ημιγκανγκστερικής οικονομίας. Το μεγάλο βραχυπρόθεσμο πλεονέκτημα είναι οι ενεργειακές πηγές της. Το μακροπρόθεσμο είναι η γεωγραφική της θέση που θα της προσφέρει οφέλη από το φαινόμενο του θερμοκηπίου.
Τι πιστεύετε για τον Βλαντίμιρ Πούτιν; Ο Βλαντίμιρ Πούτιν πέτυχε να ξανακάνει τη Ρωσία αποτελεσματική, τόσο σε εσωτερικά όσο και σε διεθνή θέματα, μετά τη διάλυσή της την περίοδο του Γιέλτσιν.
Γι΄ αυτό είχε και διατηρεί την υποστήριξη των περισσότερων Ρώσων, όπως δείχνει η δημοτικότητά του που κινείται διαρκώς στο 70%, ένα ποσοστό που πολύ δύσκολα μπορεί να συγκεντρώσει οποιοσδήποτε αρχηγός κράτους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σ΄ αυτό τον έχουν βοηθήσει σημαντικά οι υψηλές τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου, τα οποία διαθέτει σε μεγάλες ποσότητες η Ρωσία. Όμως το επίτευγμά του είναι κυρίως πολιτικό. Ενώ αναγνωρίζει ότι το εγγύς μέλλον της ρωσικής οικονομίας βρίσκεται σε μια εκδοχή της ελεύθερης οικονομίας, χρησιμοποιεί το κληροδότημα της ΕΣΣΔ και τη μνήμη μιας εποχής κατά την οποία η Ρωσία έπαιξε μεγαλύτερο ρόλο στο παγκόσμιο σκηνικό από οποιαδήποτε άλλη περίοδο στην ιστορία της. Η προσδοκία του για μια σταθερή συνταγματικά κυβέρνηση με μεγαλύτερο βαθμό πολιτικών ελευθεριών είναι ειλικρινής. Όμως αυτό έρχεται σε σύγκρουση με την κληρονομιά του τσαρισμού και της σοβιετικής εποχής: στη Ρωσία οι ισχυρές κυβερνήσεις βασίζονταν στην απόλυτη κεντρική δύναμη και στον γραφειοκρατικό και αστυνομικό έλεγχο.
Το μέλλον του σοσιαλισμού στον 21ο αιώνα
“ΑΠΟ ΤΗ ΔΕΚΑΕΤΙΑ ΤΟΥ 1970″, παρατηρεί ο Έρικ Χόμπσμπωμ, “η σοσιαλιστική προοπτική έχει αποδυναμωθεί σε μεγάλο βαθμό, τόσο στις μετριοπαθείς σοσιαλδημοκρατικές εκδοχές της όσο και στην κομμουνιστική της μορφή. Η παγκοσμιοποίηση, δηλαδή, η εξασθένηση του ελέγχου του εθνικού κράτους πάνω στις πηγές και η ενίσχυση της καταναλωτικής κοινωνίας έχουν υπονομεύσει τις σοσιαλιστικές δημοκρατίες. Σήμερα η σοσιαλδημοκρατία έχει περιορισθεί στην υπεράσπιση των δικαιωμάτων και της κοινωνικής πρόνοιας που είχαν επιτευχθεί στο παρελθόν και τώρα απειλούνται”.
«Δεν υπάρχει μέλλον στον σοσιαλισμό», συνεχίζει, «με τη μορφή ενός εκτενούς κεντρικού σχεδιασμού και μιας κρατικής οικονομίας σοβιετικού μοντέλου, εκτός και εάν ένας ολοκληρωτικός πόλεμος, όπως αυτοί που συνέβησαν τον 20ό αιώνα, επαναληφθεί τον 21ο αιώνα. Από την άλλη, τα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο κόσμος αυτό τον αιώνα- κυρίως οι προβλεπόμενες ελλείψεις ενέργειας, πρώτων υλών και νερού και οι επιπτώσεις της ανεξέλεγκτης οικονομικής ανάπτυξης και τεχνολογικής μεταμόρφωσης- βρίσκονται πέρα από τις δυνάμεις των αγορών και των ιδιωτικών επιχειρήσεων. Η αναζήτηση λύσεων στα προβλήματα αυτά, αναπόφευκτα θα οδηγήσει σε μεγαλύτερο ρόλο των θεσμών της εξουσίας και σχετική εξασθένηση των φιλοδοξιών της νεο-φιλελεύθερης οικονομίας της αγοράς. Αυτό μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την αναγέννηση των σοσιαλιστικών κινημάτων (όπως φαίνεται ήδη στη Λατινική Αμερική). Όμως είναι εξίσου πιθανό να οδηγήσει σε άλλες μορφές κυβερνήσεων κεντρικού ελέγχου. Ακόμα και έτσι, μια πλήρως σοσιαλιστική οικονομία δεν φαίνεται στο μέλλον. Στην πραγματικότητα, δεν υπήρχε ούτε στην ΕΣΣΔ, όπου η κεντρικά σχεδιασμένη οικονομία συνυπήρχε με ένα σύστημα μη κεντρικού ελέγχου.
«Η εποχή των άκρων δεν έχει τελειώσει»
Έχει τελειώσει η εποχή των άκρων; Δυστυχώς, όχι. Το μαρτυρά η άνοδος του μαχητικού θρησκευτικού φονταμενταλισμού σε πολλές θρησκείες, οι βάρβαρες συμπεριφορές που επιδείχθηκαν σε πολέμους στις αρχές του 21ου αιώνα και η επίσημη αποδοχή των βασανιστηρίων από την κυβέρνηση των ΗΠΑ ως θεμιτού τρόπου διεξαγωγής πολέμου.
Πιστεύετε ότι θα δούμε κι άλλες επαναστάσεις στο μέλλον;
Ναι, θα υπάρξουν και άλλες επαναστάσεις, όμως δεν βρίσκω πιθανό να εμπνευστούν από τις ιδεολογίες της προόδου και του πολιτισμού που είδαμε από το 1776 έως τη δεκαετία του 1970. Θα μοιάζουν περισσότερο με την ιρανική επανάσταση, την πρώτη που είχε, διαφορετικού είδους, έμπνευση. Αλλά όταν συμβαίνουν δεν πρέπει να κλείνουμε τα μάτια.
H ΕΠΟΧΗ ΤΩΝ ΑΚΡΩΝ
Ο Σύντομος Εικοστός Αιώνας (1914-1991)
ΠΡΟΛΟΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ
Κανείς δεν μπορεί να γράψει την ιστορία του εικοστού αιώνα όπως θα έγραφε κάθε άλλης εποχής, για τον απλούστατο λόγο ότι κανείς δεν μπορεί να γράψει για τη ζωή του, όπως θα μπορούσε (και θα έπρεπε) να γράψει για μια εποχή που τη γνωρίζει «απ’ έξω» από δεύτερο ή τρίτο χέρι, από πηγές δηλαδή της περιόδου αυτής ή από έργα ιστορικών. Η δική μου ζωή συμπίπτει με το μεγαλύτερο διάστημα της περιόδου με την οποία καταπιάνεται το βιβλίο αυτό. Συμβαίνει δε, από τα νεανικά μου χρόνια μέχρι σήμερα, να έχω συνείδηση του δημόσιου βίου, να έχω δηλαδή συσσωρεύσει απόψεις και προκαταλήψεις σαν ένας σύγχρονος παρατηρητής παρά σαν ένας λόγιος. Κι αυτός είναι ένας από τους λόγους που κάτω από τον επαγγελματικό μου μανδύα ως ιστορικός απέφυγα, στο μεγαλύτερο διάστημα της επαγγελματικής μου σταδιοδρομίας, να ασχοληθώ με την περίοδο μετά το 1914, μολονότι έγραψα γι’ αυτήν κάτω από άλλες ιδιότητες. Όπως λέμε στο χώρο μας, «η περίοδός μου» είναι ο δέκατος ένατος αιώνας. Νομίζω, όμως, ότι τώρα είναι δυνατό να δούμε το Σύντομο Εικοστό Αιώνα από το 1914 μέχρι το τέλος της σοβιετικής εποχής από κάποια ιστορική πλευρά. Ωστόσο, υιοθετώ την άποψη αυτή χωρίς να έχω γνώση της σχετικής φιλολογίας, πόσο μάλλον των αρχειακών πηγών από τις οποίες δε γνωρίζω παρά ένα ελάχιστο μέρος. Πηγές όμως που οι ιστορικοί του εικοστού αιώνα, πολυάριθμοι όντως, έχουν συσσωρεύσει.
Φυσικά, είναι τελικά αδύνατο για ένα άτομο να έχει γνώση της ιστοριογραφίας του σημερινού αιώνα, ακόμα και σε μια σημαντική γλώσσα, σε σύγκριση, ας πούμε, με τον ιστορικό της κλασικής αρχαιότητας ή της Βυζαντινής αυτοκρατορίας που γνωρίζει όλα όσα έχουν γραφεί γι’ αυτές τις περιόδους. Παρ’ όλα αυτά, η δική μου γνώση είναι περιπτωσιακή και ανομοιογενής, αποσπασματική ακόμα και στη βάση της ιστορικής ευρυμάθειας στο πεδίο της σύγχρονης ιστορίας. Το μόνο που κατάφερα να κάνω είναι να «βουτήξω» στη φιλολογία ζητημάτων που είναι ιδιαίτερα ακανθώδη και επίμαχα, όπως επί παραδείγματι η ιστορία του Ψυχρού Πολέμου ή η ιστορία της δεκαετίας του ΄30, αρκετά όμως βαθιά ώστε να αισθάνομαι ικανοποιημένος για το γεγονός ότι οι απόψεις που εκφράζονται στο βιβλίο αυτό μπορούν να σταθούν υπό το φως της εξειδικευμένης έρευνας. Φυσικά, δε θα μπορούσα να έχω επιτύχει. Θα πρέπει να υπάρχουν αναρίθμητα ζητήματα για τα οποία απλώς δηλώνω άγνοια, καθώς επίσης και επίμαχες απόψεις.
Επομένως, το βιβλίο αυτό βασίζεται σε, περιέργως, άνισα θεμέλια. Εκτός από τα όσα και διάφορα διάβασα για πάρα πολλά χρόνια, συμπληρώνοντας τις γνώσεις μου με ότι ήταν αναγκαίο και χρήσιμο για να διδάσκω την ιστορία του εικοστού αιώνα στους τελειόφοιτους της Νέας Σχολής για την Κοινωνική Έρευνα (New School for Social Research), άντλησα και από τη συσσωρευμένη γνώση, τις μνήμες και τις απόψεις κάποιου που έζησε αυτόν το Σύντομο Εικοστό Αιώνα σαν «συμμετέχων παρατηρητής», όπως θα τον αποκαλούσαν οι κοινωνικοί ανθρωπολόγοι, ή απλώς σαν ένας kibitzer, (σ. σ. kibitzer: Ενοχλητικός παρατηρητής (μεταφορικά). Όπως θα τον αποκαλούσαν οι πρόγονοί μου, σε πολλές χώρες. Η ιστορική αξία τέτοιων εμπειριών δεν εξαρτάται από το εάν είναι κανείς παρών στα μεγάλα ιστορικά γεγονότα ή από το εάν έχει γνωρίσει ή συναντήσει τους πρωταγωνιστές της ιστορίας ή τους μεγάλους πολιτικούς άνδρες. Στην πραγματικότητα, από την εμπειρία μου ως ευκαιριακού δημοσιογράφου που ερευνούσε τη μία ή την άλλη χώρα – κυρίως δε τις χώρες της Λατινικής Αμερικής -, μπορώ να πω ότι οι συνεντεύξεις μου με προέδρους των χωρών αυτών ή με πρόσωπα σημαντικά στο μηχανισμό λήψης των αποφάσεων, συνήθως δεν «έβγαλαν» και σπουδαία πράγματα, για τον προφανή λόγο ότι τα περισσότερα που λένε όσοι κατέχουν τέτοιες θέσεις είναι για δημόσια κατανάλωση. Αυτοί που μπορούν να διαφωτίσουν τα πράγματα είναι όσοι μπορούν ή θέλουν να μιλήσουν ελεύθερα, κατά προτίμηση δε όσοι δεν κατέχουν υπεύθυνα δημόσια αξιώματα. Παρ’ όλα αυτά, το γεγονός ότι γνώρισα τόσους ανθρώπους και τόσους τόπους με βοήθησε αφάνταστα, παρά τον αναγκαστικά μεροληπτικό και παραπλανητικό χαρακτήρα του. Ίσως να μη χρειάζεται παρά μια φευγαλέα ματιά στην ίδια πόλη – ας πούμε στη Βαλέντσια ή το Παλέρμο – σε διάστημα τριάντα ετών για να διαπιστώσει κανείς την ταχύτητα και την έκταση του κοινωνικού μετασχηματισμού στο τρίτο τέταρτο του αιώνα μας. Ίσως να είναι απλώς η ενθύμηση μιας φράσης που ειπώθηκε σε κάποια συνομιλία πριν από πολύ καιρό και αποθηκεύτηκε στη μνήμη, μερικές φορές χωρίς να υπάρχει κάποιος σαφής λόγος, έτσι, για μελλοντική χρήση. Εάν ο ιστορικός μπορεί πράγματι να δώσει κάποιο νόημα στον αιώνα μας, αυτό σε μεγάλο βαθμό οφείλεται στο γεγονός ότι παρακολουθεί και ακροάται. Ελπίζω να μεταδώσω στους αναγνώστες του βιβλίου αυτού τα όσα έμαθα σ’ αυτή τη διαδικασία.
Το βιβλίο βασίζεται αναγκαστικά στις πληροφορίες που άντλησα από συναδέλφους, φοιτητές και όποιους άλλους κατάφερα να «στριμώξω» κατά τη διάρκεια της συγγραφής του βιβλίου μου. Το κεφάλαιο για τις επιστήμες έθεσα υπόψη των φίλων μου Alan Mackay FRS, (σ. σ. FRS (Fellow of the Royal Society), μέλος (εταίρος) της Βασιλικής Εταιρείας) που δεν είναι μόνο κρυσταλλογράφος αλλά και εγκυκλοπαιδιστής, και John Mabbox. Ο συνάδελφός μου στη Νέα Σχολή, Lance Taylor, που έχει διδάξει και το ΜΙΤ (Τεχνολογικό Ινστιτούτο της Μασσαχουσέτης) διάβασε ορισμένα μέρη του κειμένου που αναφέρονται στην οικονομική ανάπτυξη, ενώ άλλα μέρη βασίστηκαν στην ανάγνωση μελετών ή στην παρακολούθηση συζητήσεων και γενικά συνεδρίων που οργάνωσε πάνω σε διάφορα μακρο-οικονομικά προβλήματα το Παγκόσμιο Ινστιτούτο Ανάπτυξης της Οικονομικής Έρευνας του Πανεπιστημίου των Ηνωμένων Εθνών (UNU/WIDER) στο Ελσίνκι, όταν το Ινστιτούτο δραστηριοποιήθηκε και μεταβλήθηκε σ’ ένα από τα κυριότερα διεθνή κέντρα έρευνας και συζήτησης υπό τη διεύθυνση του Δρ. Lal Jagawardena. Γενικά, τα καλοκαίρια που πέρασα σ’ αυτό το αξιοθαύμαστο Ινστιτούτο ως επισκέπτης μελετητής, ήταν για μένα πολύτιμα, αν μη τι άλλο λόγω της γειτνίασης του Ινστιτούτου με την ΕΣΣΔ και το επιστημονικό ενδιαφέρον που έδειχνε το Ινστιτούτο γι’ αυτήν την περίοδο των τελευταίων χρόνων της ζωής της. Δεν ακολούθησα πάντα τις υποδείξεις αυτών που συμβουλεύτηκα, αλλά ακόμα κι όταν το έπραξα, αυτονόητο είναι ότι για τα λάθη ευθύνομαι μόνο εγώ. Ωφελήθηκα πολύ από συνέδρια και συναντήσεις όπου πανεπιστημιακοί αφιέρωναν τον περισσότερο χρόνο σε συζητήσεις με συναδέλφους τους, κυρίως για ανταλλαγή απόψεων. Είναι φανερό ότι δεν μπορώ να αναφερθώ σε όλους τους συναδέλφους από τους οποίους αποκόμισα πολλά οφέλη ή σε όσους με διόρθωσαν σε πολλές τυπικές ή άτυπες περιπτώσεις, ούτε ακόμα σε όλες τις πληροφορίες που ήμουν αρκετά τυχερός να αντλήσω διδάσκοντας μια πραγματικά ιδιαίτερη πολυεθνική ομάδα σπουδαστών στη Νέα Σχολή. Ωστόσο, νομίζω ότι θα πρέπει ιδιαίτερα να αναφερθώ στα όσα έμαθα για την Τουρκική επανάσταση και για τη φύση της εσωτερικής μετανάστευσης και κοινωνικής κινητικότητας στον Τρίτο Κόσμο από μελέτες των Ferdan Ergut και Alex Julca. Χρέος έχω επίσης στη διδακτορική διατριβή της μαθήτριάς μου Margarita Ciesecke για την APRA (Alianza Popular Reuolutionaria _ Λαϊκή Επαναστατική Συμμαχία – Περού) και για την εξέγερση του Trujillo το 1932.
Καθώς ο ιστορικός του εικοστού αιώνα προσεγγίζει το παρόν, εξαρτάται όλο και περισσότερο από δύο τύπους πηγών: τον καθημερινό ή περιοδικό Τύπο και τις περιοδικές εκθέσεις, τις οικονομικές και άλλες επισκοπήσεις, τα στατιστικά επεξεργασμένα στοιχεία και άλλες εκδόσεις που δημοσιεύουν οι εθνικές κυβερνήσεις και οι διεθνείς οργανισμοί. Φανερό θα πρέπει να είναι από αυτή την άποψη το χρέος μου προς τις εφημερίδες του Λονδίνου Guardian, Financial Times και την εφημερίδα New York Times. Το χρέος μου προς τις πολύτιμες εκδόσεις των Ηνωμένων Εθνών και τους διάφορους οργανισμούς του καθώς και προς την Παγκόσμια Τράπεζα μνημονεύω στη βιβλιογραφία. Δε θα έπρεπε όμως να παραλείψω και τον προκάτοχο των Ηνωμένων Εθνών, την Κοινωνία των Εθνών. Μολονότι στην πράξη αποτέλεσε ολοκληρωτική σχεδόν αποτυχία, οι πραγματικά αξιοθαύμαστες οικονομικές έρευνες και αναλύσεις του οργανισμού αυτού που περιλαμβάνει ο τόμος Industrialisation and World Trade του 1945, αξίζουν την ευγνωμοσύνη μας. Χωρίς τέτοιες πηγές, καμία ιστορία των οικονομικών, κοινωνικών και πολιτισμικών αλλαγών του αιώνα μας δε θα μπορούσε να γραφεί.
Οι αναγνώστες θα πρέπει να εμπιστευθούν τα περισσότερα από όσα γράφονται σ’ αυτό το βιβλίο, με εξαίρεση φυσικά τις προσωπικές κρίσεις που διατυπώνω ως συγγραφέας. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να υπερφορτώσει κανείς ένα βιβλίο σαν κι αυτό με έναν μηχανισμό αχανών παραπομπών ή άλλων δειγμάτων ευρυμάθειας. Προσπάθησα να περιορίσω τις παραπομπές μου στην πηγή των αποσπασμάτων από κείμενα που παραθέτω, στην πηγή των στατιστικών στοιχείων και άλλων ποσοτικών δεδομένων – διαφορετικές πηγές μερικές φορές δίνουν διαφορετικά στοιχεία – και στην ευκαιριακή υποστήριξη δηλώσεων που οι αναγνώστες ίσως βρουν ασυνήθιστες, μη οικείες ή απρόσμενες, καθώς και σε μερικά σημεία όπου η επίμαχη άποψη του συγγραφέα απαιτεί ίσως κάποια στήριξη. Στο κείμενο θέτω τις παραπομπές αυτές εντός παρενθέσεων. Στο τέλος του βιβλίου παρατίθεται ο πλήρης τίτλος της πηγής. Η βιβλιογραφία δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένας πλήρης κατάλογος όλων των πηγών που επισημάνθηκαν ή αναφέρθηκαν στο κείμενο, δεν αποτελεί έναν συστηματικό οδηγό για περαιτέρω διάβασμα. Παραθέτω, όμως, ξεχωριστά έναν σύντομο βιβλιογραφικό οδηγό για περαιτέρω διάβασμα. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο μηχανισμός των παραπομπών είναι εντελώς ξεχωριστός από τις σημειώσεις, οι οποίες κυρίως επεκτείνουν ή επεξηγούν το κείμενο.
Παρ’ όλα αυτά νομίζω ότι είναι δίκαιο να αναφερθώ σε ορισμένα έργα πάνω στα οποία βασίστηκα πάρα πολύ ή στα οποία οφείλω πράγματι πάρα πολλά. Δε θα ήθελα οι συγγραφείς των έργων αυτών να έχουν την αίσθηση ότι δεν τους εκτιμώ. Γενικά οφείλω πολλά στο έργο δύο φίλων: στον Paul Bairoch, ιστορικό της οικονομίας και ακούραστο επεξεργαστή ποσοτικών στοιχείων, και στον Luan Berend, πρώην Πρόεδρο της Ουγγρικής Ακαδημίας Επιστημών, στους οποίους και οφείλω την έννοια του Σύντομου Εικοστού Αιώνα. Αναφορικά με την παγκόσμια πολιτική ιστορία από το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και μετά, το έργο του P. Caluocoressi, World Politics Since 1945, αποτέλεσε για μένα έναν σταθερό και, μερικές φορές – εύλογα -, δηκτικό οδηγό. Για το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο πολλά οφείλω στο εξαιρετικό βιβλίο του Alan Milward, War, Economy and Society 1939-45, ενώ σχετικά με την οικονομία μετά το 1945 βρήκα πολύ χρήσιμο το βιβλίο του Herman Van der Wee, Prosperity and Upheaval: The World Economy 1945-1980, καθώς και το βιβλίο των Philip Armstrong, Andrew Glhn και John Harrison, Capitalism 1945. Το βιβλίο του Martin Walker, The Cold War, αξίζει πολύ μεγαλύτερης εκτίμησης από αυτήν που του επεφύλαξαν οι περισσότεροι βιβλιοκριτικοί. Για την ιστορία της Αριστεράς από το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και μετά οφείλω τα μέγιστα στον Δρ. Donald Sassoon του Κολεγίου Queen Marh and Westfield του Πανεπιστημίου του Λονδίνου, που είχε την ευγενή καλοσύνη να θέσει στη διάθεσή μου την τεράστια και διεισδυτική αλλά ακόμα μη ολοκληρωμένη μελέτη του πάνω στο θέμα. Για την ιστορία της ΕΣΣΔ οφείλω πολλά στα γραπτά των Moshe Lewin, Alec Noue, R. W. Dauies και Schwartz και Stuart Schram, και για την ιστορία του ισλαμικού κόσμου στα γραπτά των Ira Lapidus και Nikki Keddie. Οι απόψεις μου για τις τέχες αντλούν πολλά από τα έργα του John Willert για την κουλτούρα της Βαϊμάρης – καθώς και από τις συζητήσεις που είχαμε πάνω σ’ αυτό το θέμα – και του Francis Haskell. Στο κεφ. 6, το χρέος μου προς το βιβλίο Diaghilev της Lynn Garafola θα πρέπει να είναι εμφανές.
Ιδιαίτερες ευχαριστίες απευθύνω σε όλους όσους με βοήθησαν στην προετοιμασία του βιβλίου αυτού. Κατ’ αρχήν στις βοηθούς ερευνήτριές μου Joanna Bedford στο Λονδίνο και Lise Grande στη Νέα Υόρκη. Θα ήθελα ιδιαίτερα να τονίσω το χρέος μου προς την εξαιρετική Ms Grande, χωρίς τη συμβολή της οποίας θα μου ήταν αδύνατο να γεφυρώσω τα τεράστια χάσματα στις γνώσεις μου και να επαληθεύσω γεγονότα και αναφορές που μισοθυμόμουνα. Πολλά οφείλω επίσης στην Ruth Syers, που δακτυλογράφησε τα αρχικά κείμενα και στην Marlene Hobsbawm που διάβασε όλα τα κεφάλαια όχι από τη σκοπιά του μη πανεπιστημιακού αναγνώστη, αλλά του αναγνώστη που δείχνει ένα γενικό ενδιαφέρον για το σύγχρονο κόσμο, προς τον οποίο και απευθύνεται το βιβλίο αυτό.
Έχω ήδη αναφερθεί στο χρέος μου απέναντι στους φοιτητές μου της Νέας Σχολής που παρακολούθησαν τις διαλέξεις μου στις οποίες προσπάθησα να διαμορφώσω τις ιδέες και τις ερμηνείες μου. Σ’ αυτούς αφιερώνεται το βιβλίο αυτό.
ERIC HOBSBAWM Λονδίνο-Νέα Υόρκη 1993-1994
ΠΡΟΣ ΤΗ ΝΕΑ ΧΙΛΙΕΤΗΡΙΔΑ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ ΕΝΑΤΟ
Ο Σύντομος Εικοστός Αιώνας τερματίστηκε μέσα σε μια δίνη προβλημάτων για τα οποία κανείς δεν είχε, ούτε ισχυρίστηκε πως έχει, λύσεις. Καθώς οι πολίτες, στα τέλη του αιώνα προσπαθούν να βρουν το δρόμο τους μέσα στην παγκόσμια ομίχλη που τους περιτυλίγει, βαδίζοντας προς την Τρίτη χιλιετηρίδα, για το μόνο που είναι σίγουροι είναι ότι μια εποχή της ιστορίας τέλειωσε. Σχεδόν τίποτε άλλο δε γνωρίζουν.
Επομένως σήμερα, για πρώτη φορά στους τελευταίους δύο αιώνες, ο κόσμος της δεκαετίας του ’90, δεν έχει κανένα διεθνές σύστημα ή διεθνή δομή. Το ίδιο το γεγονός ότι μετά το 1989 εμφανίστηκαν δεκάδες νέα «εδαφικά» κράτη χωρίς κανέναν ανεξάρτητο μηχανισμό καθορισμού των συνόρων τους – χωρίς ακόμα και τρίτα μέρη να έχουν γίνει αποδεκτά ως αρκετά αμερόληπτα για να ενεργήσουν μεσολαβητικά -, τα λέει όλα. Πού είναι εκείνος ο συνασπισμός των Μεγάλων Δυνάμεων που κάποτε καθόριζε ή τουλάχιστον τυπικά επικύρωνε τα διαφιλονικούμενα σύνορα; Πού είναι οι νικήτριες δυνάμεις του πρώτου παγκοσμίου πολέμου, οι οποίες επέβλεψαν τον επανασχεδιασμό του χάρτη της Ευρώπης και ολόκληρου του κόσμου, καθορίζοντας τα σύνορα ή επιβάλλοντας αλλού τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος; (Πού είναι, πράγματι, οι διεθνείς διασκέψεις, που τόσο καλά γνωρίζουν οι διπλωμάτες και που ήσαν τόσο διαφορετικές από τις σημερινές διασκέψεις κορυφής, οι οποίες γίνονται απλώς για λόγους φωτογράφησης και δημοσίων σχέσεων;)
Ποιες, πράγματι, ήσαν οι διεθνείς δυνάμεις, παλαιές και νέες, στα τέλη της χιλιετηρίδας; Το μόνο κράτος που απέμεινε και το οποίο θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως Μεγάλη Δύναμη, με την έννοια που ο κόσμος χρησιμοποιούσε τη λέξη το 1914, ήταν οι ΗΠΑ. Τι σημαίνει αυτό στην πράξη, δεν είναι εντελώς σαφές. Η εδαφική έκταση της Ρωσίας μειώθηκε στα όρια που είχε στα μέσα του δέκατου έβδομου αιώνα. Ουδέποτε άλλοτε η χώρα αυτή δεν υπήρξε τόσο ασήμαντη από την εποχή του Μεγάλου Πέτρου και μετά. Η Βρετανία και η Γαλλία περιέπεσαν στην κατηγορία περιφερειακής δύναμης, πράγμα που δεν μπορεί να συγκαλυφθεί από το γεγονός ότι κατέχουν πυρηνικά όπλα. Γερμανία και Ιαπωνία ασφαλώς ήταν «μεγάλες δυνάμεις» από οικονομική άποψη, αλλά καμιά τους δε θεώρησε αναγκαίο να στηρίξει τους τεράστιους οικονομικούς της πόρους με στρατιωτική ισχύ, κατά τον παραδοσιακό τρόπο, ακόμα και όταν αφέθηκαν ελεύθερες να το κάνουν, μολονότι ουδείς γνωρίζει τι σκέφτονται να πράξουν στο άγνωστο μέλλον. Ποια ήταν η διεθνής πολιτική θέση της νέας Ευρωπαϊκής Ένωσης, που έθρεψε τη φιλοδοξία να διαμορφώσει μια κοινή πολιτική, αλλά αποδείχτηκε θεαματικά ανίκανη ακόμα και να προσποιηθεί πως τη διαμόρφωσε, με εξαίρεση τον οικονομικό τομέα; Δεν ήταν καν σαφές εάν, εκτός από λίγα κράτη, όλα τα άλλα, μεγάλα ή μικρά, παλαιά ή νέα, θα υπήρχαν με τη σημερινή τους μορφή στο πρώτο τέταρτο του εικοστού πρώτου αιώνα.
Εάν η φύση των παικτών στη διεθνή σκηνή ήταν ασαφής, εξίσου ασαφής ήταν και η φύση των κινδύνων που αντιμετώπιζε ο κόσμος. Ο Σύντομος Εικοστός Αιώνας ήταν εποχή παγκοσμίων πολέμων, θερμών ή ψυχρών, που διεξήγαγαν μεγάλες δυνάμεις και οι σύμμαχοί τους με όλο και περισσότερα σενάρια μαζικής καταστροφής Αποκαλυπτικών διαστάσεων, καταλήγοντας στο πυρηνικό ολοκαύτωμα των υπερδυνάμεων που ευτυχώς αποφεύχθηκε. Ότι και να φέρει το μέλλον, η ίδια η εξαφάνιση ή η μεταμόρφωση όλων των παλαιών ηθοποιών, εκτός από έναν, στο παγκόσμιο δράμα, σήμαινε ότι ένας τρίτος παγκόσμιος πόλεμος παλαιού τύπου βρισκόταν πλέον ανάμεσα στις ελάχιστα πιθανές προοπτικές.
Είναι φανερό πως αυτό δε σημαίνει ότι η εποχή των πολέμων πέρασε ανεπιστρεπτί. Στη δεκαετία του ’80 αποδείχτηκε ότι κάθε άλλο παρά είχε εκλείψει η πιθανότητα να ξεσπάσουν πόλεμοι οι οποίοι δεν είχαν καμιά σχέση με την παγκόσμια αντιπαράθεση των υπερδυνάμεων, όπως στην περίπτωση του πολέμου μεταξύ Βρετανίας και Αργεντινής το 1983 και του πολέμου μεταξύ Ιράν και Ιράκ (1980-1988). Μετά το 1989 παρατηρούμε τη διεξαγωγή στρατιωτικών επιχειρήσεων σε περισσότερα μέρη της Ευρώπης, της Ασίας και της Αφρικής, μολονότι αυτές οι επιχειρήσεις δεν ονομάστηκαν επίσημα πόλεμοι: στη Λιβερία, την Αγκόλα, το Σουδάν και το Κέρας της Αφρικής, στην πρώην Γιουγκοσλαβία, στη Μολδαβία, σε αρκετές χώρες του Καυκάσου και της Τρανσκαυκασίας, στην πάντα εκρηκτική Μέση Ανατολή, στην πρώην σοβιετική Κεντρική Ασία και το Αφγανιστάν. Δεν ήταν συχνά σαφές ποιος πολεμούσε εναντίον ποιου και γιατί. Στις όλο και πιο συχνές καταστάσεις εθνικής κατάρρευσης και αποσύνθεσης, τέτοιες στρατιωτικές δραστηριότητες δεν μπορούσαν να ταξινομηθούν σε καμιά από τις κλασικές κατηγορίες «πολέμου», διεθνούς ή εμφυλίου. Κι όμως, όσοι κατοικούσαν σε τέτοιες περιοχές δύσκολα μπορούσαν να έχουν την αίσθηση ότι ζούσαν εν ειρήνη, ιδιαίτερα όταν κάποτε αναμφισβήτητα ζούσαν ειρηνικά, όπως στην περίπτωση της Βοσνίας, του Τατζικιστάν ή της Λιβερίας. Εκτός αυτού, όπως αποδείχτηκε στην περίπτωση των Βαλκανίων στις αρχές της δεκαετίας του ’90, δεν υπήρχε ευκρινής διαχωριστική γραμμή μεταξύ περιφερειακών φονικών συρράξεων και των αναγνωρίσιμων πολέμων παλαιού τύπου, όπου εύκολα μπορούσαν να μετεξελιχθούν. Εν συντομία, ο παγκόσμιος κίνδυνος πολέμου δεν εξαφανίστηκε. Απλώς άλλαξε.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι όσοι κατοικούσαν σε σταθερά, ισχυρά και ευνοούμενα κράτη (στα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εκτός από την παρακείμενη προβληματική ζώνη, στη Σκανδιναβία, εκτός από τις πρώην σοβιετικές ακτές της Βαλτικής θάλασσας), ίσως νομίσουν ότι είναι απρόσβλητοι από τέτοια ανασφάλεια και τέτοιο μακελειό που συναντούμε σε δύσμοιρες χώρες του Τρίτου Κόσμου και στον πρώην σοσιαλιστικό κόσμο. Αν σκέφτονται έτσι, κάνουν λάθος. Η κρίση που διέρχονται τα παραδοσιακά εθνικά κράτη είναι αρκετή ώστε να τους κάνει ευάλωτους. Εκτός από την πιθανότητα διάσπασης ή διάλυσης ορισμένων κρατών, ένας παράγοντας που συχνά δε θεωρείται και τόσο καινοφανής, εξασθένισε τα κράτη αυτά στο δεύτερο ήμισυ του αιώνα, αν μη τι άλλο διότι αφαίρεσε από αυτά το μονοπώλιο της αποτελεσματικής δύναμης, το οποίο υπήρξε το κριτήριο της κρατικής εξουσίας σε όλες τις «σταθερές» περιοχές. Πρόκειται για τον εκδημοκρατισμό ή την ιδιωτικοποίηση των μέσων καταστροφής, που μετέβαλε την προοπτική βίας και καταστροφών σε οποιοδήποτε μέρος του πλανήτη.
Ήταν τώρα δυνατό μικρές ομάδες πολιτικών ή άλλων αντιφωνούντων να προκαλούν αναταραχές και καταστροφές οπουδήποτε, όπως έδειξε η περίπτωση του IRA στη Βρετανία και η απόπειρα ανατίναξης του Παγκόσμιου Εμπορικού Κέντρου στη Νέα Υόρκη (1993). Μέχρι τα τέλη του Σύντομου Εικοστού Αιώνα, το κόστος τέτοιων δραστηριοτήτων – αν εξαιρέσουμε το κόστος για τις ασφαλιστικές εταιρείες – ήταν μάλλον μικρό, εφόσον η μη κρατική τρομοκρατία, σε αντίθεση με τις επικρατούσες κοινές απόψεις, μπορούσε να επιλέγει με μεγαλύτερη ακρίβεια τους στόχους της σε σχέση με το βομβαρδισμό σε περίπτωση κανονικού πολέμου, απλώς και μόνο επειδή ο σκοπός της (όταν υπήρχε) ήταν κυρίως πολιτικός παρά στρατιωτικός. Επιπλέον, με εξαίρεση την περίπτωση χρήσης εκρηκτικών υλών, οι επιχειρήσεις διεξάγονταν με φορητό ατομικό οπλισμό ο οποίος είναι κατάλληλος για μικρής κλίμακας φόνους και όχι για μαζικές δολοφονίες. Ωστόσο, δεν υπάρχει κάποιος λόγος που να εμποδίζει ακόμα και τα πυρηνικά όπλα να προσαρμοστούν ώστε να χρησιμοποιούνται από μικρές ομάδες, εφόσον τα υλικά και η τεχνογνωσία για την κατασκευή τους είναι ευρύτατα διαθέσιμα στην παγκόσμια αγορά!
Επιπλέον, ο εκδημοκρατισμός των μέσων καταστροφής αύξησε δραματικά το κόστος διατήρησης υπό έλεγχο, της βίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι η βρετανική κυβέρνηση, αντιμέτωπη με ετοιμοπόλεμες παραστρατιωτικές οργανώσεις Καθολικών και Διαμαρτυρομένων ολίγων εκατοντάδων ανδρών, αναγκάστηκε να διατηρεί στη Βόρειο Ιρλανδία δύναμη είκοσι χιλιάδων περίπου εκπαιδευμένου στρατού και οκτώ χιλιάδων ένοπλων αστυνομικών, δαπανώντας 3 δις λίρες στερλίνες το χρόνο. Αυτό που αληθεύει για τις μικρές εξεγέρσεις ή άλλες μορφές εγχώριας βίας, αληθεύει ακόμη περισσότερο για μικρές συγκρούσεις εκτός των συνόρων κάποιας χώρας. Δεν υπήρχαν πολλές διεθνείς καταστάσεις για την αντιμετώπιση των οποίων ακόμα και πολύ πλούσια κράτη θα ήταν διατεθειμένα να φέρουν το κόστος άνευ ορίων.
Αρκετές καταστάσεις που διαμορφώθηκαν αμέσως μετά τη λήξη του Ψυχρού Πολέμου, δείχνουν με δραματικό τρόπο τα ανυποψίαστα αυτά όρια της κρατικής ισχύος, ιδιαίτερα δε το παράδειγμα της Βοσνίας και της Σομαλίας. Έριξαν επίσης φως σ’ αυτό που φαινόταν να γίνεται ίσως η κυριότερη αιτία διεθνούς έντασης στη νέα χιλιετηρίδα, συγκεκριμένα σ’ αυτό που προέκυψε από το ραγδαία διευρυνόμενο χάσμα μεταξύ πλουσίων και φτωχών περιοχών του κόσμου. Υπάρχει αμοιβαία μνησικακία. Η άνοδος του ισλαμικού φονταμενταλισμού ήταν ολοφάνερα ένα κίνημα όχι μόνο εναντίον της ιδεολογίας του εκσυγχρονισμού με την εκδυτικοποίηση που έφερνε, αλλά εναντίον της ίδιας της «Δύσης». Δεν είναι τυχαίο ότι οι ακτιβιστές τέτοιων κινημάτων επιδιώκουν την επίτευξη των στόχων τους δημιουργώντας καταστάσεις που αποτρέπουν τις επισκέψεις τουριστών από τη Δύση, όπως στην Αίγυπτο, ή δολοφονώντας ντόπιους δυτικής καταγωγής, όπως στην Αλγερία. Αντίστροφα, η αιχμηρή άκρη της λαϊκής ξενοφοβίας στις πλούσιες χώρες στράφηκε εναντίον ξένων από τον Τρίτο Κόσμο, ενώ η Ευρωπαϊκή Ένωση όρθωσε φράγματα στα σύνορά της για να εμποδίσει το κύμα των φτωχών του Τρίτου Κόσμου που ζητούσαν εργασία. Ακόμα και στις ΗΠΑ άρχισαν να εμφανίζονται σοβαρά δείγματα αντίθεσης στην de facto ανεκτικότητα της χώρας αυτής απέναντι στην απεριόριστη μετανάστευση.
Κι όμως, κάθε πλευρά ουσιαστικά βρίσκεται, από πολιτική και στρατιωτική άποψη, εκτός ακτίνας δράσης της ισχύος της άλλης. Από τη μια μεριά αν διανοηθούμε κάποια ανοιχτή σύγκρουση μεταξύ κρατών του Βορρά και του Νότου, είναι βέβαιο ότι η συντριπτική τεχνική υπεροχή και ο πλούτος του Βορρά αναπόφευκτα θα γείρουν την πλάστιγγα προς τη μεριά του Βορρά, όπως έδειξε απερίφραστα ο πόλεμος του Περσικού Κόλπου το 1991. Ακόμα και η κατοχή λίγων πυρηνικών πυραύλων από κάποια χώρα του Τρίτου Κόσμου – υποθέτοντας επίσης ότι έχει τα μέσα συντήρησής τους αλλά και μεταφοράς τους – είναι απίθανο να αποτελεί αποτελεσματική δύναμη αποτροπής, εφόσον τα δυτικά κράτη, όπως αποδείχτηκε με το Ισραήλ και τη συμμαχία στον πόλεμο του Περσικού Κόλπου, ήταν διατεθειμένα και ικανά να προχωρήσουν σε προληπτικά χτυπήματα εναντίον δυνητικών εχθρών που ήταν ακόμα πολύ ανίσχυροι για να τα απειλήσουν. Από στρατιωτική άποψη, ο Πρώτος Κόσμος μπορούσε ασφαλέστατα να αντιμετωπίζει τον Τρίτο «ως χάρτινη τίγρη», όπως έλεγε ο Μάο.
Από την άλλη μεριά όμως, άρχισε να γίνεται όλο και πιο σαφές στο δεύτερο ήμισυ του Σύντομου Εικοστού Αιώνα ότι ο Πρώτος Κόσμος μπορούσε μεν να κερδίζει μάχες εναντίον του Τρίτου, αλλά όχι πολέμους ή, μάλλον, ότι το να κερδίζει πολέμους, όταν ήταν δυνατόν, δεν μπορούσε να αποτελεί εγγύηση για τον έλεγχο τέτοιων εδαφών. Ο ιμπεριαλισμός έχασε το κυριότερο χαρτί του, συγκεκριμένα το γεγονός ότι στο παρελθόν οι πληθυσμοί των αποικιών ήταν διατεθειμένοι, μετά την κατάκτηση της χώρας τους, να αποδεχθούν τη διακυβέρνησή τους από μια φούχτα κατακτητών. Για την αυτοκρατορία των Αψβούργων, η διακυβέρνηση της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης δεν παρουσίαζε κανένα πρόβλημα, αλλά στις αρχές της δεκαετίας του ΄90 οι στρατιωτικοί ειδήμονες συμβούλεψαν τις κυβερνήσεις τους ότι η ειρήνευση της δυστυχισμένης αυτής και σπαρασσόμενης από τον εμφύλιο πόλεμο χώρας θα απαιτούσε την παρουσία, για απροσδιόριστη χρονική περίοδο, αρκετών εκατοντάδων χιλιάδων στρατού, δηλαδή στρατιωτική κινητοποίηση που θα ισοδυναμούσε με έναν μεγάλο πόλεμο. Ένα άλλο παράδειγμα είναι Σομαλία, η οποία ουδέποτε ήταν εύκολη αποικία. Χρειάστηκε κάποτε μια σύντομη επέμβαση βρετανικών δυνάμεων με επικεφαλής αντιστράτηγο για να τεθούν τα πράγματα υπό έλεγχο. Όμως, στο Λονδίνο ή τη Ρώμη δε σκέφτηκαν ότι ακόμα και ο Muhammad den Abdallah, ο επονομαζόμενος «Τρελός Μουλάς», μπορούσε να δημιουργεί διαρκώς ανεξέλεγκτα προβλήματα στις βρετανικές και ισλαμικές αποικιοκρατικές κυβερνήσεις. Παρ’ όλα αυτά, στις αρχές της δεκαετίας του ’90 οι ΗΠΑ και οι υπόλοιπες δυνάμεις κατοχής των Ηνωμένων Εθνών που αποτελούνταν από αρκετές δεκάδες χιλιάδες άνδρες, εξαναγκάστηκαν σε επονείδιστη αποχώρηση όταν αντιμετώπισαν το ενδεχόμενο να παραμείνουν για απροσδιόριστο χρονικό διάστημα χωρίς σαφείς στόχους. Ακόμα και οι ΗΠΑ με την τεράστια στρατιωτική τους ισχύ, δίστασαν μπροστά στη γειτονική Αϊτή – παραδοσιακό δορυφόρο και εξαρτημένο κράτος της Ουάσινγκτον – ερχόμενες αντιμέτωπες μ’ έναν τοπικό στρατηγό που ήταν επικεφαλής ενός στρατού εξοπλισμένου και συγκροτημένου από τις ίδιες τις ΗΠΑ. Ο στρατηγός αυτός της Αϊτής δεν επέτρεπε την επιστροφή του εκλεγμένου προέδρου της χώρας (με την απρόθυμη αμερικανική υποστήριξη) και προκάλεσε τις ΗΠΑ να καταλάβουν τη χώρα του. Οι ΗΠΑ αρνήθηκαν να καταλάβουν την Αϊτή για μια ακόμη φορά, όπως έκαναν στο παρελθόν από το 1915 μέχρι το 1934, όχι διότι τα χίλια ή περισσότερα ένστολα και ένοπλα κακοποιά στοιχεία του στρατού της Αϊτής συνιστούσαν κάποιο σοβαρό στρατιωτικό πρόβλημα, αλλά γιατί απλώς δε γνώριζαν πλέον πώς να διευθετήσουν το πρόβλημα της χώρας χρησιμοποιώντας τις στρατιωτικές τους δυνάμεις.
Συνοπτικά, ο αιώνας τελειώνει μέσα σε συνθήκες παγκόσμιας αταξίας που η φύση της είναι ασαφής, χωρίς μάλιστα να υπάρχει κάποιος μηχανισμός ο οποίος θα μπορούσε να την τερματίσει ή να τη θέσει υπό έλεγχο.
ΙΙ
Ο λόγος γι’ αυτή την ανικανότητα έγκειται όχι μόνο στην αυθεντικότητα του βάθους και της πολυπλοκότητας της παγκόσμιας κρίσης, αλλά επίσης στην προφανή αποτυχία όλων των προγραμμάτων, παλαιών και νέων, να διαχειριστούν ή να βελτιώσουν τη ζωή των ανθρώπων.
Ο Σύντομος Εικοστός Αιώνας ήταν μια εποχή θρησκευτικών πολέμων, μόνο που οι πιο μαχητικές και αιμοδιψείς από τις ιδεολογίες που κυριάρχησαν δεν ήταν θρησκευτικές αλλά κοσμικές, που γεννήθηκαν στο δέκατο ένατο αιώνα, όπως ο σοσιαλισμός και ο εθνικισμός, οι οποίες αντί για είδωλα είχαν τις δικές τους αφηρημένες ιδέες ή πολιτικούς που λατρεύτηκαν σαν θεότητες. Βέβαια τα ακραία φαινόμενα, συμπεριλαμβανομένης και της προσωπολατρίας στις διάφορες εκδοχές της, είχαν μειωθεί πριν το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, ή μάλλον είχαν περιοριστεί. Αντί για γενικευμένα φαινόμενα, τώρα δεν έχουμε παρά διάσπαρτες αντίπαλες αιρετικές ομάδες. Παρ’ όλα αυτά, η δύναμη των ιδεολογιών δεν εντοπίζεται τόσο στην ικανότητά τους να κινητοποιούν αισθήματα και να προκαλούν συγκινήσεις, όπως η παραδοσιακή θρησκεία – ο ιδεολογικός φιλελευθερισμός ελάχιστα δοκιμάστηκε -, αλλά στην επαγγελία τους ότι προσφέρουν διαρκείς λύσεις στα προβλήματα ενός κόσμου σε κρίση. Αλλά ως προς αυτό, καθώς ο αιώνας τελειώνει, η αποτυχία τους ήταν πλήρης.
Η κατάρρευση της ΕΣΣΔ συγκέντρωσε φυσικά την προσοχή πρωταρχικά στην αποτυχία του σοβιετικού κομμουνισμού, δηλαδή στην προσπάθεια να βασιστεί ολόκληρη η οικονομία στην κρατική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και στον κεντρικό σχεδιασμό των πάντων χωρίς αποτελεσματική προσφυγή στους μηχανισμούς της αγοράς και των τιμών. Όλες οι άλλες ιστορικές μορφές του σοσιαλιστικού ιδανικού είχαν στηριχθεί στην υπόθεση ότι θα υπήρχε μια οικονομία βασισμένη στην κοινωνική ιδιοκτησία όλων των μέσων παραγωγής, διανομής και ανταλλαγής (όχι αναγκαστικά κεντρικής κρατικής ιδιοκτησίας), στην εξάλειψη της ιδιωτικής επιχείρησης και στην κατανομή των πόρων διαμέσου μιας ανταγωνιστικής αγοράς. Επομένως, η αποτυχία αυτή υπονόμευσε επίσης τις προοπτικές και φιλοδοξίες του μη κομμουνιστικού σοσιαλισμού, μαρξιστικού ή άλλου, ακόμα κι αν κανένα τέτοιο καθεστώς ή κυβέρνηση δεν ισχυρίστηκε πραγματικά ότι είχε δημιουργήσει μια σοσιαλιστική οικονομία. Εάν ο μαρξισμός, η πνευματική δικαίωση και έμπνευση του κομμουνισμού, θα συνέχιζε να υπάρχει και σε ποια από τις μορφές του, παρέμεινε θέμα διαμάχης. Ωστόσο, είναι σαφές ότι αν ο Μαρξ εξακολουθούσε να θεωρείται ως μεγάλος στοχαστής, πράγμα που δύσκολα μπορούσε να αμφισβητηθεί, καμιά από τις εκδοχές του μαρξισμού που διαμορφώθηκε από τη δεκαετία του 1890 και μετά ως δόγμα πολιτικής δράσης και έμπνευσης για τα σοσιαλιστικά κινήματα, δεν ήταν πιθανό να επιβιώσει στην αρχική του μορφή.
Από την άλλη μεριά, η αντι-ουτοπία, το αντίπαλο δέος της σοβιετικής, ήταν φανερό ότι ήταν και αυτή χρεοκοπημένη. Εννοώ τη θεολογική πίστη σε μια οικονομία στην οποία οι πόροι κατανέμονται ολοσχερώς από μια εντελώς άφραγη και άνευ περιορισμών αγορά, υπό συνθήκες απεριόριστου ανταγωνισμού. Κατάσταση που θεωρείται ότι παράγει όχι μόνο το μέγιστο αγαθών και υπηρεσιών, αλλά επίσης τη μέγιστη ευτυχία καθώς και το μόνο είδος κοινωνίας που αξίζει να φέρει το όνομα «ελεύθερη». Ουδέποτε βέβαια υπήρχε μια αμιγής laissez-faire κοινωνία. Σε αντίθεση με τη σοβιετική ουτοπία, ευτυχώς καμιά απόπειρα δεν είχε καταβληθεί για την επιβολή μιας τέτοιας ακραίας φιλελεύθερης ουτοπίας στην πράξη πριν τη δεκαετία του ’80. Επιβίωσε απλώς στο μεγαλύτερο διάστημα του Σύντομου Εικοστού Αιώνα ως αρχή κριτικής των ανεπαρκειών των υπαρκτών οικονομιών και της αύξησης της κρατικής εξουσίας και γραφειοκρατίας. Η πιο συνεκτική προσπάθεια επιβολής της ουτοπίας αυτής στη Δύση έγινε από το καθεστώς της Μ. Θάτσερ στη Βρετανία και εφαρμόστηκε με κάποια βαθμιαία βήματα, μολονότι είναι γενικά χρεωκοπημένη. Επίσης, όταν καταβλήθηκαν προσπάθειες για τη διαμόρφωση τέτοιων laissez-faire οικονομιών ώστε να αντικαταστήσουν τις πρώην σοβιετικές-σοσιαλιστικές οικονομίες εν ριπή οφθαλμού, χρησιμοποιώντας μεθόδους «θεραπείας με ηλεκτροσόκ», όπως συνέστησαν δυτικοί σύμβουλοι, τα αποτελέσματα ήταν από οικονομική άποψη τρομακτικά με καταστρεπτικές κοινωνικές και πολιτικές συνέπειες. Οι θεωρίες πάνω στις οποίες βασίστηκε η νεοφιλελεύθερη θεολογία, παρά το γεγονός ότι του σοβιετικού προτύπου επιβεβαίωσε την πεποίθηση των υποστηρικτών του καπιταλισμού ότι καμιά οικονομία δεν μπορούσε να λειτουργήσει χωρίς χρηματιστήριο. Η αποτυχία του ακραίου νεοφιλελεύθερου προτύπου επιβεβαίωσε την ακόμα πιο δικαιολογημένη πεποίθηση ότι οι ανθρώπινες υποθέσεις, συμπεριλαμβανομένης και της οικονομίας, είναι πολύ σοβαρή υπόθεση για να την αφήνει κανείς στο έλεος της αγοράς.
Στήριξε επίσης την υπόθεση των σκεπτικιστών οικονομολόγων ότι δεν υπήρχε κανένας ορατός συσχετισμός μεταξύ της οικονομικής επιτυχίας ή αποτυχίας μιας χώρας και του εάν διέθετε ή όχι διακεκριμένους οικονομολόγους. (σ. σ. Θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι υπάρχει ακριβώς αντίστροφος συσχετισμός. Η Αυστρία πριν το 1938 δε φημιζόταν για την οικονομική επιτυχία της, την εποχή, μάλιστα, που διέθετε μία από τις πιο διακεκριμένες σχολές οικονομικών θεωριών. Αντίθετα, αποτέλεσε παράδειγμα οικονομικής επιτυχίας μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, όταν δε διέθετε κανέναν οικονομολόγο διεθνούς φήμης. Η Γερμανία, η οποία αρνήθηκε ακόμη και να συμπεριλάβει τη διεθνώς αναγνωρισμένη οικονομική θεωρία στη διδακτέα ύλη των πανεπιστημίων της, δε φάνηκε να έχει πρόβλημα. Πόσοι κορεάτες ή γιαπωνέζοι οικονομολόγοι αναφέρονται σ’ ένα συνηθισμένο τεύχος του περιοδικού American Economic Reuiew; Ωστόσο, στον αντίποδα, μπορούμε να φέρουμε ως παράδειγμα τη Σκανδιναβία, σοσιαλδημοκρατική, ευημερούσα και διαθέτουσα πολλούς από τους πιο διάσημους διεθνώς οικονομολόγους, από τα τέλη μάλιστα του δέκατου ένατου αιώνα). Ωστόσο, οι μελλοντικές γενιές ενδεχομένως να θεωρήσουν ότι όλη αυτή η διαμάχη και συζήτηση για το αν καπιταλισμός και σοσιαλισμός αποκλείονται αμοιβαίως και αν αποτελούν αντίθετους πόλους, δεν ήταν παρά ένα κατάλοιπο των ιδεολογικών Ψυχρών Πολέμων του εικοστού αιώνα, σαν να ήταν θρησκευτικές διαμάχες. Ίσως οι διαμάχες αυτές φανούν τόσο άσχετες με τα προβλήματα της τρίτης χιλιετηρίδας όσο άσχετες αποδείχτηκαν και οι διαμάχες μεταξύ Καθολικών και διαφόρων Μεταρρυθμιστών στο δέκατο έκτο και δέκατο έβδομο αιώνα για το δέκατο όγδοο και το δέκατο ένατο αιώνα.
Πιο σοβαρό γεγονός από την προφανή κατάρρευση των δύο ακραίων πόλων ήταν ο αποπροσανατολισμός των ενδιάμεσων ή μικτών προγραμμάτων και πολιτικών, όπως θα μπορούσαμε ίσως να τα αποκαλέσουμε, προγράμματα και πολιτικές που παρήγαγαν τα πιο εντυπωσιακά οικονομικά θαύματα του αιώνα. Διότι συνδύασαν με ρεαλιστικότητα το δημόσιο και το ιδιωτικό, την αγορά και το σχεδιασμό, το κράτος και την ιδιωτική επιχείρηση, σύμφωνα με τις απαιτήσεις των περιστάσεων και των συγκεκριμένων ιδεολογικών συνθηκών. Το πρόβλημα εδώ δεν έγκειται στην εφαρμογή κάποιας διανοητικά ελκυστικής ή εντυπωσιακής θεωρίας, είτε μπορούσε να την υπερασπιστεί κανείς είτε όχι σε αφηρημένο επίπεδο, διότι η δύναμη αυτών των προγραμμάτων ήταν η πρακτική επιτυχία τους παρά η θεωρητική συνοχή τους. Το πρόβλημα ήταν η διάβρωση της πρακτικής αυτής επιτυχίας. Οι Δεκαετίες της Κρίσης φανέρωσαν τα όρια και την εμβέλεια των διαφόρων πολιτικών που εφαρμόστηκαν στη Χρυσή Εποχή, χωρίς όμως να παράγουν πειστικές εναλλακτικές λύσεις. Αποκάλυψαν επίσης απρόβλεπτες αλλά δραματικές κοινωνικές και πολιτισμικές συνέπειες της εποχής της παγκόσμιας οικονομικής επανάστασης από το 1945 και μετά, καθώς και τις δυνάμει καταστροφικές οικολογικές συνέπειες. Εν συντομία, αποκάλυψαν ότι οι ανθρώπινοι συλλογικοί θεσμοί έχασαν τον έλεγχο που κάποτε ασκούσαν πάνω στις συλλογικές επιπτώσεις της ανθρώπινης δράσης. Πράγματι, μία από τις διανοητικά ελκυστικές πλευρές της νεοφιλελεύθερης ουτοπίας που εξηγεί τη βραχύβια μόδα της, ήταν ακριβώς το ότι είχε ως στόχο την παράκαμψη συλλογικών ανθρώπινων αποφάσεων. Το καλύτερο αποτέλεσμα, όποιο κι αν ήταν αυτό, θα επιτυγχάνετο εάν κάθε άτομο αφηνόταν ελεύθερο να επιδιώξει την ικανοποίησή του χωρίς κανέναν περιορισμό. Κάθε άλλη εναλλακτική πορεία δράσης ήταν χειρότερη – υποστήριζαν -, πράγμα κάθε άλλο παρά εύλογο.
Εάν στα τέλη του εικοστού αιώνα οι προγραμματικές ιδεολογίες που γεννήθηκαν στην Εποχή της Επανάστασης και το δέκατο ένατο αιώνα περιήλθαν σε πλήρη σύγχυση χάνοντας τον προσανατολισμό τους, τότε ακόμη και οι πιο αρχαίοι οδηγοί και σηματοδότες μέσα σ’ αυτόν τον πολύπλοκο κόσμο, δηλαδή οι παραδοσιακές θρησκείες, δεν πρόσφεραν κάποια εύλογη εναλλακτική λύση. Οι δυτικές θρησκείες περιέπεσαν σε πλήρη σύγχυση ακόμα και στις λίγες εκείνες χώρες – με επικεφαλής αυτήν την περίεργη χώρα, τις ΗΠΑ – όπου οι οπαδοί των διαφόρων Εκκλησιών αλλά και το εκκλησίασμα παρέμειναν στα συνήθη (Kosmin – Lachmann, 1993), ενώ επιταχύνθηκε η παρακμή διαφόρων Προτεσταντικών δογμάτων. Εκκλησίες και παρεκκλήσια που είχαν κατασκευαστεί στις αρχές του αιώνα, ήταν τώρα άδεια ή προς πώληση για να χρησιμοποιηθούν για άλλους σκοπούς, ακόμα και στην Ουαλία όπου είχαν συμβάλει στη διαμόρφωση της εθνικής ταυτότητας. Από τη δεκαετία του ’60 και μετά, όπως είδαμε, κατακόρυφη υπήρξε και η παρακμή του Ρωμαιοκαθολικισμού. Ακόμα και στις πρώην κομμουνιστικές χώρες όπου η Εκκλησία απολάμβανε στο παρελθόν το πλεονέκτημα να συμβολίζει την αντίθεση απέναντι σε βαθιά αντιδημοφιλή καθεστώτα, το μετακομμουνιστικό καθολικό ποίμνιο έδειξε την ίδια τάση απομάκρυνσης από τον ποιμένα όπως και σ΄ άλλες χώρες. Παρατηρητές των θρησκευτικών πραγμάτων υποστήριξαν μερικές φορές ότι διέκριναν κάποια επιστροφή στη θρησκεία στη μετασοβιετική περιοχή της Ορθόδοξης εκκλησίας, αλλά βαδίζοντας προς το τέλος του αιώνα δεν υπάρχουν ισχυρά στοιχεία που να δείχνουν ότι μια τέτοια εξέλιξη είναι δυνατή, χωρίς βέβαια να είναι και απίθανη. Το ακροατήριο όλων αυτών των χριστιανικών δογμάτων λιγόστευε όλο και περισσότερο.
Την παρακμή και πτώση των παραδοσιακών θρησκειών δεν αντιστάθμισε, τουλάχιστο στην αστική κοινωνία του ανεπτυγμένου κόσμου, κάποια αύξηση μαχητικών θρησκευτικών αιρέσεων ή η άνοδος νέων λατρειών ή άλλων θρησκευτικών κοινοτήτων με ιδιαίτερες ιεροτελεστίες. Ακόμα λιγότερο εμφανής η επιθυμία των ανθρώπων να βρουν καταφύγιο σε διάφορες άλλες ιδέες και πεποιθήσεις που η δύναμή τους έγκειται ακριβώς στον ανορθολογισμό τους, δραπετεύοντας από έναν κόσμο που δεν μπορούσαν ούτε να τον καταλάβουν ούτε να τον ελέγξουν. Ο δημόσιος θόρυβος που συχνά κάνουν τέτοιες σεχταριστικές ομάδες, λατρείες και μικρές κοινότητες ιδιότυπων ιδεών, δεν πρέπει να αποσπάσει την προσοχή μας από το αντικειμενικό γεγονός ότι οι οπαδοί τους είναι σχετικά λίγοι. Μόνο το 3-4% των Βρετανών Εβραίων ανήκαν σε κάποια ακραία-ορθόδοξη θρησκευτική ομάδα ή αίρεση. Κάπου 5% του ενήλικου πληθυσμού των ΗΠΑ ανήκε σε μαχητικές και ιεραποστολικές θρησκευτικές ομάδες (Kosmin – Lachmann, 1993, σ. 15-16). (σ. σ. Στηρίζω τους υπολογισμούς μου σ’ αυτές τις ομάδες που αυτοαποκαλούνται: Πεντηκοστή, Εκκλησίες του Χριστού, Μάρτυρες του Ιεχωβά, Εκκλησίες της Αυτού Αγιότητας, «θείον χάρισμα» και «Ανα-Γέννηση»).
Στον Τρίτο Κόσμο και στην περιφέρειά του, η κατάσταση ήταν διαφορετική, με εξαίρεση πάντα τους μεγάλους πληθυσμούς της Άπω Ανατολής, όπου η παράδοση του Κομφούκιου παρέμεινε αλώβητη απέναντι σε ανεπίσημες λατρείες, για αρκετές χιλιετηρίδες. Εδώ, πράγματι, θα περίμενε κανείς οι θρησκευτικές παραδόσεις που συνιστούσαν λαϊκούς τρόπους του σκέπτεσθαι για τον κόσμο, να αποκτήσουν προεξάρχουσα θέση στο δημόσιο βίο, καθώς οι απλοί άνθρωποι ήρθαν στο προσκήνιο. Κι αυτό συνέβη στις τελευταίες δεκαετίες του αιώνα, καθώς οι μη θρησκευτικές και εκσυγχρονιστικές ελίτ που οδήγησαν τις χώρες τους στο σύγχρονο κόσμο, τέθηκαν στο περιθώριο. Η απήχηση της πολιτικοποιημένης θρησκείας ήταν ακόμη μεγαλύτερη, διότι οι παλαιές θρησκείες ήσαν, σχεδόν εξ ορισμού, εχθρικές απέναντι στο δυτικό πολιτισμό, ο οποίος θεωρείτο φορέας κοινωνικής διατάραξης, καθώς και απέναντι στις πλούσιες και άθεες χώρες που φαίνονταν περισσότερο από κάθε άλλη φορά σαν οι εκμεταλλευτές των φτωχών χωρών. Το γεγονός ότι οι τοπικοί στόχοι τέτοιων κινημάτων ήταν οι εκδυτικοποιημένοι πλούσιοι με τις Mercendew τους και τις χειραφετημένες γυναίκες τους, πρόσθετε τέτοιο επίστρωμα ταξικής πάλης σ’ αυτά τα κινήματα. Έγιναν γνωστά στη Δύση (παραπλανητικά όμως) ως κινήματα θρησκευτικού «φονταμενταλισμού». Όμως, όπως και να τα αποκαλέσουμε, παραμένει γεγονός ότι τα κινήματα αυτά είχαν το βλέμμα τους, ex officio θα λέγαμε, στραμμένο προς τα πίσω, προς κάποια πιο απλή, πιο σταθερή και ολοκληρωμένη εποχή του παρελθόντος, όπως το φαντάζονταν τα ίδια. Εφόσον όμως δεν υπήρχε καμιά δυνατότητα, κανένας δρόμος επιστροφής σε μια τέτοια εποχή του παρελθόντος και εφόσον οι ιδεολογίες αυτές δεν είχαν τίποτε να προσφέρουν σε σχέση με τα πραγματικά προβλήματα των κοινωνιών που τόσο διαφορετικές ήταν, επί παραδείγματι, από τις ποιμενικές νομαδικές κοινωνίες της αρχαίας Μέσης Ανατολής, δεν πρόσφεραν και καμιά καθοδήγηση για τη λύση των προβλημάτων αυτών. Αποτελούσαν συμπτώματα αυτού που ο πνευματώδης Βιεννέζος Karl Kraus αποκαλούσε ψυχανάλυση: «την ασθένεια που είχαν ως στόχο να θεραπεύσουν».