ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΑΙΔΕΙΑ

Posted: 4 Σεπτεμβρίου 2009 in ΑΓΝΩΣΤΗ ΕΚΔΟΣΗ, ΓΕΛΟΙΟ, ΚΕΙΜΕΝΑ, ΟΛΑ

Δημοσιεύθηκε στις σελίδες,
http://hereticrepublic-gr.blogspot.com/2009/05/c-i.html
http://hereticrepublic-gr.blogspot.com/2009/05/c-ii-c-ii.html
http://hereticrepublic-gr.blogspot.com/2009/05/c-iii.html
ως,

Το βρώμικο παιχνίδι της Εκκλησίας εις βάρος της Ελληνικής Παιδείας

Στο σχολείο μας έμαθαν ότι η εκκλησία με το «κρυφό σχολειό» έσωσε την ελληνική παιδεία, κάτι που αμφισβητείται εντόνως – και δικαίως – ως χονδροειδέστατο ψέμμα από το σύνολο των Ελλήνων ιστορικών της εποχής εκείνης.

Ήδη κατέδειξα σε όλα μου τα προηγούμενα άρθρα τον ανθελληνικό και ουδόλως πατριωτικό ρόλο της εκκλησίας. Τώρα θα καταπιαστώ με την αντιμετώπιση που επεφύλαξε η εκκλησία στους Έλληνες διαφωτιστές, που, με αφορμή τον δυτικό Διαφωτισμό, ο οποίος επανέφερε στο προσκήνιο την Ελληνική φιλοσοφία, κατέβαλλαν άοκνες προσπάθειες για να μορφώσουν τους υπόδουλους Ρωμιούς και να ξανακάνουν Έλληνες τους προσκυνημένους «ραγιάδες». Κι όλα αυτά, παρά το διωγμό του πρυτάνεως των Ελλήνων διαφωτιστών Μεθόδιου Ανθρακίτη.

Το μονοπάτι του Ανθρακίτη ακολούθησαν δυο σχεδόν σύγχρονοί του λόγιοι εξ Επτανήσου: ο Βικέντιος Δαμοδός από την Κεφαλλονιά (1679-1752) και ο Αντώνιος Κατήφορος από τη Ζάκυνθο (1685-1763), αμφότεροι σπουδαγμένοι στην Ιταλία. Ο Δαμοδός, όταν επέστρεψε στο νησί του, ίδρυσε σχολείο στο χωριό Χαβριάτα, απ’όπου καταγόταν. Έγραψε τα έργα του στη δημοτική, γιατί θεωρούσε πως η φιλοσοφία και οι επιστήμες έπρεπε να γράφονται σε κατανοητή από το ευρύ κοινό γλώσσα, αλλιώς δεν είναι χρήσιμες. Ο Δ. Φωτιάδης γράφει «η ηθική στάση του Δαμοδού είναι θαρραλέα και θα έλεγε κανείς, προοδευτική. Ένα πνεύμα δημοκρατικό τον διέπει: η απόλυτη εξουσία του ανδρός μέσα στο σπίτι ή του δεσπότη επάνω στο ποίμνιό του δεν του είναι αρεστή» (Δ. Φωτιάδης, «Η Επανάσταση του 1821», τόμος α’, σελ. 161, εκδόσεις «Μέλισσα»). Ο Κατήφορος, με τη σειρά του, εκδίδει το 1734 μια «Γραμματική». Στον πρόλογό της διαπιστώνει περιχαρής την έφεση που αρχίζουν οι σύγχρονοί του Έλληνες να δείχνουν προς τις επιστήμες. Και αυτός επιλέγει τη δημοτική γλώσσα ως επικοινωνιακό του όργανο.

Άλλος Επτανήσιος διαφωτιστής ήταν ο Ευγένιος Βούλγαρις, γεννημένος στην Κέρκυρα το 1716. Δάσκαλοί του ήταν οι προαναφερθέντες διαφωτιστές, ο Δαμοδός και ο Κατήφορος. Συνέχισε τις σπουδές του στην Ιταλία, στο πανεπιστήμιο της Πάδουας. Όταν τις περάτωσε, επέστρεψε στην τουρκοκρατούμενη Ελλάδα και άρχισε να διδάσκει ως σχολάρχης στα Ιωάννινα, στη Μαρουτσαία Σχολή. Τη θέση του όμως αναγκάστηκε να εγκαταλείψει «φθονούμενος και προπηλακιζόμενος μέχρι σημείου ουκ ανεκτού» (Τρύφων Ευαγγελίδης, «Η Παιδεία επί Τουρκοκρατίας», τόμος Α’, σελ. 158). Ο Τρύφων Ευαγγελίδης αναφέρει ότι ο Κωνσταντίνος Μπαλάνος-Βασιλόπουλος, σχολάρχης της Μπαλαναίας Σχολής στα Ιωάνινα, διέβαλε τόσο τον Ανθρακίτη όσο και τον Βούλγαρι ως «άθεους νεωτεριστές» και ευθύνεται για το διωγμό και των δυο (Ευαγγελίδης, ο.π., σελ. 161). Τελικά, ο Βούλγαρις έγινε διευθυντής της «Αθωνιάδος Ακαδημίας» στο Άγιο Όρος, από την οποία πάλι διώχθηκε βιαίως. Ο λόγος ήταν το… θράσος του να διδάσκει μαθηματικά και φιλοσοφία, κάτι που προκάλεσε οργισμένες αντιδράσεις: «Δυστυχώς η σχολαρχία του Βουλγάρεως μόνον επί 5 έτη παρετάθη (1753-1758), διότι επισυνέβησαν διαφοραί και παρεξηγήσεις μεταξύ διδασκάλων (…), των μαθητών έξωθεν υποκινουμένων, ιδίως υπό του Παλαμά ζητούντος την σχολαρχίαν, ώστε ανήρ οίος ο Βούλγαρις, μη ανεχόμενος την αξιοθρήνητον ταύτην κατάστασιν παρητήθη, αφ’ου ετόλμησαν και σωματικώς να κακοποιήσωσιν αυτόν» (Ευαγγελίδης, ο.π., σελ. 92).

Αφού λοιπόν έφαγε το ξύλο του, εγκατέλειψε το «Άγιον» Όρος το 1758 και πήγε στη Θεσσαλονίκη, όπου ιδιώτευσε μέχρι το 1761. Τότε τον κάλεσε ο πατριάρχης Σεραφείμ Β’, για να αναλάβει τη θέση του σχολάρχη της Μεγάλης του Γένους Σχολής. Ούτε εκεί παρέμεινε για μεγάλο χρονικό διάστημα: έπεσε σε δυσμένεια και από την Πόλη μετέβη στη Λειψία, όπου εξέδωσε τα φιλοσοφικά συγγράμματά του. Στη Λειψία εκφράσθηκε ανοιχτά ως οπαδός του Leibniz, θεμελιωτή της γερμανικής φιλοσοφίας και του John Locke. Ο Locke απέρριπτε τη μεταφυσική σκέψη και έλεγε ότι οι παραστάσεις είναι αποτέλεσμα της εμπειρίας μας. Επίσης, ακολουθώντας το παράδειγμα των κλασσικών Ελλήνων φιλοσόφων, ο Locke προσπαθούσε να συμβιβάσει τον ορθό λόγο με τη θρησκεία· θεωρούσε βλέπετε την ύπαρξη του θείου ως κάτι αποδείξιμο και όχι έμφυτο, ενώ ελληνίζουσα ήταν και η πολιτική του στάση, καθώς υποστήριζε ότι η βασιλεία υπάρχει «ελέω λαού» και όχι «ελέω θεού», συνεπώς είναι ανακλητή. Ωστόσο, ο Βούλγαρις δεν είχε τις ικανότητες ή τη συνέπεια του Locke, όπως αναφέρει ο Φωτιάδης (Φωτιάδης, ο.π.). Τελευταίος σταθμός στη ζωή του Βουλγάρεως ήταν η Ρωσία: εκεί, έγινε βιβλιοθηκάριος της τσαρίνας Αικατερίνης και το 1776 αρχιεπίσκοπος του Σλαβινίου και της Χερσώνος. Το 1801 αποσύρθηκε στη μονή του Αλεξάνδρου Νέφσκι, όπου και πέθανε το 1806, αφήνοντας πίσω του πλούσιο συγγραφικό έργο, το οποίο περιλαμβάνει επιστημονικά, φιλοσοφικά και θεολογικά βιβλία, μεταφράσεις αρχαίων συγγραφέων και ξένων συγγραφέων της εποχής. Το διασημότερο όμως βιβλίο του ήταν η «Λογική», την οποία δίδαξε σε όλες τις σχολές όπου εργάστηκε και απετέλεσε για σειρά ετών τη βάση μελέτης της φιλοσοφίας στα σχολεία της Ελλάδας. Αξίζει να σημειώσουμε τα εξής:

* Ο Ευαγγελίδης αναφέρει πως το έτος 1761 ο Βούλγαρις, σχολάρχης τότε της Πατριαρχικής Ακαδημίας (1760-1761), κατηγορήθηκε ότι δίδασκε μαθηματικά, κατηγορία στην οποία αποδίδει την τελική αποδημία του στη Ρωσία (Ευαγγελίδης, ο.π., τόμος Β’, σελ. 398)
* Στα νιάτα του, ο Βούλγαρις ήταν θαυμαστής του Βολταίρου, αλλά στα γεράματά του πέρασε στη συντηρητική όχθη και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό ώστε να τον κατατάσσει στα «μεγάλα και εξακουστά επί δυσσεβεία ονόματα».

Ο Νικηφόρος Θεοτόκης θεωρείται διάδοχος του Βουλγάρεως. Κι αυτός εκ Κερκύρας ορμώμενος, γεννημένος το 1731. Και αυτός σπούδασε στην Ιταλία και γύρισε στην Ελλάδα. Αρχικά έμεινε στην Κέρκυρα για λίγο ως δάσκαλος και κληρικός. Δέχθηκε πρόσκληση του πατριάρχη Σαμουήλ Χαντζερή, στην οποία ανταποκρίθηκε, αλλά δυσαρεστήθηκε από τον συντηρητισμό των αρχιερέων που έβλεπαν εχθρικά τις θετικές επιστήμες. Έτσι, εγκατέλειψε την πρωτεύουσα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και κατέφυγε στη Λειψία, χωρίς το φόβο της λογοκρισίας και του ανατολίτικου συντηρητισμού του Πατριαρχείου. Αργότερα έγινε διευθυντής της Αυθεντικής Σχολής στο Γιάσι (Ιάσιο) της Μολδαβίας, αλλά το… θράσος του να διδάξει φυσική στους μαθητές προκάλεσε την μήνιν των υπερσυντηρητικών Ρωμιών. Έτσι, εγκατέλειψε τα πάντα «διά νυκτός ως δραπέτης» και κατέφυγε στη Ρωσία, όπου διαδέχθηκε τον Βούλγαρι στον αρχιεπισκοπικό θρόνο Σλαβινίου και Χερσώνος. Στην Αυθεντική Σχολή τη θέση του πήρε ο Ιώσηπος Μοισιόδακας· μη νομίσετε όμως ότι κι αυτός είχε καλύτερη τύχη: όταν τόλμησε να διδάξει μαθηματικά ως εισαγωγή στη φιλοσοφία, έφυγε κι αυτός νύχτα, κυνηγημένος απ’τους ρωμιοταλιμπάν. Ο Φωτιάδης γράφει πως «με τον Θεοτόκη κλείνει η περίοδος αυτή του διαφωτισμού. Στηριζόταν κύρια σε φωτισμένους κληρικούς, που οι περισσότεροί τους σπούδασαν στην Ευρώπη. Ο ανώτερος κλήρος στρέφεται προς τον συντηρητισμό και η προοδευτική σκέψη γίντεαι πια όλο και περισότερο κτήμα της πρωτοεμφανιζόμενης στον ελληνικό χώρο αστικής τάξης» (Φωτιάδης, ο.π., σελ. 163).

Ας δούμε όμως λίγο πώς παρουσίαζε την όλη κατάσταση ο Γέρος του Μοριά, ο αρχιστράτηγος της Επανάστασης Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Σε λόγο που έβγαλε το Νοέμβριο του 1838, απευθυνόμενος στους μαθητές του γυμνασίου της Αθήνας, στηλίτευσε με σφοδρότητα τους αρχιερείς για την εχθρότητά τους κατά της Ελληνικής Παιδείας και απέδωσε το ξέσπασμα της Επανάστασης και την αναγέννηση της Ελλάδας στους αρχαιολάτρες διαφωτιστές που η εκκλησία έβριζε και εδίωκε.

Ακόμα και σήμερα, τα λόγια του (δις αφορισθέντος) Κολοκοτρώνη γκρεμίζουν σα χάρτινους πύργους τους μύθους περί διάσωσης της Ελληνικής Παιδείας υπό της εκκλησίας, οι δε απόψεις του ταυτίζονται πλήρως με αυτές του συγγραφέα της «Ελληνικής Νομαρχίας». Ας δούμε όμως τι λέει ο αρχιστράτηγος της Παλιγγενεσίας:

«Ο Σουλτάνος διώρισε έναν Βιτσερέ (αντιβασιλέα), έναν Πατριάρχη και του έωσε την εξουσία της Εκκλησίας. Αυτός και ο λοιπός κλήρος έκαμαν ό,τι τους έλεγε ο Σουλτάνος. Ύστερον έγιναν οι Κοτζαμπάσηδες (προεστοί) εις όλα τα μέρη. Η τρίτη τάξις, οι έμποροι και οι προκομμένοι, το καλλίτερο μέρος των πολιτών, μην υποφέροντες τον ζυγό, έφευγαν και οι γραμματισμένοι επήραν και έφυγαν από την Ελλάδα, την πατρίδα των, και έτσι έμεινε ο λαός, όστις στερημένος από τα μέσα της προκοπής εκατήντησεν εις αθλίαν κατάσταση και αυτή αύξαινε κάθε μέρα χειρότερα· διότι, αν ευρίσκετο μεταξύ του λαού κανείς με ολίγην μάθηση, τον ελάμβανε ο κλήρος όστις έχαιρε προνόμια, ή εσύρετο από τον έμπορο της Ευρώπης ως βοηθός του, ή εγίνετο γραμματικός του προεστού. Και μερικοί, μην υποφέροντες την τυραννίαν του Τούρκου και βλέποντες τες δόξες αυτές και τες ηδονές, όπου απελάμβαναν αυτοί, άφηναν την πίστη τους και εγίνοντο μουσουλμάνοι. Και τοιουτοτρόπως κάθε ημέρα ο λαός ελίγνευε και επτώχαινε.»

Συνεχίζοντας, ο Κολοκοτρώνης αναφέρει ότι οι ραγιάδες Ρωμιοί συνειδητοποίησαν την ελληνική τους καταγωγή και ξεκίνησαν τον εθνικοαπελευθερωτικό τους αγώνα, μόνο όταν ήρθαν σε επαφή με τα έργα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας (Φιλοσοφία και Ιστορία). Τα φιλοσοφικά, επιστημονικά και ιστορικά συγγράμματα των αρχαίων συγγραφέων ήσαν άγνωστα στην Ελλάδα λόγω των απαγορεύσεων που επέβαλε η εκκλησία στη διδασκαλία τους (κι αφήστε τους να λένε ότι… τα φυλάγανε στα μοναστήρια) και έφτασαν στα χέρια του υπόδουλου λαού χάρη στις άοκνες προσπάθειες των ξενιτεμένων στις δυτικές χώρες Ελλήνων διαφωτιστών. Οι ραγιάδες επαναστάτησαν μόνον όταν αντιλήφθηκαν πως ήταν απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων (κι όχι Ρωμαίοι-Ρωμιοί, όπως ήθελε η εκκλησία), που φημίζονταν για τα κατορθώματά τους. Καταλήγει δε ο αρχιστράτηγος:

«Εις αυτήν την δυστυχισμένην κατάσταση μερικοί από τους φυγάδες γραμματισμένους εμετάφραζαν και έστελναν εις την Ελλάδα βιβλία – και εις αυτούς πρέπει να χρωστούμε ευγνωμοσύνη, διότι ευθύς όπου κανένας άνθρωπος από τον απλό λαό εμάνθανεν τα κοινά γράμματα, εδιάβαζεν αυτά τα βιβλία, και έβλεπε ποιους είχαμε προγόνους, τι έκαμεν ο Θεμιστοκλής, ο Αριστείδης, και οι άλλοι παλαιοί μας, και εβλέπαμε και εις ποίαν κατάστασιν ευρισκόμεθα τότε. Όθεν μας ήλθεν εις το νου να τους μιμηθούμε και να γίνωμε ευτυχέστεροι. Και έτσι έγινεν και επροόδευσεν η Εταιρεία» (Γεώργιος Τερτσέτης & Αναστάσιος Πολυζωΐδης, «Απομνημονεύματα Θ. Κολοκοτρώνη»).»

Τα συμπεράσματα δικά σας. Τέλος πάντων, μέχρι να ξεκινήσει ο Νεοελληνικός Διαφωτισμός, η εκπαίδευση στην υπόδουλη Ελλάδα περιελάμβανε την αποστήθιση μερικών κειμένων στην αρχαία Ελληνική (σχεδόν αποκλειστικά εκκλησιαστικών κειμένων), μελέτη κανόνων γραμματικής και θεολογία. Όπως έγινε και στο εξωτερικό, ο Διαφωτισμός επεχείρησε να εισαγάγει τις θετικές επιστήμες (φυσική, μαθηματικά, αστρονομία, φιλοσοφία κλπ). Τα νέα φιλοσοφικά ρεύματα που έρχονταν εξ Εσπερίας ήταν όμως κάτι που έτρεμε η εκκλησία, γιατί η εξάπλωσή τους θα σήμαινε απομείωση της επιρροής και των προνομίων της.

Στην προσπάθειά της να αποτρέψει την εισαγωγή αυτών των «άθεων γραμμάτων» στις επηρεαζόμενες από αυτήν οθωμανικές επαρχίες, η Ορθόδοξη εκκλησία έσπευσε να αφορίσει και να αναθεματίσει επιστημονικές και φυσικές αλήθειες – όπως λ.χ. το ηλιοκεντρικό σύστημα, που πρωτοδιατυπώθηκε από τον Σάμιο φιλόσοφο Αρίσταρχο (320-250 π.Χ.), ο οποίος υποστήριξε αυτό που γνωρίζουμε και σήμερα, δηλαδή ότι η γη κινείται σε τροχιά γύρω από τον ήλιο και ταυτόχρονα περιστρέφεται γύρω από τον άξονά της. Το σύστημα αυτό επαναδιατύπωσε, όπως γνωρίζουμε, ο Κοπέρνικος. Θαυμάστε το έργο της εκκλησίας: το 1797, ο σχολάρχης της Πατριαρχικής Σχολής Σέργιος Μακραίος βάλθηκε να αποδείξει ότι είναι λανθασμένη η ηλιοκεντρική θεωρία· εξέδωσε μάλιστα και ένα βιβλιαράκι με τίτλο «Τρόπαιον Κατά Του Κοπερνικού Συστήματος». Από τον τίτλο και μόνο καταλαβαίνει κανείς πόσο βλακώδες ήταν το πόνημα αυτό.

Θα ήταν βέβαια ανόητο να περιμένουμε από την εκκλησία, που κατεδίκαζε εις θάνατον «επί ελληνισμώ» όσους αρνιόντουσαν να ασπασθούν «του Χριστού την πίστη την αγία» και υπήρξε πρωτοπόρος των στρατοπέδων συγκεντρώσεως, να μην ξεκινήσει τις διώξεις και τους αφορισμούς κατά των διαφωτιστών δασκάλων του Έθνους. Έχω άλλωστε ήδη αναφέρει τι διωγμούς υπέστησαν ο Δαμοδός, ο Κατήφορος, ο Θεοτόκης, ο Ανθρακίτης. Ο Ακαρνάνας Χριστόδουλος Παμπλέκης (1743-1793), επηρεασμένος από τον Σπινόζα και την πατρώα ελληνική φιλοσοφία, έγραψε το πανθεΐζον βιβλίο «Περί Φιλοσόφου, Φιλοσοφίας, Μεταφυσικών και Θείων Αρχών». Σ’αυτό το βιβλίο, αρνήθηκε τα θαύματα, άρα και το «πίστευε και μη ερεύνα». Βεβαίως, το Πατριαρχείο τον αφόρισε αυθωρεί και παραχρήμα. Αυτό όμως δεν κατάφερε να μειώσει το θαυμασμό και την υποστήριξη των φίλων του, που του έστησαν μνημείο σε δημόσιο πάρκο της Λειψίας μετά το θάνατό του. Δυστυχώς, η επίσημη «Ιστορία» που διδάσκονται οι νέοι μας σήμερα αποσιωπά όλα αυτά τα γεγονότα και διαιωνίζει την προπαγάνδιση του παραμυθιού του «κρυφού σχολειού» και της «μητέρας εκκλησίας» που… «έσωσε και διαφύλαξε το Έθνος».

Ο Κούμας, που κι αυτόν τον κυνήγησε η εκκλησία (πώς τολμούσε άλλωστε να πάει να μορφώσει τους ραγιάδες…), σημειώνει «κατ’εκείνους τους χρόνους και μόνη η διδασκαλία των μαθηματικών εθεωρείτο ως πηγή της αθεΐας, της οποίας πρώτον αποτέλεσμα ήτον η κατάργησις της νηστείας».

Άλλος διαφωτιστής που κυνήγησε η εκκλησία ήταν ο διάκονος και ρεφερενδάριος της Μεγάλης Εκκλησίας (όπως αναφέρει ο Ευαγγελίδης στο έργο του «Η Παιδεία επί Τουρκοκρατίας») Στέφανος Δούγκας. Αυτός γεννήθηκε στον Τύρναβο κατά τα τέλη του 18ου αιώνα και πέθανε το 1830. Σπουδαγμένος στη Γερμανία και επηρεασμένος από τη φιλοσοφία του Schelling, αποφάσισε να μορφώσει του υπόδουλους συμπατριώτες του. Έτσι, με δικά του έξοδα αγόρασε όργανα φυσικής, αστρονομίας και χημείας και τα έστειλε στα Αμπελάκια, θέλοντας ν’ανοίξει πανεπιστήμιο εκεί.

Το Πατριαρχείο όμως είχε παντού μάτια κι αυτιά κι έτσι τον κατηγόρησε πως «επιχειρεί ο τολμητίας ουτοσί εν τοιούτω προχήματι τη φιλοσοφική εγκαθιδρυθείς ου μετ’ολίγης φαντασίας έδρα, την φυσικήν μετά της αλγεβραϊκοαριθμητικής παράδοσιν, ασυμβιβάστως πάντη και πάντως, τη θεοπνεύστω συμβιβάζειν Γραφή». Ο παραλογισμός και η ανοησία των «ιεραρχών» φαίνεται από μακριά και συνάδει πλήρως με τις κατάρες που ρίχνουν σε κάθε τι ελληνικό την Κυριακή της Ορθοδοξίας. Ωστόσο, ο Δούγκας, ευρισκόμενος αντιμέτωπος με τον αφορισμό, τρομοκρατήθηκε (και λόγω της ιδιότητός του ως διακόνου) και αναγκάσθηκε να εγκαταλείψει την προσπάθειά του. Ο Ευαγγελίδης αναφέρει: «Πρώην σχολάρχης της Πατριαρχικής Ακαδημίας. Έπειτα ηγούμενος και αρχιμανδρίτης του εν Ιασίω Μετοχίου της Μονής Βατοπεδίου Ρακετώσης. Τω 1815 κατήγγειλεν αυτόν ο εν Μολδαβία παροικών Δωρόθεος Βουλισμάς τη Μεγάλη Εκκλησία ως διδάσκοντα τα φυσικά και φιλοσοφικά παρά τα υπό της Εκκλησίας πρεσβευόμενα, κατά το σύστημα του διδασκάλου του Σέλιγγ. Και ηναγκάσθη να αποστείλη τα έργα του, άπερ κατεκρίθησαν και υπεχρεώθη να υποβάλη λίβελλον πίστεως, εκδοθέντα υπό Γεδεών, δι’ου απεδέχθη την απόφασιν της Εκκλησίας λέγων: ‘ότι απερισκέπτως και χωρίς πνεύματος τα του Αγίου Πνεύματος εισηγείτο'» (Τρύφων Ευαγγελίδης, «Η Παιδεία επί Τουρκοκρατίας», τόμος Β’, σελ. 399).

Πρέπει να πω εδώ ότι δεν υπέκυψαν όλοι οι διαφωτιστές («φωταδιστές» τους αποκαλούσε ο αλήστου μνήμης αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος Παρασκευαΐδης) στις πιέσεις, στους διωγμούς και στις απειλές του Πατριαρχείου, παρά τη σφοδρότητα και τη λύσσα με την οποία το Φανάρι πολεμούσε κάθε προσπάθεια μόρφωσης των ραγιάδων.

Ας πάρουμε για παράδειγμα τον Αδαμάντιο Κοραή. Δεν δείλιασε, αλλά συνέχισε τον αγώνα του, απτόητος από τις απειλές. Θα ήταν βέβαια μάταιο να πιστεύουμε ότι η εκκλησία δεν θα αντιδρούσε. Όσο λοιπόν οι υπόδουλοι Έλληνες εξοικειώνονταν με το πνεύμα του Διαφωτισμού και με τις θετικές επιστήμες – οι οποίες άλλωστε γεννήθηκαν στην Ελλάδα – , τόσο η εκκλησία προσπαθούσε να απαντήσει, αναζητώντας ερείσματα στο δικό της εκπαιδευτικό σύστημα, το οποίο περιελάμβανε – πέραν της μελέτης των θρησκευτικών κειμένων – τη σχολαστική διδασκαλία της γραμματικής, αποκλείοντας κάθε άλλο μάθημα, κάθε άλλη γνώση από το πρόγραμμά της. Ο Πανούτσος έγραφε «το μεγάλο οχυρό είναι ανέκαθεν η Γραμματική· αυτή εξασφαλίζει ανέκαθεν την ορθοφροσύνη και την ορθοδοξία».

Εδώ οφείλουμε να παρατηρήσουμε κάτι ιδιαίτερα ενδιαφέρον: αν ψάξετε στο διαδίκτυο το πρόγραμμα σπουδών της «Φιλοσοφικής» Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, θα δείτε ότι… η Ελληνική Φιλοσοφία απλώς δεν διδάσκεται εκεί! Μόνον κάποια εισαγωγικά στοιχεία υπάρχουν κι από εκεί κι έπειτα οι φοιτητές διδάσκονται μόνον γραμματική! Επίσης, οι απόφοιτοι της «Φιλοσοφικής» αποκαλούνται φιλόλογοι και η μοναδική τους επιστημονική εξειδίκευση είναι η διδασκαλία της Ελληνικής Γλώσσας. Όπως δηλαδή οι «γραμματικοί» της τουρκοκρατίας. Μην περιμένετε βεβαίως μεταξύ τους να βρείτε γνώστες της Ελληνικής Φιλοσοφίας· ματαιοπονείτε. οι περισσότεροι αγνοούν τελείως τη Φιλοσοφία της Ελλάδος, γιατί η «Φιλοσοφική» Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών έχει την παγκόσμια πρωτοτυπία να μην τη διδάσκει!

Βεβαίως, αυτό σημαίνει ότι, χωρίς την Ελληνική Φιλοσοφία, το πρόγραμμα σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών διαιωνίζει την εκπαιδευτική κατοχή της εκκλησίας – μην ξεχνάμε άλλωστε ότι ο μεγαλύτερος κίνδυνος για το «ορθόδοξο» δόγμα είναι η Ελληνική Φιλοσοφία, την οποίαν τόσο καθύβρισαν οι τρεις «προστάτες των Ελληνικών Γραμμάτων» ιεράρχες και όλο τους το συνάφι, την οποίαν αναθεματίζει η εκκλησία κάθε «Κυριακή της Ορθοδοξίας» (δηλαδή κάθε επέτειο της επανόδου της χριστιανικής ειδωλολατρίας των λειψάνων και των «θαυματουργών» εικόνων). Με άλλα λόγια, η «Φιλοσοφική» Σχολή, αντί να παράγει αποφοίτους ελεύθερους στο φρόνημα, οπλισμένους με τον Ορθό Λόγο, διαιωνίζει το ιδανικό της υποτέλειας και του ραγιαδισμού.

Χωρίς Ορθό Λόγο, χωρίς τις αξίες της αξιοπρέπειας, της παρρησίας, της ισηγορίας, της ελεύθερης σκέψης, είναι να απορούμε για την κατάντια της χώρας μας; Προφανώς όχι.

Ας δούμε όμως τι ρόλο έπαιξε ο «ήρωας» Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε’. Είναι βέβαια γνωστό ότι είχε αφορίσει την Επανάσταση του ’21. Βεβαίως, δεν ήταν η μοναδική φορά που έπαιρνε το μέρος των Τούρκων και όχι των Ελλήνων, αλλά τώρα θα ήθελα να στρέψω την προσοχή σας σε μια εγκύκλιο που ο ίδιος έβγαλε το 1819. Γράφει λοιπόν:

«Επιπολάζει ενιαχού μία καταφρόνησις περί τα Γραμματικά μαθήματα και διόλου παράβλεψις περί τας Λογικάς και Ρητορικάς τέχνας, και περί αυτήν επί πάση την διδασκαλίαν της υψηλοτάτης Θεολογίας, προερχομένη εκ της ολοτελούς αφοσιώσεως μαθητών ομού και διδασκάλων εις μόνα τα μαθηματικά και τας επιστήμας, και αδιαφορία εις τας παραδεδομένας νηστείας -προκύπτουσα εκ τινων διεφθαρμένων ανδραρίων, τα οποία καθώς τα ζιζάνια μεταξύ του καθαρού σίτου, ούτω και αυτά μεταξύ των πεπαιδευμένων του Γένους ανεφύησαν, πλανώμενα υφ’αυτών, και πλανώντα τους αφελεστέρους και απερίφρακτους την διάνοιαν.»

Μάλιστα. «Διεφθαρμένα ανδράρια» είναι, σύμφωνα με την εκκλησία, όσοι διδάσκουν τις θετικές επιστήμες. «Ζιζάνια μεταξύ του καθαρού σίτου», σύμφωνα ακριβώς με τα αναθέματα της «Κυριακής της Ορθοδοξίας». Ένας πιστός, αλλά ευφυής, χριστιανός θα απορεί: «μα, εδώ ο κόσμος χάνεται, ο λαός στενάζει κάτω απ’τον τουρκικό ζυγό κι αυτοί νοιάζονται μόνο για τη νηστεία;». Έλα ντε! Και, όπως ανέφερα ήδη, δυστυχώς το ρωμαίικο σύστημα παιδείας, που ασχολείται μόνο με τη διδαχή της γραμματικής, κατευθύνει ακόμα και σήμερα το εκπαιδευτικό μας σύστημα, ευνοώντας την παπαγαλία, τη στείρα εκμάθηση κανόνων γραμματικής και παραμελώντας σκοπίμως τη σκέψη, τον ορθολογισμό και την ελευθεροφροσύνη. Με τέτοιες εγκυκλίους, είναι να απορεί κανείς που ο Κοραής είπε «περισσότερον ήθελεν ωφελήσει το γένος σήμερον όστις καίει, παρά όστις γράφει Γραμματικάς»;

Ένας ακόμη διαφωτιστής και θύμα των διωγμών της εκκλησίας ήταν ο Ιώσηπος Μοισιόδακας. Αυτός γεννήθηκε στην Τσερναβόδα της Ρουμανίας το 1735. Φτωχός, αλλά αγαπούσε τα γράμματα και διψούσε για μάθηση. Έτσι, σπούδασε στην Αθωνιάδα Ακαδημία, όπου χρίσθηκε διάκονος με το όνομα Ιώσηπος. Το 1753 πήγε στη Σμύρνη, όπου ζήτησε τη βοήθεια των προεστών της πόλης για να πάει στην Ευρώπη και να σπουδάσει. Όμως ο δάσκαλος Ιερόθεος Δενδρινός ήταν φανατικά αντίθετος σε κάθε επιστημονική σπουδή. Στην «Απολογία» του ο Μοισιόδακας γράφει σχετικά: «Αθεΐζουσι, κατεβόα σφαδάζων ο ανήρ, όσοι σπουδάζουσιν εν τη Φραγκία, και μετά την επιστροφήν αυτών συναθεΐζουσι και ετέρους». Το 1760 κατάφερε να πάει στην Πάδουα της Ιταλίας, όπου επηρεάσθηκε από τις ιδέες του John Locke. Επέστρεψε στη Βλαχία (Ρουμανία) το 1765, όπου και ανέλαβε τη διεύθυνση της Αυθεντικής Σχολής στο Γιάσι. Δίδασκε τη δημοτική στους μαθητές του και τους προέτρεπε να μεταφράζουν στην καθομιλουμένη τους κλασσικούς συγγραφείς, ενώ απέκλειε από τη μελέτη αρχαίων κειμένων τους εκκλησιαστικούς συγγραφείς – σήμερα, το μάθημα των αρχαίων Ελληνικών στη μέση εκπαίδευση έχει νοθευθεί με την εισαγωγή εκκλησιαστικών κειμένων, τα οποία χρονολογικά είναι άσχετα με το μάθημα, ενώ περιέχουν και πλείστα λάθη, καθώς οι περισσότεροι εκ των «πατέρων» της εκκλησίας ήσαν σχεδόν αγράμματοι.

Τέλος πάντων, η σταγόνα που έκανε το ποτήρι να ξεχειλίσει ήταν το… θράσος του να διδάξει μαθηματικά ως προαπαιτούμενο για τη Φιλοσοφία! Έτσι, το ιερατείο τον εξανάγκασε να παραιτηθεί το 1777 και να φύγει νύχτα, όπως και ο Θεοτόκης (Τρύφων Ευαγγελίδης, «Η Παιδεία επί Τουρκοκρατίας», τόμος Β’, σελ. 398). Με την υγεία του κλονισμένη από τη φυματίωση, περιπλανήθηκε πρώτα στη Βενετία, μετά στην Τεργέστη και, τελικά, στη Βιέννη. Στην «Απολογία» του ο Μοισιόδακας γράφει (σελ. 81-83): «Κατήντησα αλήτης εν ταις αλλοδαπαίς, επιθυμών πολλάκις αυτήν την επιούσιαν τροφήν, γεγηρακώς παρά καιρόν υπό των κακουχιών, και το δεινότατον, τέλος, ανδρί αισθητικώ, αντιπολεμών αεί την ατιμία (…). Ιδού το γέρας, το οποίον απονέμει ως επί το πλείστον το γένος ημών τοις πεπαιδευμένοις».

Όπως έγραφε και ο Αλέξανδρος Πάλλης: «Το ότι η Εκκλησία έσωσε το Έθνος είναι παραμύθι. Ανάποδα βρίσκεται η αλήθεια. Η Εκκλησία στάθηκε όχι μητέρα, αλλά λάμια, μητριά».

Πιο πριν, ανέφερα τον Δάσκαλο του Έθνους Θεόφιλο Καΐρη, ο οποίος εδιώχθη απηνώς από την εκκλησία, της οποίας τα τσιράκια βεβήλωσαν τη σορό του ανοίγοντας τον τάφο του, τεμαχίζοντας το πτώμα και ρίχνοντας ασβέστη στα σωθικά του, σε μια γνήσια εκδήλωση χριστιανικής «αγάπης». Αυτήν τη φορά λοιπόν, θα ασχοληθώ με τον διωγμό του μεγάλου αυτού Δασκάλου του Έθνους και θα δείξω συσχετισμούς μεταξύ των τότε μεθοδεύσεων της εκκλησίας κατά της ανάπτυξης ουσιαστικής Παιδείας στη χώρα μας και του σήμερα, που η «Φιλοσοφική» του Πανεπιστημίου Αθηνών παράγει… γραμματικούς, που το εκπαιδευτικό πρόγραμμα της βασικής και μέσης εκπαίδευσης καθορίζεται και από την εκκλησία, που η Δικαιοσύνη και η Ανώτατη Παιδεία βρίσκονται κι αυτές σε θανάσιμο εναγκαλισμό με τους θεοκράτες και τους συνεργάτες τους. Κατά τα άλλα, γιορτάζουμε ως… προστάτες της Ελληνικής Παιδείας τους φανατικά μισέλληνες «Ιεράρχες» και θεωρούμε ως… αλήθεια το παραμύθι του «Κρυφού Σχολειού».

Παραθέτω από την εφημερίδα «Αθηνά» της 28ης Οκτωβρίου 1839:

«Μέχρι τούδε δέν εδημοσιεύθη η κατά τού Διδασκάλου Θεοφίλου Καΐρου απόφασις τής ιεράς Συνόδου. Η φυλακή τού όμως εξακολουθεί εις τό πλοίον, τό οποίον τόν περιφέρει τήδε κακείσαι, επειδή φαίνεται, ότι ο κύριος Γλαράκης, ως ιατρός, θέλει να τόν διασκεδάζη μέ τά ταξείδια, ως ωφέλιμα μάλιστα καί εις τήν πάσχουσαν ήδη υγείαν του. Χθες μάλιστα επανήλθε τό πλοίον εις τόν Πειραιά διά να λάβη ίσως τάς περί Καΐρου τελευταίας τής Γραμματείας διαταγάς.»

Η εφημερίδα, για να ξεκαθαρίσω το όλο ζήτημα από την αρχή, καταλογίζει τον διωγμό του Καΐρη στην εκκλησία και στο ρωσόφιλο κατεστημένο της εποχής. Αναφέρει δε τα εξής για την «ιερά» σύνοδο:

«‘Αγιός τις ευρεθείς προχθές εις συναναστροφήν, παρόντων πολλών, ωμολόγησεν ότι η κατά τού Θεοφίλου Καΐρου καταδρομή πηγάζει από ανωτάτας πηγάς, καί όχι τόσον από θρησκευτικόν ζήλον. Τί τά θέλουν, είπεν ο άγιος, τά πολλά τά γράμματα οι Έλληνες; Πρός τί τό Πανεπιστήμιον, τά Γυμνάσια καί άλλα; Ο Έλλην αρκεί νά μάθη νά αναγιγνώσκη καί να γράφη· καί ιδού η μόνη χρεία, τήν οποίαν έχει από τά γράμματα· πολλά γράμματα, επρόσθεσεν, αθεΐζουν τούς ανθρώπους· καί διά τούτο πρέπει νά περιορισθούν εις τά ολίγα. Ειλικρινέστερα, βέβαια, δέν εξηγήθη άλλως εις τήν υπόθεσιν τού Καΐρου, παρά τόν άγιον τούτον· καί δέν αμφιβάλλομεν ποσώς, ότι αφού ευδοκιμήσουν εις τήν περίστασιν ταύτην δέν θέλουν αργήσει νά στρέψουν τά βέλη τών κατά τού Πανεπιστημίου, τών Γυμνασίων μας καί λοιπών. Λόγοι, αναμφιβόλως, δέν θέλουν λείψει διά νά προσβάλουν καί καταστρέψουν καί αυτά· αρκεί μόνον να υπάρχη εις τήν επί τής Δημοσίας Εκπαιδεύσεως καί τών Εκκλησιαστικών Γραμματείαν καί ο κύριος Γλαράκης, καί τό πάν κατορθούται συμφώνως με τούς σκοπούς των αγίων μας.»

Σε άλλο σχόλιο, η εφημερίδα καταγγέλλει ανοιχτά τον υπουργό Γλαράκη και τους Συνοδικούς για μυστικές διαβουλεύσεις με σκοπό να καταπνιγεί κάθε προσπάθεια παροχής ουσιαστικής Παιδείας στην Ελλάδα:

«Άν ο σκοπός τών Ανύτων καί Μελήτων, καθώς καί τού Γραμματέως μας, δέν ήτον η καταδρομή τής παιδείας, διατί νά ζητήσουν νά παραλύσουν αμέσως τό Ορφανοτροφείον τής Άνδρου; διατί, αφού εσήκωσαν τόν Θεόφιλον Καΐρην, δέν εφρόντισαν κάν νά στείλουν άλλους διδασκάλους, διά νά εξακολουθήσουν τήν εκπαίδευσιν τών ορφανών καί τών άλλων μαθητών αυτού; Χάρις εις τήν διαγωγήν τών κυρίων τούτων, ήτις δέν μάς αφήνει τουλάχιστον τόν παραμικρόν δισταγμόν ως πρός τούς σκοπούς καί τά σχέδιά των.»

Βεβαίως, η «ιερά» σύνοδος δεν κάνει πίσω. Στις 23 Οκτωβρίου συνεδρίασε με άκρα μυστικότητα και ερήμην του Καΐρη αποφάσισε την καθαίρεσή του από το εκκλησιαστικό σχήμα (θυμίζω ότι ο παιδεραστής παπά-Πέτρος Παπουτσάκης, παρ’όλο που καταδικάστηκε τελεσίδικα, ΔΕΝ αποσχηματίσθηκε). Η είδηση διέρρευσε πέντε μέρες αργότερα στον Τύπο, κάνοντας την «Αθηνά» να γράψει για αναβίωση της ιεράς εξέτασης και να διερωτηθεί για την τύχη των ιδανικών και των θυσιών της Επανάστασης:

«Έμελλεν άρα ο κατά τού Καΐρη αφορισμός ν’ανανεώση παρ’ημίν κατά τά μέσα τού ΙΘ’ αιώνος τάς θρησκευτικάς έριδας καί νά αναγεννηθή εις τήν Ελλάδα μετά τήν πολιτικήν αποκατάστασίν της η ανάκρισις της συνειδήσεως, δηλ. τά ιεροδικαστήρια τής Ισπανίας καί τής Ρώμης, τά οποία μόνον εξιχνίαζον κατά τόν μεσαίωνα τήν ανεξιχνίαστον τού ανθρώπου συνείδησιν, κατεδίωκον, εδίκαζον επ’αυτής και κατεδίκαζον τούς ανθρώπους. Δέν μάς μένει λοιπόν πλέον άλλο ει μή νά ετοιμάσωμεν καί τάς πυράς, αφού μάλιστα έχομεν καί αγίους έτοίμους διά νά καίουν τούς ενόχους κατά τήν συνείδησιν.»

Στις 26 Οκτωβρίου 1839, ο Γλαράκης έστειλε έγγραφο προς την «ιερά» σύνοδο, με το οποίο πρότεινε προσωρινή αναβολή της απόφασης, για να δοθεί στον Καΐρη χρόνος να μετανοήσει, πρόταση η οποία έγινε δεκτή με τον όρο να εγκλεισθεί ο Καΐρης σε μοναστήρι για να… συνετισθεί. Αμέσως μετά, ο Γλαράκης εισηγήθηκε στον Όθωνα την αναβολή της καθαίρεσης και τον εγκλεισμό του Δασκάλου σε μοναστήρι της Σκιάθου.

Στις 28 Οκτωβρίου 1839, εξεδόθη βασιλικό διάταγμα που διέτασσε τον εγκλεισμό του Καΐρη στη μονή Ευαγγελίστριας της Σκιάθου, ένα από τα πιο αυστηρά και αναχρονιστικά της Ελλάδος. Οι οδηγίες που εδόθησαν στον ηγούμενο Φλαβιανό έλεγαν ότι έπρεπε πάση θυσία να αναγκασθεί ο Καΐρης να δηλώσει μεταμέλεια και να αποκηρύξει τις πεποιθήσεις του. Έτσι, ο Φλαβιανός διέταξε τους καλόγερους-δεσμοφύλακες του Δασκάλου να του φερθούν όσο πιο σκληρά μπορούσαν. Ο Καΐρης φυλακίσθηκε λοιπόν σε ένα υπόγειο, υγρό κι ανήλιαγο κελλί. Ωστόσο, ο Δάσκαλος αποδείχθηκε πιο σκληρό καρύδι απ’ό,τι ήλπιζαν οι σκοταδιστές. Αναφέρει ο Τάσος Βουρνάς: «Γέρος και άρρωστος ο Καΐρης, τρέμοντας από το κρύο και την υγρασία, χωρίς ρούχα για να προφυλαχτή ή σκεπάσματα για να ζεσταθή τις παγωμένες νύχτες, περνούσε μαρτυρικές ώρες στο κελί της μονής Φανερωμένης. Αλλά δεν λύγισε ούτε στιγμή και υπέφερε περήφανα το μαρτύριό του, προτιμώντας την τρομερή κακοπάθεια από την εγκατάλειψη και την προδοσία των αρχών του» (Τάσος Βουρνάς, «Θεόφιλος Καΐρης», σειρά «Οι Αφορισμένοι από το Κατεστημένο», σελ. 122, εκδόσεις Κώστας Μπούζας, Αθήνα 1979).

Στις 14 Νοεμβρίου 1839, άρθρο της εφημερίδας «Αθηνά» με τίτλο «Ο διωγμός του Καΐρου είναι κατά της παιδείας και όχι υπέρ της θρησκείας» καταγγέλλει το ιερατείο και τον Γλαράκη προσωπικά ως φωτοσβέστη, που εκτελεί διατεταγμένη υπηρεσία κλείνοντας σχολεία σε όλη την Ελλάδα. Μπορεί η υπόθεση Καΐρη να ήταν η κραυγαλέα που τραβούσε την προσοχή, αλλά σχολεία σε όλη την Ελλάδα έκλειναν και διαφωτιστές-δάσκαλοι διώκονταν κατ’εντολή του Πατριαρχείου. Και ακόμα δεν είχε αποκαλυφθεί η σκοτεινή συνωμοσία της «Φιλορθοδόξου Εταιρείας». Γράφει λοιπόν η εφημερίδα:

«Δεν ηξεύρομεν αν παίζοντες ή σπουδάζοντες θέλουν να μας πείσουν οι διώκται της παιδείας, ότι η καταδρομή του Καΐρου έχει σκοπόν άλλον, παρά την καταδρομήν της παιδείας αυτής. Ημείς τουλάχιστον, εξετάζοντες τα πράγματα, τα μόνα μέσα επί των οποίων πρέπει να στηρίζεται πας άνθρωπος, οδηγούμενος και από αυτόν τον κοινόν νουν, ευρίσκομεν ότι αυτά ταύτα προδίδουν τον σκοπόν των αυτόν· και όπου τα πράγματα φωνάζουσιν, οι λόγοι είναι περιττοί. Ο Καΐρης λέγουν εδίδασκε θεοσέβειαν· και το να σέβεταί τις τον Θεόν, τον ποιητήν του ουρανού και της γης, είναι κατ’αυτούς ασέβημα ή και αδίκημα εσχάτης προδοσίας· δεδόσθω. Αλλ’ερωτώμεν, και αν υποτεθή ότι ο Καΐρης είναι θεοσεβής, έπρεπε να εξαλειφθή από το πρόσωπον της γης; Το εκπαιδευτικόν ή κοινοβιακόν κατάστημα της Άνδρου, τι πταίει κατά τούτο; Αν η Ιερά Σύνοδος ή μάλλον ο επί της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως και επί των Εκκλησιαστικών Γραμματεύς δεν ήτο όργανον της καταδρομής της παιδείας, δεν ήθελε φροντίσει άρα γε, ώστε σηκώνων απ’εκεί τον θεοσεβή Καΐρην να τον αντικαταστήση από άλλον μη θεοσεβή ή θεοβλαβή Χριστιανόν, διά να εξακολουθήση την εκπαίδευσιν της εκεί νεολαίας, και τοιουτοτρόπως όχι μόνον να μας κλείνουν το στόμα, αλλά και την παιδείαν να ικανοποιήσουν, και συγχρόνως να δείξουν και εις τον έξω Κόσμον, ότι είναι μεν ζηλωταί της Χριστιανικής θρησκείας, αλλά και της παιδείας αυτής, της αχορίστου από την λογικήν του Χριστού λατρείαν, την λατρείαν του πατρός των φώτων; Αλλ’ όχι! Καταδιώκεται ο Καΐρης, και μόλις σηκώνεται από την Άνδρον, και αμέσως διαλύεται το σχολείον, και μένουν τόσοι μαθηταί και ορφανά εγκαταλελειμμένα και απροστάτευτα· και το περιεργότερον ακόμη, ο κύριος Διοικητής Τήνου και Άνδρου σχολάζει και αυτούς τους κτίστας και λειτουργούς, και ουδέ συγχωρεί τους επιστάτας του καταστήματος να εξακολουθήσουν την τόσον προχωρημένην επισκευήν ή εποικοδομήν αυτού, αλλ’ ουδέ να το σκεπάσουν κατά μέρος, διά να προφυλαχθή καν από τας βροχάς και τας κακοκαιρίας του χειμώνος. Τοιουτοτρόπως λοιπόν, διά να διαλυθή εν σχολείον, εν εκπαιδευτικόν κατάστημα, αρκεί να σφάλη, κατ’αυτούς, εις διδάσκαλος, και όχι μόνον αυτό το ηθικόν πρόσωπον, αλλά και το οικοδόμημα πρέπει να κατεδαφισθή. Ιδού οι φίλοι της παιδείας του έθνους· ιδού οι σκοποί και τα φρονήματά των.»

Οι παρεμβάσεις όμως της Εκκληcίας στα ελληνικά γράμματα συνεχίστηκαν και μετά την απελευθέρωση – και συνεχίζονται ως και τις μέρες μας, με τις αξιώσεις του αρχιεπισκόπου Γιάννη Λιάπη (εκκληcιαστικό ψευδώνυμο: Ιερώνυμος) να παραμείνει υποχρεωτική η διδασκαλία των θρησκευτικών, κατά παράβαση κάθε έννοιας ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Έτσι λοιπόν, η προσπάθεια του ιερατείου να κρατήσει υπόδουλο το Έθνος συνεχίστηκε, με μεθοδεύσεις που αποκαλύπτει η εφημερίδα της εποχής «Αθηνά», η οποία εκφράζει φόβους για την τύχη και των υπολοίπων σχολείων της Ελλάδος, συμπεριλαμβανομένου του Πανεπιστημίου, στου οποίου την ίδρυση είχαν εναντιωθεί εντονότατα οι φανατικοί θρησκόληπτοι, ο κλήρος και οι ρωσόφιλοι. Ειδικά σε ό,τι αφορά τους ρωσόφιλους, θυμίζω ότι ο – επηρεαζόμενος από τη Ρωσία – Ιωάννης Καποδίστριας είχε κατηγορηθεί ως φωτοσβέστης λόγω της αδιάφορης στάσης του έναντι της ιδρύσεως ενός τέτοιου εκπαιδευτικού φορέα στην Ελλάδα. Αναφέρει λοιπόν η εφημερίδα:

«Αλλά ποίος μας εγγυάται ότι και τα λοιπά εκπαιδευτικά καταστήματα δεν θέλουν υποφέρει την τύχην του εν Άνδρω Ορφανοτροφείου; ή μήπως θέλουν λείψει Προσακάκιδες και ευσυνείδητοι άγιοι, εκ των οποίων, οι μεν να κατηγορήσουν, οι δε να καταδικάσουν με απλήν ανάκρισιν και επί της συνειδήσεώς των αύριον ή μεθαύριον τον ένα κατόπιν του άλλου όλους τους διδασκάλους της Ελλάδος; αρκεί να μείνη, ως είπομεν και άλλοτε, ακόμη ολίγον χρόνον εις την επί της Παιδείας Γραμματείαν ο κύριος Γλαράκης, ή να τον διαδεχθή ο Κυρ Δεσούτζος εις την Γραμματείαν ταύτην, ως διοργανίζεται και το παν κατορθούται κατά την ευχήν του αγίου Οικονόμου και των εντολέων του (σ.σ. εννοεί το Οικουμενικό Πατριαρχείο). Όταν μάλιστα εξακολουθή ούτος να σύρη και τους αγίους μας εις τα φρονήματά του, δεν μένει αμφιβολία ότι εντός ολίγου η κοινωνία μας θέλει κατασταθή κοινωνία κατάλληλος διά τον Αββά Παμβώ. Και μήπως δεν είναι οι άγιοι ούτοι, οίτινες και την εγκαθίδρυσιν του Πανεπιστημίου αυτού εθεώρησαν ως ασέβειαν, και αυτόν τον ευσεβέστατον ιεροκήρυκα Γερμανόν επέπληξαν, διότι παρευρέθη εκουσίως εις την τελετήν την οποίαν και ο βασιλεύς ο ίδιος διά της παρουσίας του αυτής ετίμησεν εις την έναρξιν της οικοδομής του διά της συνεισφοράς των Ελλήνων ανεγειρομένου ήδη Πανεπιστημίου;»

Η εφημερίδα επαναφέρει τα σχετικά με τον διωγμό του Θεόφιλου Καΐρη, θα αναφέρω τώρα το βρώμικο ρόλο του Κωνσταντίνου Οικονόμου εξ Οικονόμων, που σήμερα τιμάται ως «δάσκαλος του Γένους», αλλά ήταν ένα ενεργούμενο του Οικουμενικού Πατριαρχείου και πρωτεργάτης του Πανσλαβισμού. Με τη μυστική οργάνωση «Φιλορθόδοξος Εταιρεία» κατάφερε, ως ικανότατος συνωμότης που ήταν, να εκτρέψει το νεοσύστατο Ελληνικό κράτος από την Ελληνικότητα και να το καταντήσει ρωμαίικο, θεοκρατικό και βυζαντινολατρικό.

Συνεχίζοντας από την εφημερίδα «Αθηνά», παραθέτω τη συμβολή αυτού του ανθρώπου στη δίωξη του Καΐρη:

«Ο άγιος Οικονόμος μας εξηγήθη φανερά εις την Επίκρισίν του και αλλού, ότι οι Χριστιανοί και μάλιστα οι ιερείς, δεν πρέπει να σπουδάζουν αλλά πρέπει να μένουν αμαθείς, και όλως διόλου να αφοσιωθούν εις την επιφοίτησιν του αγίου Πνεύματος, ως να μην κατηργήθησαν, και κατ’αυτόν τον Χρυσόστομον, μετά τους Αποστόλους τα θαύματα, και ως να μην είναι ίδιον ανθρώπων απίστων και Ταρτούφων το να ζητούν θαύματα και σήμερον. Και όμως τον Ιησουϊτικόν του αγίου Οικονόμου τούτον σκοπόν τον εγνώρισαν καλύτερα παρ’αυτόν οι Έλληνες.»

Αμέσως μετά, περιγράφεται η φωτοσβεστική δράση της συμμορίας των θεοκρατών και των ρωσόφιλων, που κλείνανε σχολεία όπου μπορούσαν.

«Αλλ’ η κατά της παιδείας συμμορία δεν επεριωρίσθη εις ταύτα μόνον· εφρόντιζε και φροντίζει καθ’εκάστην, ώστε και αυτά τα παρά της Κυβερνήσεως συσταθέντα σχολεία και Γυμνάσια να παραλύη και μάλιστα όπου ευρίσκει αναισθήτους και απειροκάλους πολίτας, και όπου οι Διοικηταί και Δήμαρχοι οδηγούνται από το πνεύμα της καταδιωκτικής ταύτης συμμορίας.»

Ποδαρικό κάνανε οι φωτοσβέστες στο Γυμνάσιο του Ναυπλίου. Κυνήγησαν κακήν-κακώς τους καθηγητές του: τον φιλόλογο Θεοδόσιο Περγαμηνό, τον μαθηματικό Βαρνάρδο, τον φυσικοχημικό Ψύχα, τον καθηγητή λατινικής φιλολογίας Φαβρίκιο και άλλους. Ο Βαρνάρδος μάλιστα διώχθηκε από τη χώρα!

«Ας παρατηρήσωμεν με ποίον Ιησουϊτικόν τρόπον παρέλυσαν το Γυμνάσιον της Ναυπλίας. Επί της κεφαλής του Γυμνασίου τούτου είχε διορισθεί, δι’έλλειψιν διδασκάλων, ο σχολαστικός Λεόντιος· ο άνθρωπος ούτος, οδηγούμενος από το πνεύμα του τάγματος, εις το οποίον έως χθες ανήκεν, εφρόντισεν, ώστε κανείς αληθώς πεπαιδευμένος να μη μείνη εις το Γυμνάσιον τούτο· μυρίους τρόπους εμηχανεύθη, ως μας επληροφόρησαν, εωσού να μεταθέση τον ενάρετον και αρκετά πεπαιδευμένον, ως προς την Ελλ. Φιλολογίαν μάλιστα, Θεοδόσιον Περγαμηνόν, και να τον αντικαταστήση με την εσχάτην αλογίαν και αμαθίαν. Αφού δ’ εκατώρθωσεν, ως ομολογούν ομοφώνως όλοι οι καθηγηταί, τον σκοπόν του τούτον, εκίνησε πάντα λίθον διά να τους φέρη εις τοιαύτας δυσαρεσκείας, ώστε να βιασθούν να ζητήσουν ή την απαλλαγήν του Γυμνασίου από τον ευσυνείδητον Γραμματιστήν τούτον ή να ζητήσουν την παραίτησίν των. Αλλά μήπως ευρήκε καμμίαν δυσκολίαν ο κ. Γλαράκης διά να απομακρύνη και από την Ελλάδα αυτόν ακόμη τον χρηστόν και σπάνιον εις το έθνος μας μαθηματικόν Βαρνάρδον, και να απολύση τον φυσικοχημικόν Ψύχαν ομού με τον Λατινοδιδάσκαλον Φαβρίκιον και άλλους; Τοιουτοτρόπως λοιπόν κατήντησε το Γυμνάσιον σήμερον της Ναυπλίας αληθινόν σχολαστήριον ή μάλλον κολαστήριον.»

Οι καθηγητές διαμαρτυρήθηκαν, πριν αποχωρήσουν, στον Γλαράκη, αλλά μάταια.

«Όλοι οι καθηγηταί όμως, πριν παραιτηθούν, ανεφέρθησαν εις τον κύριον Γλαράκην, του εξέθεσαν τα προσκόμματα τα οποία απαντά η νεολαία ως εκ της σχολαστικής διδασκαλίας και άλλα του κυρίου Λεοντίου, την κακοήθειαν και διαφθοράν την οποίαν προξενεί εις το Γυμνάσιον εκείνο η ραδιουργία, και τέλος πάντων, όλοι ομοφώνως είπον ότι θέλουν παραιτηθή, αν δεν τακτοποιηθή και μορφωθή σύμφωνα με την πρόοδον της νεολαίας, επειδή κοντά εις τα άλλα δεν υποφέρουν να την βλέπουν και να καταναλίσκη εις μάτην τον πολύτιμον χρόνον της, και τέλος, να συμμερίζωνται και αυτοί τον ψόγον, τον προερχόμενον από το ανάγωγον και την κενοσπουδίαν της· αλλά τι κάμνει ο κύριος Γλαράκης; ευχαρίστως δέχεται την παράιτησιν όλων των καθηγητών, και διατηρών εκεί τον κύριον Λεόντιον διαλύει το Γυμνάσιον.»

Και ο κ. Γεώργιος Γλαράκης θεωρείται σήμερα λαμπρός πολιτικός που υπηρέτησε πιστά την Πατρίδα… «Α ρε Λαυρέντη…», που έγραφε ο Αναγνωστάκης…

Βεβαίως, οι τοπικές αρχές του Ναυπλίου, τις οποίες είχε διορίσει ο κ. Γλαράκης, πειθάρχησαν πρόθυμα και απόλυτα στις υπουργικές υποδείξεις και εντολές. Σήμερα βέβαια απορεί κανείς «μα, είναι δυνατόν τόσοι κυβερνητικοί λειτουργοί να βάζουν βόμβες στα θεμέλια της Παιδείας μας;». Η απάντησή μου είναι ότι πρώτον, τα ίδια γίνονται και τώρα, δεύτερον τότε – όπως συχνότατα συμβαίνει ακόμη και στις μέρες μας – κρατούσα άποψη ήταν αυτή της εκκλησίας: ότι δηλαδή η μόρφωση και οι θετικές επιστήμες οδηγούν στην αθεΐα. Έτσι, οι καλοί αυτοί κυβερνητικοί υπάλληλοι έκλειναν ή απαξίωναν σχολεία για να… σώσουν τις ψυχές των νέων Ελλήνων.

Σήμερα ολοκληρώνω το αφιέρωμά μου στις μεθοδεύσεις του κηφηναριού εις βάρος της Ελληνικής Παιδείας κατά την περίοδο του Διαφωτισμού αλλά και στους πρώτους χρόνους της ύπαρξης του νεοσύστατου κράτους μας, συνεχίζοντας από τα δυο προηγούμενα μέρη (πρώτο και δεύτερο).

Αμέσως μετά, η εφημερίδα «Αθηνά» αποκαλύπτει όσα συνέβαιναν στη Σύρο:

«Αλλά μήπως και εις την Σύρον δεν ήθελον ακολουθήσει τα αυτά, αν οι φρόνιμοι πολίται της ήσαν Ναυπλιείς, αν δεν εφρόντιζον οι ίδιοι υπέρ της παιδείας των τέκνων των, και αν ο κατά τούτο αξιότιμος κύριος Χρηστίδης δεν ήτο αφωσιωμένος όλως διόλου εις τον φωτισμόν της νεολαίας της νήσου ταύτης; Και όμως μήπως δεν στερείται και το Γυμνάσιον τούτο προ τοσούτου ήδη χρόνου Καθηγητών της Λατινικής, των φυσικών επιστημών και λοιπόν; έλαβε τάχα την παραμικράν φροντίδα ο κύριος Γλαράκης διά να αναπληρώση τας ελλείψεις ταύτας του Γυμνασίου της Σύρου; όχι βέβαια· διότι η εντολή την οποίαν του επιβάλλει η συμμορία του είναι το να σκοτίση και όχι να φωτίση τους Έλληνας.»

Αναλογισθείτε σημερινές καταστάσεις… Πόσα σχολεία σήμερα υπολειτουργούν λόγω έλλειψης προσωπικού και συγγραμμάτων; Πόσα βιβλία είναι κακογραμμένα και γεμάτα λάθη είτε γιατί πρέπει να εξυπηρετηθούν ιδεοληψίες και σκοπιμότητες είτε γιατί κάποιοι συγγραφείς κάνουν αρπαχτές; Πόσοι άξιοι καθηγητές παραμένουν σε δεύτερη μοίρα, προκειμένου να προωθηθούν σε θέσεις διευθυντών και υποδιευθυντών σχολείων ανίκανοι ή χριστιανοταλιμπάν; Πόσοι παράγοντες των κατά τόπους διευθύνσεων πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης έπρεπε – λόγω ανικανότητος ή/και διαφθοράς – να είχαν πάει στα σπίτια τους, αλλά… για να μην πει το ΠΑΣΟΚ ή το οποιοδήποτε κόμμα ότι γίνονται «κομματικές προγραφές», παραμένουν ανέγγιχτοι;

Συνεχίζει τις αποκαλύψεις η εφημερίδα για τα σχολεία της Πελοποννήσου, όπου, όπως καταγγέλλει, ακολουθούνταν εκπαιδευτικές μέθοδοι του 15ου αιώνα, αυτές που οι διαφωτιστές είχαν καταργήσει στα προεπαναστατικά χρόνια και επανέφεραν στην άρτι ελευθερωθείσα Ελλάδα ο Γλαράκης και το εκκλησιαστικό παρακράτος.

«Αλλ’ ας επανέλθωμεν εις την Πελοπόννησον· ποια είναι τα σχολεία της ενδόξου ταύτης γης της αρχαιότητος; αν εξαιρέσωμεν της Τριπολιτσάς, το οποίον διατηρεί εις καλήν κατάστασιν η αρετή του Θεοδοσίου Περγαμηνού, τα λοιπά τα βλέπει τις παραλυμένα σχεδόν και χωρίς ποσώς καρπόν. Η κυβέρνησις ενέκρινε να συστήση Γυμνάσιον και εις τας Πάτρας και εις το Μεσολόγγιον, αλλά τα Γυμνάσια των δύο τούτων πόλεων δεν έχουν ούτε των σχολείων αυτών μορφήν· και εις τα δύο ταύτα, τα ονομαζόμενα Γυμνάσια, δεν είναι διωρισμένοι, ειμή διδάσκαλοι διά την αρχαίαν Ελληνικήν γλώσσαν, και αν εις τας Πάτρας διδάσκεται και κάτι περισσότερον από τον ακάματον Ραδινόν, εις το Μεσολόγγιον όμως διδάσκονται μόνον τα λεγόμενα καλά γραμματικά, δηλαδή η Ελληνική γλώσσα ξηρή και χωρίς καρπόν, κατά το σύστημα του ΙΕ’ αιώνος.»

Η εφημερίδα παρατηρεί ότι ο Γλαράκης και το παρακράτος, του οποίου τις εντολές αυτός εκτελούσε πιστά, υπονόμευε όλες τις προσπάθειες που έκαναν οι προκάτοχοί του για να δημιουργηθεί ένα σωστό σύστημα εκπαίδευσης στην Ελλάδα:

«Αλλ’ ας ρίψωμεν εν βλέμμα και εις αυτά τα Δημοδιδασκαλεία· και αυτά όχι μόνον εις την Πελοπόννησον, αλλά και εις την Στερεάν Ελλάδα και παντού είναι σπάνια· διά δε τον διοργανισμόν και τας προόδους αυτών, αφίνομεν τους ιδίους κατοίκους της Ελλάδος να ομολογήσουν· ώστε εξ απάντων τούτων ημπορούμεν να είπωμεν, ότι η παιδεία την οποίαν οποσούν εμψύχωσαν οι προκάτοχοι του κυρίου Γλαράκη, βαθμηδόν παραλύεται παντού εις τας μέρας τούτου και η κοινωνία μας προετοιμάζεται να γίνη κοινωνία Μουζίκων και Τσαράνων, και όχι κοινωνία λογικών ανθρώπων. Αλλά μόνη η λογική ανάπτυξις των νοητικών δυνάμεων των ανθρώπων δύναται να κρατύνη και να αυξήση το σήμερον αδύνατον και μικρόν ελληνικόν κράτος, η ανάπτυξις του λογικού ημπορεί να φέρη την ευνομίαν και την ευδαιμονίαν εις τους πολίτας· πλην αυτά, όσον και αν συμφέρουν την Ελλάδα, συμφέρουν και εις τους εντολείς του κυρίου Γλαράκη; Εξ εναντίας μάλιστα ο ένθερμος ενθουσιασμός των Ελλήνων προς την παιδείαν, η ιδία τάσις των εις αυτήν, και το Ελληνικόν πνεύμα των, το οποίον μετ’ ολίγον θέλει διαδώσει εις την γειτονίαν των τα φώτα, αποκαθίστανται το μεγαλήτερον προς τους σκοπούς των εντολέων του πρόσκομμα· όθεν και διά να ανατρέψουν την πρόοδον της παιδείας και οι Οικονόμοι και οι Δεσούτζοι και άλλοι εθεωρήθησαν πολλά αναγκαία εις την Ελλάδα.»

Όπως βλέπετε, από τότε ξεκινούν τα δεινά του εκπαιδευτικού συστήματος στην Ελλάδα… Κι ο «κύριος» Γλαράκης σήμερα τιμάται ως πολιτικός που προσέφερε πολλά στον τόπο, ο δε Κωνσταντίνος Οικονόμος εξ Οικονόμων θεωρείται κι αυτός… ευεργέτης της Ελλάδος – Α ρε Λαυρέντη!

Αλλά υπάρχει και συνέχεια: η εφημερίδα «Αθηνά» συνεχίζει το άρθρο της επιστρέφοντας στη δίωξη του Καΐρη, η οποία ήταν έτσι κι αλλιώς το θέμα και η αφορμή για το δημοσίευμά της.

«Δεν κατεδιώχθη λοιπόν ο Καΐρης, διότι προσέβαλε την Χριστιανικήν θρησκείαν, διότι οι διώκται του τόσον σέβας έχουν προς την θρησκείαν ταύτην, όσον ο πρακτικός τους βίος είναι όλως διόλου αντιχριστιανικός· κατεδιώχθη, διότι εφώτιζε την νεολαίαν, και διότι απαρνήθη τον εαυτόν του, και αφιερώθη όλως διόλου εις την λογικήν των Ελλήνων ανάπτυξιν· αυτοί είναι οι κύριοι λόγοι της καταδιώξεώς του. Πλην ημπορούμεν να βεβαιώσωμεν τους επιτετραμμένους τον διωγμόν της παιδείας μας, ότι προς κέντρα λακτίζουν, και ότι άλλο δεν κατορθώνουν με τας ενεργείας των, ειμή να διεγείρουν επί πλέον την όρεξιν των Ελλήνων προς την παιδείαν αυτήν.»

Η δίωξη του Καΐρη είχε ξεσηκώσει πολλές αντιδράσεις. Πρώτοι αντέδρασαν οι κάτοικοι της Άνδρου και οι μαθητές του, οι οποίοι, σε επιστολή τους προς τον Όθωνα με ημερομηνία 20 Νοεμβρίου 1839, ζητούσαν την άμεση αποκατάσταση του Δασκάλου τους. Την επιστολή υπέγραφαν οι επιφανείς πολίτες του νησιού και σύσσωμο το δημοτικό συμβούλιο – πλην όμως, ο Όθων ουδέποτε απήντησε. Τέλος πάντων, ο Καΐρης άντεξε τις κακουχίες και, προς μεγάλη απογοήτευση του ιερατείου, όχι μόνο δεν παραιτήθηκε, αλλά, με επιστολή του της 17ης Νοεμβρίου 1839 που έστειλε από τη Σκιάθο, «απευθυνόμενος προς την Ιεράν Σύνοδον της Ελλάδος, υπεραμύνετο δι’ άλλην μίαν φοράν του δικαιώματος της ‘ελευθερίας συνειδήσεως’, θυμίζοντας ότι στο παρελθόν όσοι προσπάθησαν διά της βίας και του καταναγκασμού να αποσπάσουν ομολογία συνειδήσεως, απέτυχαν οικτρά» (Κώστας Π. Μανδηλάς, «Ο Θεόφιλος Καΐρης και ο Νεοελληνικός Διαφωτισμός», σελ. 143-144, Αθήνα 2002, εκδόσεις «Ανοιχτή Πόλη»).

Εν τω μεταξύ, το κύμα των αντιδράσεων υπέρ του Καΐρη διογκωνόταν. Οι μαθητές του στέλνουν επιστολή από τη Σύρο, με ημερομηνία 25 Δεκεμβρίου 1839, η οποία δημοσιεύθηκε στο φύλλο 705/1840 της εφημερίδας «Αθηνά», με την οποία δηλώνουν ότι ο φιλόσοφος ουδέποτε τους δίδαξε αυτά για τα οποία τον κατηγορούν. Ακόμη και η εφημερίδα «Φίλος του λαού», η οποία ήταν ουσιαστικά το δελτίο Τύπου της κυβέρνησης, μιλούσε για διαδηλώσεις υπέρ του Καΐρη στους δρόμους της Αθήνας.

Ας δούμε όμως τώρα τη φωτοσβεστική συνωμοσία της «Φιλορθοδόξου Εταιρείας», της οποίας ηγείτο ο Κωνσταντίνος Οικονόμος εξ Οικονόμων, αυτός ο «ευεργέτης» της πατρίδας μας και «διδάσκαλος του Γένους».

Καθώς εξελίσσονταν οι διαδηλώσεις υπέρ του Καΐρη στην Αθήνα, επενέβη ο Οικουμενικός Πατριάρχης Γρηγόριος ο ΣΤ’, ηθικός αυτουργός και εμπνευστής του νέου διωγμού των Διαφωτιστών. Ο Όθων δεν τολμούσε να έρθει σε μεγαλύτερη σύγκρουση με τους ρωσόφιλους, οπότε άφησε τον Καΐρη στη μοίρα του, παρά τις λαϊκές αντιδράσεις, πιστεύοντας πως έτσι θα κατάφερνε να διατηρήσει τις λεπτές ισορροπίες μεταξύ των αντιμαχομένων κομμάτων-φατριών. Θυμηθείτε ότι τότε κάθε κόμμα λειτουργούσε ως εκπρόσωπος μιας μεγάλης δύναμης. Όταν ξεσκεπάστηκε η συνωμοσία της «Φιλορθοδόξου Εταιρείας», οι φοιτητές της Αθήνας αποφάσισαν να αντιδράσουν πιο δυναμικά: στις 30 Δεκεμβρίου του 1839 περικύκλωσαν το σπίτι του Γλαράκη, άναψαν φωτιές γύρω-γύρω κι άρχισαν να φωνάζουν συνθήματα εναντίον του και υπέρ του Συντάγματος. Στα «Απομνημονεύματά» του ο στρατηγός Μακρυγιάννης γράφει σχετικά:

«Το 1839 Δεκέμβριον μήνα ξεσκέπασαν μίαν εταιρείαν ολέθρια διά την πατρίδα και Βασιλέα. Δούλευε εδώ – μέσα εις το κράτος κ’ έξω εις την Τουρκιά – κ’ εδώ εις την πρωτεύουσα ήταν οι αρχηγοί της. Ένας από τους εταιρίστας, έβαλε τον Τζάμη Καρατάσιο και πρόδωσε τα μυστήριά τους και τους πιάσαν τα έγγραφά τους και κατήχησές τους και βούλες τους. Η εταιρεία αυτείνη ονομάζεται Φιλορθόδοξος. Αρχηγός αυτεινής πιάστη ο αδελφός του Καποδίστρια ονομαζόμενος Τζορτζέτος· εκεί ‘σ το σπίτι του βρέθηκαν πολλά έγγραφα. Ήταν κι ο Νικήτας, ο Κολαντρούζος κι’ άλλοι αρχηγοί. Τους φυλάκωσαν τον Τζορτζέτο και Νικήτα κι’ άλλους. ‘Στο μυστικόν ήταν κι’ ο υπουργός Γλαράκης, ο Οικονόμος, Μιχάλβοντας, Μεταξάς, και η συντροφιά, στρατιωτικοί και πολιτικοί. Αγροικιώνταν παντού και την πρωτοχρονιά τ’ Αϊβασιλιού θα κάναν το κίνημά τους εις την εκκλησία να βαρέσουν τον Βασιλέα κι’ άλλους πολλούς και ν’ ακολουθήσουνε αυτό παντού. Τότε εγώ ήμουν, αστενής· ήρθαν οι πολίτες με πήραν άρρωστον. Κατέβηκα εις την χώρα· συναχτήκαμεν, όλοι οι νοικοκυραίγοι και είπαμεν όλων των πολιτικών και ήμαστε έτοιμοι να προτρέξωμεν διά την πατρίδα μας και βασιλέα μας. Έβγαλαν τον Γλαράκη κι’ οπαδούς τους από τις υπηρεσίες.»

Αποκαλύπτεται λοιπόν περίτρανα η συνωμοτική δράση του… «διδασκάλου του Γένους» Κωνσταντίνου Οικονόμου εξ Οικονόμων, του Γλαράκη και της Φιλορθοδόξου συμμορίας.

Το 1840, στις 28 Φεβρουαρίου, η εφημερίδα «Αθηνά» δημοσίευσε γραπτή διαμαρτυρία Ελλήνων σπουδαστών που φοιτούσαν σε σχολές του Παρισιού. Το αίτημα ήταν πάλι η άμεση απελευθέρωση του Καΐρη. Το φιλοκαϊρικό κλίμα γινόταν όλο και πιο έντονο, αναγκάζοντας έτσι την κυβέρνηση να προβεί σε κάποια υποχώρηση· έτσι, απομακρύνθηκε από το μοναστήρι της Σκιάθου όπου εκρατείτο κάτω από πολύ σκληρές συνθήκες και μεταφέρθηκε σε άλλη μονή, όπου η διαβίωσή του θα ήταν ευκολότερη. Βεβαίως, ο Καΐρης, ως γνήσιος αγωνιστής, δεν το έβαζε κάτω. Εξακολούθησε να διαμαρτύρεται και να απαιτεί ως πολίτης να δικαστεί από πολιτικό δικαστήριο, σύμφωνα με τους νόμους του κράτους. Το Μάρτιο του 1840 μεταφέρθηκε με κανονιοφόρο του βασιλικού ναυτικού από τη Σκιάθο σε μονή της Σαντορίνης όπου θα συνεχιζόταν η κράτησή του. Το πλοίο αναγκάσθηκε να αγκυροβολήσει για λίγο καθώς διέσχιζε το στενό του Ευρίπου λόγω της παλίρροιας. Οι κάτοικοι της Χαλκίδας, μόλις πληροφορήθηκαν ότι το πλοίο αυτό μετέφερε τον Δάσκαλο του Έθνους, συνέρρευσαν στη γέφυρα και χαιρετούσαν τον φυλακισμένο αγωνιστή του Πνεύματος.

Δυστυχώς, η υγεία του είχε ήδη διαταραχθεί επικίνδυνα κατά την κράτησή του στο κολαστήριο της Σκιάθου. Ήταν πλέον σχεδόν παράλυτος από τη μία πλευρά, ενώ και η ακοή και η όρασή του είχαν υποστεί βαριά βλάβη. Το πλοίο έδεσε στα Φηρά το βράδυ της 3ης Απριλίου 1840. Ο διοικητής της Θήρας Ν.Α. Τσαμαδός παρέδωσε τον κρατούμενο Δάσκαλο στον ηγούμενο Ιερόθεο Ρώσο, μαζί με έγγραφο της Κεντρικής Διοίκησης, το οποίο διέτασσε την ανθρώπινη μεταχείριση του Καΐρη: να υπάρχει μέριμνα για την υγεία και την ασφάλειά του, να τρέφεται καλά, να είναι ευάερο και ευήλιο το κελί του και να δέχεται επισκέψεις για την παρηγοριά του – τόσο από μοναχούς όσο και από συγγενείς του, με τους τελευταίους να χρειάζονται ειδική κυβερνητική άδεια. Μάλιστα, οι συγγενείς να χρειάζονται ειδική άδεια, αλλά ελεύθερα να μπαινοβγαίνουν οι φωτοσβέστες φονιάδες της Εκκληcίας!

Σε επιστολές του προς την αδελφή του Ευανθία από το νέο του χώρο κράτησης ο Καΐρης έγραφε πώς ήλπιζε ότι η νέα κυβέρνηση Κριεζή θα έπαυε την παράνομη κράτησή του και θα του επέτρεπε να εγκαταλείψει τη χώρα. Έγραφε επίσης και στον ίδιο τον Όθωνα, προς τον οποίον οι πιέσεις για την απελευθέρωση του Καΐρη γίνονταν ολοένα και εντονότερες, καθώς η κίνηση για την απελευθέρωσή του έβρισκε διαρκώς περισσότερους υποστηρικτές.

Απελευθερώθηκε από τη μονή του Προφήτη Ηλία της Σαντορίνης με βασιλικό διάταγμα που του επέτρεπε να φύγει εκτός Ελλάδος, χωρίς ενδιάμεσο σταθμό σε ελληνικό έδαφος, τον Οκτώβριο του 1841. Τον ίδιο καιρό, η Σύνοδος τον καθαίρεσε από κληρικό. Ο Καΐρης έφυγε από τη Θήρα με το πλοίο «Ευανθία», που είχε προορισμό την Κωνσταντινούπολη. Εκεί έγινε δεκτός από πλήθος κόσμου που τον επευφημούσε. Από εκεί ταξίδεψε διά θαλάσσης προς τη Μασσαλία, από όπου έφθασε τελικά, μέσω Λυών, στις αρχές του καλοκαιριού του 1842.

Ωστόσο, όπως προανέφερα, τελικά τα τσιράκια της Εκκληcίας δε σεβάστηκαν ούτε τον τάφο του μεγάλου, αλλά λησμονημένου ελέω ΕΛ-ληνορθόδοξης προπαγάνδας, Δασκάλου και τον βεβήλωσαν, όπως βεβήλωσαν το πτώμα της Υπατίας, την οποία δολοφόνησαν κατ’εντολήν του Κυρίλλου Α’ της Αλεξανδρείας.

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.