ΘΕΑ Η ΜΠΑΛΑ

Posted: 6 Σεπτεμβρίου 2009 in ΑΓΝΩΣΤΗ ΕΚΔΟΣΗ, ΓΕΛΟΙΟ, ΚΕΙΜΕΝΑ, ΟΛΑ

Δημοσιεύθηκε ΕΔΩ δείτε όμως και ΕΔΩ

O ΟΠΑΔΟΣ ΤΗΣ ΟΜΑΔΑΣ

ΚΑΙ Ο ΠΙΣΤΟΣ ΤΗΣ ΘΡΗΣΚΕΙΑΣ

Κοινά σημεία αθλητικού και θρησκευτικού φανατισμού

Από το 1880 έως και το 1930 συντελέσθηκε μία μεγάλη πολιτιστική έξαρση στην πατρίδα μας, κατά την οποία εν μέσω των κακουχιών της εποχής (Θεσσαλικός πόλεμος, Βαλκανικοί πόλεμοι κ.λπ.) ξεκίνησε η σταδιακή ίδρυση των μεγάλων αθλητικών συλλόγων. Μακριά από το χρηματικό όφελος και το μίσος έναντι των αντιπάλων τους οι αθλητές μέχρι και το 1960 περίπου εντάσσονταν στα αθλητικά σωματεία μόνο για να περνούν τον ελεύθερο χρόνο τους αθλούμενοι (σημ.: ερασιτεχνικό ποδόσφαιρο), ενώ η καθημερινή τριβή με τους συναθλητές τους ένωνε με δεσμούς οικογενειακής φιλίας. Δεν νοούνταν η μεταγραφή ενός αθλητή σε αντίπαλο σωματείο, όχι λόγω μίσους έναντι των άλλων συλλόγων ή εξ αιτίας οικονομικών διαφορών, αλλά αφ’ ενός λόγω της αγάπης προς τους συναθλητές τους και αφ’ ετέρου λόγω των συναισθηματικών δεσμών με την πόλη όπου μεγάλωσαν.

Η ιδεολογία της «φανέλλας»: Ένα παρελθόν

Με την επαγγελματοποίηση του αθλητισμού και την αλλοτρίωση των αθλητών από τον «μαμωνά» όλα τα μεγάλα ιδανικά κατέρρευσαν και υπάρχουν μόνο στα μυαλά ορισμένων «ρομαντικών». Η αγάπη για την «φανέλλα», το ανιδιοτελές πάθος για νίκη και οι άρρηκτοι δεσμοί αδελφοσύνης με τους συναθλητές αποτελούν πλέον ιστορία και όποιος τα επικαλείται είναι ή γραφικός ή απληροφόρητος. Από εκείνο το χρονικό σημείο άρχισε η ιδεολογική κατάρρευση του αθλητικού ιδεώδους και η μετατροπή του νεώτερου Έλληνα φιλάθλου σε οπαδό.

Τα πρώτα χρόνια οι φίλαθλοι πήγαιναν μονιασμένοι στα γήπεδα, βωμολοχίες δεν ακούγονταν, ακριβώς λόγω του σεβασμού και του δέους, που ένιωθε ο απλός κόσμος έναντι του αθλητή, ανεξαρτήτως του σωματείου που εντασσόταν. Αλλά και αυτοί οι ίδιοι οι αθλητές είχαν μία ποιοτική διαφορά έναντι των σύγχρονων, απλά και μόνο επειδή, όπως νοσταλγικά και αποφθεγματικά εκφράζει ο λαϊκός λόγος, «κάποτε έπαιζαν για την φανέλλα».

Η «φανέλλα» εκπροσωπεί την «σημαία», το «λάβαρο» του σωματείου, στο οποίο ανήκει ο αθλητής και είναι ιερή τόσο για τον αθλητή, όσο και για τον φίλαθλο της ομάδας. Από την στιγμή όμως, που το έμβλημα της ομάδας πήρε μία έννοια παρόμοια προς εκείνη του θρησκευτικού συμβόλου και ο φίλαθλος μετατράπηκε σε οπαδό, η ροή της αθλητικής ιστορίας άλλαξε και το νόημα του αθλητισμού, που δειλά προσπάθησε να αναβιώσει στις αρχές του περασμένου αιώνα, χάθηκε.

Πλήθος όμοιων φωτογραφιών δημοσιεύονται σε όλα τα φύλλα των αθλητικών εφημερίδων και περιοδικών. Τα βρέφη, φροντίζουν οι γονείς τους να τα βαφτίζουν «οπαδούς» και χριστιανούς.

Το ποδόσφαιρο έχει μετατραπεί σε ένα μέσο εκτόνωσης άγριων ενστίκτων. Οι οδομαχίες των οπαδών πριν και μετά από κάθε αγώνα των ομάδων τους είναι χαρακτηριστικές. Οι ακροβολισμένες ομάδες των οπαδών στα σοκκάκια των πόλεων συχνά δίνουν «ραντεβού», για να αναμετρηθούν μακριά από τα μάτια των αστυνομικών αρχών. Τα εργαλεία της «μάχης» είναι συνήθως πέτρες, μαχαίρια, αλυσίδες, ρόπαλα καθώς και η εκ του σύνεγγυς επαφή. Κυνηγητό, άγριο ξύλο, ακόμα και φόνοι σε ορισμένες περιπτώσεις  λαμβάνουν χώρα σε απόμερες γειτονιές, ενώ η κάθε ομάδα προσπαθεί να αρπάξει από τους αντιπάλους τις σημαίες και τα πανώ, τα οποία κατόπιν θα αναρτηθούν στις κερκίδες του γηπέδου ως λάφυρα ανδρείας και νίκης, όπως ακριβώς συνέβαινε και άλλοτε – αλλά στα πεδία των μαχών και όχι στα πάρκα των αργόσχολων.

Ο αθλητισμός ως μέσον εξουσίας

Επί Ιουστινιανού οι λεγόμενοι «δήμοι» δεν είχαν καμμία σχέση με τους δήμους της αρχαίας Ελλάδος: ήταν σωματεία και οργανώσεις οπαδών, που είχαν πάρει την ονομασία τους από τα χρώματα της στολής-χλαμύδας των ηνιόχων, τους οποίους υποστήριζαν στις ιπποδρομίες και στις αρματοδρομίες. Τα «φίλαθλα» αθλητικά αυτά σωματεία, όπως διαμορφώθηκαν στο Βυζάντιο, θυμίζουν αρκετά τον τρόπο δράσης των σύγχρονων «ενώσεων φιλάθλων» (σημ.: σήμερα τα ονομάζουμε clubs = λέσχες)· και για του λόγου το αληθές θα προβούμε σε ωρισμένους απλοποιημένους παραλληλισμούς.

Ο πατριάρχης Βαρθολομαίος, όπως παρουσιάζεται συχνά στις σελίδες αθλητικών εφημερίδων φίλα προσκείμενων στην ομάδα της Α.Ε.Κ. Είναι ηλίου φαεινότερον, ότι ο πατριάρχης χρησιμοποιεί τα αθλητικά σωματεία, που ίδρυσαν οι πρόσφυγες, για τη συσπείρωση του ποιμνίου του και την γενικότερη επιρροή του στην ελληνική κοινωνία.

Το 5ο-6ο αιώνα μ.Χ. στα μέλη των «δήμων» της Κωνσταντινούπολης δόθηκαν περισσότερες αρμοδιότητες όπως αυτή της δημιουργίας πολιτοφυλακής – σωμάτων ασφαλείας (σημ.: όπως στην εποχή μας υπάρχουν σύγχρονες ιδιωτικές ομάδες «security», που χρηματοδοτούνται από τα ποδοσφαιρικά σωματεία) ή αυτή της κατασκευής δημοσίων έργων. Η δράση των «δήμων» αυτών εντοπιζόταν στα μεγάλα αστικά κέντρα (όπως και σήμερα), ενώ οι οπαδοί ήταν μοιρασμένοι σε δύο μεγάλα αντιμαχόμενα στρατόπεδα. Από τη μια πλευρά οι Βένετοι-Γαλάζιοι είναι ορθόδοξοι, οπαδοί του συγκεντρωτισμού της εξουσίας και αντιπρόσωποι ως επί το πλείστον της αριστοκρατίας των ευγενών και του αυτοκράτορα, καθώς και οι σύμμαχοί τους Λευκοί.

H λαϊκή δύναμη των βυζαντινών «δήμων» μετά από κάποιο χρονικό διάστημα έγινε πολύ μεγάλη, και αρκεί να θυμηθούμε την γνωστή «Στάση του Νίκα», η οποία ξεκίνησε από τον Ιππόδρομο της Κωνσταντινούπολης και προκάλεσε ισχυρότατους κλυδωνισμούς στην πολιτική ηγεσία ολόκληρης της αυτοκρατορίας. Μήπως όμως και σήμερα οι μεγαλομέτοχοι των μεγάλων αθλητικών σωματείων δεν απειλούν την δημόσια ειρήνη και τάξη με συλλαλητήρια, που θα προκαλέσουν μέσω των διαφόρων Συνδέσμων Φιλάθλων (π.χ. Ο.Σ.Φ.Π-Ολυμπιακός, ΠΑ.ΛΕ.ΦΙ.Π.-Παναθηναϊκός, Original-Α.Ε.Κ, Βυζαντινοί Μαχητές- Π.Α.Ο.Κ, Super 3- Άρης κ.λπ.), τους οποίους ελέγχουν στενά είτε μέσω του ηλεκτρονικού φακελώματος των μελών τους, είτε διότι οι ηγήτορες των οργανωμένων οπαδών –με τον έναν η τον άλλον τρόπο– αποτελούν όργανα των προέδρων τους; Η μήπως δεν έχουν την δυνατότητα να πείσουν τους οπαδούς τους να ψηφίσουν στις εκλογές το κόμμα-πολιτικό σχηματισμό, που θα τους εξυπηρετήσει καλύτερα ούτως, ώστε μέσα από αυτές τις διαδικασίες είτε να προβαίνουν σε σωρεία παρανομιών, χωρίς να λογοδοτούν ποτέ στην Δικαιοσύνη, είτε να απειλούν ευθέως ακόμα και την ίδια την κυβέρνηση της χώρας, εξασφαλίζοντας ενίοτε την κάλυψη των «εθνοπατέρων» μας;

Ο πρώην μητροπολίτης Πειραιώς Καλλίνικος εν μέσω των σκανδάλων της Εκκλησίας, «συσφίγγει» τις σχέσεις του με το σωματείο του Ολυμπιακού και με τον πρόεδρο του συλλόγου Σ. Κόκκαλη. (Εφημερίδα «Φως».) Λίγο αργότερα θα ευλογήσει το σωματείο και το νέο γήπεδο Καραϊσκάκη, ώστε ο Ολυμπιακός να κατακτήσει το πρωτάθλημα «με το θέλημα του Θεού….». Τι κοινό έχουν οι κ.κ. Σ. Κόκκαλης και Καλλίνικος; Μα είναι και οι δύο ποιμένες οπαδών.

Εν πάση περιπτώσει την εποχή της Νέας Ρώμης- Βυζαντίου άλλοι υποστήριζαν την βούληση του αυτοκράτορα και άλλοι της γυναίκας του, της αυτοκράτειρας, που και οι δυό τους, απ’ ο,τι φαίνεται, έπαιζαν άριστα το παιχνίδι της εξουσίας – μοιράζοντάς το κατά το «διαίρει και βασίλευε». Σήμερα ο πολιτικός αυταρχισμός μέσω των ποδοσφαιρικών σωματείων παίζει εξ ίσου καλά το ίδιο ακριβώς παιχνίδι, και ο λαός αδυνατεί να κατανοήσει, ότι ο αυτοκράτορας (κυβέρνηση) και η αυτοκράτειρα (αντιπολίτευση) σε εναλλακτικούς ρόλους εξυπηρετούν το ίδιο και το αυτό καθεστώς, καθώς επίσης ίδιοι είναι και οι κεφαλαιούχοι που τους στηρίζουν, μέσω της χειραγώγησης των μαζών, που εγκλωβίζονται στα ποδοσφαιρικά τους σωματεία.

Αγιοποίηση αθλητών και εκμετάλλευσή τους από τον Κλήρο

Αυτά τα φαινόμενα βέβαια δεν παρουσιάζονται μόνο στην Ελλάδα αλλά σε κάθε χώρα του κόσμου, μόνο που ποικίλλουν σε έκταση ανάλογα με τις κοινωνικές συνθήκες. Κατά κύριο λόγο σε χώρες με ανεπτυγμένη οικονομία, με καλό βιοτικό επίπεδο και με υψηλή ποιότητα παιδείας οι πολίτες δεν χρησιμοποιούν τον αθλητισμό ως μέσον εκτόνωσης βιαίων ενστίκτων (π.χ. Σκανδιναβικά κράτη, Καναδάς κ.λπ.).

Αντίθετα σε χώρες που έχουν σαν βασικά κοινωνικά γνωρίσματα την οικονομική ανέχεια και τον αναλφαβητισμό το ποδόσφαιρο κάνει θραύση (π.χ. Νότια Ευρώπη, Λατινική Αμερική κ.λπ.). Στην Βραζιλία ή στην Αργεντινή επί παραδείγματι το ποδόσφαιρο από ένα απλό άθλημα έχει μετατραπεί σε μία διαδικασία προσέγγισης και λατρείας του θείου. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του Μαραντόνα, που λατρεύεται σαν θεός από το «ποίμνιο» των Αργεντίνων οπαδών. Ο Μαραντόνα αποτελεί το ιδανικό παράδειγμα ποδοσφαιριστή, που έχει «αγιοποιηθεί» από το λαό της Αργεντινής χάριν των ποδοσφαιρικών του ικανοτήτων, χωρίς να είναι ο μόνος. Ιστορικό έχει μείνει το γκολ, που ο συγκεκριμένος ποδοσφαιριστής είχε πετύχει κατά της Αγγλίας με το χέρι, παραπλανώντας τον διαιτητή, ενώ το αξιοπερίεργο είναι, ότι αυτή η δόλια και άδικη ενέργεια του ποδοσφαιριστή ονομάστηκε «χέρι του Θεού». Ο ίδιος σε συνέντευξή του δήλωσε χαρακτηριστικά, ότι «εγώ απλώς είπα ότι σε αυτό το γκολ είχα την βοήθεια του Θεού». Ταυτίζοντας κατά κάποιο τρόπο την έννοια της απάτης και του θείου ο Μαραντόνα ορθώς ευχαριστεί την «βοήθειά» του.

Ο Μαραντόνα γνωρίζει καλά ότι στο ποδόσφαιρο –που αποτελεί καθρέφτη των σύγχρονων κοινωνιών– έχει εισβάλει ο δόλος και ότι το άθλημα αυτό αντανακλά στους κανόνες του την ποιότητα της κοινωνίας μας. Προφανώς βασισμένος ο ποδοσφαιριστής πάνω σε αυτή την θεωρία υποστήριξε, ότι το να κερδίσεις με δόλο στο σύγχρονο ποδόσφαιρο δεν είναι απαραιτήτως κάτι κακό, όπως και το να προοδεύει κανείς στην κοινωνία με δόλο– έτσι κάνουν άλλωστε οι περισσότεροι– σήμερα δεν είναι κοινωνικά ανήθικο, καθ’ όσον όλες οι αξίες και τα ιδανικά της ζωής έχουν υποκατασταθεί από το χρήμα. (Σημ.: Μόνο που οι αξίες αυτές δεν επαρκούν, για να στηρίξουν τη ζωή, γι’ αυτό ο Μαραντόνα μπαινοβγαίνει σε άσυλα αποτοξίνωσης από τα ναρκωτικά που χρειάστηκε σαν «στήριγμα». Ο θεϊκός κόσμος του ήταν εκτός ζωής και εκτός ανθρώπινης φύσης.)

Προσκυνηματικά εικονίσματα του Μαραντόνα. Επί των εικονισμάτων αυτών οι οπαδοί του Μαραντόνα τελούν θρησκευτικές τελετές, διατηρώντας το τελετουργικό της Καθολικής Εκκλησίας.

Παρά ταύτα οι λαϊκές μάζες παρεξήγησαν τις δηλώσεις του ποδοσφαιριστή και κυριολεκτικά τον θεοποίησαν φτειάχνοντάς του εκκλησία, ονομάζοντάς τον Santa Maradona και πραγματοποιώντας προς τιμήν του θρησκευτικές τελετές.Τούτο αποτελεί ένα ενδεικτικό γεγονός του τρόπου, μέσω του οποίου το παγκόσμιο σύστημα προπαγάνδας πείθει τους λαούς να εξ-αγιάζουν τα ανομήματά τους με δόλια μέσα αλλά και με θρησκευτική επικάλυψη.

Αυτή ακριβώς η δυνατότητα του ποδοσφαίρου ως μέσου προπαγάνδας –να «αγιοποιεί» ακόμα και την εξώφθαλμη «αμαρτία-αδικία»– είναι αποτέλεσμα της μακρόχρονης επιρροής του χριστιανικού «ήθους», που συντελείται σταδιακά και αθόρυβα από την εποχή του Βυζαντίου έως και τις μέρες μας.

Ο πρώην αρχιεπίσκοπος, Χριστόδουλος, κατά την θριαμβευτική υποδοχή των πρωταθλητών Ευρώπης (2004) τιμά τους αθλητές και το Γερμανό τεχνικό της ομάδας, ο οποίος έκπληκτος αντιλαμβάνεται, ότι το ποδόσφαιρο στην τριτοκοσμική Ελλάδα αποτελεί «και θρησκευτική υπόθεση», αφού όταν η Γερμανία κατέκτησε το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα  κανένας καρδινάλιος ή επίσκοπος δεν υποδέχτηκε την Εθνική Γερμανίας με ανάλογο τρόπο. Οι χριστιανοί, που κάποτε δίωκαν τους φέροντες τον δάφνινο στέφανο, τώρα «ελαφρά τη καρδία» τον προσφέρουν.

Εντός αυτών των πλαισίων εντάσσονται οι δημόσιες σχέσεις, που αναπτύσσουν οι Εκκλησίες με τους εκπροσώπους των διαφόρων αθλητικών σωματείων. Θυμηδία προκαλεί ιδιαιτέρως η τακτική παρέλαση ρασοφόρων από τα ποδοσφαιρικά γήπεδα για τον καθιερωμένο αγιασμό στην έναρξη της ποδοσφαιρικής περιόδου, η οποία συν τοις άλλοις φέρνει «πιο κοντά» τον Κλήρο με τους προέδρους των σωματείων, με ο,τι αυτό συνεπάγεται… Χαρακτηριστική των εκκλησιαστικών τάσεων υπήρξε η παρουσία του αρχιεπισκόπου κ. Χριστοδούλου κατά την θριαμβευτική επιστροφή των νικητών του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος Ποδοσφαίρου (2004) στο Παναθηναϊκό Στάδιο. Το μήνυμα της συμπόρευσης Εκκλησίας και Αθλητισμού ήταν σαφές, ότι εξυπηρετούσε τα ιδιοτελή εκκλησιαστικά συμφέροντα. Το παραπάνω σκηνικό βέβαια προκάλεσε την χλεύη και τον θυμό τόσο των παρευρισκομένων στο στάδιο, όσο και αρκετών πνευματικών ανθρώπων της χώρας, οι οποίοι αντέδρασαν με ποικίλους τρόπους από τα Μ.Μ.Ε. Κάποιους μήνες αργότερα σε επίσκεψη της ποδοσφαιρικής ομάδας της ΑΕΚ στην Κωνσταντινούπολη, ο πατριάρχης κ. Βαρθολομαίος ευχήθηκε στην ομάδα να καταφέρει να υπερπηδήσει τα διοικητικά της προβλήματα. Αναρωτιώμαστε, τι σχέση μπορεί να έχει ο πατριάρχης ως θρησκευτικός ποιμένας με ένα αθλητικό σωματείο;

Οπωσδήποτε κάποιοι θα ισχυριστούν, ότι η πίστη στο Θεό βοήθησε τους αθλητές μας να κερδίσουν, αφού σε κάθε επιτυχία τους και ενώ η κάμερα τραβάει «κοντινό», είτε κάνουν τον σταυρό τους, είτε απαγγέλλουν αποσπάσματα του Κορανίου, είτε ακόμα δηλώνουν ότι πηγή των δυνάμεών τους αποτελεί η διδασκαλία του Βούδα, όπως συνήθιζε να κάνει ο γνωστός Ιταλός ποδοσφαιριστής Roberto Bagio, στον οποίον είχαν δώσει και την προσωνυμία «Μικρός Βούδας» συνεχίζοντας έστω και με αυτό τον τρόπο το παιχνίδι της εισβολής της θεοκρατίας στα ποδοσφαιρικά γήπεδα.

Ο Πορτογάλος διεθνής Κριστιάν Ρονάλντο, ενώ ο φωτογραφικός φακός τον απαθανατίζει να προσεύχεται στο Θεό, προκειμένου να αποφύγει η Πορτογαλία την ήττα από την Εθνική Ελλάδος, που ήδη προηγείται με ένα γκολ διαφορά. Οι προσευχές δεν πιάνουν τόπο: «Ο Θεός ήταν με τους Έλληνες!..»

Σήμερα οι αθλητές λογικό είναι να έχουν την τάση μιας «θείας» υποστήριξης για την περαίωση του τιτάνιου αγώνα τους, εφ’ όσον διαπαιδαγωγήθηκαν εντός των σύγχρονων θεοκρατούμενων κοινωνιών και εφ’ όσον αντιλαμβάνονται, ότι ο Θεός ασχολείται με την επιβολή τους έναντι των αντιπάλων… των οποίων όμως οι προσευχές δεν φαίνεται να εισακούονται. Ίσως ο σύγχρονος επαγγελματίας αθλητής επικαλείται περισσότερο την θεία βοήθεια λίγο πριν τον αντι-αναβολικό έλεγχο και όχι τόσο κατά την διάρκεια του αγώνα, ο οποίος αποτελεί ουσιαστικά μία τυπική διαδικασία, εάν έχει καταφέρει να διαφύγει τον έλεγχο των φαρμάκων, που κατανάλωσε από τις επίσημες αρχές. Αρκεί να θυμηθούμε ότι πριν τον τελικό του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος στην Πορτογαλία τόσο το αντιπροσωπευτικό μας συγκρότημα, όσο και αυτό της χώρας που φιλοξενούσε την διοργάνωση φρόντισαν να απομονωθούν σε κάποια μοναστήρια, ώστε οι ποδοσφαιριστές να επικαλεστούν την θεία βοήθεια. Εκ του αποτελέσματος συμπεραίνουμε ότι ο Θεός το βράδυ του μεγάλου τελικού φορούσε γαλανόλευκα. Πρόκειται αλήθεια για ένα θέατρο υποκρισίας, που υποβιβάζει την ανθρώπινη νοημοσύνη.

Αθλητικοθρησκευτικός φανατισμός

Συχνά ακούμε τους εκφωνητές να χαρακτηρίζουν έναν ποδοσφαιρικό αγώνα ως «δραματικό», σαν να πρόκειται για θέατρο. Ο θεατής-οπαδός της οποιαδήποτε ομάδας παρακολουθεί υπομονετικά αυτό τον δραματικό ποδοσφαιρικό αγώνα, περιμένοντας την εσωτερική του κάθαρση κατά τον αριστοτελικό ορισμό της τραγωδίας («την των τοιούτων παθημάτων»). Το ποδόσφαιρο όμως δεν είναι θεατρικό έργο, αλλά ένα άθλημα που δημιουργεί εκ της δομής του έντονο ανταγωνισμό, ο οποίος μάλιστα μεταφέρεται και στις κερκίδες.

Οι οπαδοί, εισερχόμενοι στο γήπεδο και φορτωμένοι από τα προβλήματα της καθημερινότητας (ανεργία, άγχος, οικογενειακά προβλήματα κ.λπ.), χρειάζονται μία εκτόνωση, που θα βρει έρεισμα είτε στη νίκη της ομάδας τους (πρόκληση χλεύης κατά του αντιπάλου), είτε στον καθοριστικό ρόλο που έπαιξαν τα σφάλματα του διαιτητή (πρόκληση επεισοδίων κατά παντός υπευθύνου). Ο σύγχρονος «οπαδός» αποτελεί ένα πιστό –κυριολεκτικά και μεταφορικά– αντίγραφο του οπαδού μιας θρησκείας. Άλλωστε τα ίδια τα συνθήματα που κραυγάζουν οι οπαδοί εντός των σταδίων είναι δηλωτικά των έντονων θρησκευτικών συναισθημάτων που νιώθουν. Έτσι για παράδειγμα ακούμε συνθήματα όπως «ΠΑΟ – Θρησκεία – Θύρα 13» ή «Θρύλε – Θεέ μου – Ολυμπιακέ μου». Πράγματι αυτοί οι άνθρωποι αποτελούν τους πιο γνήσιους εκφραστές των θρησκευτικών συναισθημάτων και μέσω αυτών γίνεται περισσότερο κατανοητή η έννοια του «οπαδού» καθώς και η συμπεριφορά του.

Οι οπαδοί, είτε υποστηρίζουν θρησκεία, είτε ομάδα, παρουσιάζουν τα αυτά χαρακτηριστικά, ορισμένα εκ των οποίων είναι:

  • Τόσο ο Θεός όσο και η ομάδα που θα υποστηρίξει ένας άνθρωπος είναι βασικά αποτέλεσμα μύησης-βάφτισης μέσα από την οικογένεια.
  • Κατά τη διάρκεια της ζωής του ο οπαδός δεν αλλάζει την πίστη του, ούτε στην ομάδα, ούτε στη θρησκεία του και θα την «κληροδοτήσει» στα παιδιά του.
  • Ο οπαδός δεν παραδέχεταί ποτε, ότι η ομάδα ή η θρησκεία του είναι κατώτερη… και ας χάσει με δέκα γκολ διαφορά. Τις ευθύνες θα τις ρίξει είτε στο διαιτητή, είτε στα καιρικά φαινόμενα, είτε στο ότι αυτό «…ήταν θέλημα Θεού…», είτε στη γρουσουζιά-γκαντεμιά-προλήψεις κ.λπ.
  • Όπως ο οπαδός θρησκείας έχει τα γούρια του π.χ. το τίμιο ξύλο, τα διαβασμένα σταυρουδάκια, το δόντι ή την παντόφλα του Μωάμεθ κ.λπ., ομοίως και ο οπαδός ομάδας έχει τα δικά του γούρια π.χ. φοράει τα ίδια ρούχα (ο προπονητής Αλέφαντος φόραγε σε κάθε αγώνα το γούρικο κοντομάνικό του, ακόμα και το χειμώνα), κάνει τις ίδιες κινήσεις (ο προπονητής Γιάννης Ιωαννίδης έβγαζε το σακκάκι του σε μια δύσκολη στιγμή του αγώνα, «για να αλλάξει η τύχη». (Σημ.: Η πλειονότητα των ανθρώπων που ασχολούνται με τον επαγγελματικό αθλητισμό, είτε ως φίλαθλοι, είτε ως οπαδοί, πάσχουν από «προληπτικά σύνδρομα», αναφέρουμε όμως μόνο τα πιο πάνω παραδείγματα, επειδή ακριβώς είναι γνωστά στο ευρύ κοινό.)
  • Η οπαδική αργκό-διάλεκτος ψυχογραφεί ανθρώπους, που έχουν έντονα θρησκευτικό χαρακτήρα και ασπάζονται ασυνείδητα τις ιουδαΐζουσες καταστροφολογικές θεωρίες, εντασσόμενοι πάντα εντός της μάζας και καλυπτόμενοι από την δυναμική του πλήθους. Έτσι ακούμε συχνά να λέγεται ότι οι οπαδοί της τάδε ομάδας μετέτρεψαν το γήπεδο σε… «κόλαση». Υπάρχει άραγε κόλαση και στον αθλητισμό; Σε τι εξυπηρετεί η ύπαρξή της και ποιός την εισήγαγε στην αθλητική ορολογία;

Πρωτοσέλιδο αθλητικής εφημερίδας. Η κόλαση και ο παράδεισος. Ο καλός και ο κακός. Η άλωση του Αθλητισμού από την θεοκρατία είναι γεγονός.

Αξίζει εδώ να παρατηρήσουμε, ότι τα αρχαία ελληνικά στάδια διέθεταν κερκίδες μόνο από την μία πλευρά του αθλητικού χώρου και όχι περιμετρικά όπως στα σύγχρονα γήπεδα. Με αυτό τον τρόπο ο θεατής παρακολουθούσε τόσο τα αγωνίσματα όσο και τις θεατρικές παραστάσεις στα θέατρα, έχοντας σαν φόντο την ελληνική φύση. Αρκεί να φαντασθούμε αυτό το τοπίο, για να κατανοήσουμε μία από τις αιτίες που ο ελληνικός αθλητισμός δεν προκαλούσε βία, όπως ο σύγχρονος.

Κατόπιν οι Ρωμαίοι, κατασκεύαζαν στάδια κλειστού τύπου, διότι τους συνέφερε «ψυχολογικά», αφού π.χ. στο Κολοσσαίο όλοι είχαν στραμμένα τα βλέμματά τους στον Αυτοκράτορα-θεό και όχι σε κάποιο φυσικό τοπίο. Ο Καίσαρ-θεός, στην κρίσιμη στιγμή, που ένας μονομάχος είχε κερδίσει τον αντίπαλό του και έπρεπε να αποφασίσει αν θα τον σκοτώσει, ή αν θα του χαρίσει την ζωή, έρριχνε ένα βλέμμα στις κερκίδες, έβλεπε τι επιθυμούσε η πλειοψηφία των παρευρισκομένων, και με τον αντίχειρά του κατεύθυνε την βούληση του αθλητή-μονομάχου, η οποία τεχνηέντως ταυτιζόταν με την λαϊκή βούληση. Έτσι μέσω των αγώνων αυτών ο Καίσαρ διατηρούσε ψηλά το λαϊκό του «προφίλ», ακολουθώντας το γνωστό ρωμαϊκό απόφθεγμα «άρτος και θεάματα», που σήμερα «ξαναανακάλυψαν» οι κοινωνιολόγοι.

Στην εποχή μας, συνεχίζοντας την Ρωμαϊκή παράδοση, τα στάδια είναι περιμετρικά-κλειστά και ο θεατής το μόνο που βλέπει εκτός του αγωνιστικού χώρου είναι οι αντιδράσεις των παρευρισκομένων στις απέναντι κερκίδες, στις οποίες συνήθως κάθεται ο «εχθρός» – οι οπαδοί της αντίπαλης ομάδας. Τούτο προκαλεί ασφαλώς την εξαγρίωση τόσο στους μεν όσο και στους δε, δημιουργώντας έτσι τον ιδανικό χώρο για την εκτόνωση βιαίων ενστίκτων. Η «κλισέ» ποδοσφαιρική έκφραση «το γήπεδο μοιάζει με καζάνι που βράζει» είναι ενδεικτική του παραλληλισμού της «κόλασης» με «ποδοσφαιρικό αγώνα».

Στα σύγχρονα στάδια διατηρείται η θέση, όπου καθόταν ο αυτοκράτορας με τους αξιωματούχους του, και αυτή η θέση καλείται «Θύρα-κερκίδα επισήμων»· από αυτή την κερκίδα παρακολουθούν τους αγώνες οι πρόεδροι των σωματείων, πολιτικά πρόσωπα, δημοσιογράφοι κ.λπ. Οι πρόεδροι των μεγάλων ποδοσφαιρικών σωματείων ως άλλοι Καίσαρες αφουγκράζονται την «λαϊκή θέληση» και πραγματοποιώντας κάποιες επιθυμίες της κατορθώνουν να κατευθύνουν εύκολα την πολιτική βούληση της μάζας.

Πολλές αντιδράσεις προκαλούν οι λεγόμενες «αμφισβητούμενες φάσεις», που η φύση του ποδοσφαίρου γεννά. Καθ’ όμοιον τρόπο στον χώρο των θρησκευτικών δογμάτων μπορεί να μην υπάρχουν «αμφισβητούμενες φάσεις», υπάρχουν όμως «αμφισβητούμενες φράσεις», οι οποίες γεννούν τις λεγόμενες αιρέσεις και οι οποίες με την σειρά τους συντηρούν το κλίμα του θρησκευτικού φανατισμού, οδηγώντας συχνά στην βία.

Μετά από κάθε αγώνα στις αθλητικές τηλεοπτικές εκπομπές ακολουθεί ειδική ανάλυση των αμφισβητούμενων φάσεων καρρέ-καρρέ και από διαφορετικές οπτικές γωνίες. Συνήθως αναπτύσσεται μία ολόκληρη φιλολογική συζήτηση γύρω από την ορθότητα της κρίσης του διαιτητή, όμως και εκεί πάλι βλέπουμε ο κάθε ένας να δίνει τη δική του εκδοχή και ερμηνεία· και τούτο δεν είναι τυχαίο, αφού και οι αθλητικογράφοι έχουν καταντήσει στην μεγίστη πλειοψηφία τους –για να μην πούμε στην ολότητά τους– όργανα των αθλητικών συλλόγων, τα συμφέροντα των οποίων ως υπάλληλοι πρέπει να εξυπηρετούν. Μήπως όμως το ίδιο δεν ισχύει και για τους θρησκευτικούς ποιμένες, που ξεκοκκαλίζοντας τα «πατερικά» κείμενα στις διάφορες «ιερές» συνόδους βρίσκουν την ευκαιρία είτε να αλληλομισηθούν («odium theologicum») είτε να «σχισθούν» (σχίσμα) είτε να «σφάξουν» στη διαδρομή και κανέναν… αιρετικό.

Κωνσταντίνος Δ. Μίχος(Λεύκαρος)

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.