ΕΜΒΟΛΙΑ ΤΟΥ ΝΟΥ

Posted: 9 Οκτωβρίου 2009 in ΑΓΝΩΣΤΗ ΕΚΔΟΣΗ, ΚΕΙΜΕΝΑ, ΟΛΑ

Πως τρυπώνουν οι θρησκευτικές ιδέες στον ανθρώπινο εγκέφαλο
Γνωσιακοί επιστήμονες εξηγούν πως μεταναστεύουν από νου σε νου οι έννοιες για το υπερφυσικό

Ένα ενδιαφέρον πεδίο έρευνας σχετικά με τη λειτουργία του ανθρώπινου νου είναι το πώς μεταδίδονται οι θρησκευτικές ιδέες μεταξύ των γενεών. Και ο Pascal Boyer, ένας ανθρωπολόγος από το Πανεπιστήμιο Washington του Saint Louis, είναι δικαίως συνώνυμος με αυτήν ακριβώς την έρευνα. Το λεπτομερές μοντέλο που προτείνει ο Boyer παρέχει μια διαφορετικής απόχρωσης εκδοχή της άποψης του εξελικτικού βιολόγου Richard Dawkins, σύμφωνα με την οποία η θρησκεία είναι ένα ιδεολογικό παράσιτο που φωλιάζει στους νόες αθώων ξενιστών (όπως εύπιστα παιδιά) και τα εμβολιάζει εναντίον κάθε μορφής κοινής λογικής.

Στο βιβλίο του, ‘Η Εξήγηση της Θρησκείας’ (Religion Explained, είναι ο αγγλικός τίτλος ενώ στα ελληνικά έχει κυκλοφορήσει με τίτλο ‘Και ο Άνθρωπος Έπλασε τους Θεούς’), ο Boyer σκιαγραφεί ένα πολύ κομψό επιστημονικό μοντέλο που δείχνει πως ο εξελιγμένος ανθρώπινος νους είναι ειδικά ευπρόσβλητος σε θρησκευτικές έννοιες εξαιτίας του ότι προωθούνται στις καθημερινές, εγκόσμιες και οικείες νοητικές μας διαδικασίες. Αυτό που κάνει μια συγκεκριμένη έννοια να είναι ‘θρησκευτική’ ή ‘υπερφυσική’, σύμφωνα με τον Boyer, είναι η αντι-διαισθητικότητά της στο βαθμό που παραβιάζει τις έμφυτες υποθέσεις μας αναφορικά με βασικά στοιχεία του φυσικού κόσμου.

Ένα τέτοιο παράδειγμα δανεισμένο από την εβραϊκή παράδοση αφορά στο πνεύμα του Ηλία, που ένα απόγευμα κάθε Άνοιξη τρυπώνει αόρατα μέσα σε κάθε εβραϊκό σπίτι και πίνει ένα ποτήρι κρασί Manischewitz (ένα γλυκό κρασί που μοιάζει με τη Μαυροδάφνη). Έτσι τουλάχιστον πιστεύει ένα μικρό παιδί όταν συμμετέχει σ’ αυτή την εβραϊκή τελετή (εβραϊκό Πάσχα) κατά την οποία το νεαρότερο παιδί στο τραπέζι παραινείται να πάει στην μπροστινή πόρτα για να καλέσει μέσα στο σπίτι τον βιβλικό Ηλία. Καθώς το παιδί στέκεται εκεί με την πόρτα ανοιχτή, το στόμα ορθάνοιχτο και τις τρίχες όρθιες από δέος και τρόμο, το πνεύμα του Ηλία τρυπώνει στο σπίτι και πίνει ένα ποτήρι κρασί από το τελετουργικό τραπέζι για να συνεχίσει τον δρόμο του προς το επόμενο εβραϊκό σπίτι. Στην πραγματικότητα, παραδοσιακά ο πατέρας πίνει το κρασί ενώ το παιδί στέκεται στην πόρτα και το άδειο ποτήρι επιδεικνύεται ως απόδειξη της επίσκεψης του Ηλία.

Είναι δε πολύ πιθανό ένα μικρό παιδί να μην ξέρει καν ποιος ήταν αυτός ο Ηλίας και ίσως να μην ξέρουν πολλά περισσότερα ακόμα και οι γονείς του. Στην πραγματικότητα ο Ηλίας ήταν ένας προφήτης που αναφέρεται στην Παλαιά Διαθήκη και κάποιοι Εβραίοι πιστεύουν ότι θα εμφανιστεί πριν από τον ερχομό του Μεσσία. Έχει έτσι καταλήξει σαν ένα γραφικό φάντασμα του παρελθόντος που κάνει τακτικές επισκέψεις σε συνοικίες τις γιορτινές μέρες του εβραϊκού Πάσχα για να πιει ένα ποτήρι κρασί και να προειδοποιήσει και πάλι για τον επικείμενο ερχομό του Μεσσία, κάπως σαν τον Άγιο Βασίλη που επισκέπτεται τα σπίτια την Πρωτοχρονιά για να φάει κουλουράκια και σπιτικά ζαχαρωτά. Ο Boyer θα έλεγε, ότι ο κυριότερος λόγος που επηρεάζει η τελετή για τον Ηλία ένα παιδικό μυαλό, είναι πως η έννοια του πνεύματος που τρυπώνει μέσα από τους τοίχους και πίνει από ένα ποτήρι με αόρατα χείλια παραβιάζει τη διαισθητική αντίληψη του τι είναι και τι μπορεί να κάνει ένα ανθρώπινο ον.

Ο Boyer συχνά χρησιμοποιεί τον όρο ‘κολλητικό’ για να περιγράψει θρησκευτικές έννοιες. Ταράσσονται δύσκολα, όπως λέει, γιατί διαρκώς αποσπούν την προσοχή μας με την έννοια ότι αντικρούονται στην έμφυτη κατανόηση που έχουμε για τον βαρετό μας κόσμο. Στην περίπτωση του Ηλία, είναι ένας άνθρωπος και ως εκ τούτου έχει μυαλό που λειτουργεί όπως το μυαλό κάθε άλλου ανθρώπου. Αυτό σημαίνει, πως δε χρειάζεται καν να αναφερθεί πως ο Ηλίας έχει μυαλό ακριβώς όπως ένας άλλος άνθρωπος, ότι έχει ανθρώπινες σκέψεις, ενδιαφέροντα και επιθυμίες που είναι διαφορετικές από αυτές που θα είχε ένας κόκκινος σκίουρος. Από την άλλη μεριά ωστόσο, δεν είναι ακριβώς όπως είμαστε εμείς γιατί μπορεί επίσης να είναι και αόρατος. Αυτή ακριβώς η αντίφαση είναι ικανή να αποσπάσει την προσοχή μας και να κάνει τον Ηλία να γραφτεί ανεξίτηλα στη μνήμη μας.

Με τον κατάλογο του Boyer για τις υπερφυσικές ιδέες, σχεδόν κάθε θρησκευτική έννοια που μπορεί κανείς να επικαλεστεί ακολουθεί την ίδια βασική συνταγή: πάρε ένα συμβατικό κομμάτι της κοινότυπης καθημερινότητας και πρόσθεσέ του μια πινελιά από χρώμα με την έννοια αντίφασης ή ασυμβατότητας με το συνηθισμένο. Είναι ο λόγος που ένα μικρό παιδί θα περιγράψει με μεγάλο πάθος πως αναστήθηκε ο Χριστός από τους νεκρούς. Αν όμως το ρωτήσεις ποιος ήταν ο Χριστός δε θα μπορέσει να το περιγράψει το ίδιο καλά. Το να ξεφύγεις από τον ίδιο τον βιολογικό σου θάνατο δεν είναι κάτι εφικτό και έτσι η χριστιανική έννοια της ανάστασης είναι εξαιρετικό δόλωμα για να φέρεις κοντά στον καλό Κύριο αυτούς τους μικρούς και τις μικρές που μόλις έχουν συνειδητοποιήσει ότι ο θάνατος είναι κάτι το αμετάκλητο.

Η κομψότητα του μοντέλου που προτείνει ο Boyer έγκειται στο ότι μπορεί να εξηγήσει τις κατά τα άλλα συγκεχυμένες διαπολιτισμιακές εκδοχές των θρησκευτικών εννοιών. Η συνταγή του περί της αντι-διαισθητικότητας ερμηνεύει γιατί χιλιάδες άνθρωποι συνωστίστηκαν πρόσφατα σε ένα σπίτι στην πόλη Bangalore για να γίνουν μάρτυρες ενός αποκαλούμενου θαύματος. Φαίνεται πως ένα μικρό μαρμάρινο άγαλμα του ινδού αγίου του 19ου αιώνα Shirdi Sai Baba κούνησε τα βλέφαρά του κατά τη διάρκεια ενός συνηθισμένου καθαρισμού και αποφάσισε να ανοίξει το αριστερό του μάτι για να ρίξει μια ματιά στον κόσμο. Το μοντέλο του Boyer μπορεί επίσης να εξηγήσει το φαινόμενο του θεού Ganesha που συνέβη λίγους μήνες πριν από την περίπτωση του πεταρίσματος του ματιού του Baba, λίγο πιο πέρα στον χάρτη του Mumbai. Αγάλματα αυτής της θεότητας με κεφάλι ελέφαντα, που τυχαίνει να είναι ο ινδικός προστάτης των επιστημών μεταξύ άλλων, άρχισαν να καταπίνουν γάλα από κουτάλια που τους πρόσφεραν οι αφοσιωμένοι πιστοί. Ίσως δε μάθουμε ποτέ από τι καταλήφθηκε ο πρώτος άνθρωπος που πρόσφερε ένα κουτάλι με γάλα σε ένα κομμάτι ελεφαντοστού ή μαρμάρου σκαλισμένο στη μορφή ενός θεού με κεφάλι ελέφαντα, αλλά όπως και στην περίπτωση του Baba με το ένα ανοιχτό μάτι, τα διψασμένα αγάλματα του θεού Ganesha έκαναν πραγματικά τους ανθρώπους να συζητούν γι’ αυτά.

Ο λόγος που τέτοια θρησκευτικά αγάλματα αποσπούν την προσοχή μας, επιχειρηματολογεί ο Boyer, είναι ότι έχουμε μια εκ γενετής έννοια του τι κάνει ένα ακίνητο αντικείμενο να είναι ακίνητο. Το να κινείται μόνο του, να βλέπει και να έχει βιολογικές λειτουργείς απλά δεν ανήκει στη λίστα αυτή. Έτσι, όταν εμφανίζονται φήμες για ένα άψυχο κατασκεύασμα που παρέβηκε τους φυσικούς νόμους, όπως εικόνες που αιμορραγούν, αγαλματίδια που δακρύζουν και αγάλματα που σου κλείνουν το μάτι, τα νέα κυκλοφορούν σαν πυρκαγιά στο δάσος, διασπείροντας μύθους, φλογερές διαφωνίες και ανανεωμένη πίστη.

Υπάρχουν όμως μερικές σημαντικές εξηγήσεις που πρέπει να γίνουν για την αποφυγή πιθανών παρερμηνειών. Πρώτα απ’ όλα, για να λειτουργήσει μια έννοια σωστά ως θρησκευτική έννοια και έτσι να μεταναστεύσει επιτυχημένα μεταξύ διαφορετικών μυαλών, θα πρέπει να είναι μινιμαλιστικά αντι-διαισθητική. Αυτό σημαίνει, ότι δε θα πρέπει να είναι τόσο τραβηγμένη ώστε να μην μπορεί να μας μπει στο μυαλό, όπως ας πούμε θα ήταν η φανταστική έννοια ενός αόρατου δέντρου που αλλάζει χρώμα κάποιες στιγμές κάθε Πέμπτη, πάντα την Παρασκευή και ποτέ την Τρίτη. Αυτές οι έννοιες είναι πολύ υπερβολικές για το νοητικό μας σύστημα που ξεφεύγουν ακριβώς την ώρα που ξύνουμε το κεφάλι μας για να τις συλλάβουμε, αποτυγχάνοντας να εντυπωθούν στο νου μιας κοινωνίας. Για να έχει την πραγματική ισχύ που θα την κάνει να εγκατασταθεί στο νου, μια θρησκευτική έννοια θα πρέπει να είναι κατ’ ελάχιστον αντιληπτή στον κοινό νου. Δε σημαίνει ότι ένα διψασμένο κομμάτι ελεφαντοστού είναι κάτι το λογικοφανές, αλλά μπορούμε εύκολα να καταλάβουμε τι εννοεί ένας αφοσιωμένος πιστός όταν μας αναφέρει κάτι σχετικό.

Μια άλλη παρερμηνεία που πρέπει να αποφευχθεί σχετικά με τη συνταγή του Boyer είναι το ότι δεν είναι θρησκευτικές ή υπερφυσικές όλες οι μινιμαλιστικά αντι-διαισθητικές έννοιες. Υπάρχουν έννοιες, όπως χελώνες με πατίνια που κυνηγούν κακοποιούς και τρώνε πίτσα, ή άλλες που αναφέρονται σε ανθρώπους που σκαρφαλώνουν σε τοίχους και εκτοξεύουν ίνες για να φτιάξουν ιστούς αράχνης, που εμφανώς ανήκουν στη σφαίρα της φαντασίας. Σε αντίθεση με τα φαντάσματα και τα πνεύματα, δεν είναι πιστευτό από τους ανθρώπους ότι τέτοια πλάσματα υπάρχουν πραγματικά. Οι περισσότερες έρευνες σ’ αυτό το πεδίο υποδεικνύουν πως όταν πιέζονται, ακόμα και τα μικρά παιδιά, μπορούν να δηλώσουν τη διαφορά μεταξύ φαντασίας και πραγματικότητας.

Γιατί λοιπόν είμαστε όλοι τόσο σοβαροί και συγκρατημένοι όταν πρόκειται περί της θρησκείας; Τι είναι αυτό που κάνει τις θρησκευτικές έννοιες να γίνονται πιστευτές ως πραγματικότητα ενώ άλλες αντι-διαισθητικές έννοιες να αντιμετωπίζονται ως άκακες μορφές διασκέδασης; Δε θα συναντήσει κανείς κάποιον να διαρρηγνύει τα ιμάτιά του για το ότι τα χελωνονιντζάκια όντως τρώνε πίτσα και μας προστατεύουν από τους κακοποιούς, να αναρωτιέται για τη φύση των παντελονιών που φοράει ο ποντικομικρούλης ούτε και κάποιον που ενδιαφέρεται για τη γνώμη του Spider-Man σχετικά με τις αμβλώσεις και τον σοδομισμό.

Καταρχάς, οι θρησκευτικές έννοιες μεταφέρονται στα παιδιά από ενήλικους που έχουν το γνήσιο πιστεύω ότι οι έννοιες αυτές είναι αληθινές. Μια πρόσφατη έρευνα από τον αναπτυξιακό ψυχολόγο του Harvard, Paul Harris, και τους συνεργάτες του, για παράδειγμα, εστιάστηκε στην επιδεκτικότητα των παιδιών προσχολικής ηλικίας στις μαρτυρίες των ενηλίκων. Υπάρχουν πολλά πράγματα για τα οποία τα παιδιά θα πρέπει να βασιστούν στον λόγο άλλων ανθρώπων: για το ότι η Γη δεν είναι επίπεδη, για το ότι διαθέτουμε εσωτερικά όργανα που κάνουν το σώμα μας να χτυπάει ρυθμικά, για το ότι τα άπλυτα χέρια είναι καλυμμένα με αόρατα μικρόβια, για το ότι οι συμπεριφορές προέρχονται από ένα όργανο σαν σφουγγάρι που βρίσκεται μέσα στα κεφάλια των ανθρώπων, ή ακόμα για το ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει θεός και μεταθανάτια ζωή. Ένα ενδιαφέρον σημείο είναι πως τα παιδιά δεν είναι τόσο εύπιστα όσο ίσως πιστεύουμε. Τουλάχιστον, δεν πιστεύουν οτιδήποτε και αν ακούσουν από οποιονδήποτε. Αντίθετα, είναι αρκετά επιλεκτικά στο ποιον θα εμπιστευτούν για να τους δώσει πραγματολογικές πληροφορίες.

Ο Harris βρήκε πως τα παιδιά είναι πιθανό να εμπιστευτούν οικείους τους πληροφοριοδότες, αμφιβάλλουν σε πληροφοριοδότες που έχουν αποδειχθεί στο παρελθόν ανακριβείς ή άσχετοι, δεν εμπιστεύονται πληροφοριοδότες που προκαλούν διαφωνίες και τελικά είναι πιθανότερο να εμπιστευτούν άτομα που τους δίνουν πληροφορίες με αυτοπεποίθηση. Σε μια έρευνα του Harris και των συνεργατών του, παιδιά προσχολικής ηλικίας παρακολουθούσαν έναν χαρακτήρα που έκανε έναν ανόητο ισχυρισμό (όπως για παράδειγμα, πως ένα συγκεκριμένο είδος ψαριού μένει σε δέντρα) και μετά τους έδειχναν την αντίδραση του κοινού σ’ αυτή την ανόητη δήλωση. Σε κάποιες από τις δοκιμές η αντίδραση του κοινού ήταν να κουνούν το κεφάλι τους και να συνοφρυώνονται με την έκφραση ότι δε χάβουνε τη δήλωση, ενώ σε άλλες έδειχναν πως συμφωνούσαν με τον χαρακτήρα που έκανε τις δηλώσεις. Στη συνέχεια, όταν τους δίνανε δύο αντιτιθέμενες πληροφορίες που αφορούσαν σε ένα εντελώς διαφορετικό θέμα, τα παιδιά εμπιστευόντουσαν περισσότερο τη γνώμη του κοινού που είχε απορρίψει προηγουμένως τις ανόητες δηλώσεις.

Ο ρόλος των γονέων από την άλλη μεριά, είναι το να διαψεύδουν το παράλογο. Είναι το να παρέχουν στα παιδιά μια καθαρή όψη της πραγματικότητας όπως έχουν και οι ίδιοι. Για πολλούς γονείς βέβαια, η όψη της πραγματικότητας είναι σχεδόν ισοδύναμη με το να υποστηρίζουν ότι πράγματι υπάρχουν τα χελωνονιντζάκια, αλλά ασχέτως με αυτό το γεγονός, οι περισσότεροι γονείς θέλουν με ειλικρίνεια να διδάξουν στα παιδιά τους πώς να διακρίνουν το αληθινό από το ψεύτικο. Σύμφωνα με τον Harris λοιπόν, οι θρησκευτικές έννοιες όπως ο θεός και η μεταθανάτιος ζωή μεταφέρονται στα παιδιά από πολλούς γονείς μέσω της ίδιας έμπιστης οδού, μέσω της οποίας μαθαίνουν στα παιδιά ότι η Γη είναι στρογγυλή ή ότι δύο και δύο κάνουν τέσσερα. Και κάτι τέτοιο δεν ισχύει μόνο για δηλώσεις σχετικά με το εάν υπάρχει ή όχι θεός, αλλά ακόμα και σε αγνωστικιστικού τύπου δηλώσεις όπως το ότι κανείς δεν ξέρει και ποτέ μην αφήσεις κάποιον να σου πει ότι συμβαίνει διαφορετικά.

Και τελικά, εάν η έρευνα για τη θρησκεία είναι κάτι το οποίο κεντρίζει το ενδιαφέρον κάποιου, γιατί να μην εμπλακεί απευθείας με την έρευνα αυτή; Γιατί να μην επιλέξει να ερευνήσει το θέμα από μια ορθολογική και επιστημονική σκοπιά, όπως τα επιχειρήματα που δικαιολογούν τις πεποιθήσεις για μεταθανάτιο ζωή ή την ηθική συμπεριφορά των παιδιών όταν τους λέγεται πως παρακολουθούνται από ένα αόρατο πρόσωπο.

Δημοσιεύθηκε ΕΔΩ

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.