Archive for the ‘ΠΡΟΣΩΠΑ’ Category

Λάκης, ο λαϊκιστής – Από τον Ηλία Κανέλλη

Οπαδός ενός ιδιότυπου επαρχιωτισμού, χρησιμοποιεί την καλλιτεχνική του δύναμη για να τον προπαγανδίσει. Πολιτικά αδαής, μονολιθικός, ναΐφ, αντιευρωπαίος, ο Λάκης Λαζόπουλος υπήρξε και παραμένει ένας δογματικός. Ισχύς του, η λήθη – κι ας έχει, κατά καιρούς, επικαλεσθεί στις τηλεοπτικές του εκπομπές τη διαπλαστική ισχύ της ιστορίας. Χάρη στη λήθη μπορεί να σκεπάζει όχι μόνο τις καλλιτεχνικές του αστοχίες όσο, κυρίως, τις επιλογές του στη ζωή του και στην πολιτική.

Πριν από μερικές ημέρες, με πήρε στο τηλέφωνο ένα φιλικό μου πρόσωπο. Είχα καιρό να ακούσω νέα του, χάρηκα με τη συνομιλία μας, δώσαμε υποσχέσεις να συναντηθούμε σύντομα από κοντά και, πριν κλείσουμε τη συνομιλία μας, με ρώτησε ποιος με έβαλε να γράψω ένα αρνητικό κείμενο για τον Λάκη Λαζόπουλο –κείμενο που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα όπου εργάζομαι1. Ξαφνιάστηκα, διότι το φιλικό μου αυτό πρόσωπο ξέρει καλά ότι δεν υπάρχει περίπτωση να με βάλει κανείς να γράψω οτιδήποτε επί παραγγελία ενώ, αν είχε διαβάσει καλά το επίμαχο κείμενο, θα είχε διαγνώσει ότι είναι υπαγορευμένο από μια βαθιά ανάγκη ξεκαθαρίσματος των πραγμάτων – και όταν έχω αυτή την ανάγκη μπορώ να βάζω τη διασκέδαση πάνω κι απ’ τη δουλειά. Και για μένα, το κείμενο εκείνο ήταν διασκέδαση. Στην ίδια συνομιλία, μου επισημάνθηκε ότι και άλλα επικριτικά κείμενα είχαν γραφεί στην ίδια εφημερίδα για τον Λαζόπουλο, πράγμα που μοιάζει με ενορχηστρωμένη επίθεση. Απάντησα ότι δεν υπάρχει πιο φυσικό πράγμα, να ενοχλούνται περισσότερο του ενός αρθρογράφοι ή κριτικοί  από τις επιδόσεις του τηλαυγούς αστέρος κι ότι, όταν κάποιος ενοχλείται από τη δημόσια συμπεριφορά ή, περισσότερο, από το έργο ενός καλλιτέχνη που εκφράζεται από το μαζικότερο μέσο των ημερών, την τηλεόραση, είναι φυσικό να θέλει να εκφράσει δημόσια την ενόχλησή του ή, ακόμα περισσότερο, να εξηγήσει τους λόγους αυτής της ενόχλησης. Αναρωτήθηκα επίσης πώς είναι δυνατόν ένας καλλιτέχνης που χρησιμοποιεί τη φόρμα της τηλεοπτικής επιθεώρησης και αφοριστικά συνήθως περιλούζει πολιτικά και τηλεοπτικά πρόσωπα να θεωρεί ότι ο ίδιος θα βρίσκεται εσαεί εκτός κριτικής2.

Aλ-Τσαντίρι News, κάθε Τρίτη μετά τις 9.00 μ.μ., Alpha TV

Εκτός αν πιστεύει ότι αρκεί να μιλάς στο όνομα του λαού για να καταξιωθείς – διότι, ώς τώρα, έτσι κάνει, μιλάει στο όνομα του λαού. Είναι ασφαλής τρόπος αν κολακεύεις αδαείς, πρόσωπα που μαγεύονται από τη δημόσια φήμη σου, από την επιρροή σου, από τη διασημότητά σου. Αλλά, ως γνωστόν, τηλεόραση βλέπουν και άλλοι, που δεν αρκούνται στην επιφανειακή ανάγνωση των θεμάτων, στις κραυγές, στο ανακάτεμα της σοβαρής πλευράς της ζωής με την επιπόλαιη του τηλεοπτικού trash και της κοινοτοπίας. Κι αλίμονό τους, κάποιες φορές μπορεί να χρειαστεί, για να διαπιστώσουν την ταυτότητα της κριτικής ενός πολιτικού-σατιρικού σόου, όπως θέλει να είναι το Αλ-Τσαντίρι News, να δουν ολόκληρη μια εκπομπή του Λαζόπουλου. Αν σε αυτές τις περιπτώσεις η δουλειά δεν ήταν διασκέδαση, οι εργοδότες θα έπρεπε να πληρώνουν επίδομα βαρέος και ανθυγιεινού στον ταλαίπωρο που υφίσταται αυτή τη δοκιμασία.
Προσωπικώς, πάντως, δεν υπάρχει θέμα. Ακόμα κι αν χρειάζεται το απόθεμα μαζοχισμού που μου έχει απομείνει, συνεχίζω να θεωρώ ένα κομμάτι της δουλειάς διασκέδαση. Γι’ αυτό και η προσπάθεια ανάλυσης που ακολουθεί – έστω κι αν χρειάστηκε να ξαναφρεσκάρω, στο γρήγορο, μερικές παλιότερες εκπομπές του Λαζόπουλου, που τις έχω σε DVD, προσφορά του Ελεύθερου Τύπου της Γιάννας Αγγελοπούλου – και, το χειρότερο, να παρακολουθήσω ολόκληρη μια πρόσφατη εκπομπή του, αυτή της Τρίτης 5 Οκτωβρίου, πράγμα που υπό κανονικές συνθήκες για έναν κανονικό θεατή είναι αφόρητο.

«ΜΟΝΤΕΡΝΑ ΚΑΤΟΧΗ»

Η επίσημη πρεμιέρα της εκπομπής του Λαζόπουλου, που επέστρεψε και φέτος στο τηλεοπτικό κανάλι Alpha, έγινε την Τρίτη, 28 Σεπτεμβρίου. Εκεί, μεταξύ άλλων, υπερασπίστηκε και την κοινωνική ομάδα των ιδιοκτητών φορτηγών Δ.Χ., που συγκρουόταν εκείνο το διάστημα με την κυβέρνηση. Οι φορτηγατζήδες αρνούνταν να δεχτούν την επιβεβλημένη από τα πράγματα μεταρρύθμιση του «ανοίγματος» του επαγγέλματός τους (όμοια με άλλα επαγγέλματα που η ελληνική κυβέρνηση έχει δεσμευτεί για το άνοιγμά τους στο Μνημόνιο που υπέγραψε με την «τρόικα», Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα), ήθελαν να συνεχίσουν να απολαμβάνουν την εργασιακή προστασία που θα ισοδυναμούσε με τη διατήρηση του μονοπωλιακού προνομίου στις εμπορευματικές μεταφορές εντός της χώρας – ενός προνομίου που, κατά τεκμήριον, εκτός των άλλων, αυξάνει το κόστος των μεταφορών, το οποίο μετακυλίεται στις τιμές των προϊόντων. Αυτή τη μικρή λεπτομέρεια, ο Λαζόπουλος την αγνόησε παντελώς, θα ήταν ανασταλτική του «κοφτερού» του λόγου, του επικριτικού πνεύματός του, της οπτικής γωνίας την οποία έχει επιλέξει για να ασκήσει την περίφημη σάτιρά του.
Επιλεγμένη οπτική γωνία: αυτό είναι το χαρακτηριστικό των εκπομπών του Λαζόπουλου. Είναι η γωνία του μονίμως διαμαρτυρόμενου Έλληνα, του φοβικού προς οποιαδήποτε πρόκληση, του κλειστού στο καβούκι ενός απομονωμένου έθνους-κράτους που διεκδικεί από την πολιτεία να τον φροντίζει όπως οι γονείς τα ανήλικα. Η γωνία του πιο φοβικού συντηρητισμού απέναντι σε οποιαδήποτε νεωτερικότητα. Ανέκαθεν ήταν αυτό ακριβώς – στις κάθε φορά παραλλαγές, σύμφωνα με το πνεύμα της εποχής και τα προβλήματα που κάθε φορά κυριαρχούσαν. Βλάχος, προέκταση του Τραμπάκουλα που είχε λανσάρει ο Χάρρυ Κλυνν στα τέλη της δεκαετίας του 1970, στις επιθεωρήσεις του Θεσσαλικού Θεάτρου· Μήτσοςx10 αργότερα στην τηλεόραση, ιδεότυπος ενός, πάντα του ίδιου, μικροαστικού μοντέλου· ο πατέρας του λαού στο Αλ-Τσαντίρι News, που φωνάζει για λογαριασμό «του καθημερινού ανθρώπου».
Τι λέει; Το ίδιο, μονότονο τροπάριο, χρόνια τώρα. Την εφετζίδικη, μεταμφιεσμένη σε θέαμα, μονότονη διακήρυξη των εθναμυντόρων, περί της μοναδικότητος του έθνους. Στη βάση των κηρυγμάτων του (περί κηρυγμάτων πρόκειται και όχι περί κριτικής) εκφράζει όλες τις φωνές που διεκδίκησαν την εθνική απομόνωση: το «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο» του ΚΚΕ και του αρχαϊκού ΠΑΣΟΚ, το «είμαστε έθνος ανάδελφον» του Προέδρου Χρήστου Σαρτζετάκη, το ανάθεμα κατά του «état laïque» των ιεραρχών την εποχή της «μάχης για τις ταυτότητες»,3 τον ανακλαστικό αντιευρωπαϊσμό του Αλέξη Τσίπρα.
Όλος αυτός ο συσσωρευμένος αναδελφισμός εκφράζεται στη στάση του Λάκη Λαζόπουλου απέναντι στην Ευρώπη4. Και γι’ αυτόν, στη συγκυρία, Ευρώπη ίσον Μνημόνιο. Στη δεύτερη εκπομπή της φετινής σεζόν, στις 5 Οκτωβρίου, όταν του είχε φύγει το άγχος και πλέον αισθανόταν άνετα, όπως εξομολογήθηκε στο κοινό του, επινόησε και την ορολογία: το Μνημόνιο, κατά τον Λάκη Λαζόπουλο, είναι «μοντέρνα Κατοχή».

ΜΑΝΙΧΑΪΣΜΟΣ

Ο Λαζόπουλος, όπως πολλοί απ’ όσους συζητούν για το Μνημόνιο στην Ελλάδα, παραβλέπουν την πραγματικότητα. Δεν συζητούν για το έλλειμμα, το χρέος, τις συνθήκες που τα δημιούργησαν, δεν αναφέρονται στον τρόπο με τον οποίο αναπτύχθηκε στρεβλά, με δανεικά, η χώρα, κάνουν ότι δεν ξέρουν πως το πολιτικό σύστημα ευνοεί τις πελατειακές σχέσεις με τον πολίτη που, στην εφαρμογή τους, συνέβαλαν στο γιγαντιαίο, διεφθαρμένο, κοστοβόρο και εχθρικό στον πολίτη Δημόσιο… Δεν κάνουν καν τον κόπο να σκεφτούν ποιες εναλλακτικές λύσεις είχε η χώρα εκτός αυτής που επελέγη.5 Αντί της πραγματικότητας, λοιπόν, που είναι οδυνηρή, επιλέγουν εκ του ασφαλούς μια μαξιμαλιστική κριτική που οδηγεί κατευθείαν στον αναδελφισμό, αλλά έχει το προνόμιο ότι τροφοδοτεί με εύκολη αντιπολιτευτική και αντιευρωπαϊκή ρητορεία όσους την επιλέγουν. Κι είναι πολλοί αυτοί. Από την Αλέκα Παπαρήγα μέχρι τον Αντώνη Σαμαρά. Κι από τον Γιώργο Αυτιά, τον δημοσιογράφο που στην πρωινή ζώνη της τηλεόρασης χαϊδεύει τα αυτιά των συνταξιούχων, μέχρι τον συνάδελφό του Γιώργο Δελαστίκ, παλαιό στέλεχος του ΝΑΡ και το πάλαι ποτέ αρθρογράφο της Καθημερινής.
Είναι οι βασικοί συζητητές του Λαζόπουλου, οι «θεωρητικοί» του, είτε «τα λένε» οι ίδιοι μέσω αποσπασμάτων βίντεο είτε ο Λαζόπουλος μέσω της αναπαραγωγής κειμένων τους. Στην εκπομπή της 5ης Οκτωβρίου, ήταν (σχεδόν) τα μοναδικά πρόσωπα με πολιτικό λόγο στα οποία έγινε θετική αναφορά (θετική αναφορά έγινε και στον Αλέξη Τσίπρα)6. Κατά τα άλλα, απέναντι στον μεγάλο δημοσιογράφο Γιώργο Αυτιά (και στο πυρ το εξώτερον) τέθηκαν ο Γιώργος Παπανδρέου, η «συγκυβέρνηση» Ντόρα + Καρατζαφέρης + Κουβέλης7, ο Πάγκαλος («που είναι χοντρός», για να συγγενέψει, προφανώς, η σάτιρα των εξωτερικών χαρακτηριστικών ενός πολιτικού με του Αριστοφάνη, του οποίου ο Λαζόπουλος είναι κατευθείαν απόγονος) και, βέβαια, πάντα ο Σημίτης («ο άνθρωπος που μας έβαλε στην ΟΝΕ»). Ιδίως ο Καρατζαφέρης παρουσιάστηκε, σε ένα κρεσέντο πολιτικής οξυδέρκειας και διεισδυτικότητας, ως «το ακροδεξιό χέρι του τέως σοσιαλιστικού ΠΑΣΟΚ».
Ο μονοδιάστατος χαρακτήρας της πολιτικής σάτιρας του Λαζόπουλου είναι εντυπωσιακός. Στον κόσμο του, τα πρόσωπα χωρίζονται σε καλούς και κακούς. Καλοί είναι όσοι εχθρεύονται την Ευρώπη, το Μνημόνιο, το ΠΑΣΟΚ. Κακοί είναι όλοι οι υπόλοιποι. Το Αλ-Τσαντίρι News πρέπει να είναι μια από τις τελευταίες μυθοπλασίες που προσφεύγει στον απόλυτο μανιχαϊσμό για να διεκδικήσει την ταύτιση των θεατών της. Για τις ανάγκες του μανιχαϊσμού αυτού, ο Γιώργος Αυτιάς μεταμφιέζεται σε πραγματικό «παιδί του λαού» και η εκπομπή του με θέμα την κλοπή μιας κατσαρόλας με στιφάδο την ώρα του μαγειρέματος (!) μετατρέπεται σε σύμβολο του αντιμνημονιακού αγώνα: στο εξής, εδώ που έχουμε φτάσει, έτσι που οι άνθρωποι πεινάνε, «θα μαγειρεύουν με σεκιούριτι».
Δεν είναι τυχαία η αναφορά στον Γιώργο Αυτιά, η αναγόρευσή του από τον Λαζόπουλο σε βασική πηγή της εκπομπής του. Είναι η εγγύηση της λαϊκότητας, η πηγή της έμπνευσης των σατιρικών κειμένων που ο Λαζόπουλος επινοεί. Πού αλλού εκτός από την εκπομπή του Αυτιά θα ακούγονταν με κύρος αυθεντίας φράσεις του τύπου «βάλτε έναν φυλακή», χωρίς μια στοιχειώδη ανάλυση για το πώς το κοινοβουλευτικό σύστημα μέσω των ρυθμίσεων και των παραγραφών που ορίζει έχει εξασφαλίσει ουσιαστικά το ακαταδίωκτο πολιτικών που συνέπραξαν σε σκάνδαλα ; Ποιο άλλο κοινό θα ανεχόταν χωρίς να αλλάξει κανάλι προσαρμογές πολυφορεμένων ανεκδότων τύπου «Το πήδημα του Μνημονίου» (το «πήδημα» «Τροϊκά» σε «ανακουφίστρα», που στο τέλος δεν παίρνει δεκάρα για τις υπηρεσίες της); Πώς είναι δυνατόν να θεωρείται ασεβές χιούμορ σε φράσεις τύπου «το αγγούρι κάνει καλό σε πάρα πολλά πράγματα, ενώ τα κολοκυθάκια θα σε καλύψουν προσωρινά μέχρι να βρεθεί το αγγούρι»; Και πώς μπορούν να λειτουργούν ως σατιρικό υλικό συνεχή ανέκδοτα με κλανιές;

ΟΛΑ ΜΕ ΟΛΑ

Γνωρίζοντας, πάντως, ότι η βάση του κοινού του είναι τα λαϊκά στρώματα, ο Λαζόπουλος προσαρμόζει την εκπομπή του στις προσλαμβάνουσες του κοινού του. Ενός κοινού χωρίς ιδιαίτερη πολιτική κουλτούρα, ποδηγετημένου από τα ΜΜΕ και από την πελατειακή αντίληψη της πολιτικής. Γι’ αυτό το κοινό χρειάζεται «ανάσες» χαβαλέ, έστω και επενδυμένου με ηθικοπλαστικά συνθήματα. Ο χαβαλές αυτός αφθονεί στην τηλεόραση κι είναι τσάμπα – κι αυτό εξυπηρετεί την παραγωγή εκπομπών όπως αυτή του Λαζόπουλου.
Η Μενεγάκη, η Αννίτα Πάνια, η τραγουδίστρια Μαντώ, η Τατιάνα Στεφανίδου, τα είδωλα της πιο λαϊκής τηλεόρασης εξυπηρετούν γάντι αυτό που ο Λαζόπουλος εννοεί χαβαλέ. Τα στιγμιότυπα με κωμικές προεκτάσεις από εκπροσώπους αυτού του τύπου της λαϊκής και δημοφιλούς τηλεόρασης, που διανθίζουν την εκπομπή του, χρησιμεύουν μεν σαν ανάσες από την υπερβολική δόση πολιτικολογίας, ωστόσο κι αυτές ακόμα είναι σχολιασμένες με υπερβολική δόση ηθικολογίας. Θα αναρωτηθεί κανείς: μα είναι δυνατόν να ηθικολογεί κανείς με την τραγουδίστρια Μαντώ; Κι όμως. Έτσι μόνο μπορεί να ξεχωρίσει ο Λαζόπουλος. Απαξιώνοντας στο κατεξοχήν κοινό της τηλεόρασης τα είδωλά του ως φτηνά, κρατώντας για τον εαυτό του το ρόλο του ακριβού.
Και έτσι, ως τιμαλφές, μπορεί να επιστρέφει στην πολιτική. Έχοντας αντλήσει κύρος από τη σύγκριση του εαυτού του με την τηλεοπτική υποκουλτούρα μπορεί με όλη του την άνεση, βγαίνοντας από μια αίθουσα μασάζ, να στήνει εκτελεστικά αποσπάσματα στο Νέο Γουδί. Κι ύστερα, πάλι, αφού έχει πια φαντασιωθεί την εκδίκηση του αγανακτισμένου Έλληνα από τον πολιτικό που δεν στέκεται στο ύψος του, μπορεί να ασχοληθεί με όλη του την άνεση με το άλλο αγαπημένο θέμα των ανυπότακτων Ελλήνων: την άρνηση να συμμορφωθούν με την απαγόρευση του καπνίσματος. Γιατί; Απλούστατα, επειδή «ο Έλληνας όταν έχει προβλήματα ανάβει τσιγάρο».
Είπαμε: είμεθα έθνος ανάδελφον.
Ίσως γι’ αυτό, αν και όχι ιδιαίτερα εκδηλωτικά, ψιλοαβαντάρουμε τον Σαμαρά8. Όχι ανοιχτά, μην καρφωθούμε – αλλά πάλι όταν ο Σαμαράς αναρωτιέται μήπως ό,τι έχει ετοιμαστεί στη γαλάζια μας χώρα από τους κακούς Δυτικούς της Τρόικας ίσως είναι προανάκρουσμα «κάτι ακόμα πιο ολέθριου», ο Λαζόπουλος αρπάζει τη διατύπωση και αφήνει να επικρέμαται πάνω από το κοινό του και μια υπόνοια θεωρίας συνωμοσίας.  Σ’ αυτό το παστίς λαϊκότητας προς τα κάτω, η συνωμοσιολογία συγκαταλέγεται στα θεμιτά μέσα εντυπωσιασμού του κοινού, ήδη γαλουχημένου να μη φέρνει αντιρρήσεις στην καταστροφολογία.

ΟΠΩΣ ΤΩΡΑ, ΚΑΙ ΠΑΛΙΑ

Είπαμε ότι ο Λαζόπουλος έχει επιλέξει εκ των προτέρων την οπτική γωνία με την οποία βλέπει τα πράγματα. Ακόμη κι αν τα πράγματα δεν είναι ακριβώς όπως στην προκάτ «ανάλυσή» του, τόσο το χειρότερο για τα πράγματα. Στο κάτω κάτω, αυτός τηλεόραση κάνει – και δύσκολα γυρίζει κανείς να επιβεβαιώσει αν ό,τι κατά καιρούς προέβλεπε, όσα έλεγε, ό,τι κήρυσσε επιβεβαιώνεται από τα πράγματα.
Έχει ενδιαφέρον, λοιπόν, να γυρίσουμε αρκετά χρόνια πίσω, να δούμε τι έλεγε τότε και αν είχε δίκιο, αν τα γεγονότα τον επιβεβαίωσαν.
Στο παλαιό δημοσίευμα του γράφοντος στο Αντί,  που επικαλέστηκα νωρίτερα, υπάρχει και το παρακάτω απόσπασμα:

«…Μολονότι ο σώουμαν συμπεριφερόταν σαν αντιπολίτευση σε όλα τα μεγάλα θέματα της περιόδου που προβαλλόταν στο Mega η σειρά [Δέκα μικροί Μήτσοι], ιδιαίτερα στα εθνικά θέματα, ο “αμφισβητίας” ηθοποιός και συγγραφέας της σειράς συνέπλευσε με τη λεγόμενη “εθνική γραμμή”. Προσφεύγοντας στο θυμικό (και, τις πιο πολλές φορές, μόνο στο συναίσθημα) του θεατή, με προπαγανδιστικό τρόπο, ο Λαζόπουλος κατάφερνε να ευθυγραμμίζεται με τα επίσημα εθνικά δόγματα που ταλαιπώρησαν (και ακόμα ταλαιπωρούν) την ελληνική κοινωνία. Ας θυμηθούμε:
»Στο Μακεδονικό, αφού απαξιωνόταν με τον χειρότερο τρόπο το γειτονικό κράτος, προβάλλονταν οι συγκεντρώσεις της Θεσσαλονίκης και η θέση ότι “η Μακεδονία είναι η ψυχή μας” – που όχι λίγες περιπέτειες μας δημιούργησε.
»Στο Γιουγκοσλαβικό, οι Μήτσοι ευθυγραμμίστηκαν με την απλουστευτική κραυγή “Σέρβοι αδέλφια μας” – και εκφράστηκαν με το αλήστου μνήμης επεισόδιο όπου, μετά την αιματοχυσία στην κεντρική αγορά του Σαράγεβο, είς εκ των Μήτσων συναντούσε ένα ζευγάρι ματοβαμμένων Σέρβων να… διεκτραγωδούν τα δεινά τους από την αδικία που τους έκανε η διεθνής κοινότητα. Τέτοια διεισδυτικότητα από έναν… αντιεξουσιαστή.
»Στο ζήτημα που προέκυψε στις βραχονησίδες  Ίμια προέκυψαν και έκτακτοι Μήτσοι. Η πολιτική τους θέση (που καθρεφτίστηκε σε ανάλογο αισθητικό πεδίο) αναλύονταν στα εξής: οι Τούρκοι συλλήβδην αποτελούν φυλή βαρβάρων που φέρονται κτηνωδώς· πολιτική ας κάνουν μαρκαρισμένα με τα εθνικά σήματα τα πρόβατα που βόσκουν στις νησίδες κι οι εθνικές (εθνικιστικές;) κραυγές κι οι σημαίες που κυματίζουν ας υπαγορεύσουν φρόνημα και μαζικές ψυχώσεις…»9.

Πολιτικά αδαής, μονολιθικός, ναΐφ, αντιευρωπαίος10, ο Λάκης Λαζόπουλος υπήρξε και παραμένει ένας δογματικός. Ισχύς του, η λήθη – κι ας έχει, κατά καιρούς, επικαλεσθεί στις τηλεοπτικές του εκπομπές τη διαπλαστική ισχύ της ιστορίας. Χάρη στη λήθη μπορεί να σκεπάζει όχι μόνο τις καλλιτεχνικές του αστοχίες όσο, κυρίως, τις επιλογές του στη ζωή του και στην πολιτική11 (που συχνά μετατρέπονται σε καλλιτεχνική δράση, έστω και αν εν τέλει χρησιμεύουν σε λόγο χειραγώγησης υπέρ ενός συναισθηματικού ανορθολογισμού). Οπαδός ενός ιδιότυπου επαρχιωτισμού, χρησιμοποιεί την καλλιτεχνική του δύναμη για να τον προπαγανδίσει – έχει και μια υστεροβουλία να το κάνει, στο πλαίσιο αυτού του επαρχιωτισμού αρδεύει το μεγάλο μέρος του κοινού του.
Κατανοητό. Στο κάτω κάτω δεν έχει υπάρξει στην ιστορία ανυστερόβουλος λαϊκιστής.


01.Ο Λάκης Λαζόπουλος είναι ο καλλιτεχνικός ηγέτης του κάθε πικραµένου. Αρκεί ο πικραµένος να είναι «λαός»: η γιαγιά στο χωριό, ο µισθοσυντήρητος υπαλληλάκος, οι Μήτσοι – διάφοροι, δηλαδή, που περιµένουν από έναν τηλεοπτικό αστέρα να «τα ρίξει», να τους χαϊδέψει τ’ αυτιά. Πού «τα ρίχνει»; Στους κακούς που πίνουν το αίµα του λαού µε το µπουρί της σόµπας: στην Ευρώπη, την τρόικα, τον Παπανδρέου (όπως παλαιότερα στον Σηµίτη, αλλά όχι στον Καραµανλή), τους εκσυγχρονιστές, σε όσους δεν βδελύσσονται το Μνηµόνιο… Μιλάει για λογαριασµό των καλών: δίκιο έχουν όσοι διαδηλώνουν, όσοι διαµαρτύρονται, οι κοινωνικές οµάδες που αντιστέκονται σε όποια µεταρρύθµιση, ακόµα και σ’ αυτές που η Ελλάδα σέρνεται εκ των πραγµάτων για να αποφύγει τη χρεοκοπία. Προχθές, µετέτρεψε την εκποµπή του σε βήµα αντίστασης των φορτηγατζήδων. Έχουν άραγε δίκιο που επιµένουν να διατηρήσουν το επάγγελµά τους κλειστό, είναι κακό πράγµα να ανοίξει ο ανταγωνισµός στις µεταφορές; Τι τον νοιάζει τον Λαζόπουλο; Το µόνο που τον νοιάζει είναι να συνεχίσει να παριστάνει τη φωνή του πικραµένου. Είναι µια φωνή βουτηγµένη στη συγκίνηση. Η δηµοκρατία που προωθεί είναι µια δηµοκρατία της συγκίνησης, η λογική δεν έχει δουλειά σε ένα πετυχηµένο σόου. Η λογική είναι εξόριστη από το σόου, το προϊόν του Λαζόπουλου. Η κλάψα πουλάει, δεν πουλάνε τα επιχειρήµατα. Ο Λαζόπουλος παίζει τέλεια τον ρόλο του. Ακκίζεται, κλαψουρίζει, τίγκα στις ευκολίες και τα κλισέ. Γιατί άλλωστε να το κάνει αλλιώς; Τίγκα στις ευκολίες και τα κλισέ ήταν πάντα, παραγωγός σλόγκαν και κλαψούρας. Υποτίθεται ότι είναι µια αντισυστηµική φωνή, παρίστανε τον αντισυστηµικό ακόµα κι όταν είχε βρεθεί στον προθάλαµο µιας ανυπόληπτης εξουσίας, µε αεροσυνοδούς και οιωνοσκόπους. Στην πραγµατικότητα είναι ο πνευµατικός ηγέτης του µόνου συστήµατος στο οποίο µπορεί να απευθυνθεί. Παλιότερα, συνήθιζε να λέει ότι µιλάει για λογαριασµό «της γιαγιάς στο χωριό» επειδή, προσέθετε, «η γιαγιά στο χωριό ξέρει». Ο Λαζόπουλος, φυσικά, ξέρει ότι η γιαγιά στο χωριό δεν ξέρει αλλά η άγνοιά της αυτή είναι που την κάνει πελάτισσά του. Αν ήξερε, δεν θα της έφταναν τα τραγουδάκια, τα συνθηµατάκια και η αφ’ υψηλού «σάτιρα» των τρελών του τηλεοπτικού χωριού. Δεν θα της έφτανε ο παραλογισµός δήθεν της συγκίνησης. Θα ήθελε και λίγη λογική (Τα Νέα, 30/9/2010).

02.Από πλευράς μου, δεν είναι η πρώτη δημόσια επίκριση του συγκεκριμένου ηθοποιού. Ενδεικτική είναι η αναλυτική παρουσίαση των λαϊκιστικών τρόπων του στη μεγάλη τηλεοπτική επιτυχία του Δέκα μικροί Μήτσοι, που προβαλλόταν επί σειρά ετών στο Mega, από το περιοδικό Αντί (23/5/1997). Τίτλος εκείνου του κειμένου: «Πότε Λάκης; και πότε Μήτσος;»

03.Κι ας έχει, αργότερα, καταφερθεί κατά του ίδιου του Χριστόδουλου.

04.Σε συνέντευξη που μου παραχώρησε στο περ. Ταχυδρόμος (τχ. >>>>), στην ερώτηση «Για την Ευρώπη τι πιστεύετε; Αν και η πατρίδα σας, η Λάρισα, είναι κατεξοχήν ευρωπαϊκή περιοχή…», απάντησε: «Είναι ε; Να το πω και στη μάνα μου γιατί δεν το έχει υπόψη της να χαρεί. Να της πω «”μάνα είσαι Ευρώπη”».

05.Ένα υποδειγματικό στην απλότητα και τη σαφήνεια άρθρο σχετικό με την προσφυγή της Ελλάδας στο μηχανισμό διάσωσής της, που δημοσιεύθηκε πρόσφατα, υπογράφεται από τον καθηγητή Σταύρο Τσακυράκη. Λέει ο αρθρογράφος: «Ήταν ή όχι µονόδροµος το Μνηµόνιο; Το ερώτηµα αυτό εξαρτάται από το κατά πόσον είχαµε ανάγκη από δανεικά ή όχι. Και δεν υπάρχει αµφιβολία ότι τα είχαµε ανάγκη. Όχι για να εξυπηρετήσουµε τα παλιά µας δάνεια, αλλά για να πληρώσουµε µισθούς, συντάξεις, υγεία, παιδεία κ.λπ. Με δεδοµένο ότι οι αγορές δεν µας δάνειζαν, έπρεπε να αναζητήσουµε νέες µορφές δανεισµού µε νέους όρους αποπληρωµής. Το Μνηµόνιο µάς εξασφάλισε ένα τεράστιο δάνειο 110 δισ. ευρώ για τα επόµενα τρία χρόνια και φαίνεται να ήταν ό,τι καλύτερο µπορούσαµε να ελπίζουµε και να πετύχουµε…» (Τα Νέα, 21/9/2010)

06.Θετική αναφορά έγινε και σε ένα περίεργο και έως τη στιγμή της εμφάνισής του αγνώστους ταυτότητος «Εποπτικό Όργανο Δεοντολογίας» της Ενώσεως Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών (ΕΣΗΕΑ) που την η Οκτωβρίου εξέδωσε την παρακάτω ανακοίνωση, τη γεμάτη υπαινιγμούς, σύμφωνα με την οποία όποιος δημοσιογράφος οδηγείται στην ανάλυσή του υπέρ του Μνημονίου είναι οιωνεί κυβερνητικός εκπρόσωπος. Λέει η ανακοίνωση αυτή, στην οποία ο Λαζόπουλος έκανε εκτενέστατη αναφορά: «Απαράδεκτο φαινόμενο αποτελεί η εμφάνιση δημοσιογράφων, κυρίως σε ραδιοτηλεοπτικά μέσα ενημέρωσης, ως οιονεί κυβερνητικών εκπροσώπων. Το Εποπτικό Όργανο Δεοντολογίας της ΕΣΗΕΑ, θεωρεί ότι πρωταρχικό καθήκον είναι η αντικειμενική ενημέρωση, ο πλουραλισμός στην παρουσίαση θέσεων και απόψεων και ο σεβασμός στην είδηση, ώστε να μην εμφανίζεται ο δημοσιογράφος ως φερέφωνο, προκαλώντας την αγανάκτηση του κοινωνικού συνόλου».

07.«Αλίμονο σ’ αυτούς που θέλουν να μπουν στην ιστορία με το ζόρι», είπε με τόνους κήνσορα ο Λαζόπουλος για τους συγκεκριμένους πολιτικούς με τους οποίους διαφωνεί πολιτικά και ιδεολογικά.

08.Πάντως, τον δήμαρχο Αθηναίων τον αβαντάρει με τον τρόπο του. Εντάξει, εκείνος ο καθηγητής (εννοεί τον Γιώργο Καμίνη) καλός φαίνεται αλλά «ο Νικήτας Κακλαμάνης θα βγει σίγουρα».

09.Περ. Αντί, ό.π., σ. 12.

10.«…Το μεγαλύτερο κομμάτι στην Ευρώπη σέρνεται ψυχολογικά. Και δεν γλιτώνει μια επίσκεψη στο Γκουγκενχάιμ από την κατάθλιψη που σέρνεται στην Ευρώπη…», δήλωνε στη συνέντευξη που μου είχε παραχωρήσει στον Ταχυδρόμο, ό.π.

11.Ανάμεσα σε αυτές τις επιλογές ζωής ήταν και η θέση του, όπως έχει κατά κόρον γραφεί και ουδέποτε διαψευσθεί, ότι ανήκε στην «αυλή» της Δήμητρας Λιάνη, όταν κυριαρχούσε (ελέω του ανίσχυρου Ανδρέα Παπανδρέου) στον εξευτελισμό και την καταβαράθρωση της πολιτικής πραγματικότητας.

 

Ο Νταν Αριέλι για τον ελλατωματικό μας ηθικό κώδικα

Ο συμπεριφορικός οικονομολόγος Νταν Αριέλι μελετά τα ελλατώματα στον ηθικό μας κώδικα: τους κρυφούς λόγους για τους οποίους νομίζουμε ότι είναι εντάξει να εξαπατούμε ή να κλέβουμε (μερικές φορές). Έξυπνες έρευνες βοηθούν το επιχείρημά του ότι είμαστε προβλέψιμα παράλογοι — και ότι μπορούμε να επηρεαστούμε με τρόπους που δεν μας είναι αντιληπτοί.

Νικόλας Χρηστάκης: Η κρυφή επιρροή των κοινωνικών δικτύων

Είμαστε όλοι συνδεδεμένοι σε τεράστια κοινωνικά δίκτυα φίλων, οικογένειας, συναδέλφων κ.α. Ο Νικόλας Χρηστάκης περιγράφει πώς μια (τεράστια γκαμα/ευρεία ποικιλία) χαρακτηριστικών – από την ευτυχία μέχρι την παχυσαρκία – μπορει/ούν να διαδοθει/ούν από άτομο σε άτομο, δείχνοντας() πως η θέση μας στο δίκτυο μπορεί να επηρρεάσει τη ζωή μας με τρόπους που δεν είχαμε φανταστεί.

 

TED

Posted: 22 Φεβρουαρίου 2011 in ΑΓΝΩΣΤΗ ΕΚΔΟΣΗ, ΒΙΝΤΕΟ, ΚΕΙΜΕΝΑ, ΟΛΑ, ΠΡΟΣΩΠΑ

Επιλέξτε Υπότιτλους

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ>>>

SCEPDIC.GR

Posted: 16 Φεβρουαρίου 2011 in ΑΓΝΩΣΤΗ ΕΚΔΟΣΗ, ΚΕΙΜΕΝΑ, ΟΛΑ, ΠΡΟΣΩΠΑ

Ομοιοπαθητική

«Εκτός αν οι νόμοι της χημείας πήγαν περίπατο, τα περισσότερα ομοιοπαθητικά
σκευάσματα είναι πολύ αραιωμένα για να έχουν οποιαδήποτε φυσιολογική επίδραση…»
Consumer Reports (January 1987)

«Πολλές προηγούμενες μελέτες έχουν δείξει πως η ομοιοπαθητική έχει μια επίδραση
πέρα και πάνω από το φαινόμενο της υποβολής… Έχει αποδειχτεί πέραν πάσης αμφιβολίας και έιναι αποδεκτό από πολλούς ερευνητές, ότι οι τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες μελέτες με έλεχγο του φαινομένου placebo δεν είναι το κατάλληλο εργαλείο για να ελεγχθεί η ομοιοπαθητική» —ένας εκπρόσωπος του Society of Homeopaths

Η κλασσική ομοιοπαθητική ξεκίνησε τον 19ο αιώνα από τον Samuel Christian Friedrich Hahnemann (1755-1843) ως μια εναλλακτική στις καθιερωμένες ιατρικές πρακτικές της εποχής, όπως η φλεβοτομία ή η αφαίμαξη. Η πρόκληση αιμορραγίας σε ασθενείς μέσω διάνοιξης φλεβών, ο εξαναγκασμός της ασθένειας να αφήσει το σώμα, και η αποκατάσταση των σωματικών υγρών στην κατάλληλη ισορροπία, ήταν δημοφιλής ιατρική πρακτική μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα ( Williams 2000:265). Ο Hahnemann απέρριπτε την αντίληψη ότι η ασθένεια θα πρέπει να αντιμετωπίζεται απελευθερώνοντας το απεχθές περιεχόμενο που την προκαλεί. Αντιθέτως, υποστήριζε ότι η ασθένεια θα πρέπει να αντιμετωπίζεται βοηθώντας την ζωτική δύναμη να επαναφέρει το σώμα σε αρμονία και ισορροπία. Απέρριπτε άλλες συνήθεις ιατρικές πρακτικές της εποχής του, όπως τα καθαρτικά και τα εμετικά «με όπιο και καλομέλας με βάση τον υδράργυρο». Περιληπτικά, η εναλλακτική ιατρική του Hahnemann ήταν πιο ανθρώπινη και λιγότερο πιθανή να προκαλέσει βλάβη από πολλές από τις συμβατικές πρακτικές της εποχής του.

Η επιστημονική Ιατρική αναπτυσσόταν την εποχή του Hahnemann αλλά η ομοιοπαθητική δεν θα ήταν μέρος αυτής της ανάπτυξης. Η Ιατρική είναι ουσιαστικά υλιστική. Βασίζεται σε αρχές όπως είναι η ανατομία, η φυσιολογία και η χημεία. Ενώ οι μέθοδοι του Hahnemann περιλαμβάνουν εμπειρική παρατήρηση, η θεωρία του για την ασθένεια και τη θεραπεία είναι ουσιαστικά μη-εμπειρική και περιλαμβάνει την αναφορά σε μεταφυσικές οντότητες και διαδικασίες.

Ο Hahnemann διατύπωσε τις ιδέες του για την ασθένεια και τη θεραπεία στο The Organon of Homeopathic Medicine (1810) και στο Theory of Chronic Diseases (1821). Ο όρος «ομοιοπαθητική» προέρχεται από δύο ελληνικές λέξεις : όμοιος και πάθος. Ο Hahnemann ήθελε να αντιπαραβάλλει τη μέθοδό του με τη συνήθεια της εποχής του να γίνεται προσπάθεια εξισορρόπησης των «χυμών του σώματος» αντιμετωπίζοντας μια διαταραχή με το αντίθετό της (άλλο). Αναφερόταν στη συμβατική πρακτική ως αλλοπαθητική. Παρόλο που η σύγχρονη ιατρική δεν μοιάζει καθόλου με τη θεωρία της εξισορρόπησης «χυμών» ή με την αντιμετώπιση της ασθένειας με το αντίθετό της, οι σύγχρονοι ομοιοπαθητικοί και άλλοι υποστηρικτές της «εναλλακτικής» ιατρικής παραπλανητικά αναφέρονται στους σημερινούς συμβατικούς γιατρούς ως αλλοπαθητικούς ( Jarvis 1994).

Η κλασική ομοιοπαθητική γενικά ορίζεται ως ένα σύστημα ιατρικής αντιμετώπισης βασιζόμενο στη χρήση ελάχιστων ποσοτήτων φαρμάκων, τα οποία σε μεγαλύτερες δόσεις έχουν αποτελέσματα παρόμοια με αυτά της ασθένειας που θεραπεύεται. Ο Hahnemann πίστευε ότι πολύ μικρές δόσεις ενός φαρμάκου θα μπορούσαν να έχουν πολύ ισχυρά θεραπευτικά αποτελέσματα διότι η δράση τους θα μπορούσε να επηρεαστεί με ζωηρή και μεθοδική ανακίνηση. O Hahnemann ονόμαζε αυτή την υποτιθέμενη αύξηση της δραστικότητας μέσω ζωηρής ανακίνησης δυναμοποίηση. Ο Hahnemann πίστευε ότι η ανακίνηση αυτή θα μπορούσε να απελευθερώσει «άϋλες και πνευματικές δυνάμεις», κάνοντας έτσι τις ουσίες πιο δραστικές. «Ελαφρά χτυπήματα σε ένα δερμάτινο ύφασμα ή στην παλάμη του χεριού υποτίθεται ότι διπλασιάζουν την αραίωση» (ibid.).

Η δυναμοποίηση ήταν για τον Hahnemann μια διαδικασία απελευθέρωσης ενέργειας, την οποία θεωρούσε ουσιαστικά άυλη και πνευματική. Καθώς περνούσε ο χρόνος, εντυπωσιαζόταν όλο και περισσότερο με την ισχύ της τεχνικής που είχε ανακαλύψει, και έκανε τρομερές προειδοποιήσεις σχετικά με τον κίνδυνο της υπερβολικής δυναμοποίησης φαρμάκων. Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να έχει σοβαρά ή και μοιραία αποτελέσματα, και συμβούλευε τους ομοιοπαθητικούς να μην μεταφέρουν φάρμακα στις τσέπες τους από φόβο μήπως τα έκαναν κατά λάθος πολύ ισχυρά. Τελικά ισχυρίστηκε ακόμα και ότι δεν ήταν αναγκαίο οι ασθενείς να καταπίνουν τα φάρμακα- αρκούσε απλά να τα μυρίσουν ( Campbell ).

Δύο κλίμακες δυναμοποίησης χρησιμοποιούνται συνήθως : η δεκαδική, που προχωράει ανά 1:10 βήματα, και η εκατοστιαία (1:100). Ξεκινώντας από το αυθεντικό «βάμμα ιωδίου» (όταν πρόκειται για φυτό, αυτό είναι ένα αλκοολικό εκχύλισμα), ετοιμάζεται ένα διάλυμα 1:10 ή 1:100. Αυτό ανακινείται και το διάλυμα που προκύπτει είναι γνωστό σαν πρώτη δυναμοποίηση. Αυτό λειτουργεί σαν το πρώτο βήμα για την επόμενη αραίωση και ανακίνηση, που οδηγούν στη δεύτερη δυναμοποίηση, και ούτω καθεξής. Οι 1:10 δυναμοποιήσεις συνήθως συμβολίζονται με x και οι 1:100 με c. Έτσι, Pulsatilla c σημαίνει την 6η εκατοστιαία δυναμοποίηση του Pulsatilla , το οποίο έχει υποστεί έξι αραιώσεις και έχει συγκέντρωση ενός μέρους σε ένα δισεκατομμύριο χιλιάδες. ( Campbell )

Όπως οι περισσότεροι από τους σύγχρονούς του, ο Hahnemann πίστευε ότι η υγεία είναι θέμα ισορροπίας και αρμονίας, αλλά γι’ αυτόν η ζωτική δύναμη, το πνεύμα μέσα στο σώμα είναι που κάνει την εξισορρόπηση και την εναρμόνιση, δηλαδή τη θεραπεία.

Ο Hahnemann ισχυριζόταν ότι οι περισσότερες χρόνιες ασθένειες προκαλούνταν από μιάσματα και το χειρότερο αυτών των μιασμάτων ήταν η «ψώρα». Ωστόσο, η απόδειξη της θεωρίας του μιάσματος είναι απολύτως ανύπαρκτη και φαίνεται να είναι το αποτέλεσμα κάποιου είδους θεϊκής αποκάλυψης (Campbell). Η λέξη «μίασμα»

σημαίνει κάτι σαν «βρωμιά» ή «μόλυνση». Ο Hahnemann υπέθετε ότι η χρόνια ασθένεια προέρχεται από την εισβολή ενός από τα μιάσματα στον οργανισμό μέσω του δέρματος. Επομένως η πρώτη ένδειξη ασθένειας είναι πάντα κάποιο είδος δερματικής διαταραχής (Campbell).

Η μέθοδος θεραπείας του μπορεί να φαίνεται πολύ μοντέρνα: Βρες το σωστό φάρμακο για την ασθένεια. Ωστόσο, τα φάρμακά του δεν είχαν σχεδιαστεί για να βοηθάνε τον οργανισμό να καταπολεμήσει τη λοίμωξη ή να αναδημιουργήσει ιστό, αλλά για να βοηθάνε το ζωτικό πνεύμα να κάνει το θαύμα του. Μάλιστα, ο Hahnemann πίστευε ότι είναι «εγγενώς αδύνατο να γνωρίζεις την εσωτερική φύση των μηχανισμών της ασθένειας, και επομένως άκαρπο το να κάνεις υποθέσεις γύρω από αυτούς ή το να βασίζεις τη θεραπεία σε θεωρίες» (Campbell). Τα φάρμακά του καθορίζονταν από τα συμπτώματα του ασθενή, όχι από την υποτιθέμενη ασθένεια που τα προκαλεί.

Ομοιοπαθητικοί «νόμοι»

Οι ομοιοπαθητικοί αναφέρονται στον «Νόμο των Απειροελαχίστων» και στον «Νόμο των Ομοίων» σαν τη βάση για να χρησιμοποιούν ελάχιστες ποσότητες ουσιών και για να υποστηρίζουν ότι το όμοιο θεραπεύει το όμοιο, αλλά αυτοί δεν είναι φυσικοί νόμοι της επιστήμης. Αν είναι νόμοι, είναι μεταφυσικοί νόμοι, δηλαδή απόψεις γύρω από τη φύση της πραγματικότητας που θα ήταν αδύνατο να ελεγχθούν με εμπειρικά μέσα. Οι ιδέες του Hahnemann πράγματι προήλθαν από την εμπειρία. Ωστόσο, το γεγονός ότι έβγαλε μεταφυσικά συμπεράσματα από εμπειρικά γεγονότα, δεν καθιστά τις ιδέες του εμπειρικά ελεγχόμενες. Ο νόμος των απειροελαχίστων φαίνεται να έχει προκύψει κατά ένα μέρος από την άποψη ότι οποιαδήποτε θεραπεία θα χειροτέρευε την κατάσταση του ασθενή προτού τη βελτιώσει, και ότι κάποιος θα μπορούσε να ελαχιστοποιήσει αυτό το αρνητικό αποτέλεσμα μειώνοντας σημαντικά το μέγεθος της δόσης. Οι περισσότεροι επικριτές της ομοιοπαθητικής απορρίπτουν σε αυτόν τον «νόμο» διότι οδηγεί σε φάρμακα που έχουν αραιωθεί τόσο ώστε δεν έχουν ούτε ένα μόριο της ουσίας από την οποία ξεκινάει κανείς.

Ο Hahnemann βρήκε τον νόμο του των Ομοίων (το όμοιο θεραπεύει όμοιο) το 1790 ενώ μετέφραζε το Materia Medica του William Cullen στα γερμανικά ( Loudon 1997:94). Άρχισε να πειραματίζεται πάνω στον εαυτό του με διάφορες ουσίες, ξεκινώντας με την κινίνη.

Καθημερινά για αρκετές ημέρες, έγραψε, έπαιρνε τέσσερα δράμια από το φάρμακο. Κάθε φορά που επαναλάμβανε τη δόση, τα δάκτυλα των χεριών και των ποδιών του πάγωναν, και ακολουθούσαν άλλα συμπτώματα χαρακτηριστικά της ελονοσίας. Κάθε φορά που σταματούσε τη λήψη κινίνης, επέστρεφε γρήγορα σε μια κατάσταση καλής υγείας ( Williams 1981:184).

O Hahnemann πειραματίστηκε στον εαυτό του με διάφορα φάρμακα για αρκετά χρόνια και συμπέρανε ότι «ένας γιατρός πρέπει να χρησιμοποιεί μόνο εκείνα τα φάρμακα που έχουν τη δύναμη να δημιουργήσουν, σε έναν υγιή οργανισμό, συμπτώματα παρόμοια με αυτά που μπορεί να εμφανιστούν στον άρρωστο υπό θεραπεία »(ibid.). Τα φάρμακα, υποστήριζε, πρέπει να δίνονται σε απλές δόσεις, όχι σε πολύπλοκα μίγματα. Τα συμπεράσματά του φαίνεται να βασίζονται σε διαίσθηση ή αποκάλυψη. Δεν πειραματίστηκε με ασθενείς δίνοντάς τους φάρμακα, ώστε να ανακαλύψει ποιες θεραπείες λειτούργησαν σε ποιες ασθένειες ή ότι μόνο οι μη-αναμεμειγμένες ουσίες ήταν αποτελεσματικές. Πράγματι, δεν μπορούσε να πειραματιστεί σε ασθενείς διότι υπέθετε ότι η θεραπεία πρέπει να παράγει ένα αποτέλεσμα παρόμοιο με την ασθένεια, και δεν θα ήταν ποτέ σε θέση να ξέρει ποιες θεραπείες να χρησιμοποιήσει διότι τα συμπτώματα της ασθένειας θα ήταν δύσκολο να διακριθούν από αυτά της θεραπείας σε κάποιον ασθενή. Αντ’ αυτού, υπέθετε πως οτιδήποτε προκαλεί τα συμπτώματα σε ένα υγιές άτομο θα αποτελούσε θεραπεία για μια ασθένεια με παρόμοια συμπτώματα.

Ο Hahnemann αποκαλούσε αυτή τη μέθοδο εύρεσης των συμπτωμάτων που προκαλεί ένα φάρμακο σε ένα υγιές άτομο «δοκιμασία» (proving) .

Ο Hahnemann δεν μας άφησε καθόλου λεπτομέρειες για τις δόσεις που χρησιμοποιούσε ή για τον τρόπο χορήγησης των φαρμάκων, αλλά από τυχαίες παρατηρήσεις που βρίσκονται αλλού στα γραπτά του και από περιγραφές των «δοκιμαστών» του, έχουμε μια αρκετά καλή ιδέα του τι συνέβαινε. Όλες οι «δοκιμασίες» αυτής της εποχής γίνονταν με εκχυλίσματα βοτάνων ή, στην περίπτωση αδιάλυτων ουσιών, με «απλές κονιορτοποιήσεις » (ένα μέρος ουσίας αλεσμένο με εννέα μέρη ζάχαρης ή γάλακτος)…

Η συνήθης πρακτική του φαίνεται πως ήταν να δίνει επαναλαμβανόμενες δόσεις μέχρι να επιτευχθεί κάποιο αποτέλεσμα- η ακριβής ποσότητα υπολογιζόταν με βάση την προσωπική του εμπειρία. Οι «δοκιμαστές» του έπρεπε να καταγράφουν τα συμπτώματά τους με μέγιστη προσοχή, και όταν έδειχναν τις σημειώσεις τους στον Hahnemann , έπρεπε να του δίνουν το χέρι τους- ο συνήθης τρόπος για να ορκιστεί κανείς στα Γερμανικά πανεπιστήμια εκείνης της εποχής- και να ορκιστούν πως ό,τι είχαν αναφέρει ήταν αληθές. Στη συνέχεια, ο Hahnemann τους έκανε λεπτομερείς ερωτήσεις σχετικά με τα συμπτώματά τους ώστε να αποσπάσει λεπτομέρειες για το χρόνο, τους παράγοντες που τους έκαναν καλύτερα ή χειρότερα, και ούτω καθεξής. Ο καφές, το τσάι, το κρασί, το κονιάκ και τα καρυκεύματα ήταν απαγορευμένα για τους «δοκιμαστές» , καθώς και το σκάκι (το οποίο ο Hahnemann θεωρούσε υπερβολικά συναρπαστικό), αλλά επιτρεπόταν η μπύρα και ενθαρρυνόταν η ήπια άσκηση. (Campbell)

Δουλεύοντας πάνω στην αρχή των Ομοίων, ο Η ahnemann δημιούργησε φάρμακα για διάφορες διαταραχές, οι οποίες είχαν συμπτώματα παρόμοια με εκείνα των ουσιών που οι δοκιμαστές του είχαν πάρει. Ωστόσο, «…οι μέθοδοι της «δοκιμασίας» είναι ιδιαίτερα εξατομικευμένες και εφαρμόζονται ξεχωριστά από κάθε ομοιοπαθητικό ή πειραματιζόμενο» * . Με άλλα λόγια, εκατό ομοιοπαθητικοί που παρασκευάζουν ένα φάρμακο για έναν ασθενή μπορεί να καταλήξουν σε εκατό διαφορετικά φάρμακα.

Ο Hahnemann μπορεί να έχει επιδοκιμαστεί επειδή έκανε εμπειρικό έλεγχο των φαρμάκων του, αλλά η μέθοδος ελέγχου του ήταν προφανώς λανθασμένη. Στην ουσία δεν έλεγχε τα φάρμακα για την αποτελεσματικότητά τους σε ασθενείς αλλά για τα αποτελέσματά τους σε υγιή άτομα. Σε κάθε περίπτωση, έπρεπε να βασίζεται στις υποκειμενικές εκτιμήσεις των δοκιμαστών του, που ήταν όλοι μαθητές ή συγγενείς του και ανακρίνονταν όλοι από τον ίδιο τον δάσκαλο. (Μεταγενέστεροι ερευνητές θα χρησιμοποιούσαν πιο ελεγχόμενες μεθόδους «δοκιμασίας» * ). Αλλά ακόμα και αν τα στοιχεία του δεν ήταν διαβρωμένα από την πιθανότητα είτε να υποδείκνυε ο ίδιος συμπτώματα στους δοκιμαστές του είτε αυτοί να ανέφεραν συμπτώματα για να εντυπωσιάσουν ή για να κερδίσουν την έγκριση του δασκάλου, είναι μια πίστη στη μαγεία που συνδέει τη λίστα των συμπτωμάτων με τη θεραπεία μιας ασθένειας με παρόμοια συμπτώματα. Στη λογική, αυτό το είδος λογικού άλματος λέγεται non sequitur ή ανακολουθία : από το γεγονός ότι το φάρμακο Α προκαλεί συμπτώματα παρόμοια με την ασθένεια Β, δεν προκύπτει ότι παίρνοντας το Α θα ανακουφιστούν τα συμπτώματα του Β. Ωστόσο, οι ομοιοπαθητικοί εκλαμβάνουν την ικανοποίηση του πελάτη από το Α ως απόδειξη ότι το Α δουλεύει.

Υπάρχουν κάποιες ενδείξεις ότι ο Hahnemann δεν χρησιμοποιούσε υγιή άτομα για να ελέγξει οποιοδήποτε από τα φάρμακα που συνιστούσε για τις περισσότερες διαταραχές: θειάφι, μελάνι σουπιάς, αλάτι και άμμο.

Αυτό που φαίνεται να έχει συμβεί είναι ότι ο Hahnemann βάσιζε τις νέες «δοκιμασίες» του κυρίως σε συμπτώματα που υποτίθεται ότι είχαν παραχθεί στους χρόνιους ασθενείς του. Σύμφωνα με τους δικούς του κανόνες, αυτή η διαδικασία ήταν απαράδεκτη, και μάλιστα τον οδήγησε αναμφισβήτητα στο να αποδώσει στην επίδραση των φαρμάκων έναν αριθμό συμπτωμάτων που στην πραγματικότητα οφείλονταν στις ασθένειες από τις οποίες υπέφεραν οι ασθενείς. (Campbell)

Ενώ θα μπορούσαμε να συγχωρήσουμε τον Hahnemann για το ότι δεν έκανε σωστά ελεγχόμενα πειράματα, δεν θα έπρεπε να είμαστε τόσο γενναιόδωροι με τους σύγχρονους ομοιοπαθητικούς που δεν αντιλαμβάνονται τη φύση των ανεκδοτολογικών μαρτυριών. Ωστόσο, δεν μπορούμε να τους κατηγορήσουμε ότι δεν κάνουν σωστά σχεδιασμένα ελεγχόμενα πειράματα. Μπορούμε όμως να τους κατηγορήσουμε ότι δεν αντιλαμβάνονται ορισμένες θεμελιώδεις αρχές της αποτίμησης των αποτελεσμάτων ελεγχόμενων πειραμάτων, τα οποία περιλαμβάνουν χορήγηση φαρμάκων ή ακόμα και αδρανών ουσιών σε ανθρώπους.

Οι σημερινοί ομοιοπαθητικοί θα έπρεπε να ξέρουν ότι λόγω της πολυπλοκότητας κάθε ανθρώπινου οργανισμού, πενήντα διαφορετικοί άνθρωποι μπορεί να αντιδράσουν με πενήντα διαφορετικούς τρόπους στην ίδια ουσία. Αυτό καθιστά τις κλινικές μελέτες γύρω από πιθανά φάρμακα μια διαδικασία που σπάνια θα έπρεπε να περιμένει δραματικά αποτελέσματα με βάση μια ομάδα μελετών. Η εύρεση μιας στατιστικά σημαντικής διαφοράς, θετικής ή αρνητικής, μεταξύ ενός πειραματικού group (φαρμακοθεραπείας) και ενός group ελέγχου σε μια μελέτη φαρμάκου, θα πρέπει συνήθως να θεωρείται με αρκετή επιφύλαξη. Το ίδιο και η μη εύρεση κάτι στατιστικά σημαντικού. Δεν είναι ασύνηθες μεταξύ είκοσι μελετών ενός φαρμάκου κάποιες να καταλήγουν σε θετικά, κάποιες σε αρνητικά και κάποιες σε μπλεγμένα ή ατελέσφορα συμπεράσματα.

Ωστόσο, παρά το γεγονός ότι από τις εκατοντάδες μελέτες που έχουν γίνει στα ομοιοπαθητικά φάρμακα η μεγάλη πλειοψηφία δεν βρήκε καμία αξία σε αυτά, κάποιοι υποστηρικτές της ομοιοπαθητικής επιμένουν όχι μόνο ότι τα ομοιοπαθητικά φάρμακα έχουν αποτέλεσμα αλλά ισχυρίζονται και ότι γνωρίζουν τον τρόπο που λειτουργούν. Ωστόσο φαίνεται πως επιστήμονες όπως ο Jacques Benveniste , ο οποίος υποστηρίζει ότι ξέρει πώς λειτουργεί η ομοιοπαθητική, έχουν αντιστρέψει τη σειρά των πραγμάτων. Ο Benveniste ισχυρίζεται πως έχει αποδείξει ότι τα ομοιοπαθητικά φάρμακα δρουν αλλάζοντας τη δομή του νερού, επιτρέποντας έτσι στο νερό να διατηρήσει μια «μνήμη» της δομής της ομοιοπαθητικής ουσίας που έχει χαθεί λόγω αραίωσης. (Nature Vol. 333, No. 6176, pp. 816-818, 30 Ιουνίου, 1988). * Benveniste ισχυρίζεται ακόμα ότι η βιολογική δράση ενός ομοιοπαθητικού διαλύματος μπορεί να καταγραφεί ψηφιακά, να αποθηκευτεί σε ένα σκληρό δίσκο, να σταλεί μέσω Internet και να μεταφερθεί στο νερό ως παραλήπτη. Ήταν πετυχημένος βιολόγος και δούλευε σε ένα κρατικό εργαστήριο μέχρι που άρχισε αυτούς τους ισχυρισμούς, οι οποίοι του κόστισαν τη θέση και φήμη του ως ευϋπόληπτου επιστήμονα. Πλέον θεωρείται από τους επικριτές του (όπως είναι ο James Randi ) ως ένας άλλος Blondlot ). Αφού οι ομοιοπαθητικές θεραπείες δεν έχουν αποτέλεσμα, δεν είναι αναγκαία καμία θεωρία για το πώς λειτουργούν. Αυτό που είναι αναγκαίο είναι να εξηγηθεί γιατί τόσοι πολλοί άνθρωποι είναι ικανοποιημένοι με τον ομοιοπαθητικό τους παρ’ όλες τις ενδείξεις ότι οι ομοιοπαθητικές θεραπείες είναι αναποτελεσματικές.

Γιατί κανείς πιστεύει στην ομοιοπαθητική;

Προτού προσπαθήσω να εξηγήσω γιατί τόσοι πολλοί πιστεύουν στην ομοιοπαθητική, επιτρέψτε μου πρώτα να υπερασπιστώ την άποψη ότι οι ομοιοπαθητικές θεραπείες είναι αναποτελεσματικές. Υπάρχουν ανασκοπήσεις διαφόρων μελετών γύρω από την αποτελεσματικότητα των ομοιοπαθητικών θεραπειών και καμία από αυτές δεν συμπεραίνει ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την αποτελεσματικότητα οποιασδήποτε ομοιοπαθητικής θεραπείας. Οι ομοιοπαθητικοί είχαν στη διάθεσή τους πάνω από 200 χρόνια για να επιδείξουν την πραμάτεια τους και απέτυχαν να το κάνουν. Βέβαια υπάρχουν μεμονωμένες μελέτες που έχουν βρει στατιστικά σημαντικές διαφορές μεταξύ του γκρουπ υπό ομοιοπαθητική θεραπεία και του γκρουπ ελέγχου, αλλά καμία από αυτές δεν έχει επαναληφθεί ή μαστίζονται από μεθοδολογικά σφάλματα. 200 χρόνια και ακόμα περιμένουμε για αποδείξεις! Το να μην έχεις προκαταλήψεις είναι ένα πράγμα- το να περιμένεις αποδείξεις για πάντα μοιάζει περισσότερο με ευσεβή πόθο.

Μια ανασκόπηση των ανασκοπήσεων των ομοιοπαθητικών μελετών έχει γίνει από τον Terence Hines (2003:360-362). Έκανε ανασκόπηση των Taylor et al. (2000), Wagner (1997), Sampson και London (1995), Kleijen , Knipschild , ter Riet (1991), και Hill και Doyon (1990). Πάνω από 100 μελέτες απέτυχαν να καταλήξουν σε οποιοδήποτε οριστικό θετικό αποτέλεσμα γύρω από τα ομοιοπαθητικά φάρμακα. Ο Ramey (2000) σημειώνει ότι

Η ομοιοπαθητική έχει υπάρξει το αντικείμενο τουλάχιστον 12 επιστημονικών ανασκοπήσεων, περιλαμβανομένων μετα-αναλυτικών μελετών, δημοσιευμένων από τα μέσα της δεκαετίας του 80…. Και τα ευρήματα είναι αξιοθαύμαστα συνεπή: ….οι ομοιοπαθητικές θεραπείες δεν είναι αποτελεσματικές.

Παρ’ όλα αυτά, η ομοιοπαθητική θα έχει πάντα τους υποστηρικτές της, παρά την έλλειψη αποδείξεων ότι τα φάρμακά της είναι αποτελεσματικά. Γιατί? Ένας λόγος είναι η επικράτηση μιας παρανόησης των αιτιών της ασθένειας και του τρόπου με τον οποίο ο ανθρώπινος οργανισμός αντιμετωπίζει την ασθένεια. Ο Hahnemann μπόρεσε να προσελκύσει οπαδούς διότι εμφανίστηκε ως θεραπευτής συγκριτικά με εκείνους που έκοβαν φλέβες ή χρησιμοποιούσαν δηλητηριώδη καθαρτικά για εξισορρόπηση των «χυμών». Οι περισσότεροι ασθενείς του μπορεί να επιβίωσαν και να ανάρρωσαν όχι επειδή τους θεράπευσε, αλλά επειδή δεν τους επιμόλυνε ή σκότωσε ρουφώντας απαραίτητο αίμα ή δεν τους εξασθένησε με ισχυρά δηλητήρια. Tα φάρμακα του Hahnemann δεν ήταν ουσιαστικά τίποτα παραπάνω από κοινά υγρά και ήταν απίθανο να προκαλέσουν κακό από μόνα τους. Δεν χρειαζόταν να έχει πολλούς ασθενείς που επιβίωσαν και καλυτέρεψαν για να φανεί εντυπωσιακός συγκριτικά με τους ανταγωνιστές του. Εάν υπάρχει οποιοδήποτε θετικό αποτέλεσμα στην κατάσταση της υγείας, δεν οφείλεται στο ομοιοπαθητικό φάρμακο που είναι αδρανές, αλλά στους φυσικούς θεραπευτικούς μηχανισμούς του ίδιου του οργανισμού ή στην πίστη του ασθενούς (φαινόμενο placebo) ή στην επίδραση που έχουν οι τρόποι του ομοιοπαθητικού στον ασθενή.

Το άγχος μπορεί να ενισχύσει ή ακόμα και να προκαλέσει ασθένεια. Εάν ένας γιατρός έχει ηρεμιστική επίδραση στον ασθενή, αυτό από μόνο του μπορεί να οδηγήσει σε σημαντική αλλαγή στην αίσθηση ευεξίας του ασθενούς. Και αυτό το συναίσθημα μπορεί εύκολα να μεταφραστεί σε ευεργετικά φυσιολογικά αποτελέσματα. Η ομοιοπαθητική μέθοδος προϋποθέτει αρκετό χρόνο με κάθε ασθενή για να γίνει μια πλήρης λίστα των συμπτωμάτων του. Είναι πιθανόν αυτό να έχει σημαντική ηρεμιστική επίδραση σε κάποιους ασθενείς. Αυτή η επίδραση θα μπορούσε σε κάποιες περιπτώσεις να ενισχύσει τους θεραπευτικούς μηχανισμούς του ίδιου του οργανισμού. Όπως το τοποθετεί ο ομοιοπαθητικός Anthony Campbell : «Μια ομοιοπαθητική συνεδρία δίνει στον ασθενή τη δυνατότητα να μιλήσει εκτεταμένα για τα προβλήματά του σε έναν προσεκτικό και συμπονετικό ακροατή μέσα σε ένα δομημένο περιβάλλον, και αυτό από μόνο του είναι θεραπευτικό» * . Με άλλα λόγια, η ομοιοπαθητική είναι μια μορφή ψυχοθεραπείας.

…οι περισσότεροι ομοιοπαθητικοί θέλουν να διαθέτουν τουλάχιστον 45 λεπτά για μια πρώτη συνεδρία και πολλοί προτιμούν μία ώρα ή περισσότερο. Δεύτερον, οι ασθενείς νιώθουν ότι αντιμετωπίζονται ως «ξεχωριστά άτομα». Ερωτώνται πολλές ερωτήσεις γύρω από τη ζωή τους και τις προτιμήσεις τους στο φαγητό, τον καιρό, και ούτω καθεξής, πολλές από τις οποίες δεν έχουν καμία προφανή σχέση με το πρόβλημα που τους οδήγησε στη συνεδρία. Έπειτα ο ομοιοπαθητικός θα ανατρέξει πιθανότατα σε μια εντυπωσιακά μεγάλη και επιβλητική πηγή πληροφοριών για να βοηθηθεί να διαλέξει τη σωστή «θεραπεία». (Campbell)

Γνωρίζουμε ότι ουσιαστικά δεν υπάρχει καμία επιστημονική απόδειξη ότι οι ομοιοπαθητικές θεραπείες είναι αποτελεσματικές. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι ασθενείς δεν νιώθουν καλύτερα ή δεν καλυτερεύουν πραγματικά βλέποντας έναν ομοιοπαθητικό. Αυτό είναι διαφορετικό θέμα, παρόλο που αποτελεί ξεκάθαρα την αιτία για τους ικανοποιημένους πελάτες. (εδώ ο αναγνώστης μπορεί να συμβουλευτεί τις καταχωρήσεις για το φαινόμενο placebo, την post hoc πλάνη και την πλάνη της παλινδρόμησης).

Η Wendy Kaminer, επικριτής των διαφόρων παράλογων συμπεριφορών, είναι μία από αυτούς τους ικανοποιημένους πελάτες. Παρ’ όλα αυτά, είπε στον ομοιοπαθητικό της ότι ο μεγαλύτερος φόβος της είναι ότι «κάποιος θα ανακαλύψει ότι συμβουλεύτηκα ομοιοπαθητικό» (1999), που προφανώς δεν είναι ο μεγαλύτερος φόβος της, διαφορετικά δεν θα το ανακοίνωνε στον κόσμο μέσω του βιβλίου της.

Όταν πηγαίνω στον ομοιοπαθητικό μου πιθανόν ακολουθώ μια από τις αρχές της ανάρρωσης που πάντα κορόιδευα: σκέφτομαι με την καρδιά και όχι με το μυαλό μου. Ή ίσως τελικά και να συμπεριφέρομαι λογικά. Το να πιστεύεις στην ομοιοπαθητική μπορεί να είναι παράλογο, αλλά το να μην χρησιμοποιείς την ομοιοπαθητική εάν έχει αποτέλεσμα θα ήταν ακόμα πιο παράλογο. Με νοιάζει μόνο το εάν η θεραπεία δουλεύει, όχι το γιατί. (Καταλαβαίνω ελάχιστα πράγματα για τα αντιβιοτικά).

Έτσι δεν ακούω τους επιστήμονες που είναι πρόθυμοι να μου πουν γιατί τα ομοιοπαθητικά φάρμακα δεν είναι δυνατόν να δουλεύουν, διότι παραβιάζουν τους νόμους της χημείας. Αν υποθέσουμε ότι οι επιστήμονες έχουν δίκιο και τα φάρμακα που έχω πάρει είναι απλά placebos , γιατί να θέλω να αρχίσω να αμφισβητώ – και να εκμηδενίσω- την αποτελεσματικότητά τους? Γιατί να μην είμαι επιδεκτική στα placebos; (ibid.)

Εδώ έχουμε ένα λογικό άτομο που υποβαθμίζει την παράλογη συμπεριφορά ομολογώντας ότι κάνει κάτι που πολλοί λογικοί άνθρωποι θα έβρισκαν παράλογο. Είναι ενδιαφέρον πώς αντιμετωπίζει αυτή την γνωστική ασυμφωνία. Έχει κάνει το παράλογο λογικό (ή τουλάχιστον λιγότερο παράλογο) επικεντρώνοντας στην πίστη της ότι η ομοιοπαθητική δουλεύει . Αλλά αφού γνωρίζουμε ότι τα ομοιοπαθητικά φάρμακα δεν δουλεύουν, για τι πράγμα μιλάει η Kaminer; Δεν μιλάει για επιστημονικές μελέτες που δείχνουν ότι τα ομοιοπαθητικά είναι αποτελεσματικά διότι τέτοιες μελέτες δείχνουν προς την αντίθετη κατεύθυνση. Μάλιστα, δεν φαίνεται να νοιάζεται για το αν υπάρχουν τέτοιες μελέτες. Εννοεί ότι θεωρεί πως «η ομοιοπαθητική με βοήθησε »(σελ.4). Η διευκρίνισή της προς τον αναγνώστη είναι μην αρκείσαι στο λόγο μου, δοκίμασέ το ο ίδιος, το οποίο φαίνεται να υπονοεί ότι εάν πάω σε ομοιοπαθητικό και πιστεύω ότι με βοήθησε, τότε θα ήμουν παράλογος να σταματήσω να τον βλέπω. Αλλά τι σημαίνει η λέξη βοηθάει ? Είναι μια ύπουλη λέξη- δεν έχει κανένα γνωστικό περιεχόμενο ενώ είναι γεμάτη από συναίσθημα. Η μόνη παραδοχή της Kaminer απέναντι στην ιδέα ότι ίσως δρα παράλογα βρίσκεται στο συλλογισμό της

… ίσως το φαντάζομαι ότι η ομοιοπαθητική με έχει βοηθήσει. Ίσως μπερδεύω τη συγκυρία με την αιτία: ίσως άρχισα τυχαία να νιώθω καλύτερα, για κάποιο άγνωστο λόγο, περίπου την ίδια εποχή που στράφηκα στην ομοιοπαθητική.

Μας συμβουλεύει να μην αρκεστούμε στο λόγο της και μας λέει ότι θα πρέπει να της ζητήσουμε να αποδείξει τον ισχυρισμό της. Μας συμβουλεύει ακόμα και να προσπαθήσουμε να αναπαράγουμε την εμπειρία της. Ίσως αυτή να είναι η άποψή της σχετικά με το τι θα έπρεπε να κάνει ένα λογικό, επιστημονικά σκεπτόμενο άτομο. Όμως δεν υπάρχει τρόπος εγώ ή οποιοσδήποτε άλλος να αποδείξουμε τον ισχυρισμό της προσπαθώντας να τον αναπαράγουμε. Δεν έχουμε αρκετά σαφή εικόνα του ισχυρισμού της ώστε να γνωρίζουμε το τι θα προσπαθούσαμε να αποδείξουμε. Ο ισχυρισμός της ότι κάτι την βοήθησε είναι τόσο ασαφής που δεν έχει καμία αξία η προσπάθεια να αναπαραχθεί. Μήπως υποστηρίζει ότι εάν πάω σε ομοιοπαθητικό και νιώθω καλύτερα μετά, θα έχω αποδείξει και αναπαράγει τον ισχυρισμό της; Νομίζω πως ναι. Και νομίζω πως κάνει λάθος.

Ναι, νομίζω ότι καταλαβαίνω τι λέει. Εάν εγώ, για παράδειγμα, πήγαινα σε ομοιοπαθητικό και έβλεπα ότι με θεραπεία ο πόνος στα γόνατά μου έφευγε εντελώς- ο πόνος που έχω εδώ και αρκετά χρόνια και που ο γιατρός μου λέει ότι οφείλεται σε φλεγμονή- τότε θα ήμουν παράλογος να μην συνεχίσω την ομοιοπαθητική θεραπεία. Επιπλέον, θα ήταν παράλογο να μην συμβουλευτώ τον ομοιοπαθητικό μου εάν άρχιζα να πονάω, ας πούμε, στον αγκώνα ή στον ώμο ή στην πλάτη. Εάν μπορούσα να ξαναρχίσω το jogging , θα ήταν παράλογο να σταματήσω να βλέπω τον ομοιοπαθητικό μου. Μπορεί να συμφωνήσω. Όμως, εάν συμβουλευόμουν έναν ομοιοπαθητικό για έναν νέο πόνο, τον οποίο ο γιατρός μου δεν μπόρεσε να ανακουφίσει με συμβατική θεραπεία, και μετά την ομοιοπαθητική θεραπεία ο πόνος εξαφανιζόταν, τότε δεν θα το θεωρούσα παράλογο να σταματήσω να βλέπω τον ομοιοπαθητικό. Θα το θεωρούσα πιθανό ο πόνος να έφευγε ακόμα κι αν δεν είχα συμβουλευτεί τον ομοιοπαθητικό. (Εάν αναρωτιέστε γιατί, συμβουλευτείτε την καταχώρηση για την πλάνη της παλινδρόμησης).

Επιπλέον, εάν ένα ομοιοπαθητικό φάρμακο γιάτρευε τον πόνο μου στο γόνατο, θα ήθελα να εξετάσω τι περιείχε αυτό το φάρμακο. Παρόλο που τα περισσότερα ομοιοπαθητικά φάρμακα στις ΗΠΑ και στην Αγγλία είναι λίγο περισσότερο από νερό ή αλκοόλ, υπάρχει ένας αριθμός προϊόντων στην αγορά που ονομάζονται ομοιοπαθητικά και περιέχουν δραστικά συστατικά (βλ. σύνθετη ομοιοπαθητική, ισοπαθητική και νοσώδη). Ωστόσο, εάν ανακάλυπτα ότι το φάρμακό μου ήταν ένα από αυτά που έχουν αραιωθεί τόσες πολλές φορές που δεν έχει μείνει κανένα μόριο της αρχικής δραστικής ουσίας, μάλλον θα πίστευα ότι ο πόνος μου έφυγε ξαφνικά παρά ότι το ομοιοπαθητικό φάρμακο με θεράπευσε. Γιατί; Διότι οι γνωστοί νόμοι της Φυσικής και της Χημείας θα έπρεπε να ξαναχτιστούν από την αρχή, εάν ένα τονωτικό από το οποίο έχει απομακρυνθεί σχεδόν κάθε μόριο δραστικής ουσίας αποδεικνυόταν δραστικό. Όμως εάν μπορούσα να ανεβοκατεβάζω τον πόνο σταματώντας και ξεκινώντας την ομοιοπαθητική θεραπεία υπό διπλές-τυφλές συνθήκες, θα ήμουν αναγκασμένος να συμπεράνω ότι το φάρμακο έχει αποτέλεσμα και να γίνω οπαδός αυτού του ομοιοπαθητικού φαρμάκου. Αυτό απλά λέει ότι τα ομοιοπαθητικά φάρμακα μπορούν να ελεγχθούν εμπειρικά. Το γεγονός ότι κανένα φάρμακο δεν έχει αποδειχθεί ακόμα ότι έχει τη δράση που περιέγραψα, αποτελεί ισχυρό επιχείρημα κατά των ομοιοπαθητικών φαρμάκων.

Παρόλο που τα ομοιοπαθητικά φάρμακα είναι αναποτελεσματικά, η ομοιοπαθητική αυτή καθ’ αυτή είναι πολύ αποτελεσματική, διαφορετικά δεν θα είχε κρατηθεί και αναπτυχθεί τα τελευταία 200 χρόνια. Είναι πολύ δημοφιλής στην Ευρώπη, ιδιαίτερα μεταξύ της βασιλικής οικογένειας της Βρετανίας. Υπάρχουν σχολές ομοιοπαθητικής σε ολόκληρο τον κόσμο. Λέγεται ότι η ομοιοπαθητική είναι βιομηχανία 200 εκατομμυρίων δολαρίων το χρόνο στις ΗΠΑ. «Το γεγονός ότι καταδικάζεται ως μη-επιστημονική από κάποιους ορθόδοξους γιατρούς είναι για πολλούς ανθρώπους προσόν και όχι επίκριση» (Campbell)

Το βασικό κακό της κλασικής ομοιοπαθητικής πιθανόν δεν προέρχεται από τα φάρμακά της, τα οποία είναι μάλλον ασφαλή αλλά αναποτελεσματικά, αν και αυτό αλλάζει καθώς η ομοιοπαθητική γίνεται δυσδιάκριτη από τη βοτανολογία σε κάποια μέρη. Ένας πιθανός κίνδυνος βρίσκεται στην ενθάρρυνση της αυτό-διάγνωσης και θεραπείας. Άλλος κίνδυνος κρύβεται στη μη λήψη κατάλληλης θεραπείας από συμβατικό γιατρό στις περιπτώσεις εκείνες που ο ασθενής θα μπορούσε να βοηθηθεί από τέτοια θεραπεία, όπως στην περίπτωση λοιμώξης της ουροδόχου κύστης ή καρκίνου. Η ομοιοπαθητική μπορεί να έχει αποτέλεσμα με την έννοια ότι βοηθά κάποιους ανθρώπους να νιώσουν καλύτερα για ένα διάστημα. Ωστόσο, δεν είναι αποτελεσματική στο να ερμηνεύει τις παθολογικές καταστάσεις ή τις θεραπείες τους με τέτοιο τρόπο που όχι μόνο να συμμορφώνεται με τα δεδομένα αλλά να υπόσχεται να μας οδηγήσει σε μια καλύτερη κατανόηση της φύσης της υγείας και της ασθένειας.