Νικόλας Χρηστάκης: Η κρυφή επιρροή των κοινωνικών δικτύων

Είμαστε όλοι συνδεδεμένοι σε τεράστια κοινωνικά δίκτυα φίλων, οικογένειας, συναδέλφων κ.α. Ο Νικόλας Χρηστάκης περιγράφει πώς μια (τεράστια γκαμα/ευρεία ποικιλία) χαρακτηριστικών – από την ευτυχία μέχρι την παχυσαρκία – μπορει/ούν να διαδοθει/ούν από άτομο σε άτομο, δείχνοντας() πως η θέση μας στο δίκτυο μπορεί να επηρρεάσει τη ζωή μας με τρόπους που δεν είχαμε φανταστεί.

 

TED

Posted: 22 Φεβρουαρίου 2011 in ΑΓΝΩΣΤΗ ΕΚΔΟΣΗ, ΒΙΝΤΕΟ, ΚΕΙΜΕΝΑ, ΟΛΑ, ΠΡΟΣΩΠΑ

Επιλέξτε Υπότιτλους

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ>>>

Η βασική έννοια του αθεϊσμού συνίσταται στην άποψη πως δεν υπάρχει Θεός. Φυσικά ο αθεϊσμός δεν αποτελεί απλά μια αρνητική θέση, αφού οι περισσότεροι αθεϊστές δεν θεωρούν τους εαυτούς τους ως αντι-θεϊστές, αλλά απλά ως μη-θεϊστές.  Αυτό σημαίνει πως οι ίδιοι δεν επιχειρούν να αποδείξουν τη θέση τους, αλλά προσπαθούν να ασκήσουν μια κριτική στη θεϊστική αντίληψη του κόσμου, δείχνοντας ότι είναι ανεπαρκής και ίσως αντιφατική στην ερμηνεία που προσφέρει.

Σημαντικό ακόμη είναι να αναφέρουμε πως και οι ίδιοι οι αθεϊστές αναγνωρίζουν πως τα επιχειρήματά τους ενάντια στην ύπαρξη του Θεού, δεν είναι τελεσίδικα, αλλά απλά τα καλύτερα που μπορούν να διαθέσουν. Τα επιχειρήματα που θα παραθέσουμε αφορούν δύο κατηγορίες αντιρρήσεων: Ηθικές αντιρρήσεις και κοσμολογικές αντιρρήσεις στην ύπαρξη του Θεού.

Ηθικές αντιρρήσεις για την ύπαρξη του Θεού

Ο διάσημος φιλόσοφος Μπέρτναντ Ράσσελ στο περίφημο έργο του «Γιατί δεν είμαι Χριστιανός», αναπτύσσει αυτή την αντίρρηση: «Αν υπάρχει ένας ηθικός νόμος, τότε αυτός ή προέρχεται από την βούληση του Θεού ή υπάρχει ανεξάρτητα από Αυτόν. Αν προέρχεται από την βούληση του Θεού, τότε ο νόμος αυτός είναι αυθαίρετος. Αυτό που λέμε «καλό» ή «ηθικό» δεν είναι τίποτε άλλο, παρά αυτό που ο Θεός αποφάσισε αυθαίρετα. (Πράγματι ο Θεός θα μπορούσε εξίσου να ανακηρύξει την βία, τη σκληρότητα ή το μίσος ως καλά). Αν από την άλλη, το αγαθό δεν προέρχεται από τον Θεό, τότε ακόμη και ο ίδιος ο Θεός υπόκειται σε αυτό, επειδή αυτό το Αγαθό αποτελεί την πρωταρχική έννοια στην οποία υποτάσσεται και ο Ίδιος. Αν όμως ο Θεός υποτάσσεται σ’ αυτή την έννοια του Αγαθού, τότε δεν είναι απόλυτος. Μόνον αυτή η έννοια είναι βασική, αναλλοίωτη και απόλυτη. Έτσι ή ο Θεός δεν είναι Θεός επειδή αποφασίζει για το αγαθό αυθαίρετα, ή δεν είναι απόλυτος επειδή υπάρχει μια απόλυτη έννοια του Αγαθού πάνω από Αυτόν. Και συνεπώς ένας τέτοιος Θεός δεν μπορεί να αποτελεί αντικείμενο λατρείας εκ μέρους του ανθρώπου».

Το δίλημμα αυτό του Ράσσελ είναι όμως εσφαλμένο. Ο ηθικός νόμος δεν είναι ανεξάρτητος και ανώτερος του Θεού, αλλά ούτε και αποτελεί μια αυθαίρετη εκλογή εκ μέρους του Θεού. Αντί να πηγάζει από τη Βούληση του Θεού, ο ηθικός νόμος προέρχεται από τη Φύση του Θεού.  Αν έχουν έτσι τα πράγματα, τότε το παραπάνω δίλημμα έχει λυθεί. Στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχουν απόλυτα αγαθά υπεράνω του Θεού. Θα λέγαμε ότι ο Θεός τότε υπόκειται στο καλό που εκπηγάζει από τη φύση Του. Ο Θεός δεν μπορεί να είναι λιγότερο από απόλυτα αγαθός. Η ίδια η φύση Του απαιτεί να είναι απόλυτα αγαθός. Δεν είναι ούτε αυθαίρετος, επειδή δεν μπορεί να επιθυμεί κάτι ενάντια στην φύση Του. Η βούληση του Θεού συνεπώς είναι σε πλήρη συμφωνία με τη φύση Του, για ότι αφορά το αγαθό.

Η ύπαρξη του κακού στον κόσμο και η ευθύνη του Θεού

Μια δεύτερη αντίρρηση αφορά τη σχέση θεϊσμού και ανθρωπισμού. Μπορεί κανείς να πιστεύει στον Θεό και ταυτόχρονα να είναι ανθρωπιστής; Ο διάσημος υπαρξιστής Αλμπέρ Καμύ λέει πως όχι. Στην περίφημη νουβέλα του «Η πανούκλα», ο Καμύ θέτει το παρακάτω δίλημμα: «Ή θα πρέπει να ταχθεί κανείς στο πλευρό του γιατρού Μπερνάρ Ριέ, για να καταπολεμήσει την πανούκλα που έστειλε ο Θεός, ή θα πρέπει να ταχθεί στο πλευρό του ιερέα Πανελού και να αρνηθεί να τα βάλλει με την πανούκλα, φοβούμενος μήπως τα βάλλει με τον  Θεό που έστειλε την πανούκλα στην πόλη. Συνεπώς ή θα είναι κανείς ανθρωπιστής  στο πλευρό του γιατρού προσπαθώντας να απαλύνει τον ανθρώπινο πόνο, ή διαφορετικά θα θεωρεί κανείς τον πόνο σαν τη νομοτέλεια που όρισε ο Θεός για τον κόσμο και θα αρνηθεί να εναντιωθεί σ’ Αυτόν».

Το συμπέρασμα που βγάζει ο Καμύ είναι πως αν ο ανθρωπισμός είναι σωστός, τότε η πίστη στον Θεό είναι λάθος, επειδή ο Θεός συμπεριφέρεται απάνθρωπα και αδιάφορα προς τον πόνο και τα δεινά.  Συνεπώς αποτελούν έννοιες αλληλοαποκλειόμενες.

Το δίλημμα αυτό του Καμύ βασίζεται σε μια εσφαλμένη διχοτόμηση: Υποστηρίζει πως υπάρχει ένα χάσμα ανάμεσα στην πίστη στον Θεό και στην προσπάθεια εξάλειψης του πόνου. Αντίθετα, θα μπορούσαμε ως Χριστιανοί να υποστηρίξουμε πως το να μάχεται κανείς την πανούκλα σημαίνει πως εργάζεται για τον Θεό, ο οποίος είναι ενάντιος σε κάθε θλίψη και πόνο, επειδή αυτά είναι ξένα και αντίθετα προς την Φύση Του ως αγαθού Θεού.

Ο Καμύ εσφαλμένα υποστηρίζει την άποψη ότι ο Θεός ευθύνεται για την πανούκλα, και ότι μόνο ένας ανθρωπιστής έχει το δικαίωμα να εναντιώνεται σ’ αυτή. Η χριστιανική απάντηση όμως σ’ αυτή την θέση, είναι πως η πανούκλα και κατ’ επέκταση όλα τα δεινά και οι θλίψεις δεν είναι το αποτέλεσμα της θείας νομοτέλειας, αλλά το αποτέλεσμα της αμαρτίας, της αποξένωσης του ανθρώπου από τον Θεό. Η θλίψη, ο πόνος και το φυσικό κακό έρχονται ως αποτέλεσμα της αποστασίας του ανθρώπου, και αυτά ήταν και είναι πάντοτε ξένα από αυτά που δημιούργησε ο Θεός αρχικά. Ο πόνος και η θλίψη είναι κάτι το παρείσακτο και το παρασιτικό στην δημιουργία του Θεού.    Σύμφωνα με την Γένεση, ο Θεός δημιούργησε έναν κόσμο απ’ τον οποίο απουσίαζε η θλίψη, η φθορά, η ασθένεια και ο θάνατος. Κάθε φορά που μάχεται κανείς το κοινωνικό κακό και τα δεινά, μάχεται καταστάσεις ξένες προς τον Θεό. Μόνο ο Χριστιανός μπορεί να είναι ανθρωπιστής, επειδή μόνο αυτός έχει το κριτήριο (την αγαθότητα του Θεού) με βάση το οποίο μπορεί και διακρίνει το αγαθό, που είναι σύμφωνο με τον χαρακτήρα του Θεού, από το κακό που είναι ξένο προς τον χαρακτήρα του Θεού. Αν λοιπόν, το φυσικό κακό – στην προκειμένη περίπτωση, η πανούκλα- δεν είναι νομοτέλεια θεσπισμένη απ’ τον Θεό, αλλά είναι παρείσακτη, τότε όχι μόνο δεν εναντιωνόμαστε στον Θεό, αλλά αντίθετα, μαχόμαστε στο πλευρό Του, επειδή Αυτός πρώτιστα μισεί και αντιμάχεται το κακό.

Τρίτη αντίρρηση

Μια τρίτη αντίρρηση αφορά την ηθική βούληση του ανθρώπου, και συγκεκριμένα κύριος υποστηρικτής της υπήρξε ο Ζαν Πωλ Σαρτρ. Σύμφωνα με μια περίφημη ρήση του ο άνθρωπος «είναι καταδικασμένος να είμαι ελεύθερος». Το επιχείρημά του συνοψίζεται ως εξής: Αν είμαι ελεύθερος, τότε δεν υπάρχει Θεός. Η ελευθερία σημαίνει και υπευθυνότητα για τις πράξεις μου. Αν όμως υπάρχει Θεός, τότε δεν είμαι πλήρως υπεύθυνος γι’ αυτές. Στην πραγματικότητα αν υπάρχει Θεός δεν είμαι ελεύθερος, επειδή η ελευθερία μου περιορίζεται από τη βούλησή Του. Αλλά όμως είμαι πλήρως ελεύθερος. Δεν μπορώ να διαλέξω να μην είμαι ελεύθερος, επειδή αυτή η επιλογή μου συνιστά μια πράξη ελευθερίας και δείχνει πόσο ελεύθερος είμαι. Συνεπώς η ελευθερία μου εξαλείφει την πιθανότητα της ύπαρξης Θεού. Επειδή ή είμαι απόλυτα ελεύθερος να καθορίζω τον εαυτό μου ή αλλιώς δεν είμαι ελεύθερος, επειδή ο Θεός καθορίζει την ελευθερία μου. Είμαι όμως πράγματι ελεύθερος, οπότε δεν υπάρχει Θεός.

Όσο εύλογο κι αν είναι το επιχείρημα του Σαρτρ, ο συλλογισμός του είναι ανεπαρκής. Στηρίζεται και αυτό σε μια λάθος διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στον Θεό και στην ανθρώπινη ελευθερία. Το λάθος οφείλεται στη σύγχυση που υπάρχει στις έννοιες «προκαθορίζω» και «προγνωρίζω». Πρόκειται σαφώς για δύο διαφορετικές έννοιες.

Ο Θεός δημιούργησε όντα με πραγματικά ελεύθερη βούληση. Επίσης ο Θεός ελέγχει τον κόσμο, με το να γνωρίζει τι θα κάνουν οι άνθρωποι με την ελεύθερη βούλησή τους. Προγνωρίζοντας τι θα κάνουν οι άνθρωποι με την βούλησή τους, δεν σημαίνει πως ο Θεός προκαθορίζει τι θα πρέπει να κάνουν ενάντια στην βούλησή τους. Η άποψη που θέλει έναν Θεό να προκαθορίζει  είναι ασύμβατη με έναν Θεό αγάπης, αλλά η άποψη σύμφωνα με την οποία ο Θεός απλά προγνωρίζει φαίνεται να είναι απόλυτα συμβατή με τον χαρακτήρα Του. Η αγάπη του Θεού είναι πειστική αλλά ποτέ  εξαναγκαστική, επιτρέποντας στους ανθρώπους να καθορίζουν οι ίδιοι ελεύθερα τις πράξεις τους.

Επιπρόσθετα τόσο ο Θεός όσο και ο άνθρωπος είναι υπεύθυνοι για πράξεις που αφορούν την ελεύθερη βούληση. Ο Θεός επειδή δημιούργησε ελεύθερα όντα, και αυτά με την σειρά τους είναι υπεύθυνα επειδή διαλέγουν ελεύθερα –κι όχι εξαναγκαστικά- το καλό  ή το κακό. Ο Θεός ευθύνεται μόνο για το γεγονός της ελεύθερης βούλησης, αλλά οι άνθρωποι ευθύνονται για τον τρόπο με τον οποίο τη χρησιμοποιούν.

Γιατί ένας καλός Θεός επιτρέπει το κακό;

Η τέταρτη αντίρρηση έχει να κάνει με τα δεινά που πλήττουν πολλές φορές αθώους. «Πώς ένας πανάγαθος και παντοδύναμος Θεός επιτρέπει την αδικία και τον πόνο αθώων;» ρωτούν.  Η βία, η σκληρότητα, ο θάνατος και η αρρώστια χτυπούν πολλές φορές αθώους και – σύμφωνα με τους αθεϊστές- ένας αγαθός Θεός δεν θα το επέτρεπε. Συνεπώς –κατ’ αυτό το επιχείρημα- είτε ο Θεός είναι παντοδύναμος αλλά δεν είναι καλός ή ο Θεός είναι καλός αλλά δεν είναι παντοδύναμος.

Είναι όμως λάθος πως Θεός δεν υπάρχει αν τα δεινά πλήττουν αθώους. Και αυτό γιατί είναι πιθανόν τα δεινά να μας αξίζουν, εξαιτίας της αμαρτίας, διότι αυτή είναι που τα προκάλεσε και επίσης το έλεος του Θεού είναι που πολλές φορές μας γλιτώνει από περισσότερα. Ακόμη, αυτό που πρέπει να αποδείξουν δεν είναι ότι υποφέρουν αθώοι, αλλά ότι τα δεινά δεν πρόκειται να δικαιώσουν τους λόγους για τους οποίους ο Θεός τα επιτρέπει.         Τα δεινά δεν θα έχουν την τελευταία λέξη στην ιστορία του ανθρώπου. Αυτός δεν είναι ο καλύτερος δυνατός κόσμος που θα μπορούσε να υπάρχει, αλλά είναι ο καλύτερος δυνατός τρόπος για να προκύψει ο καλύτερος δυνατός κόσμος. Μήπως όμως αν τα δεινά αποτελούν την μέθοδο του Θεού για τον καλύτερο δυνατό κόσμο, θα ήταν λάθος να προσπαθήσουμε να τα σταματήσουμε ή να τα εξαλείψουμε; Όχι. Τα δεινά δεν προωθούνται από τον Θεό, αλλά απλά επιτρέπονται. Ο Θεός ποτέ δεν δημιούργησε έναν κόσμο γεμάτο δεινά και δυστυχία. Η δυστυχία και τα δεινά οφείλονται στην αμαρτία του ανθρώπου. Γι’ αυτό ο Θεός τελικά «θα εξαλείψει κάθε δάκρυ…και ο θάνατος δεν θα υπάρχει πλέον× ούτε πένθος, ούτε κραυγή, ούτε πόνος δεν θα υπάρχουν πλέον× επειδή τα πρώτα παρήλθαν» (Αποκάλυψη 21:4).

Οι Κοσμολογικές αντιρρήσεις για την ύπαρξη του Θεού-

1. Γιατί ο Θεός δεν έχει αιτία

Ο φιλόσοφος Μπέρτραντ Ράσσελ υποστήριξε πως αν τα πάντα χρειάζονται μια αιτία για να υπάρχουν , τότε το ίδιο και ο Θεός. Αν από την άλλη ο Θεός δεν χρειάζεται αιτία, τότε δεν χρειάζεται και ο κόσμος. Αν όμως ο κόσμος δεν χρειάζεται αιτία, τότε ο Θεός δεν υπάρχει. Συνεπώς είτε τα πάντα χρειάζονται αιτία, είτε δεν υπάρχει Θεός.

Στην πραγματικότητα, το επιχείρημα αυτό δεν συνιστά απόδειξη της ανυπαρξίας του Θεού, αλλά απλά αποτελεί διόρθωση ενός εσφαλμένου επιχειρήματος που προβάλλονταν παλαιότερα από τους θεϊστές, ως απόδειξη της ύπαρξης του Θεού. Πολύ εύστοχα παρατηρεί ο Ράσσελ πως αν όλα χρειάζονται μια αιτία, τότε ακόμη και ο Θεός χρειάζεται μια αιτία, και τελικά αυτή η λογική δεν καταλήγει στον Θεό αλλά σε μια ατέρμονη αλληλουχία αιτιών και αποτελεσμάτων. Η σωστή χρήση του επιχειρήματος διατυπώνεται ως εξής: Μόνο πεπερασμένα, μεταβλητά και εξαρτώμενα πράγματα χρειάζονται αιτία, ενώ ο Θεός είναι άπειρος, αναλλοίωτος και αμετάβλητος. Αυτό το επιχείρημα, δεν μας οδηγεί σε αντιφατικά συμπεράσματα για τον Θεό. Επειδή μόνο αν πεπερασμένα όντα και πράγματα χρειάζονται αιτία, καταλήγει κάποιος σε ένα μη πεπερασμένο ον το οποίο είναι αναίτιο. Είναι δηλαδή η πρώτη αναίτια Αιτία όλων των πεπερασμένων πραγμάτων.

2. Μπορεί να φτιάξει μια πέτρα που να…μην μπορεί να τη σηκώσει;

Μια άλλη αντίρρηση σε σχέση  με τον Θεό αφορά την έννοια της παντοδυναμίας Του. Η Σιμόν ντε Μπωβουάρ η σύντροφος του Ζαν Πωλ Σάρτρ έκανε κάποτε τη δήλωση ότι ο Θεός των χριστιανών χαρακτηρίζεται από κάθε λογής αντιφάσεις, τις λεγόμενες αντινομίες. Η έννοια λοιπόν ενός παντοδύναμου Θεού, αποτελεί έναν αντιφατικό όρο, επειδή ένας τέτοιος Θεός θα μπορούσε να κάνει οτιδήποτε, όπως το να φτιάξει μια πέτρα τόσο βαριά ώστε να μην μπορεί να τη σηκώσει ή να την ελέγξει. Αν όμως ο Θεός μπορεί να φτιάξει κάτι το οποίο δεν μπορεί να ελέγξει, τότε δεν είναι παντοδύναμος. Συνεπώς δεν υπάρχει ένας τέτοιος Θεός. Αν μπορεί να φτιάξει μια πέτρα βαριά, τότε σίγουρα μπορεί και να την ελέγξει. Μπορεί να την συντηρεί στην ύπαρξη και μπορεί να τη θέσει εκτός ύπαρξης. Αυτός είναι αποτελεσματικός έλεγχος από τη δύναμη του Θεού.

3. Ο Κόσμος δεν χτίστηκε μέσα στον χρόνο

Μια άλλη υποτιθέμενη αντινομία αφορά την δημιουργία του κόσμου. Ο κόσμος δεν είναι αιώνιος. Μόνο ο Θεός είναι αιώνιος. Λένε «Αν όμως ο κόσμος δημιουργήθηκε μέσα στο χρόνο, τότε θα πρέπει να υπήρχε χρόνος πριν τον χρόνο, κάτι το αδύνατο. Συνεπώς δεν υπάρχει Θεός που δημιούργησε τον κόσμο μέσα στο χρόνο». Όμως αυτή η αντίρρηση καταρρέει με μια πιο προσεκτική ματιά:

Είναι λάθος να λέμε ότι η δημιουργία συντελέστηκε μέσα στο χρόνο. Αυτό θα προϋπόθετε ότι ο χρόνος υπάρχει υπεράνω του Θεού. Το σωστό είναι ότι η δημιουργία έγινε μαζί με το χρόνο. Έτσι ο χρόνος άρχισε να υπάρχει όταν ο Θεός έφερε στην ύπαρξη τον κόσμο. Το μόνο που υπήρχε «πριν» από τον χρόνο ήταν ο αιώνιος Θεός. Τα «πριν» και τα «μετά» υφίστανται μέσα στον χρόνο. 17 Αιώνες πριν ο Αυγουστίνος διατύπωσε την περίφημη φράση του «όχι εν τω χρόνω, αλλά συν τω χρόνω εποίησε ο Θεός τον κόσμον». Και παραδόξως η μοντέρνα φυσική υποστηρίζει ακριβώς αυτή την άποψη.

4. Οι ατέλειες των ζωντανών οργανισμών

Η πιο δημοφιλής αντίρρηση αφορά τις υποτιθέμενες «ατέλειες» στη κατασκευή των ζωντανών οργανισμών. Ισχυρίζονται ότι η βιολογία συγκεκριμένα, μας αποκαλύπτει πως οι ζώντες οργανισμοί έχουν σχεδιαστικές ατέλειες στη κατασκευή τους, και ότι  αυτό συνιστά ισχυρή ένδειξη ενάντια στην ύπαρξη ενός Σοφού Σχεδιαστή.

Συγκεκριμένα ο εξελικτικός βιολόγος Douglas Futuyma στο βιβλίο του Science on trial  γράφει τα εξής: «Κάθε οργανισμός έχει υπολειμματικά όργανα και δομές τα οποία είναι άχρηστα απομεινάρια από εξελικτικές προσαρμογές στο παρελθόν….βρίσκουμε μήπως σ’ αυτά ένδειξη για σοφό σχεδιασμό;». Κατά τη γνώμη του αυτές οι ατέλειες μαρτυρούν ότι η ζωή είναι το αποτέλεσμα ιστορικών συμπτώσεων και όχι ενός τέλειου σχεδιασμού. Ωστόσο θα πρέπει να κάνουμε έναν διαχωρισμό ανάμεσα στον λεγόμενο φαινομενικό σχεδιασμό και στον λεγόμενο ιδεατό σχεδιασμό από την μια μεριά, και στον ευφυή σχεδιασμό από την άλλη. Ο φαινομενικός σχεδιασμός αναφέρεται σε κάτι που δίνει την εντύπωση ότι είναι σχεδιασμένο, ενώ δεν είναι.  Ο ιδεατός σχεδιασμός δεν υφίσταται, παρά μόνο σαν μια ιδεατή φιλοσοφική αντίληψη. Ούτε η πρώτη, ούτε η δεύτερη μορφή σχεδιασμού δεν πρέπει να συγχέωνται με τον ευφυή σχεδιασμό. Πολλοί βιολόγοι προσπαθούν να καταρρίψουν τον ευφυή σχεδιασμό, υπαγάγοντάς τον σε μια από τις άλλες δύο κατηγορίες, ιδεατό ή φαινομενικό. Όμως κάτι τέτοιο είναι υπεκφυγή. Τα αυτοκίνητα π.χ. είναι ευφυώς σχεδιασμένα, με την έννοια ότι για τον σχεδιασμό τους ευθύνεται κάποια νοημοσύνη, αλλά δεν είναι παράδειγμα ούτε ιδεατού, ούτε φαινομενικού σχεδιασμού. Είναι λάθος να ισχυριζόμαστε ότι ένα σύστημα δεν είναι ευφυώς σχεδιασμένο, επειδή τυγχάνει να βρίσκουμε σ’ αυτό «ατέλειες».

Επίσης το ερώτημα «γιατί υπάρχουν ατέλειες στους ζώντες οργανισμούς», μπορεί να το απαντήσει η ιστορία της Πτώσης . Σύμφωνα με την διήγηση της Γένεσης, η αρχική δημιουργία του Θεού διεφθάρηκε από την αμαρτία. Ο απόστολος Παύλος θα τονίσει ότι «η κτίση υπετάχθη εις την ματαιότητα» (Ρωμ. 8:20).  Συνεπώς το «λίαν καλό» (Γένεση 1:31) που αρχικά δημιούργησε ο Θεός έχει διαστρεβλωθεί και αυτό ισχύει ο κανόνας πλέον στη φύση. Η φθορά και η ασθένεια, ο πόνος και ο θάνατος κυριαρχούν. Συνεπώς λόγω της Πτώσης στην αμαρτία, βλέπουμε σήμερα ατέλεια και φθορά. Αντί να ερμηνεύονται αυτές οι ατέλειες ως το αποτέλεσμα μιας τυχαίας εξελικτικής διαδικασίας, μπορούμε να τις δούμε  ως αποτέλεσμα της Πτώσεως από μια δημιουργία που ήταν αρχικά «λίαν καλή».

Πεποίθησή μας είναι πως ο αθεϊσμός σαν προσπάθεια ερμηνείας του κόσμου είναι εσφαλμένος. Είναι πιο λογικό η ζωή και ο άνθρωπος να προήλθαν από μία πάνσοφη Νόηση, έναν Θεό που έκανε τον Εαυτό Του γνωστό πρώτα στη φυσική Δημιουργία και έπειτα στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΑΛΑΓΙΑΝΝΗΣ

Δημοσιεύθηκε ΕΔΩ

Αθεϊσμός: Μια παράλογη κοσμοθεωρία

-του Δρ Jason Lisle-

Οι αθεϊστές «βγαίνουν από το καβούκι τους» και φωνάζουν πιο δυνατά το μήνυμά τους ότι «δεν υπάρχει Θεός». Ο καθηγητής Richard Dawkins (κορυφαίος αθεϊστής της Μεγάλης Βρετανίας) ενθαρρύνει εκείνους που υποστηρίζουν τις απόψεις του, να εκφράσουν την γνώμη τους. Ο συγγραφέας της Περί Θεού Αυταπάτης, Dawkins λέει ότι θέλει τα παιδιά να «ελευθερωθούν από την κατήχηση με τη θρησκεία των γονέων τους ή της κοινότητάς τους»1. Οι Χριστιανοί είναι έτοιμοι «να δώσουν μια απάντηση» στους ισχυρισμούς των αθεϊστών; 2

Ο υλιστικός αθεϊσμός είναι μία από τις ευκολότερες κοσμοθεωρίεs για να αντικρουστεί. Ένας υλιστής άθεος θεωρεί ότι η φύση είναι όλο ό,τι υπάρχει. Πιστεύει ότι δεν υπάρχει κανένας υπέρτατος Θεός που επιτηρεί και συντηρεί τη δημιουργία. Πολλοί αθεϊστές πιστεύουν ότι η κοσμοθεωρία τους είναι λογική και επιστημονική. Εντούτοις, με το αγκάλιασμα του υλισμού, ο αθεϊστής έχει καταστρέψει τη δυνατότητα της γνώσης, καθώς επίσης και την επιστήμη και την τεχνολογία. Με άλλα λόγια, εάν ο αθεϊσμός ήταν αληθινός, θα ήταν αδύνατο να αποδείξει τίποτα!

Εδώ είναι το γιατί:

Ο συλλογισμός περιλαμβάνει τη χρησιμοποίηση των νόμων της λογικής. Αυτοί περιλαμβάνουν το νόμο της μη-αντίφασης που λέει ότι δεν μπορείτε να έχετε το Α και το όχι-Α συγχρόνως και στην ίδια συνάφεια. Παραδείγματος χάριν, η δήλωση «το αυτοκίνητό μου είναι στο χώρο στάθμευσης, και δεν είναι η περίπτωση που το αυτοκίνητό μου είναι στο χώρο στάθμευσης» είναι αναγκαστικά ψεύτικη από το νόμο της μη-αντίφασης. Οποιοδήποτε λογικό πρόσωπο θα δεχόταν αυτόν τον νόμο. Αλλά γιατί είναι αυτός ο νόμος αληθινός; Γιατί θα έπρεπε να υπάρξει ένας νόμος της μη-αντίφασης, ή για εκείνο το θέμα, οποιοιδήποτε νόμοι της λογικής; Ο Χριστιανός μπορεί να απαντήσει σε αυτήν την ερώτηση. Για το Χριστιανό υπάρχει ένα απόλυτο πρότυπο για τη λογική. Διαμορφώνουμε τις σκέψεις μας σύμφωνα με τις σκέψεις του Θεού. Οι νόμοι της λογικής είναι μια αντανάκλαση του τρόπου που ο Θεός σκέφτεται. Ο νόμος της μη-αντίφασης δεν είναι απλά μια άποψη του προσώπου σχετικά με το πώς οφείλουμε να σκεφτούμε, μάλλον προέρχεται από την αυτοσυνεπή φύση του Θεού. Ο Θεός δεν μπορεί να αρνηθεί τον εαυτό του (Β΄ Τιμόθεον 2:13), και έτσι, ο τρόπος που ο Θεός διατηρεί το σύμπαν θα είναι απαραιτήτως μη-αντιφατικός.

Οι νόμοι της λογικής είναι το κριτήριο του Θεού για τη σκέψη. Δεδομένου ότι ο Θεός είναι ένα αμετάβλητο, κυρίαρχο, άϋλο Ον, οι νόμοι της λογικής είναι άϋλες, καθολικές, αμετάβλητες έννοιες. Με άλλα λόγια, δεν αποτελούνται από ύλη-αυτές ισχύουν παντού και πάντα. Οι νόμοι της λογικής εξαρτώνται από την αμετάβλητη φύση του Θεού. Και είναι απαραίτητοι για το λογικό συλλογισμό. Κατά συνέπεια, ο λογικός συλλογισμός θα ήταν αδύνατος χωρίς τον βιβλικό Θεό.

Ο υλιστής άθεος δεν μπορεί να έχει τους νόμους της λογικής. Θεωρεί ότι όλα που υπάρχουν είναι ύλη-μέρος του φυσικού κόσμου. Αλλά οι νόμοι της λογικής δεν είναι φυσικοί. Δεν μπορείτε να χτυπήσετε το δάκτυλο του ποδιού σας σε έναν νόμο της λογικής. Οι νόμοι της λογικής δεν μπορούν να υπάρξουν στον κόσμο του άθεου, όμως τους χρησιμοποιεί για να προσπαθήσει να επιχειρηματολογήσει. Αυτό είναι ασυνεπές. Δανείζεται από τη χριστιανική κοσμοθεωρία για να μιλήσει ενάντια στη χριστιανική κοσμοθεωρία. Η άποψη του άθεου δεν μπορεί να είναι λογική, επειδή χρησιμοποιεί πράγματα (νόμοι της λογικής) που δεν μπορούν να υπάρξουν σύμφωνα με την ομολογία του.

Η συζήτηση πάνω στην ύπαρξη του Θεού είναι λίγο όπως μια συζήτηση πάνω στην ύπαρξη του αέρα3. Μπορείτε εσείς να φανταστείτε κάποιον που υποστηρίζει ότι ο αέρας δεν υπάρχει πραγματικά; Θα πρόσφερε φαινομενικά τις άριστες «αποδείξεις» ενάντια στην ύπαρξη του αέρα, ταυτόχρονα αναπνέοντας τον αέρα και αναμένοντας ότι μπορούμε να ακούσουμε τα λόγια του καθώς ο ήχος διαβιβάζεται μέσω του αέρα. Για να ακούσουμε και καταλάβουμε τον ισχυρισμό του, θα πρέπει να είναι λανθασμένος. Παρόμοια, ο άθεος, επιχειρηματολογώντας ότι ο Θεός δεν υπάρχει, πρέπει να χρησιμοποιήσει τους νόμους της λογικής που έχουν νόημα μόνο εάν ο Θεός υπάρχει. Για να έχει νόημα το επιχείρημά του, θα έπρεπε να είναι λανθασμένο.

Πώς μπορεί ο άθεος να απαντήσει;

Ο άθεος μπορεί να πει, «καλά, εγώ μπορεί να συζητήσω λογικά πολύ καλά, και να μην πιστεύω στον Θεό». Αλλά αυτό δεν είναι τίποτε διαφορετικό από τον κριτικό του αέρα που λέει, «καλά, εγώ μπορεί να αναπνέω πολύ καλά, και να μην πιστεύω στον αέρα». Αυτό δεν είναι μια λογική απάντηση. Η αναπνοή απαιτεί τον αέρα, όχι μια ομολογία της πίστης στον αέρα. Παρόμοια, ο λογικός συλλογισμός απαιτεί τον Θεό, όχι μια ομολογία της πίστης σε Αυτόν. Φυσικά ο άθεος μπορεί να σκεφτεί λογικά επειδή ο Θεός έχει φτιάξει το μυαλό του και του έχει δώσει την πρόσβαση στους νόμους της λογικής -και αυτό είναι το σημείο. Είναι επειδή ο Θεός υπάρχει, ότι ο συλλογισμός είναι δυνατός. Ο άθεος μπορεί να σκεφτεί λογικά, αλλά μέσα στη κοσμοθεωρία του δεν μπορεί να αιτιολογήσει τη δυνατότητά του να σκέφτεται λογικά.

Ο άθεος μπορεί να απαντήσει, «οι νόμοι της λογικής είναι συμβάσεις που δημιουργήθηκαν από τον άνθρωπο». Αλλά οι συμβάσεις είναι (εξ ορισμού) συμβατικές. Δηλαδή όλοι συμφωνούμε με αυτές και έτσι αυτές δουλεύουν-όπως η οδήγηση στη δεξιά πλευρά του δρόμου. Αλλά εάν οι νόμοι της λογικής ήταν συμβατικοί, τότε οι διαφορετικοί πολιτισμοί θα μπορούσαν να εγκρίνουν διαφορετικούς νόμους της λογικής (όπως την οδήγηση στην αριστερή πλευρά του δρόμου). Έτσι, σε μερικούς πολιτισμούς μπορεί να είναι εντελώς εντάξει να αντιφάσκεις με τον εαυτό σου. Σε μερικές κοινωνίες η αλήθεια θα μπορούσε να είναι αυτοαντιφατική. Σαφώς αυτό δεν θα λειτουργήσει. Εάν οι νόμοι της λογικής είναι απλώς συμβάσεις, τότε δεν είναι καθολικοί νόμοι. Η λογική συζήτηση θα ήταν αδύνατη εάν οι νόμοι της λογικής ήταν συμβατικοί, επειδή οι δύο αντίπαλοι θα μπορούσαν απλά να επιλέξουν διαφορετικά κριτήρια για τον συλλογισμό. Κάθε ένας θα ήταν σωστός σύμφωνα με τα αυθαίρετα κριτήριά του.

Ο άθεος μπορεί να απαντήσει, «οι νόμοι της λογικής είναι υλικοί-αυτοί αποτελούνται από τις ηλεκτροχημικές συνδέσεις στον εγκέφαλο». Αλλά τότε οι νόμοι της λογικής δεν είναι καθολικοί. Δεν θα επεκτείνονταν πέρα από τον εγκέφαλο. Με άλλα λόγια, δεν θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι οι αντιφάσεις δεν μπορούν να εμφανιστούν στον Άρη, επειδή κανενός ο εγκέφαλος δεν είναι στον Άρη. Στην πραγματικότητα, εάν οι νόμοι της λογικής είναι απλώς ηλεκτροχημικές συνδέσεις στον εγκέφαλο, τότε θα διέφεραν κάπως από πρόσωπο σε πρόσωπο, επειδή ο καθένας έχει διαφορετικές συνδέσεις στον εγκέφαλό του.

Μερικές φορές ένας άθεος θα προσπαθήσει να απαντήσει με μια περισσότερο ρεαλιστική απάντηση: «Χρησιμοποιούμε τους νόμους της λογικής επειδή λειτουργούν». Δυστυχώς για αυτόν, αυτή δεν είναι η ερώτηση. Όλοι συμφωνούμε ότι οι νόμοι της λογικής λειτουργούν. Λειτουργούν επειδή είναι αληθινοί. Η ερώτηση είναι γιατί υπάρχουν κατά πρώτο λόγο; Πώς μπορεί ο αθεϊστής να απολογηθεί για απόλυτα κριτήρια συλλογισμού όπως οι νόμοι της λογικής; Πώς μπορούν μη υλικά πράγματα όπως οι νόμοι να υπάρξουν εάν ο κόσμος είναι υλικός μόνο;

Σαν τελευταία λύση, ο άθεος μπορεί να εγκαταλείψει μια αυστηρά υλιστική άποψη και να συμφωνήσει ότι υπάρχουν μη υλικοί, καθολικοί νόμοι. Αυτό είναι μια τεράστια παραχώρηση. Σε τελευταία ανάλυση, εάν ένα πρόσωπο είναι πρόθυμο να παραδεχθεί ότι μη υλικές, καθολικές, αμετάβλητες έννοιες μπορούν να υπάρξουν, τότε πρέπει να εξετάσει τη πιθανότητα ο Θεός να υπάρχει. Αλλά αυτή η παραχώρηση δεν σώζει τη θέση του άθεου. Πρέπει ακόμα να αιτιολογήσει τους νόμους της λογικής. Γιατί υπάρχουν; Και ποιο είναι το σημείο της επαφής μεταξύ του υλικού φυσικού κόσμου και του μη υλικού κόσμου της λογικής; Με άλλα λόγια, γιατί ο υλικός κόσμος αισθάνεται αναγκασμένος να υπακούει σε άϋλους νόμους; Ο άθεος δεν μπορεί να απαντήσει σε αυτές τις ερωτήσεις. Η κοσμοθεωρία του δεν μπορεί να δικαιωθεί. Είναι αυθαίρετη και έτσι παράλογη.

Συμπεράσματα

Σαφώς, ο αθεϊσμός δεν είναι μια λογική κοσμοθεωρία. Αυτοαντικρούεται επειδή ο άθεος πρέπει πρώτα να υποθέσει το αντίθετο αυτού που προσπαθεί να αποδείξει, προκειμένου να είναι σε θέση να αποδείξει οτιδήποτε. Καθώς ο Δρ Cornelius VanTil το τοποθέτησε, «Ο Αθεϊσμός προϋποθέτει το θεϊσμό». Οι νόμοι της λογικής απαιτούν την ύπαρξη του Θεού-και όχι απλώς οποιουδήποτε Θεού, αλλά του χριστιανικού Θεού. Μόνο ο Θεός της Βίβλου μπορεί να είναι το θεμέλιο για τη γνώση (Παροιμίες 1:7, Κολοσσαείς 2:3). Δεδομένου ότι ο Θεός της Αγίας Γραφής είναι άϋλος, κυρίαρχος, και πέρα από το χρόνο, έχει νόημα να έχει νόμους της λογικής που είναι άϋλοι, καθολικοί, και αμετάβλητοι. Δεδομένου ότι ο Θεός έχει αποκαλυφθεί στον άνθρωπο, είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε και να χρησιμοποιούμε τη λογική. Δεδομένου ότι ο Θεός έκανε το σύμπαν και δεδομένου ότι ο Θεός έφτιαξε το μυαλό μας, έχει νόημα το μυαλό μας να έχει τη δυνατότητα να μελετάει και να κατανοεί το σύμπαν. Αλλά εάν ο εγκέφαλος είναι απλά το αποτέλεσμα των ά-νους (χωρίς νου) εξελικτικών διαδικασιών που μεταβίβασαν κάποιο είδος αξίας επιβίωσης στο παρελθόν, γιατί θα έπρεπε να εμπιστευθούμε τα συμπεράσματά του; Εάν το σύμπαν και το μυαλό μας είναι απλά τα αποτελέσματα του χρόνου και της τύχης, καθώς ο άθεος υποστηρίζει, γιατί θα προσμέναμε ότι ο νους θα μπορούσε να βγάλει νόημα απ’ το σύμπαν; Πώς θα μπορούσαν η επιστήμη και η τεχνολογία να είναι δυνατές;

Η λογική σκέψη, η επιστήμη, και η τεχνολογία έχουν νόημα σε μια χριστιανική κοσμοθεωρία. Ο Χριστιανός έχει μια βάση για αυτά τα πράγματα, ο άθεος όχι. Αυτό δεν πρόκειται να πει ότι οι αθεϊστές δεν μπορούν να είναι λογικοί για μερικά πράγματα. Μπορούν επειδή επίσης δημιουργήθηκαν κατ’ εικόνα του Θεού και έχουν πρόσβαση στους νόμους της λογικής του Θεού. Αλλά δεν έχουν καμία λογική βάση για τον ορθολογισμό μέσα στη κοσμοθεωρία τους. Επιπλέον, οι αθεϊστές μπορούν να είναι ηθικοί, αλλά δεν έχουν καμία βάση για εκείνη την ηθική σύμφωνα με αυτό που υποστηρίζουν ότι πιστεύουν. Ένας άθεος είναι ένα σύνολο από αντιφάσεις. Σκέφτεται λογικά και κάνει επιστήμη, όμως αρνείται τον ίδιο τον Θεό που καθιστά το συλλογισμό και την επιστήμη πιθανούς. Απ’ την άλλη μεριά, η χριστιανική κοσμοθεωρία είναι συνεπής και έχει νόημα για την ανθρώπινη λογική και εμπειρία.

Δημοσιεύθηκε ΕΔΩ

 

SCEPDIC.GR

Posted: 16 Φεβρουαρίου 2011 in ΑΓΝΩΣΤΗ ΕΚΔΟΣΗ, ΚΕΙΜΕΝΑ, ΟΛΑ, ΠΡΟΣΩΠΑ

Ομοιοπαθητική

«Εκτός αν οι νόμοι της χημείας πήγαν περίπατο, τα περισσότερα ομοιοπαθητικά
σκευάσματα είναι πολύ αραιωμένα για να έχουν οποιαδήποτε φυσιολογική επίδραση…»
Consumer Reports (January 1987)

«Πολλές προηγούμενες μελέτες έχουν δείξει πως η ομοιοπαθητική έχει μια επίδραση
πέρα και πάνω από το φαινόμενο της υποβολής… Έχει αποδειχτεί πέραν πάσης αμφιβολίας και έιναι αποδεκτό από πολλούς ερευνητές, ότι οι τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες μελέτες με έλεχγο του φαινομένου placebo δεν είναι το κατάλληλο εργαλείο για να ελεγχθεί η ομοιοπαθητική» —ένας εκπρόσωπος του Society of Homeopaths

Η κλασσική ομοιοπαθητική ξεκίνησε τον 19ο αιώνα από τον Samuel Christian Friedrich Hahnemann (1755-1843) ως μια εναλλακτική στις καθιερωμένες ιατρικές πρακτικές της εποχής, όπως η φλεβοτομία ή η αφαίμαξη. Η πρόκληση αιμορραγίας σε ασθενείς μέσω διάνοιξης φλεβών, ο εξαναγκασμός της ασθένειας να αφήσει το σώμα, και η αποκατάσταση των σωματικών υγρών στην κατάλληλη ισορροπία, ήταν δημοφιλής ιατρική πρακτική μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα ( Williams 2000:265). Ο Hahnemann απέρριπτε την αντίληψη ότι η ασθένεια θα πρέπει να αντιμετωπίζεται απελευθερώνοντας το απεχθές περιεχόμενο που την προκαλεί. Αντιθέτως, υποστήριζε ότι η ασθένεια θα πρέπει να αντιμετωπίζεται βοηθώντας την ζωτική δύναμη να επαναφέρει το σώμα σε αρμονία και ισορροπία. Απέρριπτε άλλες συνήθεις ιατρικές πρακτικές της εποχής του, όπως τα καθαρτικά και τα εμετικά «με όπιο και καλομέλας με βάση τον υδράργυρο». Περιληπτικά, η εναλλακτική ιατρική του Hahnemann ήταν πιο ανθρώπινη και λιγότερο πιθανή να προκαλέσει βλάβη από πολλές από τις συμβατικές πρακτικές της εποχής του.

Η επιστημονική Ιατρική αναπτυσσόταν την εποχή του Hahnemann αλλά η ομοιοπαθητική δεν θα ήταν μέρος αυτής της ανάπτυξης. Η Ιατρική είναι ουσιαστικά υλιστική. Βασίζεται σε αρχές όπως είναι η ανατομία, η φυσιολογία και η χημεία. Ενώ οι μέθοδοι του Hahnemann περιλαμβάνουν εμπειρική παρατήρηση, η θεωρία του για την ασθένεια και τη θεραπεία είναι ουσιαστικά μη-εμπειρική και περιλαμβάνει την αναφορά σε μεταφυσικές οντότητες και διαδικασίες.

Ο Hahnemann διατύπωσε τις ιδέες του για την ασθένεια και τη θεραπεία στο The Organon of Homeopathic Medicine (1810) και στο Theory of Chronic Diseases (1821). Ο όρος «ομοιοπαθητική» προέρχεται από δύο ελληνικές λέξεις : όμοιος και πάθος. Ο Hahnemann ήθελε να αντιπαραβάλλει τη μέθοδό του με τη συνήθεια της εποχής του να γίνεται προσπάθεια εξισορρόπησης των «χυμών του σώματος» αντιμετωπίζοντας μια διαταραχή με το αντίθετό της (άλλο). Αναφερόταν στη συμβατική πρακτική ως αλλοπαθητική. Παρόλο που η σύγχρονη ιατρική δεν μοιάζει καθόλου με τη θεωρία της εξισορρόπησης «χυμών» ή με την αντιμετώπιση της ασθένειας με το αντίθετό της, οι σύγχρονοι ομοιοπαθητικοί και άλλοι υποστηρικτές της «εναλλακτικής» ιατρικής παραπλανητικά αναφέρονται στους σημερινούς συμβατικούς γιατρούς ως αλλοπαθητικούς ( Jarvis 1994).

Η κλασική ομοιοπαθητική γενικά ορίζεται ως ένα σύστημα ιατρικής αντιμετώπισης βασιζόμενο στη χρήση ελάχιστων ποσοτήτων φαρμάκων, τα οποία σε μεγαλύτερες δόσεις έχουν αποτελέσματα παρόμοια με αυτά της ασθένειας που θεραπεύεται. Ο Hahnemann πίστευε ότι πολύ μικρές δόσεις ενός φαρμάκου θα μπορούσαν να έχουν πολύ ισχυρά θεραπευτικά αποτελέσματα διότι η δράση τους θα μπορούσε να επηρεαστεί με ζωηρή και μεθοδική ανακίνηση. O Hahnemann ονόμαζε αυτή την υποτιθέμενη αύξηση της δραστικότητας μέσω ζωηρής ανακίνησης δυναμοποίηση. Ο Hahnemann πίστευε ότι η ανακίνηση αυτή θα μπορούσε να απελευθερώσει «άϋλες και πνευματικές δυνάμεις», κάνοντας έτσι τις ουσίες πιο δραστικές. «Ελαφρά χτυπήματα σε ένα δερμάτινο ύφασμα ή στην παλάμη του χεριού υποτίθεται ότι διπλασιάζουν την αραίωση» (ibid.).

Η δυναμοποίηση ήταν για τον Hahnemann μια διαδικασία απελευθέρωσης ενέργειας, την οποία θεωρούσε ουσιαστικά άυλη και πνευματική. Καθώς περνούσε ο χρόνος, εντυπωσιαζόταν όλο και περισσότερο με την ισχύ της τεχνικής που είχε ανακαλύψει, και έκανε τρομερές προειδοποιήσεις σχετικά με τον κίνδυνο της υπερβολικής δυναμοποίησης φαρμάκων. Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να έχει σοβαρά ή και μοιραία αποτελέσματα, και συμβούλευε τους ομοιοπαθητικούς να μην μεταφέρουν φάρμακα στις τσέπες τους από φόβο μήπως τα έκαναν κατά λάθος πολύ ισχυρά. Τελικά ισχυρίστηκε ακόμα και ότι δεν ήταν αναγκαίο οι ασθενείς να καταπίνουν τα φάρμακα- αρκούσε απλά να τα μυρίσουν ( Campbell ).

Δύο κλίμακες δυναμοποίησης χρησιμοποιούνται συνήθως : η δεκαδική, που προχωράει ανά 1:10 βήματα, και η εκατοστιαία (1:100). Ξεκινώντας από το αυθεντικό «βάμμα ιωδίου» (όταν πρόκειται για φυτό, αυτό είναι ένα αλκοολικό εκχύλισμα), ετοιμάζεται ένα διάλυμα 1:10 ή 1:100. Αυτό ανακινείται και το διάλυμα που προκύπτει είναι γνωστό σαν πρώτη δυναμοποίηση. Αυτό λειτουργεί σαν το πρώτο βήμα για την επόμενη αραίωση και ανακίνηση, που οδηγούν στη δεύτερη δυναμοποίηση, και ούτω καθεξής. Οι 1:10 δυναμοποιήσεις συνήθως συμβολίζονται με x και οι 1:100 με c. Έτσι, Pulsatilla c σημαίνει την 6η εκατοστιαία δυναμοποίηση του Pulsatilla , το οποίο έχει υποστεί έξι αραιώσεις και έχει συγκέντρωση ενός μέρους σε ένα δισεκατομμύριο χιλιάδες. ( Campbell )

Όπως οι περισσότεροι από τους σύγχρονούς του, ο Hahnemann πίστευε ότι η υγεία είναι θέμα ισορροπίας και αρμονίας, αλλά γι’ αυτόν η ζωτική δύναμη, το πνεύμα μέσα στο σώμα είναι που κάνει την εξισορρόπηση και την εναρμόνιση, δηλαδή τη θεραπεία.

Ο Hahnemann ισχυριζόταν ότι οι περισσότερες χρόνιες ασθένειες προκαλούνταν από μιάσματα και το χειρότερο αυτών των μιασμάτων ήταν η «ψώρα». Ωστόσο, η απόδειξη της θεωρίας του μιάσματος είναι απολύτως ανύπαρκτη και φαίνεται να είναι το αποτέλεσμα κάποιου είδους θεϊκής αποκάλυψης (Campbell). Η λέξη «μίασμα»

σημαίνει κάτι σαν «βρωμιά» ή «μόλυνση». Ο Hahnemann υπέθετε ότι η χρόνια ασθένεια προέρχεται από την εισβολή ενός από τα μιάσματα στον οργανισμό μέσω του δέρματος. Επομένως η πρώτη ένδειξη ασθένειας είναι πάντα κάποιο είδος δερματικής διαταραχής (Campbell).

Η μέθοδος θεραπείας του μπορεί να φαίνεται πολύ μοντέρνα: Βρες το σωστό φάρμακο για την ασθένεια. Ωστόσο, τα φάρμακά του δεν είχαν σχεδιαστεί για να βοηθάνε τον οργανισμό να καταπολεμήσει τη λοίμωξη ή να αναδημιουργήσει ιστό, αλλά για να βοηθάνε το ζωτικό πνεύμα να κάνει το θαύμα του. Μάλιστα, ο Hahnemann πίστευε ότι είναι «εγγενώς αδύνατο να γνωρίζεις την εσωτερική φύση των μηχανισμών της ασθένειας, και επομένως άκαρπο το να κάνεις υποθέσεις γύρω από αυτούς ή το να βασίζεις τη θεραπεία σε θεωρίες» (Campbell). Τα φάρμακά του καθορίζονταν από τα συμπτώματα του ασθενή, όχι από την υποτιθέμενη ασθένεια που τα προκαλεί.

Ομοιοπαθητικοί «νόμοι»

Οι ομοιοπαθητικοί αναφέρονται στον «Νόμο των Απειροελαχίστων» και στον «Νόμο των Ομοίων» σαν τη βάση για να χρησιμοποιούν ελάχιστες ποσότητες ουσιών και για να υποστηρίζουν ότι το όμοιο θεραπεύει το όμοιο, αλλά αυτοί δεν είναι φυσικοί νόμοι της επιστήμης. Αν είναι νόμοι, είναι μεταφυσικοί νόμοι, δηλαδή απόψεις γύρω από τη φύση της πραγματικότητας που θα ήταν αδύνατο να ελεγχθούν με εμπειρικά μέσα. Οι ιδέες του Hahnemann πράγματι προήλθαν από την εμπειρία. Ωστόσο, το γεγονός ότι έβγαλε μεταφυσικά συμπεράσματα από εμπειρικά γεγονότα, δεν καθιστά τις ιδέες του εμπειρικά ελεγχόμενες. Ο νόμος των απειροελαχίστων φαίνεται να έχει προκύψει κατά ένα μέρος από την άποψη ότι οποιαδήποτε θεραπεία θα χειροτέρευε την κατάσταση του ασθενή προτού τη βελτιώσει, και ότι κάποιος θα μπορούσε να ελαχιστοποιήσει αυτό το αρνητικό αποτέλεσμα μειώνοντας σημαντικά το μέγεθος της δόσης. Οι περισσότεροι επικριτές της ομοιοπαθητικής απορρίπτουν σε αυτόν τον «νόμο» διότι οδηγεί σε φάρμακα που έχουν αραιωθεί τόσο ώστε δεν έχουν ούτε ένα μόριο της ουσίας από την οποία ξεκινάει κανείς.

Ο Hahnemann βρήκε τον νόμο του των Ομοίων (το όμοιο θεραπεύει όμοιο) το 1790 ενώ μετέφραζε το Materia Medica του William Cullen στα γερμανικά ( Loudon 1997:94). Άρχισε να πειραματίζεται πάνω στον εαυτό του με διάφορες ουσίες, ξεκινώντας με την κινίνη.

Καθημερινά για αρκετές ημέρες, έγραψε, έπαιρνε τέσσερα δράμια από το φάρμακο. Κάθε φορά που επαναλάμβανε τη δόση, τα δάκτυλα των χεριών και των ποδιών του πάγωναν, και ακολουθούσαν άλλα συμπτώματα χαρακτηριστικά της ελονοσίας. Κάθε φορά που σταματούσε τη λήψη κινίνης, επέστρεφε γρήγορα σε μια κατάσταση καλής υγείας ( Williams 1981:184).

O Hahnemann πειραματίστηκε στον εαυτό του με διάφορα φάρμακα για αρκετά χρόνια και συμπέρανε ότι «ένας γιατρός πρέπει να χρησιμοποιεί μόνο εκείνα τα φάρμακα που έχουν τη δύναμη να δημιουργήσουν, σε έναν υγιή οργανισμό, συμπτώματα παρόμοια με αυτά που μπορεί να εμφανιστούν στον άρρωστο υπό θεραπεία »(ibid.). Τα φάρμακα, υποστήριζε, πρέπει να δίνονται σε απλές δόσεις, όχι σε πολύπλοκα μίγματα. Τα συμπεράσματά του φαίνεται να βασίζονται σε διαίσθηση ή αποκάλυψη. Δεν πειραματίστηκε με ασθενείς δίνοντάς τους φάρμακα, ώστε να ανακαλύψει ποιες θεραπείες λειτούργησαν σε ποιες ασθένειες ή ότι μόνο οι μη-αναμεμειγμένες ουσίες ήταν αποτελεσματικές. Πράγματι, δεν μπορούσε να πειραματιστεί σε ασθενείς διότι υπέθετε ότι η θεραπεία πρέπει να παράγει ένα αποτέλεσμα παρόμοιο με την ασθένεια, και δεν θα ήταν ποτέ σε θέση να ξέρει ποιες θεραπείες να χρησιμοποιήσει διότι τα συμπτώματα της ασθένειας θα ήταν δύσκολο να διακριθούν από αυτά της θεραπείας σε κάποιον ασθενή. Αντ’ αυτού, υπέθετε πως οτιδήποτε προκαλεί τα συμπτώματα σε ένα υγιές άτομο θα αποτελούσε θεραπεία για μια ασθένεια με παρόμοια συμπτώματα.

Ο Hahnemann αποκαλούσε αυτή τη μέθοδο εύρεσης των συμπτωμάτων που προκαλεί ένα φάρμακο σε ένα υγιές άτομο «δοκιμασία» (proving) .

Ο Hahnemann δεν μας άφησε καθόλου λεπτομέρειες για τις δόσεις που χρησιμοποιούσε ή για τον τρόπο χορήγησης των φαρμάκων, αλλά από τυχαίες παρατηρήσεις που βρίσκονται αλλού στα γραπτά του και από περιγραφές των «δοκιμαστών» του, έχουμε μια αρκετά καλή ιδέα του τι συνέβαινε. Όλες οι «δοκιμασίες» αυτής της εποχής γίνονταν με εκχυλίσματα βοτάνων ή, στην περίπτωση αδιάλυτων ουσιών, με «απλές κονιορτοποιήσεις » (ένα μέρος ουσίας αλεσμένο με εννέα μέρη ζάχαρης ή γάλακτος)…

Η συνήθης πρακτική του φαίνεται πως ήταν να δίνει επαναλαμβανόμενες δόσεις μέχρι να επιτευχθεί κάποιο αποτέλεσμα- η ακριβής ποσότητα υπολογιζόταν με βάση την προσωπική του εμπειρία. Οι «δοκιμαστές» του έπρεπε να καταγράφουν τα συμπτώματά τους με μέγιστη προσοχή, και όταν έδειχναν τις σημειώσεις τους στον Hahnemann , έπρεπε να του δίνουν το χέρι τους- ο συνήθης τρόπος για να ορκιστεί κανείς στα Γερμανικά πανεπιστήμια εκείνης της εποχής- και να ορκιστούν πως ό,τι είχαν αναφέρει ήταν αληθές. Στη συνέχεια, ο Hahnemann τους έκανε λεπτομερείς ερωτήσεις σχετικά με τα συμπτώματά τους ώστε να αποσπάσει λεπτομέρειες για το χρόνο, τους παράγοντες που τους έκαναν καλύτερα ή χειρότερα, και ούτω καθεξής. Ο καφές, το τσάι, το κρασί, το κονιάκ και τα καρυκεύματα ήταν απαγορευμένα για τους «δοκιμαστές» , καθώς και το σκάκι (το οποίο ο Hahnemann θεωρούσε υπερβολικά συναρπαστικό), αλλά επιτρεπόταν η μπύρα και ενθαρρυνόταν η ήπια άσκηση. (Campbell)

Δουλεύοντας πάνω στην αρχή των Ομοίων, ο Η ahnemann δημιούργησε φάρμακα για διάφορες διαταραχές, οι οποίες είχαν συμπτώματα παρόμοια με εκείνα των ουσιών που οι δοκιμαστές του είχαν πάρει. Ωστόσο, «…οι μέθοδοι της «δοκιμασίας» είναι ιδιαίτερα εξατομικευμένες και εφαρμόζονται ξεχωριστά από κάθε ομοιοπαθητικό ή πειραματιζόμενο» * . Με άλλα λόγια, εκατό ομοιοπαθητικοί που παρασκευάζουν ένα φάρμακο για έναν ασθενή μπορεί να καταλήξουν σε εκατό διαφορετικά φάρμακα.

Ο Hahnemann μπορεί να έχει επιδοκιμαστεί επειδή έκανε εμπειρικό έλεγχο των φαρμάκων του, αλλά η μέθοδος ελέγχου του ήταν προφανώς λανθασμένη. Στην ουσία δεν έλεγχε τα φάρμακα για την αποτελεσματικότητά τους σε ασθενείς αλλά για τα αποτελέσματά τους σε υγιή άτομα. Σε κάθε περίπτωση, έπρεπε να βασίζεται στις υποκειμενικές εκτιμήσεις των δοκιμαστών του, που ήταν όλοι μαθητές ή συγγενείς του και ανακρίνονταν όλοι από τον ίδιο τον δάσκαλο. (Μεταγενέστεροι ερευνητές θα χρησιμοποιούσαν πιο ελεγχόμενες μεθόδους «δοκιμασίας» * ). Αλλά ακόμα και αν τα στοιχεία του δεν ήταν διαβρωμένα από την πιθανότητα είτε να υποδείκνυε ο ίδιος συμπτώματα στους δοκιμαστές του είτε αυτοί να ανέφεραν συμπτώματα για να εντυπωσιάσουν ή για να κερδίσουν την έγκριση του δασκάλου, είναι μια πίστη στη μαγεία που συνδέει τη λίστα των συμπτωμάτων με τη θεραπεία μιας ασθένειας με παρόμοια συμπτώματα. Στη λογική, αυτό το είδος λογικού άλματος λέγεται non sequitur ή ανακολουθία : από το γεγονός ότι το φάρμακο Α προκαλεί συμπτώματα παρόμοια με την ασθένεια Β, δεν προκύπτει ότι παίρνοντας το Α θα ανακουφιστούν τα συμπτώματα του Β. Ωστόσο, οι ομοιοπαθητικοί εκλαμβάνουν την ικανοποίηση του πελάτη από το Α ως απόδειξη ότι το Α δουλεύει.

Υπάρχουν κάποιες ενδείξεις ότι ο Hahnemann δεν χρησιμοποιούσε υγιή άτομα για να ελέγξει οποιοδήποτε από τα φάρμακα που συνιστούσε για τις περισσότερες διαταραχές: θειάφι, μελάνι σουπιάς, αλάτι και άμμο.

Αυτό που φαίνεται να έχει συμβεί είναι ότι ο Hahnemann βάσιζε τις νέες «δοκιμασίες» του κυρίως σε συμπτώματα που υποτίθεται ότι είχαν παραχθεί στους χρόνιους ασθενείς του. Σύμφωνα με τους δικούς του κανόνες, αυτή η διαδικασία ήταν απαράδεκτη, και μάλιστα τον οδήγησε αναμφισβήτητα στο να αποδώσει στην επίδραση των φαρμάκων έναν αριθμό συμπτωμάτων που στην πραγματικότητα οφείλονταν στις ασθένειες από τις οποίες υπέφεραν οι ασθενείς. (Campbell)

Ενώ θα μπορούσαμε να συγχωρήσουμε τον Hahnemann για το ότι δεν έκανε σωστά ελεγχόμενα πειράματα, δεν θα έπρεπε να είμαστε τόσο γενναιόδωροι με τους σύγχρονους ομοιοπαθητικούς που δεν αντιλαμβάνονται τη φύση των ανεκδοτολογικών μαρτυριών. Ωστόσο, δεν μπορούμε να τους κατηγορήσουμε ότι δεν κάνουν σωστά σχεδιασμένα ελεγχόμενα πειράματα. Μπορούμε όμως να τους κατηγορήσουμε ότι δεν αντιλαμβάνονται ορισμένες θεμελιώδεις αρχές της αποτίμησης των αποτελεσμάτων ελεγχόμενων πειραμάτων, τα οποία περιλαμβάνουν χορήγηση φαρμάκων ή ακόμα και αδρανών ουσιών σε ανθρώπους.

Οι σημερινοί ομοιοπαθητικοί θα έπρεπε να ξέρουν ότι λόγω της πολυπλοκότητας κάθε ανθρώπινου οργανισμού, πενήντα διαφορετικοί άνθρωποι μπορεί να αντιδράσουν με πενήντα διαφορετικούς τρόπους στην ίδια ουσία. Αυτό καθιστά τις κλινικές μελέτες γύρω από πιθανά φάρμακα μια διαδικασία που σπάνια θα έπρεπε να περιμένει δραματικά αποτελέσματα με βάση μια ομάδα μελετών. Η εύρεση μιας στατιστικά σημαντικής διαφοράς, θετικής ή αρνητικής, μεταξύ ενός πειραματικού group (φαρμακοθεραπείας) και ενός group ελέγχου σε μια μελέτη φαρμάκου, θα πρέπει συνήθως να θεωρείται με αρκετή επιφύλαξη. Το ίδιο και η μη εύρεση κάτι στατιστικά σημαντικού. Δεν είναι ασύνηθες μεταξύ είκοσι μελετών ενός φαρμάκου κάποιες να καταλήγουν σε θετικά, κάποιες σε αρνητικά και κάποιες σε μπλεγμένα ή ατελέσφορα συμπεράσματα.

Ωστόσο, παρά το γεγονός ότι από τις εκατοντάδες μελέτες που έχουν γίνει στα ομοιοπαθητικά φάρμακα η μεγάλη πλειοψηφία δεν βρήκε καμία αξία σε αυτά, κάποιοι υποστηρικτές της ομοιοπαθητικής επιμένουν όχι μόνο ότι τα ομοιοπαθητικά φάρμακα έχουν αποτέλεσμα αλλά ισχυρίζονται και ότι γνωρίζουν τον τρόπο που λειτουργούν. Ωστόσο φαίνεται πως επιστήμονες όπως ο Jacques Benveniste , ο οποίος υποστηρίζει ότι ξέρει πώς λειτουργεί η ομοιοπαθητική, έχουν αντιστρέψει τη σειρά των πραγμάτων. Ο Benveniste ισχυρίζεται πως έχει αποδείξει ότι τα ομοιοπαθητικά φάρμακα δρουν αλλάζοντας τη δομή του νερού, επιτρέποντας έτσι στο νερό να διατηρήσει μια «μνήμη» της δομής της ομοιοπαθητικής ουσίας που έχει χαθεί λόγω αραίωσης. (Nature Vol. 333, No. 6176, pp. 816-818, 30 Ιουνίου, 1988). * Benveniste ισχυρίζεται ακόμα ότι η βιολογική δράση ενός ομοιοπαθητικού διαλύματος μπορεί να καταγραφεί ψηφιακά, να αποθηκευτεί σε ένα σκληρό δίσκο, να σταλεί μέσω Internet και να μεταφερθεί στο νερό ως παραλήπτη. Ήταν πετυχημένος βιολόγος και δούλευε σε ένα κρατικό εργαστήριο μέχρι που άρχισε αυτούς τους ισχυρισμούς, οι οποίοι του κόστισαν τη θέση και φήμη του ως ευϋπόληπτου επιστήμονα. Πλέον θεωρείται από τους επικριτές του (όπως είναι ο James Randi ) ως ένας άλλος Blondlot ). Αφού οι ομοιοπαθητικές θεραπείες δεν έχουν αποτέλεσμα, δεν είναι αναγκαία καμία θεωρία για το πώς λειτουργούν. Αυτό που είναι αναγκαίο είναι να εξηγηθεί γιατί τόσοι πολλοί άνθρωποι είναι ικανοποιημένοι με τον ομοιοπαθητικό τους παρ’ όλες τις ενδείξεις ότι οι ομοιοπαθητικές θεραπείες είναι αναποτελεσματικές.

Γιατί κανείς πιστεύει στην ομοιοπαθητική;

Προτού προσπαθήσω να εξηγήσω γιατί τόσοι πολλοί πιστεύουν στην ομοιοπαθητική, επιτρέψτε μου πρώτα να υπερασπιστώ την άποψη ότι οι ομοιοπαθητικές θεραπείες είναι αναποτελεσματικές. Υπάρχουν ανασκοπήσεις διαφόρων μελετών γύρω από την αποτελεσματικότητα των ομοιοπαθητικών θεραπειών και καμία από αυτές δεν συμπεραίνει ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την αποτελεσματικότητα οποιασδήποτε ομοιοπαθητικής θεραπείας. Οι ομοιοπαθητικοί είχαν στη διάθεσή τους πάνω από 200 χρόνια για να επιδείξουν την πραμάτεια τους και απέτυχαν να το κάνουν. Βέβαια υπάρχουν μεμονωμένες μελέτες που έχουν βρει στατιστικά σημαντικές διαφορές μεταξύ του γκρουπ υπό ομοιοπαθητική θεραπεία και του γκρουπ ελέγχου, αλλά καμία από αυτές δεν έχει επαναληφθεί ή μαστίζονται από μεθοδολογικά σφάλματα. 200 χρόνια και ακόμα περιμένουμε για αποδείξεις! Το να μην έχεις προκαταλήψεις είναι ένα πράγμα- το να περιμένεις αποδείξεις για πάντα μοιάζει περισσότερο με ευσεβή πόθο.

Μια ανασκόπηση των ανασκοπήσεων των ομοιοπαθητικών μελετών έχει γίνει από τον Terence Hines (2003:360-362). Έκανε ανασκόπηση των Taylor et al. (2000), Wagner (1997), Sampson και London (1995), Kleijen , Knipschild , ter Riet (1991), και Hill και Doyon (1990). Πάνω από 100 μελέτες απέτυχαν να καταλήξουν σε οποιοδήποτε οριστικό θετικό αποτέλεσμα γύρω από τα ομοιοπαθητικά φάρμακα. Ο Ramey (2000) σημειώνει ότι

Η ομοιοπαθητική έχει υπάρξει το αντικείμενο τουλάχιστον 12 επιστημονικών ανασκοπήσεων, περιλαμβανομένων μετα-αναλυτικών μελετών, δημοσιευμένων από τα μέσα της δεκαετίας του 80…. Και τα ευρήματα είναι αξιοθαύμαστα συνεπή: ….οι ομοιοπαθητικές θεραπείες δεν είναι αποτελεσματικές.

Παρ’ όλα αυτά, η ομοιοπαθητική θα έχει πάντα τους υποστηρικτές της, παρά την έλλειψη αποδείξεων ότι τα φάρμακά της είναι αποτελεσματικά. Γιατί? Ένας λόγος είναι η επικράτηση μιας παρανόησης των αιτιών της ασθένειας και του τρόπου με τον οποίο ο ανθρώπινος οργανισμός αντιμετωπίζει την ασθένεια. Ο Hahnemann μπόρεσε να προσελκύσει οπαδούς διότι εμφανίστηκε ως θεραπευτής συγκριτικά με εκείνους που έκοβαν φλέβες ή χρησιμοποιούσαν δηλητηριώδη καθαρτικά για εξισορρόπηση των «χυμών». Οι περισσότεροι ασθενείς του μπορεί να επιβίωσαν και να ανάρρωσαν όχι επειδή τους θεράπευσε, αλλά επειδή δεν τους επιμόλυνε ή σκότωσε ρουφώντας απαραίτητο αίμα ή δεν τους εξασθένησε με ισχυρά δηλητήρια. Tα φάρμακα του Hahnemann δεν ήταν ουσιαστικά τίποτα παραπάνω από κοινά υγρά και ήταν απίθανο να προκαλέσουν κακό από μόνα τους. Δεν χρειαζόταν να έχει πολλούς ασθενείς που επιβίωσαν και καλυτέρεψαν για να φανεί εντυπωσιακός συγκριτικά με τους ανταγωνιστές του. Εάν υπάρχει οποιοδήποτε θετικό αποτέλεσμα στην κατάσταση της υγείας, δεν οφείλεται στο ομοιοπαθητικό φάρμακο που είναι αδρανές, αλλά στους φυσικούς θεραπευτικούς μηχανισμούς του ίδιου του οργανισμού ή στην πίστη του ασθενούς (φαινόμενο placebo) ή στην επίδραση που έχουν οι τρόποι του ομοιοπαθητικού στον ασθενή.

Το άγχος μπορεί να ενισχύσει ή ακόμα και να προκαλέσει ασθένεια. Εάν ένας γιατρός έχει ηρεμιστική επίδραση στον ασθενή, αυτό από μόνο του μπορεί να οδηγήσει σε σημαντική αλλαγή στην αίσθηση ευεξίας του ασθενούς. Και αυτό το συναίσθημα μπορεί εύκολα να μεταφραστεί σε ευεργετικά φυσιολογικά αποτελέσματα. Η ομοιοπαθητική μέθοδος προϋποθέτει αρκετό χρόνο με κάθε ασθενή για να γίνει μια πλήρης λίστα των συμπτωμάτων του. Είναι πιθανόν αυτό να έχει σημαντική ηρεμιστική επίδραση σε κάποιους ασθενείς. Αυτή η επίδραση θα μπορούσε σε κάποιες περιπτώσεις να ενισχύσει τους θεραπευτικούς μηχανισμούς του ίδιου του οργανισμού. Όπως το τοποθετεί ο ομοιοπαθητικός Anthony Campbell : «Μια ομοιοπαθητική συνεδρία δίνει στον ασθενή τη δυνατότητα να μιλήσει εκτεταμένα για τα προβλήματά του σε έναν προσεκτικό και συμπονετικό ακροατή μέσα σε ένα δομημένο περιβάλλον, και αυτό από μόνο του είναι θεραπευτικό» * . Με άλλα λόγια, η ομοιοπαθητική είναι μια μορφή ψυχοθεραπείας.

…οι περισσότεροι ομοιοπαθητικοί θέλουν να διαθέτουν τουλάχιστον 45 λεπτά για μια πρώτη συνεδρία και πολλοί προτιμούν μία ώρα ή περισσότερο. Δεύτερον, οι ασθενείς νιώθουν ότι αντιμετωπίζονται ως «ξεχωριστά άτομα». Ερωτώνται πολλές ερωτήσεις γύρω από τη ζωή τους και τις προτιμήσεις τους στο φαγητό, τον καιρό, και ούτω καθεξής, πολλές από τις οποίες δεν έχουν καμία προφανή σχέση με το πρόβλημα που τους οδήγησε στη συνεδρία. Έπειτα ο ομοιοπαθητικός θα ανατρέξει πιθανότατα σε μια εντυπωσιακά μεγάλη και επιβλητική πηγή πληροφοριών για να βοηθηθεί να διαλέξει τη σωστή «θεραπεία». (Campbell)

Γνωρίζουμε ότι ουσιαστικά δεν υπάρχει καμία επιστημονική απόδειξη ότι οι ομοιοπαθητικές θεραπείες είναι αποτελεσματικές. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι ασθενείς δεν νιώθουν καλύτερα ή δεν καλυτερεύουν πραγματικά βλέποντας έναν ομοιοπαθητικό. Αυτό είναι διαφορετικό θέμα, παρόλο που αποτελεί ξεκάθαρα την αιτία για τους ικανοποιημένους πελάτες. (εδώ ο αναγνώστης μπορεί να συμβουλευτεί τις καταχωρήσεις για το φαινόμενο placebo, την post hoc πλάνη και την πλάνη της παλινδρόμησης).

Η Wendy Kaminer, επικριτής των διαφόρων παράλογων συμπεριφορών, είναι μία από αυτούς τους ικανοποιημένους πελάτες. Παρ’ όλα αυτά, είπε στον ομοιοπαθητικό της ότι ο μεγαλύτερος φόβος της είναι ότι «κάποιος θα ανακαλύψει ότι συμβουλεύτηκα ομοιοπαθητικό» (1999), που προφανώς δεν είναι ο μεγαλύτερος φόβος της, διαφορετικά δεν θα το ανακοίνωνε στον κόσμο μέσω του βιβλίου της.

Όταν πηγαίνω στον ομοιοπαθητικό μου πιθανόν ακολουθώ μια από τις αρχές της ανάρρωσης που πάντα κορόιδευα: σκέφτομαι με την καρδιά και όχι με το μυαλό μου. Ή ίσως τελικά και να συμπεριφέρομαι λογικά. Το να πιστεύεις στην ομοιοπαθητική μπορεί να είναι παράλογο, αλλά το να μην χρησιμοποιείς την ομοιοπαθητική εάν έχει αποτέλεσμα θα ήταν ακόμα πιο παράλογο. Με νοιάζει μόνο το εάν η θεραπεία δουλεύει, όχι το γιατί. (Καταλαβαίνω ελάχιστα πράγματα για τα αντιβιοτικά).

Έτσι δεν ακούω τους επιστήμονες που είναι πρόθυμοι να μου πουν γιατί τα ομοιοπαθητικά φάρμακα δεν είναι δυνατόν να δουλεύουν, διότι παραβιάζουν τους νόμους της χημείας. Αν υποθέσουμε ότι οι επιστήμονες έχουν δίκιο και τα φάρμακα που έχω πάρει είναι απλά placebos , γιατί να θέλω να αρχίσω να αμφισβητώ – και να εκμηδενίσω- την αποτελεσματικότητά τους? Γιατί να μην είμαι επιδεκτική στα placebos; (ibid.)

Εδώ έχουμε ένα λογικό άτομο που υποβαθμίζει την παράλογη συμπεριφορά ομολογώντας ότι κάνει κάτι που πολλοί λογικοί άνθρωποι θα έβρισκαν παράλογο. Είναι ενδιαφέρον πώς αντιμετωπίζει αυτή την γνωστική ασυμφωνία. Έχει κάνει το παράλογο λογικό (ή τουλάχιστον λιγότερο παράλογο) επικεντρώνοντας στην πίστη της ότι η ομοιοπαθητική δουλεύει . Αλλά αφού γνωρίζουμε ότι τα ομοιοπαθητικά φάρμακα δεν δουλεύουν, για τι πράγμα μιλάει η Kaminer; Δεν μιλάει για επιστημονικές μελέτες που δείχνουν ότι τα ομοιοπαθητικά είναι αποτελεσματικά διότι τέτοιες μελέτες δείχνουν προς την αντίθετη κατεύθυνση. Μάλιστα, δεν φαίνεται να νοιάζεται για το αν υπάρχουν τέτοιες μελέτες. Εννοεί ότι θεωρεί πως «η ομοιοπαθητική με βοήθησε »(σελ.4). Η διευκρίνισή της προς τον αναγνώστη είναι μην αρκείσαι στο λόγο μου, δοκίμασέ το ο ίδιος, το οποίο φαίνεται να υπονοεί ότι εάν πάω σε ομοιοπαθητικό και πιστεύω ότι με βοήθησε, τότε θα ήμουν παράλογος να σταματήσω να τον βλέπω. Αλλά τι σημαίνει η λέξη βοηθάει ? Είναι μια ύπουλη λέξη- δεν έχει κανένα γνωστικό περιεχόμενο ενώ είναι γεμάτη από συναίσθημα. Η μόνη παραδοχή της Kaminer απέναντι στην ιδέα ότι ίσως δρα παράλογα βρίσκεται στο συλλογισμό της

… ίσως το φαντάζομαι ότι η ομοιοπαθητική με έχει βοηθήσει. Ίσως μπερδεύω τη συγκυρία με την αιτία: ίσως άρχισα τυχαία να νιώθω καλύτερα, για κάποιο άγνωστο λόγο, περίπου την ίδια εποχή που στράφηκα στην ομοιοπαθητική.

Μας συμβουλεύει να μην αρκεστούμε στο λόγο της και μας λέει ότι θα πρέπει να της ζητήσουμε να αποδείξει τον ισχυρισμό της. Μας συμβουλεύει ακόμα και να προσπαθήσουμε να αναπαράγουμε την εμπειρία της. Ίσως αυτή να είναι η άποψή της σχετικά με το τι θα έπρεπε να κάνει ένα λογικό, επιστημονικά σκεπτόμενο άτομο. Όμως δεν υπάρχει τρόπος εγώ ή οποιοσδήποτε άλλος να αποδείξουμε τον ισχυρισμό της προσπαθώντας να τον αναπαράγουμε. Δεν έχουμε αρκετά σαφή εικόνα του ισχυρισμού της ώστε να γνωρίζουμε το τι θα προσπαθούσαμε να αποδείξουμε. Ο ισχυρισμός της ότι κάτι την βοήθησε είναι τόσο ασαφής που δεν έχει καμία αξία η προσπάθεια να αναπαραχθεί. Μήπως υποστηρίζει ότι εάν πάω σε ομοιοπαθητικό και νιώθω καλύτερα μετά, θα έχω αποδείξει και αναπαράγει τον ισχυρισμό της; Νομίζω πως ναι. Και νομίζω πως κάνει λάθος.

Ναι, νομίζω ότι καταλαβαίνω τι λέει. Εάν εγώ, για παράδειγμα, πήγαινα σε ομοιοπαθητικό και έβλεπα ότι με θεραπεία ο πόνος στα γόνατά μου έφευγε εντελώς- ο πόνος που έχω εδώ και αρκετά χρόνια και που ο γιατρός μου λέει ότι οφείλεται σε φλεγμονή- τότε θα ήμουν παράλογος να μην συνεχίσω την ομοιοπαθητική θεραπεία. Επιπλέον, θα ήταν παράλογο να μην συμβουλευτώ τον ομοιοπαθητικό μου εάν άρχιζα να πονάω, ας πούμε, στον αγκώνα ή στον ώμο ή στην πλάτη. Εάν μπορούσα να ξαναρχίσω το jogging , θα ήταν παράλογο να σταματήσω να βλέπω τον ομοιοπαθητικό μου. Μπορεί να συμφωνήσω. Όμως, εάν συμβουλευόμουν έναν ομοιοπαθητικό για έναν νέο πόνο, τον οποίο ο γιατρός μου δεν μπόρεσε να ανακουφίσει με συμβατική θεραπεία, και μετά την ομοιοπαθητική θεραπεία ο πόνος εξαφανιζόταν, τότε δεν θα το θεωρούσα παράλογο να σταματήσω να βλέπω τον ομοιοπαθητικό. Θα το θεωρούσα πιθανό ο πόνος να έφευγε ακόμα κι αν δεν είχα συμβουλευτεί τον ομοιοπαθητικό. (Εάν αναρωτιέστε γιατί, συμβουλευτείτε την καταχώρηση για την πλάνη της παλινδρόμησης).

Επιπλέον, εάν ένα ομοιοπαθητικό φάρμακο γιάτρευε τον πόνο μου στο γόνατο, θα ήθελα να εξετάσω τι περιείχε αυτό το φάρμακο. Παρόλο που τα περισσότερα ομοιοπαθητικά φάρμακα στις ΗΠΑ και στην Αγγλία είναι λίγο περισσότερο από νερό ή αλκοόλ, υπάρχει ένας αριθμός προϊόντων στην αγορά που ονομάζονται ομοιοπαθητικά και περιέχουν δραστικά συστατικά (βλ. σύνθετη ομοιοπαθητική, ισοπαθητική και νοσώδη). Ωστόσο, εάν ανακάλυπτα ότι το φάρμακό μου ήταν ένα από αυτά που έχουν αραιωθεί τόσες πολλές φορές που δεν έχει μείνει κανένα μόριο της αρχικής δραστικής ουσίας, μάλλον θα πίστευα ότι ο πόνος μου έφυγε ξαφνικά παρά ότι το ομοιοπαθητικό φάρμακο με θεράπευσε. Γιατί; Διότι οι γνωστοί νόμοι της Φυσικής και της Χημείας θα έπρεπε να ξαναχτιστούν από την αρχή, εάν ένα τονωτικό από το οποίο έχει απομακρυνθεί σχεδόν κάθε μόριο δραστικής ουσίας αποδεικνυόταν δραστικό. Όμως εάν μπορούσα να ανεβοκατεβάζω τον πόνο σταματώντας και ξεκινώντας την ομοιοπαθητική θεραπεία υπό διπλές-τυφλές συνθήκες, θα ήμουν αναγκασμένος να συμπεράνω ότι το φάρμακο έχει αποτέλεσμα και να γίνω οπαδός αυτού του ομοιοπαθητικού φαρμάκου. Αυτό απλά λέει ότι τα ομοιοπαθητικά φάρμακα μπορούν να ελεγχθούν εμπειρικά. Το γεγονός ότι κανένα φάρμακο δεν έχει αποδειχθεί ακόμα ότι έχει τη δράση που περιέγραψα, αποτελεί ισχυρό επιχείρημα κατά των ομοιοπαθητικών φαρμάκων.

Παρόλο που τα ομοιοπαθητικά φάρμακα είναι αναποτελεσματικά, η ομοιοπαθητική αυτή καθ’ αυτή είναι πολύ αποτελεσματική, διαφορετικά δεν θα είχε κρατηθεί και αναπτυχθεί τα τελευταία 200 χρόνια. Είναι πολύ δημοφιλής στην Ευρώπη, ιδιαίτερα μεταξύ της βασιλικής οικογένειας της Βρετανίας. Υπάρχουν σχολές ομοιοπαθητικής σε ολόκληρο τον κόσμο. Λέγεται ότι η ομοιοπαθητική είναι βιομηχανία 200 εκατομμυρίων δολαρίων το χρόνο στις ΗΠΑ. «Το γεγονός ότι καταδικάζεται ως μη-επιστημονική από κάποιους ορθόδοξους γιατρούς είναι για πολλούς ανθρώπους προσόν και όχι επίκριση» (Campbell)

Το βασικό κακό της κλασικής ομοιοπαθητικής πιθανόν δεν προέρχεται από τα φάρμακά της, τα οποία είναι μάλλον ασφαλή αλλά αναποτελεσματικά, αν και αυτό αλλάζει καθώς η ομοιοπαθητική γίνεται δυσδιάκριτη από τη βοτανολογία σε κάποια μέρη. Ένας πιθανός κίνδυνος βρίσκεται στην ενθάρρυνση της αυτό-διάγνωσης και θεραπείας. Άλλος κίνδυνος κρύβεται στη μη λήψη κατάλληλης θεραπείας από συμβατικό γιατρό στις περιπτώσεις εκείνες που ο ασθενής θα μπορούσε να βοηθηθεί από τέτοια θεραπεία, όπως στην περίπτωση λοιμώξης της ουροδόχου κύστης ή καρκίνου. Η ομοιοπαθητική μπορεί να έχει αποτέλεσμα με την έννοια ότι βοηθά κάποιους ανθρώπους να νιώσουν καλύτερα για ένα διάστημα. Ωστόσο, δεν είναι αποτελεσματική στο να ερμηνεύει τις παθολογικές καταστάσεις ή τις θεραπείες τους με τέτοιο τρόπο που όχι μόνο να συμμορφώνεται με τα δεδομένα αλλά να υπόσχεται να μας οδηγήσει σε μια καλύτερη κατανόηση της φύσης της υγείας και της ασθένειας.